Legislator Case Law & Legislation
651/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to pending nullity objection and rejected claim of non-requested award.

Case Number 651/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment, ruling the appeal inadmissible because a nullity objection was still pending. The appellants argued the lower court awarded damages under a specific statute without their request, violating procedural rules. The court held that since the parties had requested compensation under a different legal basis, the award was valid and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Article 577(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(9)(a) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if a nullity objection is pending; an award is not an error of non-requested relief if the parties requested compensation under a different legal provision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal pending nullity objection non-requested award legal basis distinction Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 502 of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 111(2), 216(1), 335, 337, 338, 559(8) and 10 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of the Municipalities and Communities Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 17/2013
Supreme Court Case 318/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 651/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη… και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Ι. και 2) Ε. Π. του Κ., συζύγου Χ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούλα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 141/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 5-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Εξ άλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ’ όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 737/2017).

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 17/2013). Τέλος για το κύρος της παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση αναίρεσης δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ. β Κ.Πολ.Δ., η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 104 εδ.

τελευταίο Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 54/2009). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 26-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, η οποία εκδόθηκε μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ερήμην του εφεσιβλήτου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και η οποία δημοσιεύθηκε στις 22-4-2015 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της.

Η αίτηση αυτή ασκήθηκε παραδεκτά διότι ο ερημοδικασθείς αναιρεσείων με δήλωσή του που περιέχεται στο δικόγραφό της παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπός του χορήγησε την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αίτησης πληρεξούσιο δικηγόρο (βλ.

το από 3-11-2015 ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο), εγκρίνοντας και τις μέχρι τότε ενέργειες αυτού ως έγκυρες και ισχυρές.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξ άλλου κατά το άρθρο 674 παρ. 2 εδ. β του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης για παραδοχή τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.

Α.Π. 16/1990). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005), ενώ αν η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ως μη νόμιμης πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής (Ολ.

Α.Π. 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη κατά την επικουρική βάση της και στη συνέχεια τη δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τη βάση της αυτή κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2, 5 και 6 ν. 3198/1955, 1 και 3 ν. 2112/1920, 74 ν. 3863/2010 και 7 π.δ. 164/2004 (πρώτος λόγος) και 669, 681 Α.Κ., 6 παρ. 1 και 6 ν. 2527/1997, 21 παρ. 1 και 2 ν. 2190/1994 (τρίτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή τους ο αναιρεσείων δεν παραθέτει, έστω και συνοπτικά, το περιεχόμενο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων (αλλά μόνο περίληψη του αιτητικού της) ούτε και τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτό ότι οι λόγοι αυτοί είναι ορισμένοι πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ., 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος που προστέθηκαν με την αναθεώρηση αυτού που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής και 5 π.δ. 164/2004 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Εξ άλλου κατά το άρθρο 7 π.δ. 164/2004: "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" (παρ. 1). "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις" (παρ. 2 εδ.

α, β και γ). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 27-7-2011 αγωγή τους ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι στις 12-9-2005 και στις 26-11-2007 αντίστοιχα προσελήφθησαν από τον Οργανισμό Κοινωνικής Πολιτικής ..., του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ..., και απασχολήθηκαν από αυτόν ο μεν πρώτος ως λογιστής, η δε δεύτερη ως κοινωνική λειτουργός με διαδοχικές συμβάσεις οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν από αυτόν προσχηματικά ως συμβάσεις έργου, ενώ πράγματι αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι πληρούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και ότι στις 30-4-2011 ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι τις συμβάσεις εργασίας τους χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι απασχολούνταν στον εναγόμενο από τις 12-9-2005 και τις 26-11-2007 αντίστοιχα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 30-4-2011 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος του και να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει τα ποσά των 12.000 και των 10.800 ευρώ αντίστοιχα για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από το Μάιο του έτους 2011 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2012 με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις.

Επικουρικά δε ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους τα ποσά των 3.500 και 2.100 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο από την 1-5-2012. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την επικουρική βάση της, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 7 π.δ. 164/2004.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη και το οποίο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις παρατεθείσες στην αρχή αυτής της σκέψης διατάξεις και γι’ αυτό οι ανωτέρω (πρώτος και δεύτερος) λόγοι αναίρεσης, και αν κριθούν παραδεκτοί, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. περ. α 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος επιδίκασε νοείται υπό ευρεία έννοια, ήτοι εάν το δικαστήριο αποφάσισε επί μη αιτηθέντος ή πλέον του αιτηθέντος, είτε επιδίκασε είτε αναγνώρισε το αιτηθέν (Α.Π. 1372/2013). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι έργο του δικαστηρίου της ουσίας είναι να προβεί αυτεπαγγέλτως στην εφαρμογή του νόμου, ήτοι στην προσήκουσα υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται από τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών και όπως αυτές στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που τις θεμελιώνουν βάσει της αρχής jura novit curia, ενώ ο εκ μέρους των διαδίκων διδόμενος νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται ή δεν θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 318/2017).

Επομένως αν το δικαστήριο με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής κρίνει ότι αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη σε διάταξη του νόμου την οποία δεν επικαλείται ο διάδικος και επιδικάσει τα ζητούμενα δεν υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης μη αιτηθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, "επιδίκασε την αποζημίωση του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, χωρίς αυτή να ζητηθεί, όπως προκύπτει τόσο από την αγωγή, (βλέπετε σελ. 58 και 60 αγωγής) όσο και από τα σώματα των δικαστικών αποφάσεων (10ο φύλλο ζυγή σελίδα πρωτόδικης απόφασης και 12η σελίδα αναιρεσιβαλλόμενης)".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, με βάση τα εκτιθέμενα στο ίδιο το αναιρετήριο, οι αναιρεσίβλητοι με την επικουρική βάση της αγωγής τους είχαν ζητήσει να τους επιδικασθούν τα ποσά των 3.500 και 2.100 ευρώ αντίστοιχα ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, τα οποία και τους επιδικάσθηκαν.

Το επικαλούμενο γεγονός ότι τα ποσά αυτά είχαν δεν είχαν ζητηθεί ως "αποζημίωση του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004" είναι χωρίς έννομη επιρροή αφού ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και όχι όταν αυτό ζητήθηκε με την επίκληση διαφορετικής διάταξης, η οποία επίκληση κατά τα προεκτεθέντα δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο/Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ