Legislator Case Law & Legislation
900/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to consider submitted notarized witness certificates.

Case Number 900/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's first ground of appeal, finding the appellate court erred by failing to explicitly consider notarized witness certificates submitted by the appellant. Although the lower court had previously acknowledged these documents, the appellate judgment omitted them despite their inclusion in the appellant's written submissions. Consequently, the Supreme Court set aside the appellate decision regarding the partial acceptance of the claim and remanded the case for retrial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 216 para. 1 K.Pol.D.; Art. 559 no. 11 para. g K.Pol.D.: The failure of an appellate court to explicitly consider evidence lawfully submitted by a party, despite its presence in the case file, constitutes a ground for cassation requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
failure to consider evidence notarized witness certificates appellate court error cassation ground remand for retrial procedural defect written submissions

Cited Legislation

AI generated
Art. 216 para. 1 K.Pol.D.
Art. 559 no. 11 para. g K.Pol.D.
Art. 580 para. 3 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 191 para. 2 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 900/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μέτο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1834/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 6696/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2015 αίτησή της, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 6-10-2015 κλήση του αναιρεσιβλήτου μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 22-9-2015.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 του ιδίου κώδικα, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η δε έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών (τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η προστασία και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως που απορρέει από αυτά) είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ.

του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλα οφειλόμενα από την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνημένος ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται (Α.Π. 430/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 1-10-2008 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2003 μέχρι την 1-3-2004 ως ανειδίκευτος εργάτης με ημερομίσθιο 30 ευρώ και 10 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση.

Ζήτησε δε, ως αμοιβή για τις ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας κάθε μηνός, τις ώρες παράνομης υπερωρίας κάθε μηνός, τις ώρες ημερών αργίας κάθε μηνός και τις ώρες νυκτερινής εργασίας κάθε μηνός τα ποσά που αναλυτικά για κάθε αξίωση παρέθεσε στην αγωγή του, αφού από το συνολικό οφειλόμενο για κάθε μήνα ποσό, που επίσης αναλυτικά παρέθεσε στην αγωγή του, αφαίρεσε το ποσό του ημερομισθίου των 40 ευρώ (30 ευρώ + 10 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση) το οποίο ελάμβανε, πολλαπλασιαζόμενο επί της ημέρες που ισχυρίζεται ότι εργαζόταν κάθε μήνα.

Ήδη με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το αίτημά της για καταβολή οφειλόμενων αμοιβών από ιδιόρρυθμες υπερωρίες, παράνομες υπερωρίες, εργασία κατά τη νύκτα, εργασία κατά τις ημέρες αργίας, καθώς και επιδόματα εορτών και αδείας, την οποία (αοριστία) παραδεκτά είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επικαλούμενη ως λόγους αυτής, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι: "Ο αντίδικος δεν διευκρίνισε στην αγωγή του ποιο είναι το ακριβές ποσό, το οποίο κάθε μήνα διεκδικεί και για κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο του αντίστοιχου μήνα, που αναγράφει στην αγωγή του, δεδομένου ότι αφαιρεί συλλήβδην το σύνολο των καταβληθέντων σε αυτόν χρημάτων, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποιο τμήμα του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού αντιστοιχεί στα επικαλούμενα από αυτόν ως εξοφληθέντα κονδύλια του αναγραφόμενου στην αγωγή αντίστοιχου μήνα (και συγκεκριμένα στις αργίες του κάθε μήνα, στις ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας του κάθε μήνα, στις ώρες παράνομης υπερωρίας του κάθε μήνα, στις ώρες ημερών αργίας του κάθε μήνα και στις ώρες νυκτερινής εργασίας του κάθε μήνα)".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού η αγωγή κατά το προεκτεθέν μέρος της είναι ορισμένη και ειδικότερα αναφέρονται σ’ αυτήν η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, η συμφωνηθείσα αμοιβή και οι κατά ημέρα και εβδομάδα ώρες απασχολήσεως του ενάγοντος, ενώ από το συνολικό ποσό κάθε μηνός αφαιρούνται οι συμφωνηθείσες και καταβληθείσες αποδοχές του, τις οποίες αυτός προσδιορίζει με ορισμένο τρόπο και μάλιστα για κάθε αιτία χωριστά (ήτοι το συμφωνημένο να καταβάλλεται ημερομίσθιο και το ποσό της υπερωρίας), ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς οι οφειλόμενες διαφορές. 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες στη διαδικασία των εργατικών διαφορών προβλέπονται από την (ήδη σιωπηρώς καταργηθείσα αλλά έχουσα εν προκειμένω εφαρμογή) διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελούν κατ’ αρχήν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ. αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ’ αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 887/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως τις .../2-11-2009 και .../2-11-2009 ένορκες βεβαιώσεις των Τ.

Α. και Γ. Σ. αντιστοίχως, οι οποίες είχαν ληφθεί ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (βλ. την .../27-10-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Δ.), προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς ανταπόδειξη των περιστατικών που θεμελίωναν την ιστορική βάση της αγωγής, τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις ελήφθησαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην απόφαση του οποίου μνημονεύονται ρητώς. Όμως, παρά το ότι η εναγομένη επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις και ενώπιον του εφετείου, περιλαμβάνοντας μάλιστα αυτούσιο το κείμενό τους στις από 26-9-2013 έγγραφες προτάσεις της (βλ.

τις σελίδες 85-92 αυτών), από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το εφετείο τις έλαβε υπόψη, αφού, αν και αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, δεν μνημονεύονται σ’ αυτήν.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. 3. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που, μετά την παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης και την μερική εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την από 1-10-2008 αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 12.812,17 ευρώ νομιμοτόκως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6696/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ