Legislator Case Law & Legislation
887/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly applied maritime law regarding seafarer dismissal compensation.

Case Number 887/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision against the shipowner. The appellant argued for dismissal compensation after the vessel was idle for over 60 days, but the lower court found the idleness period did not exceed the statutory limit. The court upheld the lower court's ruling because the specific maritime regulation regarding idle vessels took precedence over general contract termination laws.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7, 72, 75, 76 of the Code of Maritime Private Law; Article 27 of the Supplementary Regulations on Passenger Ferries; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: In cases of seafarer dismissal due to vessel idleness, the specific statutory period for compensation entitlement prevails over general contract termination provisions if the idleness does not exceed the prescribed limit.

Keywords

AI generated
maritime employment law vessel idleness compensation seafarer dismissal statutory period 60 days code of civil procedure appeal supreme court dismissal passenger ferry regulations

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 7 of Law 1876/1990
Articles 173(1)(a) and 174(3) of the Code of Public Maritime Law
Articles 72, 75 and 76 of the Code of Maritime Private Law
Article 27 of the Supplementary Regulations on Passenger Ferries of 2009

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Λύρα και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" με έδρα στα ..., διατηρούσης γραφεία στον Πειραιά, όπως νομίμως εκπροσωπείται, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Παπαντωνοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3892/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 474/2012 Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας των ως άνω αποφάσεων ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 1-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η από 1-9-2014 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 108/10-10-2014 αίτηση του Ι. Κ. κατά της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 474/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Για τη ίδρυση όμως του αναιρετικού αυτού λόγου, δεν αρκεί η προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού στο Εφετείο (ΑΠ 1468/ 2008).

Η επίκληση αποδεικτικού μέσου μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτoύ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1651/2012).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται κατ’ άρθ. 671 §1 εδ. δ’ ΚΠολΔ δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα κατά την έννοια των άρθ. 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι’ αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ’ αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές (ΑΠ 592/2014).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ως προς επικληθείσα και προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, η επίκληση αυτής πρέπει να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός της, αυτός ενώπιον του οποίου δόθηκε (Ειρηνοδίκης ή Συμβολαιογράφος) και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία περίπτωση η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται.

Αν στις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή στις πρωτόδικες, των οποίων γίνεται επίκληση κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται η ένορκη βεβαίωση με τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκη βεβαίωση, είναι αβάσιμος (ΑΠ 17/2011, 1533/2008, 591/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν, σχετικά, τα εξής: O αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη της βασιμότητας των λόγων εφέσεως που είχε ασκήσει κατά της 3892/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είχε επικαλεσθεί, μεταξύ άλλων, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης και στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, και την " υπ' αριθ.13765/18.5.2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.

Μ., η οποία ελήφθη κατόπιν της προηγουμένης από 14.5.2012 προσκλήσεως της αναιρεσίβλητης, δυνάμει της 1799/14.5.2012 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ...". Η κατά τον τρόπο αυτό επίκληση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης δεν ήταν ειδική σαφής και ορισμένη, αφού, χωρίς αναφορά του προσώπου ενώπιον του οποίου δόθηκε, του οποίου τα στοιχεία πρέπει να σημειωθεί δεν αναφέρονται ούτε στην αίτηση αναίρεσης, δεν είναι δυνατή η διαπίστωση της ταυτότητάς της.

Επομένως με το να μη την λάβει υπόψη το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο κατά το αντίστοιχο μέρος του υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος πρώτος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του, αλλά και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ όσον αφορά τον πρώτο και 8,12 και 19 όσον αφορά τον δεύτερο, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα: "ότι έκρινε πειστική την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Γ.

Π., παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν υπηρετούσε επί των ενδίκων πλοίων κατά τα ένδικα διαστήματα" και "εσφαλμένα έκρινε ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά όσα βεβαιώνει η σύζυγος του αναιρεσείοντος, μάρτυρας Μ. Κ. στην 795/2011 ένορκη βεβαίωση, με το εσφαλμένο αιτιολογικό ότι δήθεν δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι συνάδελφοί του με τους οποίους είχε κάνει συζητήσεις για το ωράριο εργασίας του" αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων, δεν υπόκειται, κατ’ άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατά το άρθρο 671 παρ. ΚΠολΔ "το δικαστήριο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση.

Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Μαρτυρία που δόθηκε με άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις (ολΑΠ 8/1987, ΑΠ 906/2013, 635/2008, 631/2004).

Εξάλλου ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι και οι βεβαιώσεις τρίτων μαρτύρων που έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ΑΠ 906/2013, 635/2008, 631/2004, 431/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του για την απόρριψη του κονδυλίου της αποζημιώσεως απολύσεως που ζητούσε ο αναιρεσείων δέχθηκε ότι " από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγομένη βεβαίωση του Πλοιάρχου του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "ΚΡΗΤΗ I" Κ. Ν. προκύπτει ότι το πλοίο αυτό παρέμεινε σε ακινησία, κατά το χρονικό διάστημα από την Κυριακή 27/09/2009 έως και την Τετάρτη 25/11/2009, ενώ την Πέμπτη 26/11/2009 το πλοίο ξεκίνησε τα δρομολόγιά του στη γραμμή Πειραιάς - Ηράκλειο - Πειραιάς, οπότε η διακοπή των πλόων του εν λόγω πλοίου δεν υπερέβη τις 60 ημέρες, που προβλέπει το άρθρο 27 της από 3.7.2009 ΣΣΕ Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2009, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3525.5/01/2009/ 2.9.2009 Υ.Α Εμπορικής Ναυτιλίας, με συνέπεια ο ενάγων να μην δικαιούται αποζημίωση απόλυσης".

Έκανε, δηλαδή, το Εφετείο χρήση της βεβαιώσεως τρίτου προσώπου. Από το περιεχόμενο όμως της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η βεβαίωση αυτή του πλοιάρχου, που συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις που προσδιορίζονται και επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα), δόθηκε αποκλειστικά για να χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη δίκη μεταξύ των διαδίκων.

Επομένως η βεβαίωση αυτή, ως άκυρο απλώς αποδεικτικό μέσο (μαρτυρία) όχι δε και ανυπόστατο, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη δίκη (ΑΠ 431/2002).

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α’ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 671 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο υπό την ρηματική επίκληση των από το άρθρο 559 αρ.10, 12 και 19, πλημμελειών, προσβάλλεται στην πραγματικότητα, ως εσφαλμένη, η κρίση του Εφετείου, για τη διάρκεια ακινησίας του ενδίκου πλοίου, είναι απαράδεκτος, διότι προσβάλλει αληθώς, την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 των ΣΣΝΕ πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2009, που κυρώθηκε με την 3525.5/01/2009 Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας Αιγαίου και Κοινωνικής Πολιτικής και η οποία εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 του α.ν. 3276/1944 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, "σε κάθε περίπτωση διακοπής των πλόων για οποιοδήποτε λόγο, πέραν των 60 ημερών, καταβάλλεται στο πλήρωμα σε περίπτωση απόλυσης του αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές 22 ημερών".Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, επέχει ισχύ νόμου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν 1876/1990 και κατισχύει των συναφών διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1α και 174 παρ. 3 του Κώδικα Δημόσιου Ναυτικού Δικαίου (ΝΔ 187/1973), επειδή η διάταξη αυτή είναι νεότερη, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που ναυτικός απολυθεί από την εργασία του σε επιβατηγό-ακτοπλοϊκό σκάφος λόγω διακοπής των πλόων αυτού για οποιοδήποτε λόγο και δεν επαναυτολογηθεί μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από την προσωρινή απόλυση του, η ανυπαίτια και χωρίς τη θέληση του ναυτικού λύση της σύμβασης ναυτικής εργασίας θεωρείται "οριστική", υπό την έννοια ότι είναι πλέον αδιάφορο εάν επαναπροσληφθεί ή όχι, με αποτέλεσμα να του οφείλεται αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές αυτού 22 ημερών.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 3.547,60 ευρώ, ως αποζημίωση απολύσεώς του εκ μέρους του πλοιάρχου την 26.9.2009, όταν το πλοίο βρισκόταν ελλιμενισμένο στο λιμάνι του Ηρακλείου Κρήτης, λόγω διακοπής των πλόων που διήρκεσε πέραν των 60 ημερών.

Το Εφετείο σχετικά με το αγωγικό αυτό αίτημα δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενα, ότι δηλαδή "από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγομένη βεβαίωση του Πλοιάρχου του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "ΚΡΗΤΗ I" Κ. Ν. προκύπτει ότι το πλοίο αυτό παρέμεινε σε ακινησία, κατά το χρονικό διάστημα από την Κυριακή 27/09/2009 έως και την Τετάρτη 25/11/2009, ενώ την Πέμπτη 26/11/2009 το πλοίο ξεκίνησε τα δρομολόγιά του στη γραμμή Πειραιάς - Ηράκλειο - Πειραιάς, οπότε η διακοπή των πλόων του εν λόγω πλοίου δεν υπερέβη τις 60 ημέρες, που προβλέπει το άρθρο 27 της από 3.7.2009 ΣΣΕ Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2009, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3525.5/01/2009/2.9.2009 Υ.Α Εμπορικής Ναυτιλίας, με συνέπεια ο ενάγων να μην δικαιούται αποζημίωση απόλυσης".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 72, 75 και 76 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ) με τη μη εφαρμογή τους, οι οποίες, ρυθμίζουσες γενικά το θέμα της καταγγελίας της συμβάσεως ναυτικής εργασίας, χωρίς υπαιτιότητα του ναυτικού, δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση, της ειδικής καταγγελίας, λόγω διακοπής των πλόων, σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα, εφαρμοστέες.

Επομένως ο τέταρτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί o αναιρεσείων ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.9.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 108/10.10.2014, αίτηση τoυ Ι. Κ. κατά της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗΣ ΕΤΑΡΕΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 474/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ