Legislator Case Law & Legislation
898/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision on teacher status and remands case for retrial.

Case Number 898/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against a final labor court decision regarding the status of teachers. The court found the lower court erred in interpreting specific legal provisions and lacked sufficient reasoning for its ruling on the teachers' status. Consequently, the appeal was accepted, the contested decision was revoked, and the case was remanded to the Athens Court of First Instance for a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may accept an appeal if the lower court erred in interpreting the law or provided insufficient reasoning, thereby revoking the decision and remanding the case for retrial.

Keywords

AI generated
Labor Law Disputes Teacher Status Recognition Appeal Admissibility Legal Error Correction Remand for Retrial Judicial Reasoning Standards Labor Court Decisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 4, paragraph 2 of Law 4831/2021
Article 20, paragraph 1 of Law 4831/2021
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 898 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 898/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσειόντων: 1. …, και 13. …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευσταθία Κριεμάδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4028/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 12/3/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-03-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 2577/266/13-03-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1864/2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ), με αριθμό 4028/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή, η από 16-03-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 517478/501048/17-03-2017 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 19/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού κατήργησε τη δίκη, που ανοίχθηκε με την από 20-10-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 120422/4100/29-10-2004 αγωγή, ως προς την δεκάτη τρίτη ενάγουσα Β.

Γ., η οποία νομότυπα παραιτήθηκε από το αγωγικό δικόγραφο - μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη - δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά το σχολικό έτος 2003-2004, έπρεπε να προσληφθούν ως αναπληρωτές καθηγητές και όχι ως ωρομίσθιοι ως προς όλες τις μισθολογικές και υπηρεσιακές τους συνέπειες και την υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, που συνιστούν τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτοί εισέπραξαν από την εργασία τους στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ως ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί το σχολικό έτος 2003-2004 και των αποδοχών που θα είχαν εισπράξει εάν είχαν προσληφθεί, ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, κατά το ίδιο σχολικό έτος.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί τοκοδοσίας των αιτουμένων από τους ενάγοντες - εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους χρηματικών ποσών από την επίδοση της προγενέστερης από 01-04-2004 αγωγής τους, η οποία είχε απορριφθεί, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με τη με αριθμό 2675/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε, για το ενιαίο της εκτέλεσης, στο σύνολό της, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί το ως άνω περί τοκοδοσίας αίτημα των εναγόντων, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση αυτή.

Στη συνέχεια, κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι ενάγοντες, κατά το σχολικό έτος 2003-2004, έπρεπε να προσληφθούν ως αναπληρωτές καθηγητές και όχι ως ωρομίσθιοι, ως προς όλες τις μισθολογικές και υπηρεσιακές συνέπειες και, περαιτέρω, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ενός (11.981,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Αρχή φόρμας Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-03-2020 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 15-07-2019 (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 17 παρ. 1-4 του νόμου 1566/1985 με τίτλο: " Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 167), στην παράγραφο 3 του οποίου προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ Α' 124), ορίζονται τα ακόλουθα: " (1) Αν για οποιαδήποτε αιτία απουσιάζουν από τα σχολεία εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και αν υπάρχουν άλλες έκτακτες ανάγκες λειτουργίας των σχολείων, οι οποίες δημιουργούνται, κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονται με αίτησή τους, προσωρινοί αναπληρωτές, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από αυτούς που υπέβαλαν αίτηση διορισμού σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών. (2) Προσωρινοί αναπληρωτές προσλαμβάνονται επίσης με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας, που αντιστοιχεί στο μισό τουλάχιστον του υποχρεωτικού ωραρίου διδασκαλίας του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού, όταν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων στο ίδιο ή και σε άλλο σχολείο της ίδιας ή γειτονικής πόλης ή κωμόπολης, δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού. (3) Η πρόσληψη των προσωρινών αναπληρωτών γίνεται με πράξη των αρμοδίων προϊσταμένων των διευθύνσεων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ύστερα από πρόταση των οικείων περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων.

Αν υποβληθούν περισσότερες αιτήσεις για τις ίδιες θέσεις, τηρείται η σειρά υποβολής των αιτήσεων για το διορισμό σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών (...). Η απόλυση των προσωρινών αναπληρωτών γίνεται αυτοδικαίως με τη λήξη του διδακτικού έτους και χωρίς καμία αποζημίωση (...). Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη διαδικασία πρόσληψης προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών. (4) Στους προσωρινούς αναπληρωτές καταβάλλονται οι αποδοχές που αντιστοιχούν στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο του εισαγωγικού βαθμού του κλάδου τους, καθώς και επιδόματα εορτών σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις... ".

Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 13, 16, 17 και 18 του ιδίου νόμου, όπως η παρ. 13 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο παρ. Θ, υποπ. Θ2α, περ. 1 του νόμου 4152/2013, ορίζονται τα ακόλουθα: " (13) Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται ως εξής:

α)..., στ) εκπαιδευτικό προσωπικό των κλάδων ΑΤ1 μέχρι AT 18, ώρες είκοσι μία (21) αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας... (16) Σε περίπτωση που οι προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας για κάθε μάθημα δεν καλύπτονται με το υποχρεωτικό ωράριο των διδασκόντων και οι απομένουσες δεν δικαιολογούν θέση εκπαιδευτικού ή αν δικαιολογούν, μέχρι να προσληφθεί προσωρινός αναπληρωτής και εφόσον δεν υπάρχει προσφορά προαιρετικής υπερωριακής διδασκαλίας, ο σύλλογος των διδασκόντων αναθέτει την κάλυψη των ωρών αυτών σε εκπαιδευτικούς του ιδίου σχολείου ... (17) Αν στο ίδιο σχολείο ή στα σχολεία της ίδιας ή γειτονικής πόλης ή κωμόπολης, οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων, δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού ή αν οι ώρες αυτές δεν καλύπτονται από μόνιμους εκπαιδευτικούς, μπορεί να ανατεθεί η διδασκαλία μαθημάτων ή η διεξαγωγή πρακτικών ασκήσεων με ωριαία αντιμισθία σε εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, άλλους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα ή σε ιδιώτες που έχουν τα προσόντα των κλάδων αυτών, εκτός από τους ιδιοκτήτες και διευθυντές φροντιστηρίων και όσους διδάσκουν σε αυτά (18) Ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας, προαιρετικής ή υποχρεωτικής, καθώς και ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία επιτρέπεται μόνο αν οι καθηγητές της ίδιας ειδικότητας έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους.

Τα όργανα, ο τρόπος επιλογής και η διαδικασία για την ανάθεση διδασκαλίας στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (...) ". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 8 του Ν. 2942/2001 (ΦΕΚ Α' 202), ορίζεται ότι: " Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προθεσμίες υποβολής αιτήσεων πρόσληψης, τον αριθμό των δηλώσεων προτίμησης των υποψηφίων για τοποθέτηση την κατάταξη σε κάθε πίνακα υποψηφίων, τα όργανα πρόσληψης και τοποθέτησης αυτών και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου ", ενώ με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου καθορίζεται η σειρά πρόσληψης προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών όλων των κλάδων και ειδικοτήτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με βάση τους εκεί αναγραφόμενους, στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών του άρθρου 138 του Ν. 2725/1999, από τους επιτυχόντες στο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π.

του έτους 1998, υπό τις εκεί προϋποθέσεις, κ.λ.π. Η εκδοθείσα, κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 παρ. 7 και 8 του ν. 2942/2001 και 6 και 7 του ν. 3027/2002, υπ' αριθ. 35557/Δ2/09.04.2003 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ 465 Β') " Ρύθμιση θεμάτων πρόσληψης προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών για τις ανάγκες λειτουργίας των δημόσιων σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ", η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία πρόσληψης αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών από το διδακτικό έτος 2003-2004 και εφεξής (άρθρο 13 παρ. 1 αυτής) ορίζει:

Στο άρθρο 7 ότι: " 1. Οι διευθύνσεις εκπαίδευσης, μετά τους διορισμούς, τις μεταθέσεις και τις αποσπάσεις των μονίμων εκπαιδευτικών και τις τοποθετήσεις των διοριζόμενων, των μετατιθέμενων και αποσπώμενων σε σχολικές μονάδες, προσδιορίζουν τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της αρμοδιότητάς τους σε προσωρινούς αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς. 2.

Οι λειτουργικές ανάγκες προσδιορίζονται αφού: α) γίνει ανακατανομή των μαθητών σε τμήματα του ίδιου ή και γειτονικών σχολείων, ώστε να προκύψουν αρτιωμένα τμήματα, β) ανατεθεί σε όλους τους διδάσκοντες το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας στο ίδιο σχολείο ή σε συστεγαζόμενα ή γειτονικά σχολεία, στα οποία είναι δυνατή η διακίνηση των εκπαιδευτικών γ) ανατεθεί διδασκαλία μαθημάτων σε πρώτη και δεύτερη ανάθεση, δ) προσδιορισθεί το ωράριο διδασκαλίας, που μπορεί να ανατεθεί με ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας. 3.

Δεν είναι επιτρεπτός ο προσδιορισμός των λειτουργικών αναγκών των σχολείων, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου, με προσωπική ευθύνη των διευθυντών εκπαίδευσης. 4. Οι πίνακες των λειτουργικών αναγκών των σχολείων υποβάλλονται στον οικείο Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης μέχρι 15 Ιουλίου, ο οποίος μετά τον προσήκοντα έλεγχο, διαβιβάζει αυτούς στην οικεία διεύθυνση προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μέχρι 25 Ιουλίου".

Στο άρθρο 8 ότι: " 1. Η οικεία διεύθυνση προσωπικού προσδιορίζει, με βάση τους υποβληθέντες πίνακες, τις ανάγκες των σχολείων όλης της χώρας κατά περιοχή διορισμού σε προσωρινούς - αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς... 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται εντός του μηνός Αυγούστου προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές (...) και καλούνται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, οι προσληφθέντες να αναλάβουν διδακτικά καθήκοντα από 6ης μέχρι 10ης Σεπτεμβρίου (...). 4.

Μετά την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και την τοποθέτησή τους, οι διευθυντές εκπαίδευσης επαναπροσδιορίζουν τα λειτουργικά κενά, τα οριζόμενα στο άρθρο 7 της παρούσας απόφασης, τα οποία οφείλονται είτε στη μη ανάληψη υπηρεσίας από τους προσληφθέντες, είτε σε μεταγενέστερες αποχωρήσεις και απουσίες μονίμων εκπαιδευτικών, τα οποία γνωστοποιούν στην οικεία διεύθυνση προσωπικού του Υπουργείου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. 5.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται μέχρι 20 Σεπτεμβρίου, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές ...6. Μετά την πρόσληψη αναπληρωτών και την τοποθέτηση τους, κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο: α) οι διευθυντές εκπαίδευσης προσλαμβάνουν, σε όλη τη διάρκεια του διδακτικού έτους, ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών... ".

Στο άρθρο 11 ότι: "... 3. Για την πρόσληψη των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών συνάπτεται, αυτοδικαίως, με την ανάληψη υπηρεσίας, σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με συγκεκριμένο προσδιορισμό των ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας είτε στο ίδιο, είτε και σε άλλο σχολείο για τη διδασκαλία μαθημάτων του κανονικού προγράμματος και των προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας, πρόσθετης διδακτικής βοήθειας ή ολοήμερου σχολείου".

Με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του ν. 1566/1985, ο οποίος είναι ο βασικός νόμος, που ρυθμίζει τη λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και της, ισχύουσας κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, υπουργικής απόφασης, με την οποία ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα, που αφορούν στην πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών, καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα προσδιορισμού των λειτουργικών αναγκών των δημοσίων σχολείων και προσλήψεων εκπαιδευτικών, προκειμένου να καλυφθούν όλες οι προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας.

Τίθεται ο κανόνας της κάλυψης των διδακτικών αναγκών από το μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό, με την εξάντληση του εβδομαδιαίου υποχρεωτικού ωραρίου διδασκαλίας και ανάθεσης σε αυτούς υπερωριακής διδασκαλίας, στην περίπτωση που οι ώρες διδασκαλίας δεν καλύπτονται με το υποχρεωτικό ωράριο των διδασκόντων.

Για την κάλυψη των διδακτικών αναγκών, στην περίπτωση απουσίας εκπαιδευτικών ή άλλων έκτακτων αναγκών, που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προβλέπεται η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών με πλήρες ωράριο και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών, από τους οικείους πίνακες υποψηφίων στους οποίους κατατάσσονται.

Η ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία πραγματοποιείται μετά την πρόσληψη προσωρινού αναπληρωτή και εφόσον οι υπηρετούντες μόνιμοι εκπαιδευτικοί έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους, καθώς και την προβλεπόμενη προαιρετική ή υποχρεωτική υπερωριακή διδασκαλία. Η δυνατότητα αυτή, όμως, εντάσσεται στο ως άνω σύστημα κάλυψης των διδακτικών αναγκών των δημοσίων σχολείων και δεν το ανατρέπει, ως εκ τούτου, δε, η δυνατότητα ανάθεσης διδακτικού έργου σε ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς έχει χαρακτήρα όλως επικουρικό και δεν έρχεται να υποκαταστήσει ούτε την ανάθεση υπερωριακής απασχόλησης στους μόνιμους εκπαιδευτικούς, ούτε την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών (Α.Π. 125/2012, Α.Π. 1058/2010).

Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του Ν. 3027/2002 (ΦΕΚ Α' 152/28-6-2002), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 3149/2003 (ΦΕΚ Α'141/10.6.2003) και ισχύουν, σύμφωνα με την περ. β' της ίδιας παρ., από 28.06.2002: "Για την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το σχολικό έτος 2002 και εφεξής καταργούνται οι πίνακες των περιπτώσεων γ' και δ' της παρ. 7 του άρθρου 1 του Ν. 2942/2001 και, πέραν του πίνακα του άρθρου 138 του Ν. 2725/1999, ο οποίος προηγείται, συντάσσεται για κάθε έτος ενιαίος πίνακας προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά, όσοι έχουν τις προϋποθέσεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.

Αν εξαντληθούν οι πίνακες των υποψηφίων της κατηγορίας αυτής, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές από συμπληρωματικό πίνακα υποψηφίων, ο οποίος συντάσσεται ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέροντος και στον οποίο κατατάσσονται οι αιτούντες, με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής, με το βαθμό του πτυχίου τους.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται εντός του δευτέρου τριμήνου κάθε ημερολογιακού έτους, καθορίζονται οι κλάδοι και οι ειδικότητες εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για τους οποίους συντάσσεται ο συμπληρωματικός πίνακας αναπληρωτών της παραγράφου αυτής...".

Από την τελευταία αυτή διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι ο διορισμός ιδιωτικού εκπαιδευτικού ως αναπληρωτή εξαρτάται και από τη σειρά κατάταξης που θα λάβει στον ενιαίο πίνακα προσωρινών αναπληρωτών του άρθρου 138 του Ν. 2725/1999 και, σε περίπτωση εξάντλησής του, από τον συμπληρωματικό πίνακα υποψηφίων, που συντάσσονται κατ' έτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-10-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 120422/4100/29-10-2014 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και η δεκάτη τρίτη ενάγουσα Β. Γ., η οποία νομότυπα παραιτήθηκε από το αγωγικό δικόγραφο - μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη - εξέθεταν ότι είναι εκπαιδευτικοί, απασχολούμενοι επί χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ως αναπληρωτές και ότι έχουν τα συνολικά μόρια που έκαστος αυτών αναφέρει.

Ότι το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του έτους 2003, κατέθεσαν στις οικείες διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησαν να προσληφθούν, κατά το σχολικό έτος 2003-2004, ως αναπληρωτές καθηγητές, εφόσον στις διευθύνσεις αυτές υπήρχαν πλήρη λειτουργικά κενά. Ότι, παρά το γεγονός ότι στις διευθύνσεις που υπέβαλαν αίτηση, υπήρχαν λειτουργικά κενά, τα οποία, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, έπρεπε να καλυφθούν από αναπληρωτές καθηγητές, προσελήφθησαν και απασχολήθηκαν ως ωρομίσθιοι, διότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δια των αρμοδίων οργάνων του, αποφάσισε να μην τοποθετήσει, στα υφιστάμενα λειτουργικά κενά, αναπληρωτές καθηγητές, αλλά να διασπάσει παράνομα κάθε λειτουργικό κενό αναπληρωτή σε δύο και να προσλάβει αυτούς, ως ωρομίσθιους στα κενά των Διευθύνσεων, που αναφέρει έκαστος εξ αυτών, τα οποία προσχηματικά χαρακτήρισε λειτουργικά κενά ωρομισθίων.

Στη συνέχεια υποστήριξαν ότι, η ενέργεια αυτή του εναγομένου ζημίωσε αυτούς δεδομένου ότι: α) έλαβαν τις αναφερόμενες αποδοχές, οι οποίες όμως υπολείπονταν των αναγραφόμενων αποδοχών, που θα εισέπρατταν ως αναπληρωτές και β) το εν λόγω χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, για το σχολικό έτος 2003-2004, δεν προσμετρήθηκε στην προϋπηρεσία τους, ως διάστημα απασχόλησης αναπληρωτών καθηγητών, με συνέπεια να περιορισθεί το δικαίωμα μελλοντικής τους πρόσληψης ως αναπληρωτών, καθώς και το δικαίωμα διορισμού τους ως μόνιμων καθηγητών.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι, κατά το σχολικό έτος 2003-2004, έπρεπε να προσληφθούν ως αναπληρωτές καθηγητές και όχι ως ωρομίσθιοι, ως προς όλες τις μισθολογικές και υπηρεσιακές τους συνέπειες και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο αυτών το χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και σαράντα λεπτών (11.981,4), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης από 01-04-2004 αγωγή τους, η οποία απερρίφθη τελεσίδικα, ως αόριστη, με τη με αριθμό 2675/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 19/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία αφού κατήργησε τη δίκη, ως προς την δεκάτη τρίτη ενάγουσα Β. Γ., η οποία νομότυπα παραιτήθηκε από το αγωγικό δικόγραφο - μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη - δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης από 01-04-2004 αγωγή τους, Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 16-03-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 517478/501048/17-03-2017 έφεσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4028/2019 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού έκρινε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί τοκοδοσίας των αιτουμένων από τους ενάγοντες - εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους χρηματικών ποσών από την επίδοση της προγενέστερης από 01-04-2004 αγωγής τους, η οποία είχε απορριφθεί, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με τη με αριθμό 2675/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε, για το ενιαίο της εκτέλεσης, στο σύνολό της, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί το ως άνω περί τοκοδοσίας αίτημα των εναγόντων, επικύρωσε, δε, κατά τα λοιπά, την απόφαση αυτή.

Ακολούθως, κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι ενάγοντες, κατά το σχολικό έτος 2003-2004, έπρεπε να προσληφθούν ως αναπληρωτές καθηγητές και όχι ως ωρομίσθιοι ως προς όλες τις μισθολογικές και υπηρεσιακές συνέπειες και, περαιτέρω, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ενός (11.981,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι όλοι εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στους οικείους πίνακες υποψηφίων προσωρινών αναπληρωματικών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων - πρώτος εφεσίβλητος Η. Π., του κλάδου ΠΕ 03 Μαθηματικών, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 33.133, με σειρά κατάταξης 177ος από τον πίνακα Β', η δεύτερη ενάγουσα - δεύτερη εφεσίβλητη Ε. Β., του κλάδου ΠΕ 03 Μαθηματικών, υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 32.306, με σειρά κατάταξης 181η από τον πίνακα Β', η τρίτη ενάγουσα - τρίτη εφεσίβλητη Α.

Λ. του κλάδου ΠΕ 0404 Βιολόγων, υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 32.167, με σειρά κατάταξης 397η από τον πίνακα Β', η τέταρτη ενάγουσα - τέταρτη εφεσίβλητη Χ. Γ., του κλάδου ΠΕ 0405 Γεωλόγων, υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 32.899, με σειρά κατάταξης 373η από τον πίνακα Β', ο πέμπτος ενάγων - πέμπτος εφεσίβλητος Γ.

Κ. του κλάδου ΠΕ 0405 Γεωλόγων, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 34.667, με σειρά κατάταξης 311ος από τον πίνακα Β', ο έκτος ενάγων - έκτος εφεσίβλητος Ν. Ν., του κλάδου ΠΕ 1706 Μηχανολόγων, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 23.386, με σειρά κατάταξης 138ος από τον πίνακα Β', ο έβδομος ενάγων - έβδομος εφεσίβλητος Ι.

Κ. του κλάδου ΠΕ 01 Θεολόγων, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1998 έως το 2003, με σύνολο μορίων 9,86, με σειρά κατάταξης 28ος από τον πίνακα Α', ο όγδοος ενάγων - όγδοος εφεσίβλητος Κ. Π. του κλάδου ΠΕ 0402 Χημικών, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1999 έως το 2003, με σύνολο μορίων 33.206, με αριθμό κατάταξης 378ος από τον πίνακα Β', η ένατη ενάγουσα - ένατη εφεσίβλητη Γ.

Μ. του κλάδου ΠΕ 0401 Φυσικών, υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια καθόλα τα σχολικά έτη από το 1999 έως το 2003, με σύνολο μορίων 36153, με αριθμό κατάταξης 272η από τον πίνακα Β', ο δέκατος ενάγων - δέκατος εφεσίβλητος Β. Α. του κλάδου ΠΕ 0401 Φυσικών, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1999 έως το 2003, με σύνολο μορίων 36.766, με αριθμό κατάταξης 255ος από τον πίνακα Β', ο ενδέκατος ενάγων - ενδέκατος εφεσίβλητος Α.

Σ. του κλάδου ΠΕ 0401 Φυσικών, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 2000 έως το 2003, με σύνολο μορίων 27.936, με αριθμό κατάταξης 485ος από τον πίνακα Β', ο δωδέκατος ενάγων - δωδέκατος εφεσίβλητος Ά. Κ. του κλάδου ΠΕ 0401 Φυσικών, υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής καθόλα τα σχολικά έτη από το 1999 έως το 2003, με σύνολο μορίων 31.852, με αριθμό κατάταξης 406ος από τον πίνακα Β', η δεκάτη τρίτη ενάγουσα [ενν.

δεκάτη τέταρτη ενάγουσα] - δεκάτη τρίτη [ενν. εφεσίβλητη] Κ. Μ. του κλάδου ΠΕ 0402 του κλάδου Χημικών υπηρέτησε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια καθόλα τα έτη από το 2000 έως το 2003, με σύνολο μορίων 27.667, με αριθμό πίνακα κατάταξης 496η από τον πίνακα Β'. Όμως το εναγόμενο - εκκαλούν κατά το σχολικό έτος 2003-2004, δεν τοποθέτησε στα υφιστάμενα λειτουργικά κενά αναπληρωτές καθηγητές, αλλά, αντιθέτως.

διέσπασε τα υφιστάμενα λειτουργικά κενά αναπληρωτή σε δύο, αποκαλώντας τα προσχηματικά λειτουργικά κενά ωρομισθίων και αντί για ένα αναπληρωτή καθηγητή, προσέλαβε καθηγητές με ωριαία αντιμισθία, από την αρχή του σχολικού έτους, οι δε ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρέδιδαν τα μαθήματα της ειδικότητάς τους, κατά την διάρκεια του ημερήσιου ωρολογίου προγράμματος του σχολείου, που ο έκαστος εξ' αυτών προσελήφθη, όπως ακριβώς συνέβη και με τους συναδέλφους τους, που προσελήφθησαν ως αναπληρωτές, αλλά και με τους διορισμένους σε οργανικές θέσεις.

Συγκεκριμένα, κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2003-2004, τα κενά των αναπληρωτών εκπαιδευτικών στις διάφορες Διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στους κλάδους που ενδιαφέρουν, είχαν διαμορφωθεί ως εξής: Στον κλάδο ΠΕ 03: Α' Αθήνας: [...] Κενά στον κλάδο ΠΕ 04: Α' Αθήνας [...] Κενά στον κλάδο ΠΕ 01: Α' Ανατολικής Αττικής [...].

Για την κάλυψη των παραπάνω κενών, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είχαν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους, με την υποβολή των αιτήσεών τους, για την πρόσληψή τους ως αναπληρωτών, πλην όμως αυτοί προσελήφθησαν ως ωρομίσθιοι, ενώ θα έπρεπε να είχαν προσληφθεί ως αναπληρωτές καθηγητές, δεδομένου ότι πληρούσαν τις αντίστοιχες προϋποθέσεις και υπήρχαν λειτουργικά κενά στις διευθύνσεις ενδιαφέροντός τους, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του πρώτου λόγου έφεσης.

Επομένως, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι θα έπρεπε να απασχοληθούν ως αναπληρωτές καθηγητές και έκαστος εξ αυτών να λάβει το συνολικό ποσό των 14.815 ευρώ, πλην, όμως, έκαστος από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους έλαβε για την απασχόλησή του, ως ωρομίσθιου, το συνολικό ποσό των 2.833,60 ευρώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εκκαλουμένης απόφασης, αναφορικά με τους οποίους δε διατυπώνεται κάποιο παράπονο με σχετικό λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα να τους οφείλεται η διαφορά και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των 11.981,4 (14.815 ευρώ - 2.833,60 ευρώ) ευρώ .... ".

Σημειώνεται ότι, σχετικά με τους ισχυρισμούς του εναγομένου - εκκαλούντος, περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων - εφεσιβλήτων, κατ' άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, άλλως κατ' άρθρο 90 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου, άλλως κατ' άρθρο 140 του Ν. 4270/2014, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, η κρίση του δε αυτή δεν προσβάλλεται με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους.

Ακολούθως, αφού έκρινε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί τοκοδοσίας των αιτουμένων από τους ενάγοντες - εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους χρηματικών ποσών από την επίδοση της προγενέστερης από 01-04-2004 αγωγής τους, η οποία είχε απορριφθεί, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με τη με αριθμό 2675/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι, κατά το άρθρο 21 του κ.δ. 26.6.-10.7.1944 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει τόκο όχι ύστερα από οποιαδήποτε όχληση και δη από την επίδοση της προγενέστερης ως άνω αγωγής των εναγόντων, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνον από την επίδοση της επίδικης (μεταγενέστερης) αγωγής τους, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αυτής, ως βάσιμου κατ' ουσίαν εξαφάνισε, για το ενιαίο της εκτέλεσης, στο σύνολό της, την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, ως προς το περί τοκοδοσίας αίτημα των εναγόντων, επικύρωσε, δε, κατά τη λοιπά, την πρωτοβάθμια απόφαση και, στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι οι ενάγοντες, κατά το σχολικό έτος 2003-2004, έπρεπε να προσληφθούν ως αναπληρωτές καθηγητές και όχι ως ωρομίσθιοι, ως προς όλες τις μισθολογικές και υπηρεσιακές συνέπειες και, περαιτέρω, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ενός (11.981,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17, 14 παρ. 13, 16, 17, 18 και 19 του Ν. 1566/1985, 138 του Ν. 2725/1999, 6 και 7 του Ν. 3027/2002 και 1 παρ. 7 και 8 της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 8 του Ν. 2942/2001 εκδοθείσας Απόφασης του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων 35557/Δ2/09-04-2003, σκοπός των οποίων δεν είναι το δικαίωμα στους αδιόριστους εκπαιδευτικούς να προσλαμβάνονται ως αναπληρωτές, για την κάλυψη των λειτουργικών κενών που παρουσιάζονται στις σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, αλλά πρωτίστως η κάλυψη όλων των προβλεπομένων από το πρόγραμμα ωρών διδασκαλίας.

Έτι περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του αυτήν από την αναγκαία νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του αντιφατικές και ασαφείς (ανεπαρκείς) αιτιολογίες, αναφορικά με το ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της δυνατότητας πρόσληψης των εναγόντων κατά το επίδικο σχολικό έτος, ως αναπληρωτών εκπαιδευτικών, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες έτσι, εκ πλαγίου, παραβίασε.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αν και δέχθηκε, όπως από το σύνολο των ουσιαστικών του παραδοχών προκύπτει ότι κατά το σχολικό έτος 2003-2004 υφίσταντο τα αναφερόμενα λειτουργικά κενά, στη συνέχεια, διαλαμβάνει, κατ' ακριβή μεταφορά του οικείου τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι: "... δεν τοποθέτησε σε αυτά αναπληρωτές καθηγητές, αλλά αντιθέτως διέσπασε τα υφιστάμενα λειτουργικά κενά αναπληρωτή σε δύο, αποκαλώντας τα προσχηματικά λειτουργικά κενά ωρομισθίων και αντί για ένα αναπληρωτή καθηγητή προσέλαβε καθηγητές με ωριαία αντιμισθία από την αρχή του σχολικού έτους, οι δε ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρέδιδαν τα μαθήματα της ειδικότητάς τους κατά την διάρκεια του ημερήσιου ωρολογίου προγράμματος του σχολείου, που ο έκαστος εξ' αυτών προσελήφθη, όπως ακριβώς συνέβη και με τους συναδέλφους τους, που προσελήφθησαν ως αναπληρωτές ...".

Έτσι, όμως, περιέλαβε ασαφή (ανεπαρκή) αιτιολογία, καθώς δεν διευκρινίζεται αν, η ανάθεση διδασκαλίας στους ενάγοντες με ωριαία αντιμισθία, πραγματοποιήθηκε μετά την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και αν οι υπηρετούντες μόνιμοι εκπαιδευτικοί είχαν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους καθώς και την προβλεπόμενη προαιρετική ή υποχρεωτική υπερωριακή διδασκαλία.

Συνακόλουθα, δεν αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα αν, κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2003-2004, στα κενά των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, που διαμορφώθηκαν στις αναφερόμενες Διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στους κλάδους που ενδιέφεραν τους αναιρεσιβλήτους προσλήφθηκαν αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και πόσοι (ενόψει μάλιστα της παραδοχής ότι μετά την πρόσληψη αυτών ως ωρομισθίων, οι αναιρεσίβλητοι παρέδιδαν τα μαθήματα της ειδικότητάς των, κατά τη διάρκεια του ημερησίου ωρολογίου προγράμματος του σχολείου " όπως ακριβώς συνέβη και με τους συναδέλφους τους που προσελήφθησαν ως αναπληρωτές ") και αν, μετά την πρόσληψη αυτών, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι ή πόσοι από αυτούς συγκεκριμένα θα προσλαμβάνονταν ως αναπληρωτές, στις θέσεις που καλύφθηκαν από τους διπλάσιους προσληφθέντες ωρομίσθιους, αφού, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα υφιστάμενα λειτουργικά κενά αναπληρωτών διασπάστηκαν σε δύο, περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους και, κατά συνέπεια, οι προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης δεν στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας.

Μάλιστα, η ασάφεια αυτή ενισχύεται και από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι άπαντες οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν με ωριαία αντιμισθία από την έναρξη του σχολικού έτους, μολονότι αυτοί φέρεται ότι προσλήφθηκαν την 01-11-2003, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και συνομολογείται άλλωστε και από τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο (αιτούμενοι διαφορών αποδοχών από 1-11-2003 έως 30-6-2004), αφότου δηλαδή καλύφθηκαν τα λειτουργικά κενά των σχολικών μονάδων με την ανάθεση στους τακτικούς εκπαιδευτικούς προαιρετικής ή υποχρεωτικής υπερωριακής απασχολήσεως και την πρόσληψη αναπληρωτών καθηγητών.

Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι ο ως άνω ισχυρισμός, που περιέχεται στο τελευταίο σκέλος του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προβλήθηκε από το εναγόμενο, ως πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης, τον οποίο ωστόσο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και, κατά συνέπεια, η παράλειψή του αυτή ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, έστω και αν δεν αναφέρεται ενάρριθμα ο αριθμός 8, αλλά εσφαλμένα εντάσσεται από το αναιρεσείον στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επιπλέον, αναφορικά με τον έκτο των εναγόντων - έκτο των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί της ύπαρξης ή μη κενών του κλάδου ΠΕ 1706 Μηχανολόγων, στον οποίο ανήκε ο ως άνω διάδικος. Επομένως, οι, ενιαίως κρινόμενοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τις προμνημονευόμενες διατάξεις, παράλληλα, δε, ότι η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων ως βασίμων, όπως παραδεκτώς συμπληρώνονται με την παρούσα (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε), η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά, ως εκ τούτου, αλυσιτελή την εξέταση των πρώτου και δευτέρου των λόγων αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).

Τέλος, πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (βλ.

Α.Π. 1065/2019, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου και την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ.

Α.Π. 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 4028/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ