Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove finality and non-acceptance of unconstitutional claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Ioannina's decision regarding water supply contracts. The appellants argued that specific laws violated constitutional rights and the ESDP, but the court found their claim inadmissible because it was not a valid legal ground for appeal. The court ruled that the appeal was procedurally barred as the lower decision was already final and the constitutional argument was legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1, Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the finality of the contested decision is not proven, and an appeal based on non-consideration of a claim is inadmissible if that claim was legally invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 898/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. … 37. , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τζοβάρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΑΡΤΑΣ", που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 322/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/10/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οι προθεσμίες δε ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Έτσι, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του εφετείου καθίστανται τελεσίδικες και, έκτοτε, συνεπώς μπορεί να ασκηθεί κατ'αυτών αναίρεση, μόνον όταν έπαυσαν να υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και από τους δύο διαδίκους, είτε διότι παρήλθε η 15νθήμερη προθεσμία από την επίδοσή τους, είτε διότι ο ερημοδικασθείς παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκησή του (άρθ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ.
και Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 1466/2010). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1466/2010, ΑΠ 839/2008, ΑΠ 1097/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται προς κρίση η από 30-10-2019 αίτηση για αναίρεση της 322/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δημοσιεύθηκε στις 19-12-2018, μετά από συζήτηση, ερήμην του 14ου εκκαλούντος Β. Λ. του Γ. και ήδη 14ου αναιρεσείοντος, όρισε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και απέρριψε την έφεση ως προς τον ανωτέρω απολειπόμενο εκκαλούντα.
Στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν γίνεται μνεία παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή από τυχόν δικόγραφο ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Δεν προσκομίζεται δε οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει, είτε ότι ο ερημοδικασθείς από το Εφετείο, αντίδικος της παρασταθείσας κατά τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσίβλητης, δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, είτε ότι αυτός παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο.
Επομένως, δεν αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου είχε καταστεί κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης τελεσίδικη ως προς τον ανωτέρω εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα και γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως προς αυτόν ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του 14ου αναιρεσείοντος.
Κατά τα λοιπά με την από 30-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 322/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατόπιν έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 30/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή των τελευταίων και ως προς τις δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική) ως μη νόμιμη.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν η έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ.552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191) προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της Χώρας "με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους", η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Οι επιχειρήσεις αυτές ύδρευσης και αποχέτευσης διαθέτουν πλήρη νομική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, έναντι και αυτού του αντίστοιχου Δήμου, καθόσον ειδικότερα με τις επι μέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α)η επιχείρηση αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές ΝΠΙΔ, διοικείται από ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο (αρθ. 3 παρ.1), β) με Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του ΔΣ της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (αρθ. 7 παρ. 1 και 2), γ)η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (αρθ. 8 και 10), δ)η οικονομική διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε δική της, αυτοτελή, ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο Γενικός Διευθυντής σε σύμπραξη με τον Προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (αρθ.17 παρ.1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το ΔΣ της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (αρθ. 21 παρ. 1).
Περαιτέρω ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α' 114), στο άρθρο 252 και υπό τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" ορίζει ότι: "1. Οι Δήμοι....μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις...., σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις....4.Επιχειρήσεις ...που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις...ειδικού σκοπού. 5.Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου", στο άρθρο 255 παρ. 1 ότι "Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο....", στο άρθρο 256 ορίζει ότι "Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν:
α.Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων, β.Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων, γ.Τη διάθεση καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων, δ.Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, ε.Τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης, στ.Τη σύναψη δανείων...., ενώ στο άρθρο 257 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς:
α.Εσωτερικό Κανονισμό Υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των επιχειρήσεων, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού, β.Κανονισμό Προσωπικού, γ. Κανονισμό Οικονομικής Διαχείρισης. Περαιτέρω στο άρθρο 259 παρ.1 του ΔΚΚ ορίζεται ότι "Η δημοτική Επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητες της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του..., και τέλος στο άρθρο 260 παρ.1, 3 και 5 αντίστοιχα ότι "Η διαχείριση των κοινοτικών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητος από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική επιχείρηση", "Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχείρησης από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ" και "Ο δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις είχε αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων...".
Περαιτέρω, με το ν.4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο, βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α'226) ορίζονται στο κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις" τα εξής:
στο άρθρο 4 ότι "Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α)του Δημοσίου, β)των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ)των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)..(παρ.1).
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου...εξαιρούνται από το Πεδίο Εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 (παρ.2). Στο άρθρο 6 ότι: "1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ), κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:
Βαθμός Α', Βαθμός Β', Βαθμός Γ', Βαθμός Δ', Βαθμός Ε', Βαθμός ΣΤ', 2....3.Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ....και καταληκτικός ο Βαθμός Α' για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία". Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα της μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.
Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (Α' 262), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:
α)....Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α)25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, και β)η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. 3....4.Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων".
Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" ορίζονται τα ακόλουθα: "1.α)Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού, δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Εγγείων Βελτιώσεων ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους....β)Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν.3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις...2...3.Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ'εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο....4.Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1900) ευρώ το μήνα...Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει, ως όριο, το άνω όριο του 65% (Το τελευταίο εδάφιο της παρ.4 προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (Α' 268)...5...6...7.Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29, 8...9.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους".
Τέλος, στο άρθρο 32 παρ.4 ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει από 1-11-2011". Περαιτέρω, ενόψει του διέποντος το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΑΡΤΑΣ" νομοθετικού πλαισίου, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, πρόδηλο κατ'αρχάς είναι ότι, ανεξαρτήτως της μη τακτικής επιχορήγησης του από το δημοτικό προϋπολογισμό, που δεν τάσσεται από το νόμο σωρευτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις, το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ συγκαταλέγονταν στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού:
α)επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασία για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β)τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Άρτας, και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού του αναιρεσίβλητου εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ....και των ΝΠΔΔ, υπήχθησαν όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου, το μέσο μισθολογικό κόστος, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1900 ευρώ το μήνα, ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων ορίσθηκε με την από 31-12-2011 ΠΝΠ, αντιστοίχως προς τα εξ'αρχής ισχύοντα για τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) εταιρείες του Δημοσίου, για τις οποίες προνοεί η υποπαράγραφος 1β του ίδιου ως άνω άρθρου, το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009.
Προβλέφθηκε δε, κατ'αναλογία των σχετικώς οριζομένων στο άρθρο 29 για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, σύγκριση των νέων αποδοχών τους με εκείνες που ελάμβαναν κατά τον προηγούμενο της θέσης σε ισχύ του προαναφερόμενου περιορισμού μήνα, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2011 και συντρεχούσης περίπτωσης, άμεση περικοπή έως και του 25% αυτών, με την τυχόν επιπλέον μείωση, που συνεπαγόταν ο περιορισμός, να κατανέμεται σε ισόποσες μεταξύ τους περικοπές την 1-11-2012 και την 1-11-2013.
Τέλος, κατ'εφαρμογή του ν.4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημόσιου χρέους και τη διάσωση της Εθνικής Οικονομίας" (Α' 28), και στο πλαίσιο του εκτεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείωση στη συνέχεια, του δημόσιου χρέους, εκδόθηκε ο ν.4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 (Α'222), ο οποίος στην παράγραφο Γ' υποπαράγραφο Γ.1 "Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής" του άρθρου πρώτου ορίζει ....12. "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν.4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α'314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1Α του άρθρου 1 του ν.3899/2010 (Α'212)....Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των ν.4024/2011 και 4093/2012 προκύπτει, ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις, Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών και ως εκ τούτου η γενόμενη, κατ'εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη. Περαιτέρω, οι ως άνω διατάξεις των ν.4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5, 5, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Και αυτό διότι, αυτή καθ'εαυτή υπαγωγή του προσωπικού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης στο μισθολόγιο των ως άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (αρθ.2 του ν.1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλεται από την Ελληνική Κυβέρνηση στην παρούσα δημοσιονομική συγκυρία για την εξοικονόμηση δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και σε κάποιες περιπτώσεις αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στον στενό όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ.αιτιολογική έκθεση του ν.4024/2011).
Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών, που έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και ανήκουν στο κράτος, ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας , διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους, στις ρυθμίσεις του ν.4024/2011 και κατ'επέκταση, στις ρυθμίσεις του ν.4093/2012, με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών του, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα, είτε μισθωτών είτε αυτοαπασχολουμένων, κατέστησαν άνεργοι σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα).
Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω και αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το ν.4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών, δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (βλ.ΑΠ 1097/2018, ΑΠ 738/2020, ΑΠ 829 και 830/2018, ΑΠ 848/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ολ.ΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1283/2012).
Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας του ως άνω προσωπικού πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται κατ'αρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα εισάγοντας νέες ρυθμίσεις.
Ως εκ τούτου, οι ως άνω διατάξεις των νόμων 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών σε σχέση με αυτή που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ, ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης στα οποία είχαν καλοπίστης αποβλέψει (ΑΠ 738/2020, ΑΠ 1097/2018 ο.π.).
Στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 8-9-2014 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι συνδέονται με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ΔΕΥΑ Άρτας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η εναγόμενη, στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.4046/2012 και έχοντας υπόψη τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ) και την 28/2010 σχετική απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, προέβη μονομερώς σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους κατά 22% και σε αναστολή κάθε ωρίμανσης και ότι αυτή προτίθεται να αποστείλει στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών τα προσωπικά στοιχεία μισθοδοσίας τους, προκειμένου να ακολουθήσει η απογραφή τους στο Μητρώο Μισθοδοτούμενων του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό όπως ενταχθούν στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και στις μισθολογικές ρυθμίσεις του Ν.4024/2011 και στη συνέχεια του Ν.4093/2012, παρότι η εναγομένη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Ν.4024/2011 και 4093/2012, άλλως οι διατάξεις των νόμων αυτών, βάσει των οποίων επιχειρείται περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους αντίκεινται στις συνταγματικές επιταγές της συλλογικής αυτονομίας και της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθιστάμενες έτσι μη εφαρμοστέες.
Ζήτησαν δε για τις ως άνω αιτίες α)να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ρυθμιζόμενες από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και τις εκάστοτε Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, διεπόμενες από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και το κοινό εργατικό δίκαιο, β)να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των Ν.4024/2011 και 4093/2012, καθόσον δεν εντάσσονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ρητώς εξαιρούνται αυτού, γ)να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με την καταβολή των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 14-2-2012, σύμφωνα με τον Ν.4046/2012 και πριν την έναρξη ισχύος του Ν.4093/2012 (όπως αυτός παραπέμπει στις διατάξεις του Ν.4024/2011), και δ)να απαγορευθεί στην εναγομένη να κοινοποιήσει τα προσωπικά στοιχεία μισθοδοσίας τους προς την Ενιαία Αρχή Πληρωμών και προς την υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης "Μητρώο Απογραφής Μισθοδοτούμενων Ελληνικού Δημοσίου", με απειλή των νόμιμων ποινών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη, ασκηθείσης δε της από 3-4-2017 εφέσεως των εναγόντων, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 322/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν.4024/2011 (άρθρο 31 υποπαράγραφος 1α).
Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 31 υποπαράγραφος 1α του Ν.4024/2011, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου δεύτερου "Καθορισμός γενικού πλαισίου και εξουσιοδοτήσεις για λήψη μέτρων εφαρμογής του προγράμματος" περ.1β του Ν.3845/2010, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ.β'προστέθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του Ν.4389/2016 (Α'94), "Διενεργείται απογραφή του πάσης φύσεως προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ α' και β' βαθμού και των ΝΠΔΔ, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και δημοσίων λειτουργών, των αιρετών οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των κληρικών, των στρατιωτικών και του πάσης φύσεως ένστολου προσωπικού.
Απογράφονται επίσης υποχρεωτικά τα φυσικά πρόσωπα που μισθοδοτούνται ή λαμβάνουν πάσης φύσεως αποδοχές ή πρόσθετες αμοιβές ή αποζημιώσεις ή με οποιαδήποτε άλλη ονομασία απολαβές και συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση ή σύμβαση εργασίας ή έργου με τους φορείς του δημόσιου τομέα που ορίζονται στην παρ.1 του άρθρου 14 του ν.2190/1994 (Α'28), καθώς και με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνονται στο οικείο Μητρώο της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, όπως ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών - ΕSA 2010 (Κανονισμός ΕΕ 549/2013, EEEKL174/1) εκτός των φορέων που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του Ν. 3429/2005 (Α'314).
Απογράφονται επίσης τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση με οποιουδήποτε τύπου σύμβαση έμμισθης εντολής, μίσθωσης έργου ή παροχής ανεξάρτητων περιουσιών. Σκοπός της απογραφής είναι η δημιουργία Κεντρικής Βάσης Δεδομένων ανθρώπινου δυναμικού στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, για την τήρηση των αναγκαίων στοιχείων όλων των απογραφομένων, για την αξιοποίηση και διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και γενικά για την άσκηση πολιτικής του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Επίσης, σκοπός της απογραφής είναι ο έλεγχος της μισθοδοσίας και των πρόσθετων αμοιβών των υπόχρεων σε απογραφή και η άσκηση μισθολογικής πολιτικής από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης....". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης εμπίπτουν στους υπόχρεους για ένταξη των υπαλλήλων τους στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών του Υπουργείου Οικονομικών, αφού τα ΝΠΔΙ που απογράφονται είναι αυτά που περιλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός περιγράφεται με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2190/1994, εκτός από τις ΔΕΚΟ, που υπάγονται στο κεφάλαιο Β' του Ν. 3429/2005 (βλ.
την με αριθμό ΦΕΚ τ. Β' 3091/5-12-2013 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η εναγομένη εντάσσεται στο εύρος εφαρμογής του Ν.3845/2010 και ότι ως εκ τούτου η ενέργεια συλλογικής και περαιτέρω επεξεργασίας από το Υπουργείο Οικονομικών μισθολογικών δεδομένων των εναγόντων, ως εργαζομένων στην εναγομένη, συνάδει προς τους σχετικούς κανόνες δικαίου που διέπουν τη λειτουργία της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, δεδομένου ότι σκοπός της απογραφής είναι η πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών ή πρόσθετων αμοιβών κτλ του πάσης φύσεως προσωπικού του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ α'και β'βαθμού μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη, όταν, δηλαδή, παρέλειψε να αποφανθεί για ορισμένη αίτηση όχι μόνο στο σκεπτικό, αλλά και στο διατακτικό της απόφασής του.
Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από το διατακτικό της απόφασης συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, ανακοπή ή τριτανακοπή, ως προς όλα τα αιτήματά της, έστω και αν στο σκεπτικό δεν περιλαμβάνεται ορισμένη σκέψη για την απόρριψη ορισμένου αιτήματος αυτής ή περιλαμβάνεται σχετική σκέψη ατελώς ή κατά τρόπο συγκεχυμένο διατυπωμένη (ΑΠ 352/2007 του Π ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων δικογράφων, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε εξ ολοκλήρου κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων (πλην του 14ου, εκκαλούντος ως προς τον οποίο η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη) κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή και ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της μη υπαγωγής των εναγόντων στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του Ν.4093/2012 (άρθρο πρώτο, παρ.Γ', υποπαράγραφος Γ1 περ.12).
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση, αφού έκρινε ότι η εναγομένη συγκαταλέγεται στα ΝΠΙΔ του άρθρου 31 υποπαράγραφος 1α του Ν.4024/2011 (και κατ'επέκταση στις ρυθμίσεις του Ν.4093/2012) με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών των εναγόντων, δηλαδή έκρινε μη νόμιμο το εν λόγω αίτημα, το οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν επαναφέρει σ'αυτό με λόγο έφεσης.
Δεν γεννάται, δηλαδή, αμφιβολία ότι το Εφετείο ερεύνησε και το εν λόγω αίτημα και το απέρριψε ως μη νόμιμο. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το εν λόγω αίτημα, που περιεχόταν στην αγωγή τους και είχε νομίμως επαναφερθεί σε αυτό, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ενώ δεν αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων.
Ο προκείμενος λόγος είναι απαράδεκτος, όταν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος. Τέλος, ο λόγος είναι αβάσιμος, εάν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 291/2010, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 1733/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον προβληθέντα παραδεκτώς με λόγο εφέσεως ισχυρισμό τους ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις των Ν.4024/2011 και 4093/2012, κατά το μέρος που έπληξαν το εργασιακό τους καθεστώς, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 22 παρ.2 και 4, 23 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες.
Όμως, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι διατάξεις του άρθρου 31 υποπαράγραφος 1α του Ν.4024/2011 και του άρθρου πρώτου παρ.Γ', υποπαράγραφος Γ1 περ.12 του Ν.4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5, 5, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών των εναγόντων σε σχέση με αυτή που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ, ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει.
Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται ο παρών λόγος με την παράλειψη απάντησης του δικαστηρίου σε ισχυρισμό (όπως εν προκειμένω επικουρική αγωγική βάση) μη νόμιμο που, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που ασκείται και από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην του 1ου) και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, και αιτείται την καταδίκη αυτή (αρθ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2019 αίτηση για αναίρεση της 322/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ