Supreme Court dismisses appeal on lack of standing for a subcontractor's claim of penalty wages against a construction company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a construction company's claim for penalty wages. The court found the claim against the second defendant, 'AKTOR A.T.E.', was legally invalid due to a lack of standing (passive legitimacy) because the plaintiff had already sued the first defendant for the same period. Consequently, the appeal was upheld regarding this specific claim, while the appeal against the first defendant's liability was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 614 para. 3, 495 para. 1, 552, 553, 558, 564 para. 3, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; A claim for penalty wages against a subcontractor is inadmissible if the plaintiff lacks standing because they have already initiated proceedings against the main contractor for the same period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 897/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Καλαντζόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2017 και 5/2018 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου, και 131/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσεία εταιρεία με την από 23/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 23-10-2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης και κατά την 131/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, επί της ασκηθείσας από 20-3-2018 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 126/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία διορθώθηκε με την 5/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 παρ. 3 ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2, 552, 553, 558 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 65 του Ν. 3669/2013 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων", όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 4070/2012 και 4146/2013 ορίζεται ότι: 1) Η υποκατάσταση του αναδόχου από τρίτο στην κατασκευή μέρους ή όλου του έργου (εκχώρηση του έργου) απαγορεύεται χωρίς έγκριση του φορέα κατασκευής του έργου.
Η έγκριση της Υποκατάστασης γίνεται από την προϊσταμένη αρχή, μετά από πρόταση της διευθύνουσας υπηρεσίας, εφόσον η εργοληπτική επιχείρηση, που θα υποκαταστήσει τον ανάδοχο, έχει τα ίδια προσόντα που απαιτήθηκαν για την ανάληψη του έργου από τον ανάδοχο και παρέχει τα απαραίτητα εχέγγυα για την κατασκευή του έργου, κατά την κρίση της προϊσταμένης αρχής, και λαμβάνει υπόψη της και τα σχετικά στοιχεία του Μ.Ε.Ε.Π.
Αν διαπιστωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι έχει γίνει άμεση ή έμμεση Υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση, ο κύριος του έργου ή ο φορέας κατασκευής κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου (παρ. 1). 2) Σε κάθε περίπτωση Υποκατάστασης ο ανάδοχος ευθύνεται μαζί με τον υποκατάστατο εις ολόκληρον προς τον κύριο του έργου, το προσωπικό του έργου και οποιονδήποτε τρίτο.
Κατ' εξαίρεση μπορεί να εγκριθεί η Υποκατάσταση με απαλλαγή του αναδόχου από την ευθύνη του προς τον κύριο του έργου, αν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του έργου και ο ανάδοχος βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να περατώσει το έργο (παρ. 2). 3) Για να εγκριθεί η Υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη του αρχικού αναδόχου, στην αίτηση του αναδόχου προσδιορίζεται το τμήμα της εργολαβίας, για το οποίο ζητείται η Υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη και η πιστοποίηση μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται απευθείας στον νέο ανάδοχο.
Μαζί με την αίτηση υποβάλλεται και δήλωση του νέου αναδόχου ότι αποδέχεται το περιεχόμενο της αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Με την απόφαση έγκρισης της Υποκατάστασης με απαλλαγή, καθορίζεται το Τμήμα της εργολαβίας για το οποίο ισχύει η Υποκατάσταση, αν η Υποκατάσταση δεν γίνεται για το σύνολο του έργου, η πιστοποίηση μετά την οποία οι πληρωμές θα διενεργούνται στον νέο ανάδοχο, οι εγγυήσεις του νέου αναδόχου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής ο υποκατάστατος του αναδόχου επέχει στο εξής θέση αναδόχου και αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες για το σύνολο του έργου ή για τα τμήματα του έργου που προσδιορίζονται με την απόφαση έγκρισης της Υποκατάστασης με απαλλαγή της ευθύνης του αρχικού αναδόχου. Επίσης, αναλαμβάνει και τις υποχρεώσεις του αρχικού αναδόχου προς το προσωπικό που εργάσθηκε στο έργο τους τελευταίους τρεις (3) μήνες πριν από την Υποκατάσταση.
Οι εγγυήσεις επ' ονόματι του αρχικού αναδόχου ή το μέρος τους που ορίζεται με την εγκριτική απόφαση αποδίδονται, αφού προηγουμένως κατατεθούν νέες ισόποσες εγγυήσεις από το νέο ανάδοχο. Μόνο μετά την κατάθεση αυτή επέρχεται η απαλλαγή του αρχικού αναδόχου από την ευθύνη του (παρ. 3). 4) Σε περίπτωση αναδόχου κοινοπραξίας που την Υποκατάσταση ζητεί μέλος της, απαιτείται η συναίνεση όλων των μελών της κοινοπραξίας και κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι προηγούμενες παράγραφοι (παρ. 4). 5) Σε κάθε περίπτωση Υποκατάστασης γίνεται ανακοίνωση στο Μ.Ε.Ε.Π.
για να ληφθεί υπόψη κατά την κρίση της εκχωρούσας επιχείρισης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις (παρ. 5). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: 1) προβλέπεται υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση στην εκτέλεση δημόσιου έργου, μόνον ύστερα από την τήρηση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων και εφόσον εγκριθεί η Υποκατάσταση από το φορέα κατασκευής του έργου, διαφορετικά ο τελευταίος κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου Δημόσιων Έργων.
Σε κάθε περίπτωση η Υποκατάσταση προβλέπεται μόνο κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου, δηλαδή στο στάδιο που ακολουθεί την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου, όχι, όμως, κατά το στάδιο της κατακύρωσης του διαγωνισμού (Ολ. ΣΤΕ 971/1998). Περαιτέρω με τον όρο "υποκατάσταση τρίτων" νοείται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση σε τρίτον, όσον αφορά το όλον ή μέρος του αναληφθέντος έργου, κατά τρόπον ώστε να υπεισέρχεται ο τρίτος στη μεταξύ φορέα του έργου και εργολάβου σχέση, 2) Η εις ολόκληρον ευθύνη του αρχικού αναδόχου και του υποκατάστατου στον οποίο εκχωρήθηκε το δημόσιο έργο (ολικώς ή μερικώς χωρίς απαλλαγή) απέναντι στον εργοδότη, το προσωπικό και κάθε τρίτο (προμηθευτές κτλ) δημιουργείται μόνον εφόσον υφίσταται σύννομη υποκατάσταση, χωρίς απαλλαγή.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, κατά την οποία εγκρίνεται η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη του αρχικού αναδόχου, ο υποκατάστατος στην εκτέλεση δημόσιου έργου δεν ευθύνεται για τις απαιτήσεις που προήλθαν εξαιτίας της παροχής της εργασίας από τους εργαζόμενους, που προσέλαβε ο ανάδοχος, παρά μόνο ευθύνεται αποκλειστικά για τις υποχρεώσεις του αρχικού αναδόχου προς καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας προς το προσωπικό που εργάσθηκε στο έργο τους τελευταίους τρεις (3) μήνες πριν από την υποκατάσταση, και δεν επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου αναδόχου στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, με απαλλαγή του αρχικού αναδόχου, και ως εκ τούτου ο νέος ανάδοχος δεν ευθύνεται προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση, μετά την υποκατάσταση, και αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες ο αρχικός ανάδοχος - εργοδότης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 3/2020, Ολ ΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση ως ορθώς απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ. ΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκα αρκούσαν για την εφαρμογή του νόμου, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 7/2006).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 6-7-2016 αγωγή ισχυρίσθηκε, ότι την 1-10-2013 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη τεχνική εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εργοτάξιο αυτής στο Λιμένα Ηγουμενίτσας, στο έργο "Νέος Λιμένας Ηγουμενίτσας - Γ1 Φάση" ως Τεχνολόγος Μηχανικός Έργων Υποδομής, έναντι μηνιαίων αποδοχών 1253,44 ΕΥΡΩ.
Ότι έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ανωτέρω πρώτη εναγομένη μέχρι τις 12-4-2016, οπότε αυτή κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι η ανωτέρω εναγομένη α) δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση και συγκεκριμένα το ποσό των 2.294,69 ΕΥΡΩ, β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 του Ν. 1483/1984 και 10 του Π.Δ. 176/1997, καθώς αυτή ασκήθηκε κατά το χρόνο που βρισκόταν σε κατάσταση λοχείας, πριν περάσουν δέκα οκτώ (18) μήνες από τον τοκετό, που έλαβε χώρα στις 10-3-2015, χωρίς να συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος, και γ) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον επέλεξε το σκληρό μέτρο της απόλυσης, ενώ θα μπορούσε να κάνει χρήση κάποιου άλλου υπιότερου μέτρου.
Ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας η πρώτη εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και οφείλει να της καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 12-4-2016 μέχρι 12-1-2017. Ότι επίσης οφείλει να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2015 μέχρι 31-12-2015 και τα επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας του έτους 2015.
Περαιτέρω ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει σύννομης υποκατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 2 και 3 του Ν. 3669/2008, η οποία εγκρίθηκε με την 1787/ΚΕ 1020/8-7-20214 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, στην εκτέλεση του παραπάνω έργου, η πρώτη εναγομένη εταιρεία "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.", ανάδοχος του έργου, για τις υπολειπόμενες εργασίες της εργολαβίας, υποκαταστάθηκε από τη δεύτερη εναγομένη τεχνική εταιρεία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε." με απαλλαγή της (αρχικής) αναδόχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 3 του Ν. 3669/2008, και ότι η ως άνω δεύτερη εναγομένη τεχνική εταιρεία, με την ιδιότητα του νέου εργοδότη ευθύνεται παράλληλα με την πρώτη εναγομένη (αρχική ανάδοχο) και παλαιό εργοδότη για τις αξιώσεις των εργαζομένων που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και είχαν γεννηθεί πριν από την υποκατάσταση και ότι αυτή αρνούμενη την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών της, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, έχει καταστεί υπερήμερη και ευθύνεται στην καταβολή μισθών, επιδομάτων και δώρων υπερημερίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 12-4-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 13.249,91 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12-4-2016 έως 12-1-2017, και επιδόματα (δώρα) εορτών και επίδομα αδείας του έτους 2016.
Επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, ζητεί να υποχρεθούν οι εναγόμενες να τις καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, το ποσό: α) των 2.924,69 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση απόλυσης, και β) το ποσό των 6.901,30 ΕΥΡΩ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών του έτους 2015 και δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και επίδομα αδείας του έτους 2015, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 126/2017 οριστική απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5/2018 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή για έλλειψη των στοιχείων της παθητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης εταιρείας "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε." και δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης εταιρείας "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.".
Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 20-3-2018 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη 126/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή και εναντίον της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", την οποία υποχρέωσε με την πρώτη εναγομένη εταιρεία "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.", να καταβάλουν στην ενάγουσα, ως ευθυνόμενες εις ολόκληρον, το ποσό των 20.151,21 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με το σκεπτικό ότι: "Η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας κατά τον προαναφερθέντα χρόνο της υποκαταστάσεως της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη εναγομένη, ήταν ενεργή, ενώ το τρίμηνο της ευθύνης της τελευταίας, για τις υποχρεώσεις της προς το προσωπικό, αρχίζει από τις 8 Απριλίου 2014 και λήγει στις 8 Ιουλίου 2014.
Έτσι, κατελήφθη από τις ρυθμίσεις του άρθρου 65 του, τότε ισχύοντος Ν. 3669/2008 και, συνεπεία του γεγονότος αυτού, δημιουργήθηκε εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων εταιρειών προς την ενάγουσα, όσον αφορά τις αξιώσεις αυτής από τη σύμβαση εργασίας της, ασχέτως αν η δεύτερη εναγομένη διέθεσε και δικό της εργατικό δυναμικό και μηχανολογικό εξοπλισμό για τη συνέχιση της εκτέλεσης του, αναληφθέντος από αυτήν, έργου.
Συνεπώς, έπρεπε η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή στο σύνολό της δηλαδή και εναντίον της δεύτερης εναγομένης....". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του Ν. 3669/2008, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, σε περίπτωση υποκατάστασης στην εκτέλεση δημόσιου έργου, η οποία εγκρίνεται με απαλλαγή από την αντίστοιχη του αρχικού αναδόχου κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 65 του Ν. 3669/2008, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου αναδόχου στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, με απαλλαγή του αρχικού αναδόχου, και, κατά συνέπεια, ο νέος ανάδοχος δεν υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις α) από τυχόν άκυρη απόλυση μισθωτού από τον αρχικό ανάδοχο (εργοδότη), που έγινε μετά την υποκατάσταση, και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, και β) προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες, μετά την υποκατάσταση, ο αρχικός ανάδοχος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα και το κεφάλαιο επιδίκασης των μισθών υπερημερίας στην ενάγουσα από την άκυρη απόλυσή της από την αρχική ανάδοχο, που έγινε μετά την υποκατάστασή της από την αναιρεσείουσα.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος και ειδικότερα ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και κατά το κεφάλαιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο.
Περαιτέρω, ως προς το αναιρούμενο μέρος και σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως. Στο Εφετείο, κατόπιν έφεση της ενάγουσας, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω έλλειψης των στοιχείων παθητικής νομιμοποίησης ως προς τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε." και η εκκαλούσα επιδίωκε την παραδοχή της και ως προς αυτήν.
Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", κατά το κεφάλαιο επιδίκασης των μισθών υπερημερίας ποσού 13.249,91 ΕΥΡΩ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα επιδόματα (δώρα) εορτών και το επίδομα αδείας του έτους 2016.
Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ως άνω μέρος, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη εναγομένη και να απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη κατά το ως άνω κεφάλαιο επιδίκασης των μισθών υπερημερίας.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης κατά το παραπάνω κεφάλαιο της είναι επωφελέστερη για την εκκαλούσα - ενάγουσα, καθώς σε περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι αυτή ήταν αόριστη, μη νόμιμη ή απαράδεκτη, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους παραπάνω λόγους, εφόσον μια τέτοια απόφαση είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα και δεν αρκεί απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2019, ΑΠ 92/2015, ΑΠ 258/2015).
Τέλος, τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω των ερμηνευτικών δυσχερειών που υπήρξαν ως προς την αληθινή έννοια των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο επιδίκασης των μισθών υπερημερίας ποσού δέκα τριών χιλιάδων, διακοσίων σαράντα εννέα ΕΥΡΩ και ενενήντα ενός λεπτών (13.249,91) και για τη χρονική περίοδο από 12-4-2016 έως 12-1-2017.
Κρατεί την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την από 20-3-2018 έφεση.
Εξαφανίζει την 126/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η από 6.-7-2016 αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.".
Απορρίπτει την από 6-7-2016 αγωγή ως μη νόμιμη προς την ανωτέρω εναγομένη, κατά το άνω κεφάλαιο επιδίκασης των μισθών υπερημερίας.
Και
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ