Legislator Case Law & Legislation
92/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of new facts and improper appellate court review.

Case Number 92/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, citing procedural defects in the appeal grounds. The appellant attempted to introduce new facts regarding property acquisition that were inadmissible at the appellate stage and relied on the appellate court's ex officio review of the lower court's reasoning. The court ruled that these arguments failed to establish a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 526, 534, 559, 559(8b), 559(9) of the Civil Procedure Code; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant introduces new facts inadmissible at the appellate stage or relies on the appellate court's ex officio examination of the lower court's reasoning to establish a ground for appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds new facts at appellate stage ex officio review of lower court property ownership acquisition Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 526 of the Code of Civil Procedure
Article 534 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8b of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 9 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 92/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Β. του Ν., κατοίκου ... και προσωρινά …, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω λόγω αρμοδιότητας, 17/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω και 188/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 22/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ.1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης, εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου, η από 11/3/2013 αίτηση της Θ. Β. για αναίρεση της 188/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τη σειρά του οικείου πινακίου, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την 11871β/5.6.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω, Κ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της υπόθεσης στις 5/11/2014, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσείουσας. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ειδικότερα αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα λόγω αοριστίας και δεν διατυπώθηκε αιτιολογία επί της ουσίας της διαφοράς.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή να είναι λυσιτελείς και να έχουν αυτοτελή ύπαρξη, να τείνουν ειδικότερα στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη από 19.12.2005 (αριθ. έκθ. Κατάθ. 142/2005) αγωγή της αναιρεσείουσας (αντίγραφο της οποίας δεν προσκομίζεται) δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα αναφέρει με την αγωγή της ειδικότερα τα ακόλουθα:

Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-7-2003 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Καλύμνου Αικατερίνης Κουρεμέτη, νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλύμνου, έχει στην αποκλειστική κυριότητα της ένα αγροτεμάχιο οικισμού μετά των επ' αυτού κτισμάτων στην περιοχή "ΠΗΓΑΔΙΑ" της αγροτικής περιφέρειας Πανόρμου Καλύμνου, όπως ειδικότερα αυτό (ακίνητο) περιγράφεται στην αγωγή.

Το ανωτέρω ακίνητο τόσο οι δικαιοπάροχοι της όσο και η ίδια το απέκτησαν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../29-7-2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, από τον πατέρα της Ν. Β. του Μ., που απεβίωσε στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, στις 17-11-1997. Ο τελευταίος το απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21-8-1987 δωρητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλύμνου Ιωάννη Ρήγα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, από τη μητέρα του Κ.

συζ. Μ. Β., το γένος Ι. Θ., η οποία με τη σειρά της το είχε αποκτήσει δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου από τους γονείς της στις 24-11-1925, συνταχθέντος ατύπως κατά τα τότε ισχύοντα στα Δωδεκάνησα. Επί του ακινήτου αυτού οι δικαιοπάροχοι της ασκούσαν πράξεις νομής από το έτος 1925 μέχρι τη μεταβίβαση του & αυτήν και συνέχισε να το κατέχει και να το νέμεται η ίδια με συχνές επισκέψεις, κάθε δυνατή φροντίδα και επιμέλεια, διενεργώντας καταμετρήσεις των διαστάσεων αυτού και συντάσσοντας τα σχετικά τοπ.

διαγράμματα. Λόγω της μόνιμης κατοικίας της οικογένειας της στις ΗΠΑ, ο πατέρας της και δικαιοπάροχος της είχε παραχωρήσει αποκλειστικά την χρήση παλιάς αγροτικής. κατοικίας που βρίσκεται εντός αυτού στη μητέρα του εναγομένου, άνευ ανταλλάγματος, κυρίως προς φύλαξη και φροντίδα του ακινήτου. Όμως, από το έτος 2000 ο εναγόμενος άρχισε να αμφισβητεί την κυριότητα της και να ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος του ακινήτου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να αναγνωριστεί η κυριότητα της επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία απέκτησε τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το αποδώσει. Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή, που φέρει το χαρακτήρα διεκδικητικής, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα και ως προς τις δύο βάσεις κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα, κατά τα προπαρατιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα: όσον αφορά στον παράγωγο τρόπο κτήσης, η αγωγή είναι αόριστη, γιατί, ενώ η ενάγουσα αναφέρει κατ' αρχήν ως αιτία κτήσης της κυριότητας την δωρεά εν ζωή, στη συνέχεια αναφέρει ότι η ίδια και οι δικαιοπάροχοι της, τους οποίους δεν κατονομάζει, απέκτησαν το ακίνητο με κληρονομική διαδοχή, το είδος της οποίας επίσης δεν προσδιορίζει (αν δηλαδή είναι εκ του νόμου ή εκ διαθήκης) του πατέρα της.

Έτσι όμως ελλείπει η προϋπόθεση της σαφούς έκθεσης των γεγονότων που θεμελιώνουν την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου - η οποία είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής - αφού δημιουργείται σύγχυση ως προς την αιτία μεταβίβασης της κυριότητας στην ενάγουσα, καθώς και ως προς τα πρόσωπα των αμέσων δικαιοπαρόχων της και την ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβασθέντος στα πρόσωπα τους.

Όσον αφορά δε στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία η αγωγή είναι αόριστη, διότι, ενώ επικαλείται πράξεις νομής της ιδίας από το χρόνο που αυτή απέκτησε το ακίνητο, δεν επικαλείται συγχρόνως και πράξεις νομής των άμεσων (που δεν κατονομάζονται, όπως προαναφέρθηκε) και απότερων δικαιοπαρόχων της, παρότι προσμετράει το χρόνο νομής τους, που είναι απαραίτητος για να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για να θεμελιωθεί είτε η τακτική είτε η έκτακτη χρησικτησία (10ετία και 20ετία αντίστοιχα), δεδομένου ότι ο δικός της χρόνος νομής δεν αρκεί.

Επί πλέον δε, ως προς τη βάση της τακτικής χρησικτησίας, η ενάγουσα δεν επικαλείται την αναγκαία προϋπόθεση της καλής πίστης κατά τον χρόνο της κτήσης της νομής τόσο για την ίδια όσο και για τους δικαιοπαρόχους της.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τη βάση της που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, έσφαλε όμως που απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη και ως προς αυτή τη βάση της." Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή και ως προς τη βάση της περί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που την είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, που υπάγεται, κατ' εκτίμηση, στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι: α)η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, αναφορικά με τους προβληθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς της ως προς την κτήση κυριότητάς της, με πρωτότυπο τρόπο στο επίδικο ακίνητο, την άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων της σε αυτό (επισκέψεισ, σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, προσπάθεια ανοικοδόμησης και ανταλλαγής του) και την παραχώρηση αυτού με σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των δικαιοπαρόχων της και της οικογένειας του αναιρεσιβλήτου, και β) δεν εκτίμησε σωστά το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε η αναιρεσείουσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έκρινε την ουσία της ένδικης διαφοράς, αλλά απέρριψε την πιο πάνω αγωγή ως αόριστη στο σύνολό της και ως προς τις δύο βάσεις της (περί παραγώγου άλλως πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο).

Ο ίδιος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη "τις αναφερόμενες στην έφεσή της συγκεκριμένες πράξεις νομής και κατοχής" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, ενόψει του ότι δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη ούτε μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο, εφόσον κατατείνει απαραδέκτως (άρθρο 526 ΚΠολΔ) στην προσθήκη νέων περιστατικών, ώστε να καταστήσει ορισμένη την απορριφθείσα ως αόριστη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί πρωτότυπης κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο με (τακτική άλλως έκτακτη) χρησικτησία.

Από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί δε και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής, με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά.

Στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά της απόφασης παραπονιέται ο ενάγων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι αυτή ήταν αόριστη, με νόμιμη ή απαράδεκτη, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους παραπάνω λόγους, εφόσον μια τέτοια απόφαση είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα και δεν αρκεί απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για κάποιο θέμα χωρίς αίτηση, τέτοια δε αίτηση αποτελεί και η έφεση κατά της απόφασης κατά πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ (όχι και του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), διότι απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας, ως αόριστη, και ως προς τη βάση της που στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, χωρίς να έχει διατυπώσει σχετικό παράπονο με την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την πιο πάνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αυτεπάγγελτη έρευνα του Εφετείου του ορισμένου της ένδικης αγωγής, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο

ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/3/2013 αίτηση της Θ. Β. για αναίρεση της 188/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ