Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of new evidence and improper argumentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Chamber of the Patras Court of Appeal. The appellant argued that the lower court's decision was based on distorted expert reports and new claims not previously raised. The court rejected these grounds, finding that the expert report was not a document subject to Article 559(20) of the Code of Civil Procedure and that the disputed claims were already part of the original defense. Consequently, the appeal was declared inadmissible, the costs were shifted to the appellant, and the state was reimbursed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged distortion of an expert report does not involve evidence documents under Articles 339 and 432, and if the new arguments were already presented by the appellee in the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 897 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 897/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη που ανακάλεσε την από 10/4/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 450/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σε περιστατικά, που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 861/1984). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν, στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 36/1988, 4/2006).
Με τον παρόντα λόγο ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν έγινε δεκτή ως νόμιμη κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 214/2006, ΑΠ 147/1994, ΑΠ 1037/1992).
Για το ορισμένο του σχετικού αναιρετικού λόγου, στην περίπτωση αυτή, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται το περιεχόμενο, δηλαδή η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από αυτό να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 699/2011, ΑΠ 2101/2011, ΑΠ 131/2006, ΑΠ 495/2002).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 681 και 694 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού (ΑΠ 257/2009, ΑΠ 381/2006, ΑΠ 412/1993).
Από δε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 681 και εκείνες των άρθρων 686 παρ. 2, 341 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός, ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, οπότε ο δανειστής εργοδότης δικαιούται, εκτός των άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να ζητήσει εύλογη, κατά το άρθρο 387 ΑΚ αποζημίωση (ΑΠ 1378/10).
Η υπερημερία του οφειλέτη δεν επέρχεται, αν επικαλεστεί και αποδείξει κατ' ένσταση ότι η καθυστέρηση, ως προς την εκπλήρωση της παροχής του, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αφού το πταίσμα τεκμαίρεται), αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 1644/2014, ΑΠ 356/11).
Γεγονός δε που επάγεται την απαλλαγή του οφειλέτη, είναι και εκείνο που οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του δανειστή (ΑΠ 1644/2014, 1443/84,419/83).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση του, αναιρετικώς, ενδιαφέροντος μέρους της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Δυνάμει της από 8-9-2008 έγγραφης σύμβασης έργου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", ανέθεσε στην εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", την κατασκευή εντός οικοπέδου ιδιοκτησίας της, ενός ισόγειου μεταλλικού κτιρίου με τμήμα υπογείου και παταριού και μικροκατασκευών από οπλισμένο σκυρόδεμα, σε διάφορες στάθμες και μορφές, καθώς επίσης και διαμόρφωση του ακάλυπτου χώρου.
Στο κτίριο αυτό, η εκκαλούσα σκόπευε να λειτουργήσει κέντρο διανομής για τον εφοδιασμό και την καλύτερη εξυπηρέτηση των οκτώ καταστημάτων τροφίμων που διατηρεί στην περιοχή του δήμου …. Οι εργασίες που επρόκειτο να εκτελεστούν περιγράφονταν αναλυτικά στο συνημμένο στην έγγραφη σύμβαση, αναλυτικό προϋπολογισμό - τεύχος προσφοράς, ενώ συμφωνήθηκε ότι οι προϋπολογισμένες ποσότητες των εργασιών μπορούσαν να αυξομειωθούν και ορισμένες εργασίες, μικρής κλίμακας και εκτός του φέροντα οργανισμού ήταν πιθανό να αφαιρεθούν από το έργο.
Ο προϋπολογισμός του έργου ανήλθε στο ποσό των 2.089.500 ευρώ, χωρίς η εργολάβος εταιρία να εγγυηθεί για την ακρίβεια του προϋπολογισμού, ενώ συμφωνήθηκε - ότι αν εμφανιστεί ανάγκη υπέρβασής του, απαιτείται ως συστατικός τύπος η προηγούμενη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών, άλλως δεν θα υφίσταται οποιαδήποτε επιπλέον αξίωση του εργολάβου.
Επιπλέον, η πληρωμή συμφωνήθηκε να γίνεται τμηματικά, την έναρξη του έργου που ορίστηκε στις 15-9-2008 μέχρι την παράδοσή του, που καθορίστηκε στις 5-3-2009, με βάση τα τιμολόγια που 8α εξέδιδε η εργολάβος εταιρία, ενώ την εργοδότρια θα βάρυνε ο εκάστοτε οφειλόμενος Φ.Π.Α. ποσοστού 19% επί του ποσού τον κάθε τιμολογίου, ο οποίος συμφωνήθηκε να καταβάλλεται μετά την έκδοση κάθε τιμολογίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι παρά την εμπρόθεσμη έναρξη των εργασιών, το έργο δεν αποπερατώθηκε μέσα στη συμφωνημένη προθεσμία και δεν παραδόθηκε στις 5-3-2009, γεγονός όμως που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εφεσίβλητης εργολάβου. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι μετά την πάροδο λίγων ημερών από την έναρξη τον εργασιών, αυτές διακόπηκαν από τη ΔΕΗ, λόγω αδυναμίας απομάκρυνσης κολώνας και της γραμμής υψηλής τάσης και οι εργασίες συνεχίστηκαν από τις 20 Οκτωβρίου περίπου.
Στη συνέχεια, στις 17-12-2008 οι εργασίες διεκόπησαν εκ νέου από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, προκειμένου να γίνει αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας του κτιρίου και συνεχίστηκαν στις 14-1-2009, γεγονότα που ήταν γνωστά στην εργοδότρια εταιρία. Τον Απρίλιο του 2009, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων νέα ημερομηνία παράδοσης του έργου η 31-5-2009, όμως στη συνέχεια, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, ανέθεσε μέρος των εργασιών που αφορούσαν στην κατασκευή του βιομηχανικού δαπέδου και των εσωτερικών χωρισμάτων σε άλλο συνεργείο της επιλογής του με αποτέλεσμα η συνέχιση των εργασιών να καθυστερήσει σημαντικά.
Την 1-7-2009, οι οικοδομικές εργασίες που αφορούσαν στο εσωτερικό του κτιρίου είχαν ολοκληρωθεί και αυτό ήταν έτοιμο προς ηλεκτροδότηση, για το λόγο δε αυτό, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολάβου εταιρίας υπέγραψε την από 1-7-2009 σχετική υπεύθυνη δήλωση, ενώ και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας υπέγραψε τη με την ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι έλαβε γνώση της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης της εργολάβου και ανέλαβε την ευθύνη για κάθε εργασία που θα εκτελούνταν πέραν των αναγραφόμενων σε εκείνη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ήδη από τον Μάιο του 2009 η εργοδότρια εταιρία δεν ήταν συνεπής στις πληρωμές της προς την εργολάβο, η οποία στις 18-12-2009 επέδωσε προς την εργοδότρια εταιρία εξώδικη δήλωση, με την οποία την όχλησε για την καταβολή του μέχρι τότε οφειλόμενου ποσού ύψους 197.501,69 ευρώ, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μέχρι την εξόφληση της οφειλής, δεν θα προχωρούσε στην εκτέλεση των εργασιών που υπολείπονταν για να ολοκληρωθεί το έργο και συγκεκριμένα στην ολοκλήρωση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, στη διαμόρφωση του ακάλυπτου χώρου και των χρωματισμών.
Προς απόκρουση της ως άνω εξώδικης δήλωσης, η εργοδότρια εταιρία στις 18-12-2009 επέδωσε προς την εργολάβο εξώδικη δήλωση, με την οποία την καλούσε να παραδώσει το έργο μέχρι την 25-1-2010, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, ενώ η εργολάβος, προς απάντηση, κοινοποίησε στις 13-1-2010 νέα εξώδικη δήλωση, με την οποία καλούσε την εργοδότρια να της καταβάλει το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, προκειμένου με τη σειρά της εκείνη να παραδώσει το έργο μέχρι τις 25-1-2010, Ακολούθως, η εργοδότρια, με την από 8-3-2010 εξώδικη δήλωσή της υπαναχώρησε από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, επικαλούμενη ότι δεν έγιναν ή δεν ολοκληρώθηκαν συγκεκριμένες εργασίες και επικαλούμενη, για πρώτη φορά αορίστων, τυχόν ύπαρξη κακοτεχνιών.
Όμως, όπως αποδεικνύεται από τη με ημερομηνία 11-6-2010 έκθεση του μηχανικού Κ. Μ., που ορίστηκε πραγματογνώμονας από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος κατόπιν αιτήματος της εργοδότριας εταιρίας και την από 24-9-2010 συμπληρωματική έκθεση του ίδιου μηχανικού, το κόστος του ήδη εκτελεσθέντος έργου μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 ανήλθε στο ποσό των 2.210.640,23 ευρώ, χωρίς τον αναλογούντα Φ.Π.Α., ενώ το κόστος των μη εκτελεσθέντων εργασιών προσδιορίσθηκε στο ποσό των 29.000 ευρώ.
Εξάλλου, η εργοδότρια εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, επιβεβαίωσε εγγράφως στις 4-3-210 ότι το οφειλόμενο στην εργολάβο ποσό, όπως αυτό προέκυπτε από δικό της σχετικό έλεγχο, ανέρχονταν στο ποσό των 196.759,21 ευρώ, αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς, ότι παρέμεναν ανεξόφλητες εργασίες προς την τελευταία.
Επομένως, εφόσον σύμφωνα με τα παραπάνω, η μη εκπλήρωση της σύμβασης έργου δεν οφείλεται στην προκειμένη περίπτωση σε υπαιτιότητα της εργολάβου, έτσι ώστε η εργοδότρια εταιρία να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση κατ' άρθρο 686 ΑΚ...., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία, η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης εκ μέρους της είναι ανίσχυρη, καθώς ασκήθηκε χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα, με συνέπεια να μην δικαιούται αποζημίωση για τη μίσθωση άλλου κτιρίου κατά το χρονικό διάστημα από το χρόνο που έπρεπε να παραδοθεί το έργο (6-3-2009) μέχρι τις 31-7-2001, οπότε ήταν έτοιμο προς χρήση το ακίνητο ιδιοκτησίας της.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν κακοτεχνίες εκ μέρους της εργολάβου εταιρίας κατά την κατασκευή του έργου, τις οποίες η εργοδότρια εταιρία υποχρεώθηκε να αποκαταστήσει. Ειδικότερα, από την ανωτέρω αναγραφόμενη έκθεση του μηχανικού Κ. Μ., αποδείχθηκε άτι ο ως άνω πραγματογνώμονας του TEE, που ενήργησε κατόπιν αιτήσεως της εργοδότριας εταιρίας, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κακοτεχνιών στην κατασκευή του έργου.
Τα όσα δε αναγράφονται στην από 15-5-2011 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ., περί ύπαρξης κακοτεχνιών στην κατασκευή ταυ έργου, δεν κρίνονται πειστικά, ιδίως διότι η ως άνω έκθεση συντάχθηκε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την κατασκευή του έργου, κατ' εντολή της εκκαλούσας - εργοδότριας εταιρίας και δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσο.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της κατασκευής του έργου και ιδίως κατά το χρονικό διάσημα που η εργοδότρια εταιρία απέστειλε τις παραπάνω αναγραφόμενες εξώδικες δηλώσεις προς την εργολάβο, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη συγκεκριμένων κακοτεχνιών, παρά μόνο όταν στις 8-3-2010 δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση, επιφυλάχθηκε να αξιώσει αποζημίωση για την τυχόν ύπαρξη κακοτεχνιών που θα διαπιστώνονταν από την πραγματογνωμοσύνη του ΤΕΕ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε τα αιτήματα της από 25-6-2012 αγωγής που άσκησε η εκκαλούσα - εργοδότρια εταιρία, με τα οποία ζήτησε την καταβολή του ποσού των 189.73.9,48 ευρώ ως αποζημίωση για τη μίσθωση άλλου ακινήτου και του ποσού των 23.504,70 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι ως προς το αίτημα της αγωγής της εκκαλούσας, περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς της, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, η εκκαλουμένη απόφαση δεν προσβάλλεται με συγκεκριμένο και ορισμένο λόγο έφεσης.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, το κόστος του ήδη εκτελεσθέντος έργου μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 ανήλθε στο ποσό των 2.210.640,23 ευρώ, χωρίς τον αναλογούντα Φ.Π.Α. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εργοδότριας εταιρίας, ότι στο ανωτέρω ποσό συμπεριλαμβάνονται και εργασίες που η εργολάβος εταιρία εκτέλεσε χωρίς τούτο να έχει συμφωνηθεί προηγουμένως, ή αξία υλικών που ήταν περισσότερα από εκείνα που ήταν απαραίτητα για την κατασκευή του έργου.
Ειδικότερα, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εργολάβου εταιρίας Α. Κ. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εργολάβου εταιρίας Γ. Ν. και Κ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Ζ., αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας, ή άλλα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό και κατ' εντολή του, βρίσκονταν στο χώρο του έργου και ανέθεταν στην εργολάβο, με προφορικές συμφωνίες, την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, πέραν αυτών που είχαν αρχικά συμφωνηθεί, όπως την κατασκευή στεγάστρου και εξωτερικής σκάλας, τοιχίου περιμετρικά του κτιρίου, βάσης από οπλισμένο σκυρόδεμα για την εγκατάσταση κεντρικού κλιματιστικού, η τοποθέτηση ενεργειακών υαλοπινάκων στα εξωτερικά κουφώματα και πλακιδίων στο υπόγειο, αλλαγές στη διαρρύθμιση των γραφείων κλπ.
Το γεγονός δε ότι οι διάδικοί δεν τήρησαν τον έγγραφο τύπο που είχαν μεταξύ τους συμφωνήσει για την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εργολάβος εταιρία δεν δικαιούται να ζητήσει το αντίτιμο των εργασιών αυτών, όπως προβλέπεται στον σχετικό όρο της από 8-9-2008 έγγραφης σύμβασης έργου, καθώς αποδείχθηκε ότι τα διάδικα μέρη με κοινή τους μεταγενέστερη συμφωνία, τροποποίησαν στην πραγματικότητα τον όρο αυτό και αρκέστηκαν στην προφορική μεταξύ τους συμφωνία για την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών.
Τούτο δε έγινε ενόψει της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων, όπως τούτο προκύπτει από τη με ημερομηνία 11-6-20-10 έκθεση του μηχανικού- πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε., Κ. Μ., αλλά και της ανάγκης να πραγματοποιούνται άμεσα οι εργασίες που υποδείκνυαν οι εκπρόσωποι της εργοδότριας εταιρίας, προκειμένου να παραδοθεί το ταχύτερο δυνατό το έργο, καθώς στην περίπτωση που τηρούνταν κάθε φορά ο έγγραφος τύπος, οι εργασίες θα καθυστερούσαν, γεγονός που ήθελαν να αποφύγουν και οι δύο πλευρές.
Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι καθ' όλη τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, μέχρι και το χρονικό σημείο που εργοδότρια εταιρία υπαναχώρησε από τη σύμβαση, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την εκτέλεση επιπλέον εργασιών που δεν είχαν συμφωνηθεί ή τη χρήση μεγαλύτερων ποσοτήτων υλικών, γεγονός που θα ήταν ευχερές να αντιληφθεί εάν πράγματι συνέβαινε τούτο, ή επειδή δεν είχε τηρηθεί ο αρχικά προβλεπόμενος έγγραφος τύπος.
Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε ότι η εφεσίβλητη δεν εκτέλεσε πρόσθετες εργασίες για τις οποίες δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι προς εξόφληση του ανωτέρω ποσού των 2.210.640,23 ευρώ, η εκκαλούσα εργοδότρια εταιρία έχει καταβάλλει στην εφεσίβλητη εργολάβο εταιρία, το ποσό του 1.983.764,50 ευρώ, όπως η ίδια συνομολογεί, καθώς στο δικόγραφο της από 25-6-2012 αγωγής της εκθέτει ότι έχει καταβάλει προς την εφεσίβλητη το ποσό των 2.360.679.81 ευρώ μετά του Φ.Π.Α. (1.983.764,50 - 19% = 2.360.679,81) και της οφείλει υπόλοιπο ύψους 226.875,73 ευρώ.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εργοδότρια εταιρία, κατά παράβαση της συναφθείσας συμφωνίας, δεν κατέβαλε προς την εργολάβο το ποσό των 14.525,69 ευρώ, που αντιστοιχεί στον αναλογούντα Φ.Π.Α, σε ποσοστά 19% του υπ' αριθμ. ...82/13-12-2009 τιμολογίου που εξέδωσε η τελευταία για παροχή εργασιών αξίας 76.451,01 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. Επομένως, η εργοδότρια εταιρία οφείλει προς την εργολάβο το συνολικό ποσό τον 241.401,42 ευρώ (226.875,73 + 14.525,69), το οποίο, παρά τις οχλήσεις της τελευταίας, αρνείται μέχρι σήμερα να της καταβάλει. ...".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή και είχε επιδικασθεί στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, ως εργολαβική αμοιβή, το ποσό των 300.529,73 ευρώ, δέχθηκε, εν τέλει, μερικά την αγωγή για το ποσό των 241.401,42 ευρώ.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται σ' αυτήν: η σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων. Το αντικείμενο αυτής. Ο αρχικός και κατόπιν μεταγενέστερης συμφωνίας των συμβληθέντων διαδίκων χρόνος παράδοσης αυτού.
Η αμοιβή της εργολάβου και ο τρόπος καταβολής της. Ότι παρά την έγκαιρη έναρξη εκτελέσεως του έργου αυτό δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως, εξαιτίας γεγονότων, τα οποία δεν οφείλοντο σε υπαιτιότητα της εργολάβου και συγκεκριμένα λόγω διακοπής και καθυστέρησης της εκτελέσεως των εργασιών από την ΔΕΗ και την Πολεοδομική Υπηρεσία, της κατ' επανάληψη αναθέσεως στην ήδη αναιρεσίβλητη, εργοδότρια, εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, της εκτελέσεως νέων, επιπρόσθετων εργασιών, αλλά και της διακοπής, εκ μέρους της, από το Μάιο του 2009, της καταβολής των εργολαβικών αμοιβών της πρώτης, που αντιστοιχούσαν στα εκτελεσθέντα και παραδοθέντα σ' αυτήν μέρη του έργου, και ότι η εναγομένη εργολάβος προσφέρθηκε σε παράδοση του έργου στις 25-01-2010, όπως της ζήτησε, τελικά η εργοδότης, με την προϋπόθεση, όμως, της εξόφλησης των μέχρι τότε οφειλομένων αμοιβών της, με αποτέλεσμα, κατά τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, τη μη επέλευση της υπερημερίας της και, συνακόλουθα, το ανίσχυρο της υπαναχωρήσεως της ήδη αναιρεσείουσας, εργοδότριας, η οποία επικαλέσθηκε, προς τούτο, τη μη έγκαιρη ολοκλήρωση, αλλά και κακοτεχνίες του έργου και που, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν αποδείχθηκαν.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως να προσδιορίζεται σ' αυτήν, ειδικώς, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και το αντίστοιχο τμήμα του έργου στο οποίο αντιστοιχεί το κάθε τιμολόγιο, που είχε εκδώσει, καθώς και η εκτέλεση και παράδοσή του, αφού, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο, ήδη από την 01-07-2009, μετά δηλαδή τον με μεταγενέστερη συμφωνία τους καθορισθέντα για τις 31-05-2009, χρόνο παράδοσης του έργου, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δέχθηκε ότι οι οικοδομικές εργασίες, που αφορούσαν το εσωτερικό του κτιρίου είχαν παραδοθεί ολοκληρωμένες και ήταν έτοιμο προς ηλεκτροδότηση, ενώ στις 04-03-2010 η εργοδότρια και ήδη αναιρεσείουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, επιβεβαίωσε, εγγράφως ότι μετά από έλεγχό της, πράγμα που λογικά προϋποθέτει (και) την παράδοση σ' αυτήν του μέχρι τότε εκτελεσθέντος σχετικού έργου, το οφειλόμενο στην εργολάβο ποσό ανερχόταν σε 196.759,21 ευρώ.
Ούτε, ακόμη, ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης να καθορίζει το Εφετείο, με μαθηματικούς υπολογισμούς, τον ακριβή χρόνο της κάθε φορά διακοπής της εκτελέσεως των εργασιών από διάφορες μη οφειλόμενες σε υπαιτιότητα της εργολάβου αιτίες, ούτε για ποιο λόγο οι εργασίες του άλλου συνεργείου που εκτελούσε εργασίες, τις οποίες είχε αναθέσει σ' αυτό η ήδη αναιρεσείουσα, όπως αυτή υποστηρίζει, παρακώλυαν τις εργασίες εκτελέσεως του ενδίκου έργου, από την ήδη αναιρεσίβλητη.
Ενώ, τα λοιπά, από μέρους της αναιρεσείουσας προβαλλόμενα, αποτελούν, απαράδεκτες αιτιάσεις, εφ' όσον αναφέρονται σε θέματα ουσίας και εκτίμηση των αποδείξεων, που βρίσκονται πέραν της έρευνας του παρόντος δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την καταλυτική αυτής ένσταση της αναιρεσείουσας περί υπαναχωρήσεως, αφού δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση της ήδη αναιρεσίβλητης περί ελλείψεως υπαιτιότητας και μη επελεύσεως της υπερημερίας της και, στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή της με την οποία ζητούσε να αποζημιωθεί λόγω υπερημερίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εργολάβου, γιατί δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της τελευταίας (εναγομένης, εργολάβου) για έλλειψη υπαιτιότητάς της, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά την δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι άρα ορισμένος και παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επιπλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 438/2002).
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη: α) την προβληθείσα, από την αναιρεσίβλητη αντένσταση, ως ενάγουσα κατά της καταλυτικής της αγωγής της ενστάσεώς της (αναιρεσείουσας) περί υπαναχωρήσεως και ένσταση κατά της δικής της αγωγής για επιδίκαση εύλογης αποζημιώσεως, λόγω υπαναχωρήσεώς της από την ένδικη σύμβαση έργου, καθόσον επικαλείτο μόνο την έλλειψη υπαιτιότητάς της, όχι δε και την αποκλειστική από δόλο ή βαρειά αμέλεια του εργοδότη, αποκλειστική της υπαιτιότητα, ενώ τα επικαλούμενα παριστατικά καθυστερήσεως παραδόσεως του έργου, χωρίς υπαιτιότητά της (αναιρεσίβλητης), επειδή κάλυπταν ένα μέρος μόνο από το συνολικό χρόνο καθυστερήσεως δεν αρκούσαν για την θεμελίωσή τους, κατ' άρθρο 686 ΑΚ.
Και, β) την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης για τμηματική καταβολή της εργολαβικής της αμοιβής χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν αν υπήρξε και συμφωνία τους για τμηματική παράδοση του έργου, όπως απαιτείτο για την εφαρμογή των άρθρου 694 παρ. 2 του ΑΚ, εκτιμώμενος ως από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο, ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας τους ως άνω ισχυρισμούς της, περί αοριστίας της αγωγής, καθώς και της ενστάσεως και αντενστάσεως της ήδη αναιρεσίβλητης.
Και τούτο πέραν του ότι, σε κάθε περίπτωση, η υπό στοιχείο (α) αιτίαση είναι και αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις η υπερημερία του οφειλέτη δεν επέρχεται, αν αυτός επικαλεστεί και αποδείξει κατ' ένσταση ότι η καθυστέρηση, ως προς την εκπλήρωση της παροχής του, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 49/05, ΑΠ 50/1992).
Στην ένδικη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου καταλογίζεται στο Εφετείο ότι: α) ενώ, προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση της εργολαβικής της αμοιβής, είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο τον ισχυρισμό ότι αυτή συμπεριέλαβε και ζητούσε να της επιδικασθεί και το ποσό των 66.932,15 ευρώ για πρόσθετες, μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, εργασίες αφού δεν είχαν συμφωνηθεί εγγράφως, όπως συμβατικώς ορίζετο και η ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα επικαλέσθηκε, με την ένδικη αγωγή, προφορική συμφωνία, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τούτο παρά το ότι η τελευταία δεν είχε προβάλει τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή περί τροποποιήσεως με μεταγενέστερη συμφωνία του επίμαχου συμβατικού όρου.
Και, β) έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό περί συμβατικής παρατάσεως της παραδόσεως του ενδίκου έργου από τις 05-03-2009 στις 31-05-2009 χωρίς και τούτο να έχει προταθεί από την ενάγουσα εργολάβο. Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα, κατά μεν την υπό στοιχείο (α) αιτίασή του ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που φέρεται ως ληφθείς υπόψη χωρίς να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη δεν αποτελεί "πράγμα", δηλαδή ισχυρισμό θεμελιωτικό ένστασης ή αντένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά προβλήθηκε σε απάντηση του αρνητικού της ένδικης αγωγής ισχυρισμού της ήδη αναιρεσείουσας ότι οι υπόψη εργασίες δεν περιλαμβάνοντο στις συμφωνηθείσες και, κατά την υπό στοιχείο β) αιτίασή του ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης στο Εφετείο (σελ. 15), ο ισχυρισμός περί μετασυμβατικής παρατάσεως του χρόνου παραδόσεως του ενδίκου έργου από τις 05-03-2009 στις 31-05-2009 είχε προταθεί νομίμως από την ήδη αναιρεσίβλητη.
ΙV. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, είναι τα κατ' άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν αποτελούν οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη (ΑΠ 935/2014, ΑΠ 1596/07, ΑΠ 44/2003).
Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Κ. Μ. (της οποίας, σημειωτέον, δεν αναφέρει άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς της), που διατάχθηκε από το ΤΕΕ, κατόπιν αιτήματός της, με το να δεχθεί, αφενός, ότι στο κόστος των ανεκτέλεστων εργασιών του ενδίκου έργου περιλαμβάνονται η ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου και της πλακοστρώσεως του υπογείου, ενώ τούτο δεν αναφερόταν στην ως άνω τεχνική έκθεση και, αφετέρου, ότι δεν υπήρχαν κακοτεχνίες στο παραδοθέν έργο, παρά την αναφορά τέτοιων στην ίδια τεχνική έκθεση, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, αναφορικά με τα κρίσιμα αυτά ζητήματα για την έκβαση της δίκης, στο τελείως λανθασμένο συμπέρασμα ότι η οφειλόμενη στην αντίδικό της εργολαβική αμοιβή είναι μεγαλύτερη από την πράγματι οφειλομένη και ότι το εκτελεσθέν, από την αντίδικό της, έργο δεν είχε κακοτεχνίες, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
IV. Επομένως, επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-09-2017 αίτηση αναίρεσης της 227/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ