Legislator Case Law & Legislation
935/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of admissibility due to insufficient factual foundation in the original complaint.

Case Number 935/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding construction defects and damages. The court held that the original complaint failed to clearly state the facts and the causal link between the defects and the claimed damages as required by law. Consequently, the appeal was deemed inadmissible because the legal arguments relied on it were not properly founded on the record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 118, 216(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 681, 688, 690 of the Civil Code; Article 298 of the Civil Code; Article 559(9) of the Code of Civil Procedure; Article 571 of the Code of Civil Procedure: A complaint must contain a clear exposition of facts and a causal link between defects and damages to be admissible, and appeals based on insufficient factual foundation are inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal insufficient factual foundation construction defects causal link damages Code of Civil Procedure construction liability damages calculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 111(2), 118, 216(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 681, 688, 690 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1453/09
AP 1617/09
AP 1042/09
AP 1666/10
OL AP 20/09
AP 1596/07
AP 44/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 935 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 935/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γκίκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1621/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, πλην άλλων, και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής. (ΑΠ 1453/09, 1617/09, 1042/09). |Ειδικά δε, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής του εργοδότη κατά του εργολάβου, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, λόγω ελλείψεων και κακοτεχνιών του εκτελεσθέντος έργου από υπαιτιότητα του τελευταίου, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν, εκτός των άλλων, οι ελλείψεις, οι οποίες θεμελιώνουν, την κατά τις διατάξεις των άρθρων 681, 688 και 690 ΑΚ προς κρίση καταγόμενη αξίωση του ενάγοντος εργοδότη, (χωρίς ν' απαιτείται επίκληση και της υπαιτιότητας του εργολάβου) η ζημία και ο αιτιώδης, μεταξύ αυτής και των επικαλουμένων ελλείψεων και κακοτεχνιών του εκτελεσθέντος έργου σύνδεσμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτήν τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντιστοίχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992).

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ζημία που υπέστη ο ενάγων, η οποία συνίσταται στην, από υπαιτιότητα του εναγόμενου, ματαίωση μισθώσεως ακινήτου και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, αρκεί να αναφέρεται το μηνιαίο μίσθωμα, που με πιθανότητα θα εισέπραττε ο ενάγων από την εκμίσθωση του ακινήτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ότι το μίσθιο θα μπορούσε να εκμισθωθεί σε συγκεκριμένο τρίτο εκμισθωτή, ο οποίος θα έκανε πρόταση και θα εκδήλωνε ενδιαφέρον για τη μίσθωσή του (ΑΠ 1062/2008).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 1495/09). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερoμένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής. (ΑΠ 880/10, ΑΠ 1495/09).

Με τον πρώτο, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από τον αριθμό 14 και όχι 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε το ορισμένο του δικογράφου της κατ' αυτού (και) από την αναιρεσίβλητη ασκηθείσας αγωγής, με την οποία η τελευταία ζήτησε την καταψήφισή του, ως εργολάβου αναλαβόντος την εκτέλεση του περιγραφομένου σ' αυτήν (αγωγή) έργου της, στην καταβολή, λόγω ελαττωμάτων αυτού, αποδιδομένων σε υπαιτιότητά του (αναιρεσείοντος), αφενός του ποσού των 180.968 ευρώ, το οποίο θα απαιτηθεί προς αποκατάσταση των εν λόγω ελαττωμάτων και αφετέρου αυτού των 103.950 ευρώ ως διαφυγόν, εξαιτίας της υπάρξεως αυτών, κέρδος, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτού (δικογράφου) λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναλυτικής εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της αιτουμένης αποζημίωσης (και υπό τη μορφή της θετικής ζημίας και υπό τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους) πραγματικών περιστατικών (λεπτομερής περιγραφή αφενός κατ' είδος και έκταση των ελαττωμάτων και αφετέρου κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας της απαιτούμενης προς αποκατάσταση αυτών δαπάνης με προσδιορισμό του μέρους της τελευταίας που αναφέρεται στην προμήθεια των υλικών και αυτού που αφορά στην αμοιβή εργασίας).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την από 27-4-09 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι αυτή και η θανούσα ήδη μητέρα της, της οποίας η ίδια είναι μοναδική κληρονόμος, ανέθεσαν στον αναιρεσείοντα, τεχνολόγο πολιτικό μηχανικό, αφενός την αποπεράτωση δύο ημιτελών διαμερισμάτων του 2ου ορόφου της επί της οδού ...

οικοδομής και αφετέρου την προσθήκη τρίτου ορόφου σ' αυτήν με ανάλογη ενίσχυση του φέροντος οργανισμού της τελευταίας (οικοδομής) καθώς και την εκτέλεση προσθέτων εργασιών στους κοινόχρηστους χώρους αυτής. 'Ότι από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος το έργο εμφάνισε τα αναφερόμενα στην αγωγή ουσιώδη ελαττώματα, τα οποία προσδιορίζονται λεπτομερώς στις ενσωματωμένες στην αγωγή, από Οκτώβριο 2002 και 5-11-02 τεχνικές εκθέσεις του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ζ.

Π. και του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Γ., για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθεί το αναφερόμενο σ'αυτήν ποσό, όπως αυτό αναλύεται στους διαλαμβανομένους στις παραπάνω εκθέσεις και επομένως και στην αγωγή, σχετικούς πίνακες, που έχουν ως εξής: Επικαλουμένη, περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) ότι εξαιτίας των ως άνω ελαττωμάτων και της συνεπεία αυτών υπερημερίας του αναιρεσείοντος περί την (προσήκουσα) παράδοσή τους επί 99 μήνες, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 103.950 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει την απώλεια του από 350 ευρώ μηνιαίου μισθώματος για καθένα από τα ως άνω 3 διαμερίσματα, το οποίο με πιθανότητα θα αποκόμιζε από την εκμίσθωσή τους κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα των 99 μηνών (99χ3χ350) "ενόψει του μεγέθους τους, της προνομιακής τους θέσης στο κέντρο της πόλης, γεγονός που καθιστά ευχερή την πρόσβαση του μισθωτή τους στις διοικητικές υπηρεσίες, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και το εμπορικό κέντρο της περιοχής και των συνθηκών της μίσθωσης κατοικίας που επικρατούν στην πόλη", ζήτησε την καταψήφιση του αναιρεσείοντος στην καταβολή, για τις προαναφερθείσες αιτίες, των παραπάνω ποσών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 129/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία, αυτεπαγγέλτως αλλά και κατ' αποδοχή σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (εναγομένου), την απέρριψε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι "... η ενάγουσα δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα την απαιτούμενη προς αποκατάσταση κάθε μίας από τις αναφερόμενες κακοτεχνίες δαπάνη, καθώς δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής αναλυτικά, κατ' είδος ποσότητα και τιμή μονάδας, χωριστά τα υλικά που πρέπει ν' αγοράσει η ενάγουσα για την αποκατάσταση των αναφερομένων κακοτεχνιών και ελλείψεων και χωριστά η δαπάνη για την αμοιβή της απαιτουμένης κάθε επί μέρους εργασίας, αναφέροντας και το εργατοτεχνικό προσωπικό που απαιτείται να απασχοληθεί (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και ημέρες απασχόλησης) ούτε τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα για την προσδοκία του επικαλουμένου κέρδους από την εκμίσθωση των επιδίκων διαμερισμάτων ...".

Επί της ασκηθείσας κατά της παραπάνω απόφασης έφεσης της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου αυτής, την εξαφάνισε, δεχθείσα, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα της αοριστίας ότι "η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη τόσο κατά το κονδύλιο της θετικής ζημίας όσο και κατά το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους, καθότι, κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν αιτιολογία, στο δικόγραφό της εκτίθενται με σαφήνεια τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού, στο δικόγραφο αυτής διελαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 681, 690, 298 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά του, στοιχεία ειδικότερα, αναλύεται αναφορικά μεν με τη θετική ζημία κάθε μία από τις ελλείψεις του έργου και ο τρόπος και η δαπάνη αποκατάστασης εκάστης εξ αυτών αλλά και το σύνολο της δαπάνης μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α.

καθώς και η δαπάνη έκδοσης των σχετικών αδειών χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται επί πλέον κάθε επί μέρους κονδύλιο, ως προς τα υλικά, τον αριθμό των εργαζομένων που θα απασχοληθούν και τις εργατοώρες που απαιτούνται για την αποκατάσταση μιας εκάστης κακοτεχνίας, αναφορικά δε με το διαφυγόν κέρδος, περιγράφονται με επαρκή ακρίβεια και κατά εξειδικευμένο και λεπτομερή τρόπο, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το ύψος της προκληθείσας, υπό τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους, ζημίας, η οποία συνίσταται στην, από την ύπαρξη των ως άνω ουσιωδών ελαττωμάτων των διαμερισμάτων, που τα καθιστούσαν ακατάλληλα για την προορισμένη χρήση και εκμετάλλευσή τους, ματαίωση της μίσθωσής τους και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, τα οποία, ως εκ της επιφανείας των διαμερισμάτων και της προνομιακής θέσης τους στο κέντρο της πόλης, η οποία καθιστά ευχερή την πρόσβαση του μισθωτή τους στις διοικητικές υπηρεσίες, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και το εμπορικό κέντρο της περιοχής, αλλά και των συνθηκών της μίσθωσης κατοικίας που επικρατούν στην πόλη των Σερρών, θα ανέρχονταν στο ως άνω ποσό που προσδιορίζει κατά μήνα, χρονικό διάστημα και στο σύνολό του, χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτό του διαφυγόντος κέρδους, να αναφέρονται περαιτέρω προπαρασκευαστικές ενέργειες για την εκμίσθωση των διαμερισμάτων, όπως ότι η εκμίσθωσή τους ανατέθηκε σε κάποιον μεσίτη, ότι καταχωρήθηκαν αγγελίες προς εκμίσθωσή τους σε εφημερίδες ή το διαδίκτυο και ότι αναρτήθηκαν τέτοιες αγγελίες σε διάφορους πίνακες ανακοινώσεων της πόλης των Σερρών, με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλομένη με τον παραπάνω πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση.

Εξάλλου, η, με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, υπό μορφή αιτίασης, διατυπουμένη "επισήμανση" περί μη αναφοράς, στην κατ'άρθ.571 ΚΠολΔ συνταχθείσα εισηγητική, επί της ένδικης υπόθεσης, έκθεση, στον από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγο κρίνεται απορριπτέα αφού ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός του αναιρετικού λόγου εναπόκειται στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στην προκείμενη δε περίπτωση η απορριπτική επί του ως άνω πρώτου λόγου πρόταση της εισηγητικής έκθεσης καταλαμβάνει και τον αναφερόμενο στην διατυπουμένη επισήμανση λόγο, που, κατά το αναιρετήριο, αβασίμως φέρεται στηριζόμενος αυτοτελώς από αρθ.559 αριθ.9 του ΚΠολΔ ενόψει του ότι ο τελευταίος, το πραγματικό του οποίου σχετίζεται με εκείνο του πρώτου, κατ'ορθή εκτίμηση ασκήθηκε συνδυαστικά και προς ενίσχυση ως άνω πρώτου λόγου, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από την σχετική αναφορά του αναιρετηρίου δικογράφου ότι "...η αοριστία του συγκεκριμένου κονδυλίου (στο οποίο αφορά η προβληθείσα και απορριφθείσα περί αοριστίας αιτίαση) επιτείνεται και στην ουσία επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όταν η αντίδικος ζητά να επιδικαστεί το συγκεκριμένο κονδύλι κατ'ανακοπή το δικάσαν εφετείο επιδικάζει αυτό κατ'αποκοπή αλλά ανά τεμαχιο (300 € για κάθε ντουλάπι) δεχόμενο ότι πρόκειται για 2 ντουλάπια και ότι η δαπάνη είναι 600 €...", ο οποίος (λόγος) κρίθηκε απορριπτέος (ΑΠ 1666/10, Ολ.ΑΠ 20/09).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, είναι τα κατ'άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομιζοντος αυτά. Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν αποτελούν οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη (ΑΠ 1596/07, ΑΠ 44/2003).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως προσκομισθεισών και κατά τις διατάξεις του αρθ.390 ΚΠολΔ συνταχθεισών ως άνω τεχνικών εκθέσεων των μηχανικών Ζ. Π. και Επ. Γ. με το να δεχθεί έκταση ζημίας και δαπάνη αποκατάστασης αυτής μεγαλύτερη της αναφερομένης στις ως άνω τεχνικές εκθέσεις με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο τελείως λανθασμένο συμπέρασμα αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του ύψους της οφειλομένης αποζημίωσης, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-3-13 και με αριθμ.καταθ.193/13 αίτηση αναίρεσης της 1621/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ