Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague abuse of rights claim in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the respondents' claim of abuse of rights was legally vague and lacked specific factual details necessary for judicial evaluation. The court rejected this, ruling that the absence of precise facts constitutes a quantitative defect rather than a legal one, which does not justify an appeal against First Instance judgments. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 104, and 576 of the Code of Civil Procedure; The court held that a claim of abuse of rights is inadmissible if it fails to specify the factual circumstances constituting the abuse, as such vagueness is a quantitative defect subject to Article 559(8) and (14) rather than a legal defect under Article 559(1), and does not constitute grounds for appeal against First Instance judgments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 896 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 896/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Α. χήρας Π. Π., το γένος Δ. Κ., 2) Ι. Π. του Π., και 3) Δ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ι. Α. του Ν., 2) Α. συζ. Ι. Α., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., και 3) Μ. χήρας Α. Τ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 3η (ατομικά και ως κληρονόμος του 5ου των αναιρεσιβλήτων) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούσουλα και η 2η (ατομικά και ως κληρονόμος της 4ης των αναιρεσιβλήτων), δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Δ. χήρας Α. Π., 2) Σ. χήρας Δ. Π. και 3) Α. Τ., οι οποίοι απεβίωσαν, όπως αναφέρεται στην από 6.3.2014 κλήση, και κληρονομήθηκαν από τους καλούντες: 1) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της 4ης των αναιρεσιβλήτων, 2) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της 3ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων, και 3) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της 3ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων, οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο (Βασίλειο Κούσουλα) και ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7.4.1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1868/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, 10382/2002 μη οριστική και 16230/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8.7.2005 αίτησή τους. Κατόπιν βιαίων διακοπών λόγω των θανάτων μερικών εκ των αρχικών αναιρεσιβλήτων η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 6.3.2014 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 11.3.2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8.7.2005 αίτησης για αναίρεση της 16230/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων καλούντων - αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 παρ. 2 ν. 3994/2011) 104 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών, και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους κατ’ αρχήν, τους πλείονες διαδίκους (η υπόθεση δε επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση), σε περίπτωση όμως, απλής ομοδικίας μεταξύ αυτών η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί ως προς τους νομίμως παρισταμένους ή κλητευθέντες διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (άρθ. 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως το β’ εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθ. 62 ν. 4139/2013).
Τέλος, αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί στη συζήτηση, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, συντρέχει και όταν εμφανιστεί μεν κατά τη συζήτηση, αλλά δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και δη με πληρεξούσιο δικηγόρο, έχοντα ρητή, κατά τον ως άνω χρόνο πληρεξουσιότητα, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, διαφορετικά η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, είναι άκυρη.
Στη συζήτηση όμως προχωρεί (ο Άρειος Πάγος) σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του ως άνω Κώδικα, αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, υπόκειται προς κρίση η από 8.7.2005 αίτηση των Α. χήρας Π. Π., Ι. Π. του Π., και Δ. Π. του Π., που κατατέθηκε στη γραμματεία του οικείου Δικαστηρίου με αριθμό 3101/14.07.2005, για αναίρεση της 16230/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απευθυνομένη κατά των 1.
Ι. Α., 2. Α. συζ. Ι. Α., 3. Δ. χήρας Α. Π., 4. Σ. χήρας Δ. Π., 5. Α. Τ. και 6. Μαρίας συζ. Α. Τ.. Για την εν λόγω υπόθεση είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος για εκδίκασή της η 23η Μαρτίου 2011. Κατόπιν βιαίων διακοπών λόγω των θανάτων των εκ των αρχικώς αναιρεσιβλήτων 4ης Σ. χήρας Δ. Π. (13.8.2010), 5ου Α. Τ. (31.7.2011) και 3ης Δ. χήρας Α. Π. (30.6.2012), με την από 6.3.2014 κλήση των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1.Ι.
Α., 2. Α. συζ. Ι. Α., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Σ. χήρας Δ. Π., 3. Ν. Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Σ. χήρας Δ. Π., 4. Μαρίας συζ. Α. Τ., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Α. Τ., 5. Ι. Τ. και 6. Κ. Τ., αμφοτέρων των τελευταίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Τ. και ως εκ διαθήκης κληρονόμων της Δ.
χήρας Α. Π., φέρεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση αναιρέσεως των καθ’ ων η κλήση μετά από ματαίωση της συζητήσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23.3.2011, καθώς και κατά την δικάσιμο της 6.2.1013 και κατόπιν αναβολής εκ του πινακίου κατά την δικάσιμο της 3.12.2014, που είχε ορισθεί επί της ανωτέρω κλήσεως.
Όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο της 3.12.2014, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, παρέστησαν όλοι οι (επισπεύδοντες) αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Βασίλειο Κούσουλα, ο οποίος και υπογράφει την ανωτέρω κλήση, και απουσίαζαν οι αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, παρέστησαν από τους καλούντες - αναιρεσιβλήτους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (παρούσα δικάσιμος της 1.4.2015) οι 1ος, 4η, 5ος και 6ος από αυτούς μετά του ιδίου πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ απουσίαζαν οι 2η και 3ος καλούντες - αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι αναιρεσείοντες, που δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις ... 1.10.2014, ...1.10.2014 και ...1.10.2014 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Τ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι παρόντες καλούντες - αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού απευθυνομένης από 6.3.2014 δήλωσης - κλήσης, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 3ης Δεκεμβρίου 2014, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των καλούντων - αναιρεσιβλήτων στους απολιπόμενους αναιρεσείοντες.
Νέα κλήτευση των διαδίκων αυτών, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (μετ’ αναβολή) δικάσιμο δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία ως προς τους απουσιάζοντες 2η και 3ο καλούντες - αναιρεσιβλήτους δεν αποδεικνύεται ότι οι τελευταίοι είχαν χορηγήσει (και αυτοί) πληρεξουσιότητα με έναν από τους προαναφερθέντες νόμιμους τρόπους στον ειρημένο δικηγόρο Βασίλειο Κούσουλα για να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως και να υπογράψει κλήση για συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 3.12.2014, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο κι επομένως η επίσπευση της συζήτησης από τους άνω αναιρεσίβλητους είναι άκυρη.
Όμως, από τις ...2.10.2014 και ...30.9.2014 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π. Χ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι παρόντες καλούντες - αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού απευθυνομένης από 6.3.2014 δήλωσης - κλήσης, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 3ης Δεκεμβρίου 2014, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των παρόντων καλούντων - αναιρεσιβλήτων σ’ αυτούς, και επομένως τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και πρέπει το Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση αυτής.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα τρία αδέλφια Π. Π., Δ. Π. και Α. Π., ήταν συγκύριοι κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του υπ’ αριθμ. … οικοπέδου, εκτάσεως 940 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Λόφος Τ." του Αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Τ.
και συνορεύει με το ρέμα της ..., στη Θεσσαλονίκη. Οι ανωτέρω, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...13.2.1962 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καίτης Σιγανίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, διένειμαν το ανωτέρω ακίνητο και μετά από κατάτμησή του έλαβαν: α) ο Π. Π. τμήμα εμβαδού 306,90 τ.μ., β) ο Δ. Π. τμήμα εμβαδού 308,70 τ.μ.
και γ) ο Α. Π. τμήμα εμβαδού 312 τ.μ., όπως τα τμήματα αυτά αποτυπώνονται στο επισυναπτόμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα. Σημειώνεται δε ότι πριν από την ως άνω διανομή ο Δ. Π. είχε ανεγείρει στο τμήμα που έλαβε διώροφη οικία, βάσει οικοδομικής άδειας που είχε λάβει το 1956, ενώ ο Π. Π. είχε λάβει την υπ’ αριθμ. ...28.4.1961 οικοδομική άδεια προς ανέγερση ισόγειας οικοδομής στο τμήμα που έλαβε, την οποία στη συνέχεια κατασκεύασε.
Εξάλλου, ο Α. Π., μετά τη διανομή, έλαβε την υπ’ αριθμ. ...5.7.1962 οικοδομική άδεια και βάσει αυτής ανήγειρε ισόγεια οικοδομή στο δικό του οικοπεδικό τμήμα. Αργότερα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...16.11.1971 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φανής Στεφάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πέμπτος των εφεσιβλήτων Α.
Τ. αγόρασε από τον Α. Π. το δικαίωμα της καθ’ ύψος επέκτασης στην ως άνω οικοδομή του με ποσοστό επί του οικοπεδικού τμήματος των 312 τ.μ. 12,50%. Στη συνέχεια, ο Α. Τ., αφού έλαβε την υπ’ αριθμ. ...4.2.1972 οικοδομική άδεια, προέβη στην ανέγερση πρώτου ορόφου επί της οικοδομής αυτής. Εξάλλου, με το υπ’ αριθμ. ...27.3.1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Συνάπαλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η δεύτερη των εφεσιβλήτων Α.
Α. αγόρασε από το Δ. Π. τον ισόγειο όροφο της οικοδομής του με ποσοστό εξ αδιαιρέτου 30% επί του οικοπεδικού τμήματος των 308,70 τ.μ. Στο μεταξύ ο Π. Π., αφού έλαβε την υπ’ αριθμ. ...26.9.1975 οικοδομική άδεια, προέβη στην ανέγερση προσθήκης ορόφου στην κατοικία του. Μέχρι την ανοικοδόμηση της προσθήκης αυτής περί τα τέλη του 1976 τα οικοπεδικά τμήματα των τριών αδελφών, που ήταν πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους, δεν είχαν διαχωριστεί με περίφραξη.
Περί τα τέλη του1976 όμως, όταν ολοκλήρωσε την κατασκευή της προσθήκης του ορόφου στην οικία του και δεδομένου ότι πλέον στο χώρο του αρχικού ενιαίου οικοπέδου κατοικούσαν εκτός των οικογενειών των αδελφών του και δύο ακόμη οικογένειες (Α., Τ.), ο Π. Π. αποφάσισε να διαχωρίσει το οικόπεδό του από τα δύο άλλα οικοπεδικά τμήματα.
Προς τούτο, σε συμφωνία με τα αδέλφια του, κατασκεύασε περίφραξη με τοιχίο από μπετόν αρμέ, πασσάλους και δικτυωτό σύρμα κατά μήκος της νότιας και ανατολικής πλευράς του οικοπέδου του και εντός αυτού και συγκεκριμένα σε βάθος δύο περίπου μέτρων από την ανατολική πλευρά και τριών περίπου μέτρων από τη νότια πλευρά.
Κατ’ αυτό τον τρόπο παρέμεινε εκτός της περίφραξης ένα τμήμα του οικοπέδου του ανατολικά, εμβαδού 21 τ.μ. περίπου προς όφελος του οικοπέδου του Α. Π. και ένα τμήμα νότια, εμβαδού 50 τ.μ. προς όφελος του οικοπέδου του Δ. Π., όπως ειδικότερα τα τμήματα αυτά αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Κ. Μάλιστα, προς την πλευρά του οικοπέδου του Α. Π. ο Π. Π. κατασκεύασε και μία καγκελόπορτα στην περίφραξη που ανήγειρε, απ’ όπου μπορούσε να έχει πρόσβαση προς τις οικίες των αδελφών του και προς την οδό ..., που βρίσκεται νότια και όπου έχει πρόσοψη η οικία του Δ. Π.. Πάντως, κατά βάση, η διακίνηση του Π. Π. και της οικογένειάς του γινόταν έκτοτε από την οδό ...
που βρίσκεται δυτικά του οικοπέδου του. Ο Π. Π. προέβη στην οριοθέτηση του οικοπέδου του κατά τον ανωτέρω τρόπο, με τον οποίο περιοριζόταν η ιδιοκτησία του, καταρχήν προς·διευκόλυνση των αδελφών του, διότι εάν εφάρμοζε επακριβώς το τοπογραφικό διάγραμμα της διανομής του υπ’ αριθμ. ...1962 συμβολαίου θα έπρεπε να περιλάβει εντός των ορίων του οικοπέδου του ένα τμήμα της οικοδομής του Δ.
Π., επιπλέον δε η περίφραξή του θα ερχόταν σε επαφή με την οικοδομή του Α. Π.. Πέραν αυτού όμως, όπως αποδείχθηκε, ο Π. Π. είχε καταλάβει και κατείχε ένα οικοπεδικό τμήμα της Πρόνοιας εμβαδού 101,82 τ.μ. στη βόρεια και δυτική πλευρά του οικοπέδου του και μάλιστα σε τμήμα αυτού είχε επεκτείνει και την οικία του.
Δεδομένου δε ότι αυτός ήταν βέβαιος ότι το οικοπεδικό αυτό τμήμα θα αποτελούσε εν τέλει τμήμα της ιδιοκτησίας του - πράγμα που συνέβη με την υπ’ αριθμ. ΔΚΠ/Σ3 ο ι κ. 5138/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε η προσκύρωση της έκτασης αυτής στο οικόπεδό του - περιόρισε την ιδιοκτησία του υπέρ των αδελφών του κατά τα ανωτέρω οικοπεδικά τμήματα.
Το 1979 απεβίωσε ο Δ. Π. και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Σ. (τέταρτη των εφεσιβλήτων), ενώ το 1990 απεβίωσε ο Π. Π., που κληρονομήθηκε από τους εκκαλούντες. Μετά το θάνατο του Π. Π. δημιουργήθηκαν προστριβές μεταξύ των διαδίκων και έκτοτε διακόπηκε η επικοινωνία αυτών από την ανωτέρω καγκελόπορτα της περίφραξης που παρέμεινε κλειδωμένη.
Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την κατασκευή της ως άνω περίφραξης (τέλη του 1976) μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούνιος 1995) ο Α. Π. και ο Α. Τ. αφενός και ο Δ. Π. καταρχήν και στη συνέχεια η σύζυγος του Σ. Π., καθώς και η Α. Α. αφετέρου, νέμονταν τα αντίστοιχα οικοπεδικά τμήματα, από τα οποία είχε αποξενωθεί ο Π.
Π., με διάνοια κυρίου. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ήδη ότι η ανωτέρω περίφραξη κατασκευάσθηκε πρόχειρα από τον Π. Π., μετά τους σεισμούς του 1978 - σε αντίθεση με την αγωγή τους, όπου αναφέρουν ότι η κατασκευή έγινε στα τέλη του 1976 - προς προστασία του ιδίου και της οικογένειάς του που διέμεναν κατά το χρονικό εκείνο διάστημα σε πρόχειρο παράπηγμα, από τα κατοικίδια ζώα και τα αδέσποτα σκυλιά που περιφέρονταν στην περιοχή.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων δεν είναι πειστικός, αφού είναι φανερό ότι πρόκειται για μόνιμη κατασκευή, που έγινε με σκοπό την οριοθέτηση των επιμέρους οικοπέδων. Πράγματι, αυτό προκύπτει καταρχήν μεν από το είδος της κατασκευής (τοιχίο ύψους 30 εκατοστών περίπου από μπετόν αρμέ, με πασσάλους και δικτυωτό σύρμα), αλλά και από το γεγονός ότι η κατασκευή αυτή παρέμεινε και μετά την παρέλευση των έκτακτων συνθηκών της περιόδου των σεισμών.
Και είναι μεν αλήθεια ότι οι εκ των εφεσιβλήτων ιδιοκτήτες των επιμέρους ακινήτων και μετά το 1976 στις διάφορες συμβολαιογραφικές πράξεις στις
οποίες συνέπρατταν σε σχέση με τα κατ’ ιδίαν ακίνητά τους (αποδοχές κληρονομιάς κλπ.) τα περιέγραφαν με βάση τη διανομή του υπ’ αριθμ. ...1996 διανεμητηρίου συμβολαίου. Αυτό όμως συνέβαινε διότι τυπικά αυτή ήταν η νομική κατάσταση ως προς την κυριότητα των επιμέρους ιδιοκτησιών, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι εφεσίβλητοι αυτοί δεν νέμονταν τις ανωτέρω οικοπεδικές λωρίδες κατά τα προαναφερθέντα.
Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται καταρχήν μεν ότι σε σχέση με τον πρώτο και την έκτη των εφεσιβλήτων η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι αυτοί μη έχοντες κάποια ιδιοκτησία στα ανωτέρω ακίνητα, δεν πρόβαλαν και δικαιώματα σε σχέση με τα επίδικα οικοπεδικά τμήματα. Σε σχέση δε με τους υπόλοιπους εφεσιβλήτους, περιλαμβανομένης και της τρίτης εξ αυτών Δ.
Π., η οποία κληρονόμησε τον αποβιώσαντα μετά την άσκηση της αγωγής το 1997 σύζυγό της Α. Π., η αγωγή είναι απορριπτέα λόγω αποδυναμώσεως των δικαιωμάτων των εκκαλούντων (άρθρ. 281 ΑΚ), καθόσον η επί πολλά έτη αδράνειά τους στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, η αποξένωση οικεία βουλήσει του δικαιοπαρόχου τους από τα ανωτέρω οικοπεδικά τμήματα υπέρ των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων τους, η άσκηση πράξεων νομής επ’ αυτών από τους ως άνω εφεσιβλήτους και τους δικαιοπαρόχους τους καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα υπό τα όμματα των αντιδίκων τους χωρίς αντίδρασή τους, δημιούργησαν σ’ αυτούς την πεποίθηση ότι οι τελευταίοι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα δικαιώματα τους, γι’ αυτό η άσκηση των αγωγικών δικαιωμάτων από τους εκκαλούντες αντίκειται προφανώς στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του σκοπού του δικαιώματος".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης τους πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο πραγματικά ως άνω περιστατικά, η άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της κυριότητάς τους στα επίδικα οικοπεδικά τμήματα προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει, κατ’ αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια.
Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας οικοπεδικών τμημάτων αγωγής εκ μέρους των εναγόντων - αναιρεσειόντων, απέρριψε την αγωγή αυτή, όπως και την έφεση των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει και αυτό την ένδικη αγωγή.
Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να κάνει δεκτή την πιο πάνω ένσταση και να μην την απορρίψει ως απαράδεκτη, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή οι εναγόμενοι για το παραδεκτό της από άποψη χρόνου προβολή της, δεν πρότειναν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως οι λόγοι αυτοί με τους οποίους, υπό την επίκληση της από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειας, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεως του κα η πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, η οποία αντιθέτως εμφανίζεται να εξέρχεται, προφανώς από τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του ασκούμενου δικαιώματος.
Ειδικότερα, στην περίπτωση μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα κατ’ αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος επιδίωξη ανατροπής μιας κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρύ χρόνο να συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Oλ.
ΑΠ 1/1997 Δνη 38,534, ΑΠ 409/2000 Δνη 41. 1315). Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων που θεμελιώνουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, καθιστά το σχετικό δικόγραφο αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής (ή της ένστασης) δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (π.ρ.β.λ.
ΑΠ. 1421/2009, ΑΠ. 968/2007). Τέλος η ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων (ΑΠ 567/1993 Δνη 35, 1276). Με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προβληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης διότι δεν "προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση και ειδικότερα τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει δική τους συμπεριφορά, που θα δημιουργούσε εύλογα στους αντιδίκους την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσαν πλέον το δικαίωμά τους να ζητήσουν την αναγνώριση της κυριότητάς τους στα επίδικα τμήματα του οικοπέδου τους ..." και ακόμη διότι "δεν εκθέτουν αυτοί ποιά κατάσταση έχει δημιουργηθεί που θα ανατρέπονταν και ποιές είναι οι ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα η κατάσταση, η οποία μάλιστα να επάγεται επαχθείς συνέπειες γι’ αυτούς ...".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, είναι σύμφωνα και με την προηγηθείσα σκέψη απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση ως αβάσιμη.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδά τους (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2005 αίτηση των Α. Α.. χήρας Π. Π., Ι. Π., και Δ. Π. για αναίρεση της 16230/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ