Legislator Case Law & Legislation
968/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify inadmissibility grounds and rejects evidence review claim.

Case Number 968/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision regarding property ownership. The appellants failed to specify the grounds for inadmissibility under Article 559 of the Code of Civil Procedure, rendering their first ground vague and inadmissible. Conversely, the court found the second ground regarding the lower court's consideration of unsubmitted evidence unsupported, as the appellate court properly relied on other valid proof. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 118, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the grounds for inadmissibility; Consideration of evidence not formally submitted does not constitute a procedural error if the court relies on other sufficient proof.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility Code of Civil Procedure property ownership dispute evidence submission procedural error legal costs regional court decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1033, 1045, 1094, 1192 of the Civil Code
Articles 64 and 65 of the Introduction to the Civil Code
Articles 216(1) and 224 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 237(1)(b), 346 and 453(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1610/1991
AP 9/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 968 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 968/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1........ , 2. ....... και 3. ...... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παρασκευά.

Της αναιρεσίβλητης: ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μόραρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 148/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2004 αίτησή τους και τους από 17-1-2007 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ανέγνωσε την από 21 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 148/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1033, 1045, 1094, 1192 ΑΚ εκείνων των Ν. 8 παρ. 1 Κωδ. 7-39 και Ν. 9 παρ. 1 Βας. 5014 του ΒΡΔ εκείνων των άρθρων 64 και 65 Εισ. Ν. ΑΚ και εκείνων των άρθρων 216 παρ. 1 και 224 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Ο κύριος ακινήτου δικαιούται με αγωγή αποκαλουμένη διεκδικητική και στρεφομένη κατά του νομέα ή του κατόχου του ακινήτου κατά την έγερση εκείνης, να ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.

Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται σ' εκείνη, πλην άλλων, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος, με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα του ακινήτου. Τέτοιος τρόπος κτήσεως κυριότητας μπορεί να είναι ο παράγωγος τρόπος με σύμβαση, ο οποίος προϋποθέτει συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντα ότι για κάποια νόμιμη αιτία μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μεταγραφή.

Αν όλοι οι όροι αυτοί συντρέχουν πράγματι ο αποκτών γίνεται παραγώγως κύριος επί του μεταβιβασθέντος εις αυτόν, δηλαδή επί του εις τον τίτλον περιγραφομένου ακινήτου. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο ακίνητο, πρέπει για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει ο ενάγων, είτε με την αγωγή, καθ' υποφορά είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος που έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μία συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το ΒΡΔ που ίσχυε ως την εισαγωγή του ΑΚ στις 23-2-1946, ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μία συνεχή τριακονταετία.

Επίσης δε για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στα ως ανωτέρω δικόγραφά του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο, όπως τέτοιες είναι η καταμέτρηση τούτου η οριοθέτηση, η επίβλεψη και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακώς προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας.

Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα για το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία της αγωγής) ο Άρειος Πάγος εξετάζει το δικόγραφο αυτό και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία και σε καταφατική περίπτωση αναιρεί την απόφαση, εφόσον θεμελιώνονται οι λόγοι αναίρεσης των αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσιβλήτου-ενάγουσας, προκύπτει κατ' εκτίμηση του όλου περιεχόμενου της ότι με εκείνη η ενάγουσα ισχυρίσθηκε τα εξής: Ότι είναι κυρία του περιγραφομένου λεπτομερώς σ' αυτή ακινήτου (οικοπέδου εκτάσεως 124, 23 τ.μ.

μετά της επ' αυτού ερειπωμένης ισόγειας οικίας εμβαδού 47, 23 τ.μ. και της εντός αυτού στέρνας εμβαδού 32, 11 τ.μ.), όπως αυτό (ακίνητο) απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή και μέρος αυτής αποτελούν από 15-12-1984 σχεδιάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού ..... υπό τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α, το οποίο βρίσκεται στη θέση "....." του Δήμου Σύμης, ότι την κυριότητά του απέκτησε ύστερα από γονική παροχή του πατέρα της ....

προς αυτή, η οποία έγινε με το 8599/30-5-1985 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρονίκης Γεωργίου Πανάγαινα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας της απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου αυτού λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της αποβιωσάσης στις 12-10-1984 μητέρας του ....., την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της 8493/1985 πράξεως αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρονίκης Γεωργίου Πανάγαινα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, ότι στην ανωτέρω .....

περιήλθε το εν λόγω ακίνητο το έτος 1936 από άτυπη προίκα, ότι αλλιώς αυτή (ενάγουσα) έγινε κυρία του πιο πάνω ακινήτου με τακτική χρησικτησία διότι το νεμήθηκε με διάνοια κυρίας, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη από το έτος 1985 μέχρι τον Μάρτιο 2000 ασκούσα τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις φυσικής εξουσιάσεως αυτού (όπως επίβλεψη-επισκέψεις-δήλωση στο Ελληνικό Κτηματολόγιο) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία διότι το νεμήθηκε με τα επικαλούμενα νόμιμα προσόντα για χρονικό διάστημα είκοσι και πλέον ετών, συνυπολογίζοντας το δικό της χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων πατέρα της ....

και γιαγιάς της ....., οι οποίοι το νεμήθηκαν με τα νόμιμα επίσης προσόντα, ο μεν πρώτος από τις 12-10-1984 μέχρι 30-5-1985 η δε δεύτερη από το έτος 1936 μέχρι το θάνατό της (12-10-1984), ασκώντας αμφότεροι τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις φυσικής εξουσιάσεως αυτού (όπως επίβλεψη, σύνταξη σχεδιαγραμμάτων, δήλωση-πληρωμή φόρου κληρονομίας) και ότι οι εναγόμενοι τον Μάρτιο 2000, εκμεταλλευόμενοι την απουσία της από τη νήσο Σύμη και τη μόνιμη διαμονή της στον Πειραιά και το γεγονός ότι είχαν λάβει την άδεια αυτής και των δικαιοπαρόχων της να χρησιμοποιούν ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο στην κουζίνα του επιδίκου με τη συμφωνία να επιβλέπουν για λογαριασμό τους αυτό, κατέλαβαν παράνομα και χωρίς τη θέλησή της το παραπάνω ακίνητο το οποίο κατέχουν έκτοτε προσβάλλοντας έτσι την κυριότητά της.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε: (α) να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο εν λόγω ακίνητο (που απέκτησε με παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας) (β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, καθ' όσον καθ' υποφορά καθορίζονται στην αγωγή με σαφή έκθεση των γεγονότων οι τρόποι κτήσεως της κυριότητος στο επίδικο των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας σ' αυτήν απ' αυτήν παραγώγως και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία αναφέρουσα στην αγωγή τις διακατοχικές πράξεις τις δικές της ως και των δικαιοπαρόχων της κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

Συνεπώς οι 1ος, 2ος και 3ος, κατά το 1ο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, καθώς και οι 1ος, 2ος και 3ος πρόσθετοι λόγοι, εκ των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη κηρύξεως αυτής απορριπτέας ως αόριστης καίτοι με λόγο έφεσης το οποίο δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο πρότεινε την αοριστία της, λόγω της παράλειψης αναφοράς των τρόπων κτήσεως κυριότητος των δικαιοπαρόχων της, των διακατοχικών πράξεων της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της επί του διεκδικουμένου και του προσδιορισμού ημερολογιακώς των πράξεων νομής και ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που τα άρθρα 1094, 1041, 1045 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτούν για την θεμελίωση της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη με ανεπαρκή αιτιολογία και δη με μη εξειδικευμένες πράξεις νομής στο επίδικο εκ μέρους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο εν λόγω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και όχι όπως στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία η έρευνα περιορίζεται στο ορισμένο ή μη του αγωγικού δικογράφου.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αρ. 8 είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω με τον 4ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής και ειδικότερα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, από την εκτίμηση των αποδείξεων τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην ιστορική βάση της αγωγής και δη "Στην .....

το εν λόγω ακίνητο δόθηκε, το έτος 1936, ως προίκα (άτυπη) από τη μητέρα της Ζ1. Η τελευταία είχε αγοράσει το εν λόγω ακίνητο (με τίμημα 3.000 λιρετών) από τον έμπορο ..... με το από 25-5-1925 με γενικό αριθμό 2870 και ειδικό 2465) πωλητήριο συμβόλαιο οικίας της Δημαρχίας Σύμης (που μεταγράφηκε την ίδια ημέρα στα βιβλία μεταγραφών της Δημαρχίας Σύμης), ο οποίος το είχε αγοράσει από την ίδια την Ζ1 με το υπ1 αριθ.2522/2192 από 22-11-1923 πωλητήριο συμβόλαιο της Δημαρχίας Σύμης, ενώ με το υπ αριθ. 1409/739 από 23-11-1923 ενοικιαστήριο συμβόλαιο της Δημαρχίας Σύμης το είχε ενοικιάσει σ αυτή (βλ προσκομιζόμενα από 25-5-1925 πωλητήριο συμβόλαιο και από 23-11-1923 ενοικιαστήριο συμβόλαιο της Δημαρχίας Σύμης).

Η προαναφερόιιενη ....(γιαγιά της ενάγουσας) κατοικούσε στην παραπάνω οικία τουλάχιστον από το έτος 1936 μέχρι τον Πόλεμο (Β' Παγκόσμιο) κατά τη διάρκεια του οποίου αναγκάστηκε να μετοικήσει από τη Σύμη και να εγκατασταθεί μόνιμα στο Πέραμα Πειραιώς. Από το έτος 1950 μέχρι το θάνατο της (1984) δεν ήρθε ποτέ στη Σύμη διότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και η οικία αυτή, ήδη από το έτος 1950, κατέστη ακατοίκητη λόγω της παλαιότητας και της μη συντήρησής της.

Όμως παρά την μόνιμη εγκατάσταση της στο Πέραμα Πειραιώς και την απουσία της από τη Σύμη η ....δεν παραιτήθηκε ποτέ από τα δικαιώματα της στο σπίτι αυτό και δεν έπαψε να ενδιαφέρεται γι' αυτό, το οποίο επισκεπτόταν και επέβλεπε για λογαριασμό της, η αδελφή της ....., την οποία είχε ορίσει αντιπρόσωπο της. Η τελευταία κάθε καλοκαίρι, από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1994 που απεβίωσε, ερχόταν στη Σύμη και διέμενε στο σπίτι της ...., επισκεπτόταν δε και επέβλεπε το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό της αδελφής της Δικαίας, την οποία ενημέρωνε για την κατάσταση του σπιτιού, μετά δε το θάνατο της τελευταίας (1984) για λογαριασμό του ανιψιού της ..., ο οποίος δεν ερχόταν στη Σύμη διότι ως ναυτικός ταξίδευε ενώ κατοικεί μόνιμα στο Πέραμα Πειραιώς και της ενάγουσας θυγατέρας του, η οποία επίσης κατοικεί μόνιμα στο Πέραμα.

Η .... πριν από το έτος 1950 είχε παραχωρήσει στη γειτόνισσα της..... (γιαγιά της τρίτης εναγομένης), η οποία κατοικούσε δίπλα από το επίδικο και μετά από παράκληση αυτής, ένα τμήμα της παραπάνω οικίας της και συγκεκριμένα την κουζίνα για να τη χρησιμοποιεί ως αποθήκη και να τοποθετεί διάφορα αντικείμενα (όπως μοτοποδήλατο, φιάλες, κάρβουνα, ξύλα) χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα αλλά για να προσέχει και να επιβλέπει για λογαριασμό της το ακίνητο.

Η παραχώρηση δε αυτή έγινε με άτυπη παρακλητική σχέση (σύμβαση χρησιδανείου κατά τον Α.Κ.) της οποίας ο χρόνος λήξης δεν ορίστηκε. Αργότερα η αδελφή της ...... έβαλε την πόρτα και το κλειδί στην κουζίνα της επίδικης οικίας και το κλειδί το έδωσε στην .... μητέρα της εναγομένης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ΄όσον κατά το προλεχθέντα "πράγματα" δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων τις οποίες το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα χωρίς να υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες άντλησε τα πραγματικά επιχειρήματα για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής χωρίς να επέλθει καμία μεταβολή των βάσεών της.

Ο εκ του ίδιου λόγου και κατά το δεύτερο μέρος του λόγου αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο με το να δεχθεί τα ως άνω πράγματα περιστατικά, επικουρικά υπέπεσεν στην πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι στη μη κήρυξη ως απαραδέκτου της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν καθορίζει στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το απαράδεκτο, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο του λόγου κατά τα άρθρα 118 αρ.4, 559 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1610/1991).

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, δεν είναι δε ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.

ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει κατ' εκτίμηση από τις προτάσεις τις οποίες υπέβαλε η ήδη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, έγινε επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των προσκομισθέντων απ' αυτήν εγγράφων και δη του υπ' αριθμ. 8599/1985 συμβολαίου γονικής παροχής νομίμως μεταγραφέντος, του από 15-12-1984 σχεδιαγράμματος του μηχανικού Α.

Παπαϊωάννου, της υπ' αριθμ. 8493/1985 πράξης αποδοχής κληρονομίας νομίμως μεταγραφείσας και του με αριθμό 35047/14-12-04 κτηματογραφικού αποσπάσματος, με την ρητή αναφορά τους σ' αυτά κατά περιεχόμενο και αποτέλεσμα στην έκβαση της παρούσας δίκης, η οποία υποδηλώνει την βούληση της αναιρεσιβλήτου να χρησιμοποιήσει το εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Όσον αφορά το με γενικό αριθμό 2870/25-5-1925 συμβόλαιο της Δημαρχίας Σύμης και το με αριθμό 1409/739/23-11-1923 ενοικιαστήριο της Δημαρχίας Σύμης, αυτά ναι μεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, παρά το ότι δεν τα επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, πλην το Εφετείο στηρίχθηκε για την παραδοχή της αγωγής, κυρίως στα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και όχι μόνον στα ανωτέρω.

Επομένως με το να λάβει υπόψη το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ.11β ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου 5ος λόγος αναιρέσεως και ο 4ος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2004 ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθ.148/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα 91170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ