Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it targets a first-instance judgment absorbed by a rejected second-instance decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant challenged a second-instance judgment that had rejected their lawsuit, arguing the appeal should target the original first-instance ruling. The court held that when an appeal is rejected, the first-instance judgment is absorbed and can no longer be the subject of a new appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a second-instance judgment that rejected the original claim is inadmissible because the first-instance judgment is absorbed and cannot be separately challenged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 889/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Ναούμ.
Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου (Ε.Α.Σ) με την επωνυμία "Ε.Α.Σ. ΝΑΞΟΥ", που εδρεύει στην Νάξο και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φιλιώτη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20.12.2002 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2508/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 58/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της ως και το από 28 Μαρτίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 19 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και των προσθέτων αυτής λόγων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΑΠ 1253/2008, ΑΠ 1889/2007, ΑΠ 769/2008). Επομένως η αναίρεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, καθ' ο μέρος ασκούνται κατά της υπ' αριθμό 2508/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ενσωματώθηκε στην εφετειακή, μετά την απόρριψη της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής, είναι απαράδεκτα.
Επειδή, στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υποθέσεως, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων δικαίου (ΑΠ 1398/2008, ΑΠ 1136/2008).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα (ΑΠ 1703/2008).
Επομένως, ελλείψει των άνω στοιχείων και της εντεύθεν αοριστίας τους, οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 20 ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος (κατά το οικείο μέρος του) του κυρίου δικογράφου, δεύτερος και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε του αποτελούντες "πράγματα" ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, αλλά και εκείνους οι οποίοι δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο τρίτος του κυρίου δικογράφου, ο πρώτος και ο τρίτος του δικογράφου των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Μεταξύ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου, που διατηρεί μονάδα παραγωγής τυριού "Γραβιέρας Νάξου" και του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος, ο οποίος δραστηριοπείται στο χώρο εμπορίας τυροκομικών προϊόντων και οργάνων τυροκομείου, και διατηρεί στη Θεσσαλονίκη κατάστημα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-1991 μέχρι 3-12-1997, καταρτίσθηκαν διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, στα πλαίσια των οποίων ο ενάγων απέστελνε και η εναγομένη παρελάμβανε διάφορα αναλώσιμα προϊόντα για τις ανάγκες της εμπορίας της και για τις πωλήσεις αυτές εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια, σε περίπτωση δε που η εναγομένη επέστρεφε προϊόντα, εξέδιδε ο ενάγων υπέρ της τελευταίας πιστωτικά τιμολόγια και οι απαιτήσεις που προέκυπταν από τις πωλήσεις αυτές, ήτοι το τίμημα εκ μέρους του ενάγοντος και οι πιστώσεις εκ μέρους της εναγομένης, καταχωρούνταν σε λογιστικό λογαριασμό που η εναγομένη τηρούσε και στο τέλος κάθε έτους και από τα δύο τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία ήλεγχαν και θεωρούσαν και κατόπιν συμφωνίας τους μετέφεραν το υπόλοιπο στο επόμενο έτος.
Οι καταβολές από την εναγομένη γίνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και τμηματικά είτε με αξιόγραφα είτε με μετρητά και καταχωρούνταν στις πιστώσεις του λογιστικού λογαριασμού, οι δε γενόμενες πωλήσεις δεν έχαναν την αυτοτέλεια τους, κατά την έννοια του αλληλοχρέου λογαριασμού, ως αβασίμως η εναγομένη ισχυρίζεται, επαναφέροντας, προς απόκρουση της εφέσεως, την νομίμως πρωτοδίκως ένσταση της, περί υπάρξεως αλληλοχρέου λογαριασμού και όχι διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεων, σε συνδυασμό και με τα όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, αναφορικά με τις προϋποθέσεις υπάρξεως αλληλοχρέου λογαριασμού.
Είχε δε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι το εκάστοτε επί μέρους τίμημα της κάθε πώλησης δεν θα ήταν τοκοφόρο. 0 ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το κάθε ένα από τα 38 τιμολόγια, τα οποία με επίκληση προσκομίζει, εξοφλείτο αυτοτελώς και το κάθε επί μέρος τίμημα πιστώνονταν επί δύο (2) μήνες, μετά δε την πάροδο της προθεσμίας αυτής καθίστατο τοκοφόρο δεν είναι βάσιμος.
Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι μόνον στα πέντε (5) με αριθμούς 527/31-7-95, 535/9-8-95, 43/23-7-96, 36/3-12-97, 37/3-12-97 τιμολόγια αναγράφεται επ' αυτών πίστωση ενός μηνός και στα δύο (2) με αριθμούς. 522/6-7-195 και113/3-12-96 τιμολόγια πίστωση δύο μηνών, στα υπόλοιπα τριάντα ένα (31) τιμολόγια, αναγράφεται μόνον επί πιστώσει, ανατρέπεται από τους ίδιους στην αγωγή του ισχυρισμούς, όπου για πωληθέντα αναλώσιμα, για τα οποία εκθόθηκαν τα αντίστοιχα 38 τιμολόγια, συνολικής αξίας 82.971.379 δραχ.
μέχρι την 3-12-1997, ότι είχε λάβει από την εναγομένη το ποσό των 86.170.540 δραχ., δηλαδή παραπάνω από την αξία των μέχρι τότε πωληθέντων αναλωσίμων προϊόντων κατά το ποσό των 3.199.161 δραχ. (βλ. σελ. 13 της αγωγής), το οποίο κατελόγισε στους τόκους του τιμήματος των μηχανημάτων που ακολούθησε ως συναλλαγή. Την κρίση του Δικαστηρίου ότι το τίμημα των ένδικων πωλήσεων δεν ήταν ληξιπρόθεσμο και τοκοφόρο ενισχύει καθοριστικά ο τρόπος καταβολής, η συχνότητα και το ποσό των εκάστοτε καταβολών, οι οποίες συνομολογούνται από τους συμβαλλομένους και οι οποίες καταβολές αντιπαραβαλλόμενες χρονικά με τις γενόμενες πωλήσεις δεν βρίσκονται σε αντιστοιχία με αυτές, ούτε χρονικά, ούτε ποσοτικά, είχε δε καθιερωθεί ο τρόπος αυτός καταβολής και λειτουργούσε απρόσκοπτα, καθόλο το χρονικό διάστημα της μακρόχρονης εμπορικής τους συναλλαγής επί οκταετία, ως εμπορική συνήθεια και ουδέποτε ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε σ' αυτό, καλλιεργώντας στην εναγομένη την πεποίθηση ότι ο τρόπος καταβολής του τιμήματος ήταν συμφωνημένος και αμοιβαία αποδεκτός, ενώ η αναγραφή στα προαναφερόμενα επτά τιμολόγια επί πιστώσει ενός μηνός (στα πέντε τιμολόγια) και επί πιστώσει δύο μηνών (στα δύο τιμολόγια), επί συνόλω τριάντα οκτώ τιμολογίων, βάσει της ως άνω συμφωνίας τους και της τηρηθείσης συναλλακτικής συνήθειας, καθίστατο πλέον χωρίς σημασία.
Περί αυτών με σαφήνεια κατέθεσε ο μάρτυρας της ανταπόδειξης, Διευθυντής της εφεσίβλητης, η κατάθεση του οποίου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι πειστική, πλήρης και εμπεριστατωμένη, και προπαντός αξιόπιστη, έχοντας ιδίαν αντίληψη και αίσθηση των γεγονότων, ενισχυόμενη και από τα προαναφερόμενα στοιχεία, σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως, που είναι σύζυγος του ενάγοντος, η οποία, τα όσα κατέθεσε τα πληροφορήθηκε από τον σύζυγο της, χωρίς να έχει ιδίαν αντίληψη περί των γεγονότων, σχετικά δε με το τοκοφόρο του τιμήματος ως προς τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος, η κατάθεση της αναιρείται από τον τρόπο πληρωμής, ο οποίος προκύπτει απ' όλα τα προσκομιζόμενα παραστατικά έγγραφα (λογιστική καρτέλα της εναγομένης), την οποία ο ενάγων δεν αμφισβητεί.
Η ίδια η μάρτυρας, ωστόσο, κατέθεσε (βλ. την κατάθεση της) ότι συνηθίζεται να παρέχεται στους αγοραστές εμπόρους διευκόλυνση για την εξόφληση των εμπορευμάτων, λόγω της κρίσης της αγοράς και της εντεύθεν εξεύρεσης πελατών. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι κατά την οκτάχρονη εμπορική συνεργασία των διαδίκων, δεν εμφιλοχώρησε από κανένα από τα διάδικα μέρη διαμαρτυρία ή διένεξη, αλλά η εμπορική τους συνεργασία εξελίχθηκε ομαλά.
Αυτό προκύπτει και από την επιστολή του ενάγοντος προς την εναγομένη, στην οποία ξεκινά την έγγραφη προσφορά του για πώληση και εγκατάσταση μηχανημάτων στην επιχείρηση της τελευταίας, όπως θα ειπωθεί κατωτέρω, ευχαριστώντας την για την μακρόχρονη, συνεχή, απρόσκοπτη και ειλικρινή συνεργασία τους (βλ.
την από 10-11-1996 προσφορά του ενάγοντος) και η εναγομένη, με την από 4-2-1997 επιστολή της προς τον ενάγοντα, με την οποία ανταποκρίθηκε στην προσφορά του ενάγοντος, τονίζει μεταξύ άλλων ότι '' στην κρίση του ΔΣ μας για την ανάθεση σε σας της προμηθείας των ανωτέρω μηχανημάτων, εβάρυνε ιδιαίτερα η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό σας από τη μακρόχρονη και άψογη μεταξύ μας συνεργασία (βλ την προσκομιζόμενη από 4-2-1997 επιστολή της εναγομένης).
Εξ όλων αυτών διαφαίνεται η αρμονική συνεργασία και η ομαλή λειτουργία της συμβατικής τους σχέσης, έτσι όπως είχε καθιερωθεί κατά την μακρόχρονη συνεργασία τους και συνακόλουθα και η αποδοχή και αναγνώριση εκ μέρους του ενάγοντος του τρόπου καταβολής του τιμήματος, χωρίς ποτέ να αξιώνονται τόκοι από τις προηγούμενες πωλήσεις.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, οι ενστάσεις της εναγομένης, που νόμιμα προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περί συμφωνίας τους ως προς το μη τοκοφόφο του τιμήματος (άρθρο 361 ΑΚ) και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από τον ενάγοντα (άρθρο 281 ΑΚ) και τις οποίες επαναφέρει στην παρούσα δίκη προς απόκρουση της εφέσεως (ΑΠ 1630/83 ΝοΒ 1984, 1367, ΕΑ 10/74 ΝοΒ 1974, 821), πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και στην ουσία τους, όπως ορθώς δέχθηκε και η εκκαλουμένη και οι αντίθετες αιτιάσεις του ενάγοντος-εκκαλούντος απορριπτέες ελέγχονται.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το συνολικό ποσό των πωλήσεων των αναλωσίμων προϊόντων ανέρχεται σε 89. 312.713 δραχμών, ενώ η εναγομένη βασίμως ισχυρίζεται ότι αυτό ανέρχεται σε 77.055.490 δραχμές. Και τούτο διότι η εναγομένη με το υπ' αρθμ. 2/10-10-97 πιστωτικό τιμολόγιο επέστρεψε στον ενάγοντα εμπορεύματα αξίας 4.147.100 δραχμών, γεγονός που ομολογεί ο ενάγων με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών του (βλ.
αυτή), περαιτέρω δε, εμπορεύματα αξίας 5.069.745 δραχμών, που επεστράφησαν από την εναγομένη επειδή ήταν ακατάλληλα για την παραγωγή της, λόγω του ότι, επρόκειτο για προπιονικές καλλιέργειες, οι οποίες ουδέποτε είχαν παραγγελθεί από την εναγομένη, καθόσον αυτή ως κατασκευάζουσα την Προστατευόμενη με την ονομασία Προέλευσης "Γραβιέρα Νάξου", απαγορεύονταν να χρησιμοποιήσει το προϊόν αυτό για το τυρί παραγωγής της και το επέστρεψε στον ενάγοντα.
Από δε το υπ' αριθμ. 3/1998 τιμολόγιο, αξίας 6.131.154 δραχμών, τα φερόμενα ως πωληθέντα αναλώσιμα προϊόντα, αξίας 3.040.378 δραχμών, αποτελούσαν εξαρτήματα μηχανημάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν στην αξία των πωληθέντων μηχανημάτων, των οποίων αποτελούσαν συστατικά (βλ. κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης) , όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη και η περί του αντιθέτου αιτίαση του εκκαλούντος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Επομένως, η αξία των πωληθέντων αναλωσίμων ανέρχονταν σε 77.055.490 (89.312.713-4.147.100+5.069.745+ 3.040.378) δραχμές. Εξάλλου, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι, με την από 10-11-1996 προσφορά του ενάγοντος προς την εναγομένη, για πώληση και εγκατάσταση μηχανημάτων στην επιχείρηση της, με προτεινόμενη τιμή αγοράς 90.250.000 δραχμών (βλ.
την προσφορά αυτή) και της αποδοχής της τελευταίας, η οποία, κατά το μέρος που τροποποιεί την πρόταση του ενάγοντος, συνεπάγεται απόσβεση της πρότασης και ισχύει ως νέα πρόταση προς σύναψη σύμβασης (ΑΠ 1638/2001, Ελ.Δνη 2002, 767), στην προκειμένη περίπτωση, τροποποίησε την πρόταση ως προς το ποσό του τιμήματος σε 60.000.000 δραχμές, όπως αυτό προκύπτει από την από 4-2-97 επιστολή της εναγομένης, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, η οποία θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα, εφόσον μάλιστα η σύμβαση έλαβε χώρα μετά απ αυτή και ο ενάγων πώλησε και εγκατέστησε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης μία σειρά μηχανημάτων ιταλικής προέλευσης, τα οποία οι διάδικες πλευρές συνομολογούν και ως τρόπος καταβολής του τιμήματος των 60.000.000 δραχμών, συμφωνήθηκε, η προκαταβολή του 20% της αξίας τους κατά το χρόνο αποδοχής της πρότασης, η καταβολή του 40% κατά το χρόνο της εκφόρτωσης και του 40% με την παράδοση και εγκατάσταση τους στην επιχείρηση της εναγομένης και με '' διακανονισμό που θα εξυπηρετούσε την εναγομένη'' (βλ.
σελ. 2 της προσφοράς). Η σύμβαση αυτή ήταν ξεχωριστή από τις υπόλοιπες πωλήσεις των αναλωσίμων προϊόντων, που καταρτίσθηκαν από τους διαδίκους και διέπονταν από ιδιαίτερες συμφωνίες και όρους. Για την πώληση των μηχανημάτων εκδόθηκαν τα με αριθμούς 33, 34 και 35/3-12-97 τιμολόγια, τα οποία, καθ' ομολογία της εναγομένης με τις προτάσεις της (βλ.
σελ. 11 αυτών, σε συνδυασμό με την κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης), έπρεπε να εξοφληθούν μέχρι την 31-1-1998, ενώ ο ενάγων συνομολογεί ότι έλαβε από την εναγομένη συνολικά το ποσό των 133.638,388 δραχμών (βλ. σελίδα 7 της προσθήκης- αντίκρουσης των πρωτόδικων προτάσεων του). Αποδείχθηκε όμως ότι η συνολική καταβολή από την εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 137.552.763 δραχμων, διότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα και το ποσό των 3.866,375 δραχμών, το οποίο ο τελευταίος δεν υπολόγισε (βλ.
τα τέσσερα εμβάσματα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος) και η εναγομένη με το ως άνω ποσό εξόφλησε πλήρως την οφειλή της, τόσον για το συνολικό ποσό των προαναφερομένων συμβάσεων πωλήσεως των αναλωσίμων προϊόντων, που ήταν άτοκο, όσο και τις δόσεις του συνολικού τιμήματος για την αγορά και την εγκατάσταση στην επιχείρησή της των μηχανημάτων που ήταν έντοκες.
Συγκεκριμένα, από το παραπάνω ποσό η τελευταία δόση δραχμών 24.000.000 δραχμών, έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 31-1-98. Η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 28.648.619 δραχμών κατά τα έτη 1998-1999. Από το ποσό αυτό αφαιρούμενης της αξίας των αναλωσίμων που πωλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα, δηλαδή του ποσού των 11.411.079 δραχμών, απομένει υπόλοιπο το ποσό των 17.247.570 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε προς εξόφληση ισόποσου υπολοίπου της τελευταίας δόσης του τιμήματος των μηχανημάτων, έπρεπε δε να καταβληθεί, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, που προαναφέρθηκε, μέχρι την 31-1-98 και στο εξής θα καθίστατο τοκοφόρο, μετά δε το σημείο αυτό και τις καταβολές που έγιναν εμπρόθεσμα, παρέμεινε υπόλοιπο ύψους 3.620.000 δραχμών (βλ.
τραπεζικά εμβάσματα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος) που καταβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Επομένως, οι μεταγενέστερες καταβολές, ποσού 3.000.000 δραχμών στις 28-5-1998 και ποσού 620.000 δραχμών στις 14-7-1998, όπως προκύπτει από τα σχετικά εμβάσματα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, βαρύνονται με τόκους και ειδικότερα, το ποσό των 3.000.000 δραχμών τεσσάρων μηνών, ήτοι, από 1/98-5/98, δηλαδή ποσό 230.000 δραχμών (3.000.000 δρχ.
Χ23%:12 μήνεςΧ4 μήνες), ενώ το ποσό των 620.764 δραχμών πεντέμησι μηνών (23%:12Χ5,5 μην.) δηλαδή το ποσό των 65.400 δραχμών και συνολικά ποσό τόκων 295.400δρχ, (230.000+65.400) δρχ. δηλαδή 866,911 ευρώ. Επομένως, η πρώτη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη για το ως άνω ποσό των 866,911 ευρώ, υποχρεούμενης της εναγομένης να το καταβάλει στον ενάγοντα, χωρίς να επιδικάζεται νομιμότοκα, ελλείψει σχετικού αιτήματος στην αγωγή, ενώ έπρεπε η δεύτερη αγωγή, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δοθέντος ότι τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα επίδικα τιμολόγια δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσαν τα πωληθέντα στην εναγομένη μηχανήματα και η εκκαλουμένη που με παρόμοιες σκέψεις ομοίως έκρινε, δεν έσφαλε, στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα υποστηρίχθηκαν από τον εκκαλούντα κρίθηκαν αβάσιμα και απορρίφθηκαν.
Ακολούθως απορρίφθηκε και η έφεση. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του προκύπτουν όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προπαρατεθείσες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς ο πρώτος και ο τρίτος (κατά το οικείο μέρος του) του κυρίου δικογράφου, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, καθ' ό μέρος με αυτούς πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για τις αποδιδόμενες με τον καθένα από αυτούς πλημμέλειες, αλλά στην πραγματικότητα για την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2016/2007, ΑΠ 1959/2007), είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2009 αίτηση και το από 28-3-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Δ. Β. Τ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 58/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμό 2508/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ