Legislator Case Law & Legislation
884/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against compensation payment to forced expropriation beneficiaries, ruling no legal obstacle exists.

Case Number 884/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a lower court order to pay compensation to forced expropriation beneficiaries. The beneficiaries argued the Fund was legally obligated to pay the full amount, while the Fund claimed a legitimate doubt regarding the rightful recipients. The court held that since the lower court had already definitively identified the beneficiaries and the compensation amount, no legal obstacle existed to the payment, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 26 paras. 1, 2, 6, 12 of Law 2882/2001; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: A final decision on compensation recipients and amounts constitutes res judicata, meaning the obligor cannot refuse payment based on doubt once the identity and sum are legally established.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation res judicata effect legal obstacle to payment identification of beneficiaries deposit and loan fund liability civil appeal dismissal statutory compensation rules

Cited Legislation

AI generated
Art. 26 paras. 1, 2, 6, 12 of Law 2882/2001
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 63 para. 1 of Law 2214/1994
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
Art. 25 para. 1 of Law 4464/1965

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 884 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 884/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7496/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5287/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των παρ. 1, 2, 6 και 12 του άρθρου 26 του ν. 2882/2001 ''Κώδικας Αναγκαστικών Aπαλλοτριώσεων Ακινήτων'', προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται αμετάκλητα με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη διάθεση του δικαστηρίου, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος για την είσπραξη της αποζημίωσης και, επιπροσθέτως, για το εμβαδόν των απαλλοτριωμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτών κτισμάτων (Ολ.ΑΠ 7/2013), τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται από το εμβαδόν και τον όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογράφησης (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέστη αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα. Με βάση το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση και εκείνη από την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο, κατ'

άρθρο 8 παρ. 1, εδαφ. α' του ν. 2882/2001, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατ' άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικά, έχει καταθέσει την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου (και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου), είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 εδαφ.

α' του ίδιου νόμου, να αποδώσει σε εκείνον που αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης το ποσό της αποζημίωσης που προκύπτει από αυτές. Με την καταβολή της αποζημίωσης στον δικαιούχο που αναγνωρίσθηκε δικαστικά, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκδικητή ή δικαιούχο.

Ευθύνη απέναντι σε αυτούς έχει εκείνος που εισέπραξε την αποζημίωση (άρθρο 8 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 εδαφ. α' του νόμου αυτού, κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση του ποσού που κατατέθηκε, λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, ήτοι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού, ως προς τις 1η και 2η παραγράφους του, με το άρθρο 76 παρ. 11 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ 90/Α'/18-4-2013), το Μονομελές Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωμένη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος της, με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 19 του ν. 2882/2001, όπως ίσχυαν πριν αντικατασταθούν από την παρ. 11 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, αρμόδιο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωμένη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος της, σύμφωνα δε με τη μεταβατική διάταξη του εδ.

β' της παρ. 11 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, η νέα ρύθμιση, σχετικά με το καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, καταλαμβάνει τις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν και δημοσιεύθηκαν μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του ως άνω νόμου (18-4-2013), καθώς και εκείνες για τις οποίες δεν είχε δημοσιευθεί η κήρυξή τους κατά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου στις 18-4-2013.

Αντίθετα η νέα ρύθμιση δεν εφαρμόζεται στις απαλλοτριώσεις, η κήρυξη των οποίων είχε ολοκληρωθεί μέχρι τις 18-4-2013, με τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν με την από 14-6-2016 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι είναι συνιδιοκτήτριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθεμιά του αναφερόμενου ακινήτου, εμβαδού 1.020,24 τ.μ., το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά δυνάμει των ...010/9-1-2007 και ...36/23-1-2008 ΚΥΑ, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της ...

στο τμήμα ... του νομού .... Ότι με την υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών προσδιορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους με Α.Κ.Π. 50 και αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης αυτής, η οποία, ανερχόμενη στο ποσό των 52.446,50 ευρώ, παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (καθού η αίτηση - αναιρεσείον).

Ότι το καθού η αίτηση Ταμείο εκτίμησε ότι η αποζημίωση που δικαιούνται ανέρχεται στο ποσό των 26.223,25 ευρώ, το οποίο τους απέδωσε στις 8 και 9-5-2014 και ότι αρνείται να τους καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 26.223,25 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το καθού η αίτηση Ταμείο να τους καταβάλει το ποσό των 26.223,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 9-5-2014 μέχρι την εξόφληση.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 7496/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι αιτούσες άσκησαν την από 28-12-2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5287/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή η αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε το καθού η αίτηση ΝΠΔΔ να καταβάλει στις αιτούσες κατ' ισομοιρίαν το ποσό των 26.223,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλη αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλη αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη (ΑΠ 43/2016).

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα εκδίκασε την από 28-12-2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 7496/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον αρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν το εν λόγω δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) αλλά το Μονομελές Εφετείο. Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν εκτεθεί, εκτός του ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αίτησης, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται, ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού η κήρυξη της προκειμένης απαλλοτρίωσης είχε ολοκληρωθεί με τη δημοσίευσή της στο ΦΕΚ 24/26-1-2007, δηλαδή πριν τη δημοσίευση του ν. 4146/ 2013, η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης και, επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/20017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 575/2016).

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5287/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την ...010/9-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, νομίμως δημοσιευθείσα (ΦΕΚ 24/26-1-2007) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη του δυτικού άξονα Β-Ν της ...

στο τμήμα ... και στο υποτμήμα από χ.θ. 0-005 έως χ.θ. 10+248, συνολική εδαφική έκταση 469.984,82 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ... του νομού ...... Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα... μεταξύ των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων είναι η ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50, με φερόμενο δικαιούχο κυριότητας τον Α. Σ. του Σ., και δη αγροτική έκταση εμβαδού 1.667,95 τ.μ...

Στη συνέχεια για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε η ...0010/23-1-2008 κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών, νομίμως δημοσιευθείσα, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, μεταξύ των οποίων και για την ιδιοκτησία ΑΚΠ 50. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα, που συνόδευε την ανωτέρω διόρθωση, που εγκρίθηκε με την Δ12/33843/12-5-2010 απόφαση της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Υποδομών και Δικτύων, μεταξύ των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων είναι α) η ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50, με φερόμενους δικαιούχους κυριότητας τις ενάγουσες κατ' ισομοιρία και δη κατά ποσοστό 50% εκάστη (20% πλήρους + 30% ψιλής) και επικαρπίας ποσοστού 60% τον πατέρα τους Α.

Σ. του Σ., πρόκειται δε για αγροτική έκταση εμβαδού 1.020,24 τ.μ.. που αποτυπώνεται στο διάγραμμα που συνοδεύει τον πίνακα με στοιχεία 258-5γ-8γ-301-297-258 μετά των επ' αυτής ελαιοδένδρων (19 μεγάλων + 2 μεσαίων + 3 μικρών) και συρματοπερίφραξης ύψους 1,2 μ. και μήκους 40,9 μ. και β) η ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50Α, με φερόμενους δικαιούχους κυριότητας τους Σ.

Σ. του Α. κατά ποσοστό 20%, Χ. Σ. του Α. κατά ποσοστό 20% και Α. Σ. του Α. κατά ποσοστό 60%, πρόκειται δε για αγροτική έκταση εμβαδού 647,71 τ.μ., που αποτυπώνεται στο διάγραμμα που συνοδεύει τον πίνακα με στοιχεία 5γ-257-256-305-303-6γ-5γ. Με την 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που συνεκδίκασε αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ως υπόχρεου προς αποζημίωση, με αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των δικαιούχων της αποζημίωσης, μεταξύ των οποίων και των νυν εναγουσών, μεταξύ των άλλων καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 50 και 50Α σε 50 ευρώ/τ.μ.

εδάφους, για τη συρματοπερίφραξη της ιδιοκτησίας ΑΚΠ 50 σε 20 ευρώ/γμ και για τα ελαιόδενδρα της ΑΚΠ 50 ιδιοκτησίας σε 300 ευρώ (τα μεγάλα), 250 ευρώ (τα μεσαία) και σε 150 ευρώ (τα μικρά) και β) αναγνωρίσθηκαν οι ενάγουσες και ο πατέρας τους Α. Σ. αποκλειστικοί δικαιούχοι της αποζημίωσης της ΑΚΠ 50 ιδιοκτησίας. Στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση (240/2012), συμμετείχαν και οι φερόμενοι ιδιοκτήτες της ΑΚΠ 50Α ιδιοκτησίας..., πλην όμως δεν άσκησαν ιδιαίτερη αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης, ούτε ανταίτηση, ούτε παρέμβαση για την ΑΚΠ 50 ιδιοκτησία, ούτε όμως και για την ΑΚΠ 50Α ιδιοκτησία τους, διότι τα σχετικά δικαιώματά τους είχαν αναγνωρισθεί με την 69/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και είχαν ήδη εισπράξει την αποζημίωση, όπως ισχυρίσθηκε το εναγόμενο Ταμείο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Για τα παραπάνω ακίνητα (ΑΚΠ 50 και ΑΚΠ 50Α) μετά των επικειμένων τους, σύμφωνα με τον από 4-6-2014 οριστικό πίνακα παρακατάθεσης που συνέταξε η Γενική Διεύθυνση Τεχνικής Υποστήριξης και Λοιπών Έργων (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων) του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, παρακατατέθηκαν στο εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα ποσά των 52.446,50 ευρώ (για το ΑΚΠ 50) με δικαιούχους τις ενάγουσες και τον Α.

Σ. (ως επικαρπωτή) και 2.850,50 ευρώ (για το ΑΚΠ 50Α) με δικαιούχους τους Χ. Σ. του Α. κατά ποσοστό 20%, Σ. Σ. του Α. κατά ποσοστό 20% και τον Α. Σ. του Σ. κατά ποσοστό 60%. Επειδή ο επικαρπωτής της ιδιοκτησίας ΑΚΠ 50 Α. Σ. απεβίωσε την 19-12-2012, οι ενάγουσες, ως πλήρεις, πλέον, κυρίες κατά ποσοστό 50% εκάστη με την υπ' αριθμ. πρωτ. 136466/14-12-2015 αίτησή τους προς το εναγόμενο, ζήτησαν να τους καταβληθεί κατ' ισομοιρίαν η αποζημίωση για την ΑΚΠ 50 ιδιοκτησία, πλην όμως το εναγόμενο τους κατέβαλε μόνο το ήμισυ του παρακατατεθέντος ποσού, 26.223,25 ευρώ, αρνούμενο να αποδώσει το υπόλοιπο με την αιτιολογία ότι υπάρχει διπλή αναγνώριση δικαιούχων.

Για τη θεμελίωση της άρνησής του επικαλέσθηκε την προρρηθείσα 69/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.771,55 ευρώ στους Σ. Σ. του Α., Χ. Σ. του Α. και Α. Σ. του Σ.. Εντούτοις, η άρνηση αυτή του εναγομένου Ταμείου, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστήριου, θεωρείται μη σύννομη, διότι η παρακατάθεση της αποζημίωσης από το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο έγινε με βάση την 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών (όπως, άλλωστε, αναγράφεται στον ίδιο τον πίνακα παρακατάθεσης), η οποία αναφορικά με την ιδιοκτησία ΑΚΠ 50 αναγνώρισε ως μοναδικές δικαιούχους τις ενάγουσες και τον επικαρπωτή πατέρα τους, οι δε Σ.

Σ. του Α., Χ. Σ. του Α. και Α. Σ. του Σ. από το 2012, που φέρεται να εισέπραξαν το ποσό των 1.771,55 ευρώ και εντεύθεν ουδόλως αξίωσαν επιπλέον αποζημίωση για την ΑΚΠ 50 ιδιοκτησία, αναγνωρίζοντας εν τοις πράγμασι ότι αποκλειστικές δικαιούχοι είναι οι ενάγουσες. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε σύννομη την άρνηση του εναγομένου Ταμείου να αποδώσει στις ενάγουσες ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης, έσφαλε αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει να γίνει δεκτός και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης και η έφεση στο σύνολό της".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2, 3 και 4, και 26 παρ. 1, 2 και 12 του ν. 2882/2001, αφού δέχεται ότι το αναιρεσείον αρνείται, παρά και την εντολή που του δόθηκε από το υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης Ελληνικό Δημόσιο με τον από 4-6-2014 πίνακα παρακατάθεσης αποζημίωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες που αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης, όπως αυτή καθορίσθηκε δικαστικά, το αναφερόμενο γι' αυτές και τον αποβιώσαντα επικαρπωτή πατέρα τους Α.

Σ. χρηματικό ποσό των 52.446,50 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναγράφεται στον οικείο πίνακα παρακατάθεσης αποζημιώσεως, που συντάχθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου σε συμμόρφωση της 240/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που προσδιόρισε οριστικά την τιμή μονάδας αποζημίωσης και αναγνώρισε τις αναιρεσίβλητες και τον πατέρα τους δικαιούχους της εν λόγω αποζημίωσης.

Γι' αυτό είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλει το αναιρεσείον, με τους δεύτερο από τον αριθμό 1 και τρίτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ότι για την ιδοκτησία με ΑΚΠ 50 είχε εκδοθεί η 69/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία αναγνώρισε δικαιούχους αποζημίωσης αυτής τους Α., Χ.

και Σ. Σ., και ότι με βάση την απόφαση αυτή κατέβαλε στους ανωτέρω το ποσό των 1.771,55 ευρώ, ως προσωρινή αποζημίωση, και το ποσό που παρέμενε αδιάθετο στο Ταμείο δεν ήταν εκείνο των 26.223,25 ευρώ, που υποχρεώθηκε να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά εκείνο των 24.451,70 ευρώ (26.223,25 - 1.771,55), καθόσον, όπως με επάρκεια και πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την ένδικη απαλλοτρίωση εκδόθηκε νεώτερη υπουργική απόφαση (η 1003858/ 336/Δ0010/23-1-1008) με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης και η με ΑΚΠ 50 ιδιοκτησία, εμβαδού 1.667,95 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Α.

Σ., διαχωρίσθηκε στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50 εκτάσεως 1.020,24 τ.μ. και φερόμενους ιδιοκτήτες τις αναιρεσίβλητες και τον πατέρα τους Α. Σ. και στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50Α εκτάσεως 647,71 τ.μ. και φερόμενους ιδιοκτήτες τους Σ., Χ. και Α. Σ.. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 50 και ΑΚΠ 50Α, και αναγνώρισε δικαιούχους αποζημίωσης για την ΑΚΠ 50 ιδιοκτησία τις αναιρεσίβλητες και τον πατέρα τους Α.

Σ., ενώ με τον από 4-6-2014 οριστικό πίνακα παρακατάθεσης, που συντάχθηκε σύμφωνα με την ανωτέρω 240/2012 απόφαση, κατατέθηκε για μεν την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50 το ποσό των 52.446,50 ευρώ, για δε την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 50Α το ποσό των 2.850,50 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.771,55 ευρώ που έχει καταβληθεί στους Σ., Χ.

και Α. Σ.. Συνακόλουθα οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά τα άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1468/1984, όπως τρποποποιήθηκε με τα άρθρα 63 του ν. 2214/1994 και 10 παρ. 2 του ν. 2516/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος ''Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου'', που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 εδ. δ' ΕισΝΑΚ, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν οφείλει τόκο υπερημερίας από την όχλησή του για την απόδοση της παρακαταθήκης, αλλά μόνο από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΕΔ 7/2011) με επιτόκιο 6% ετησίως (ΑΕΔ 25/2012), όπως ισχύει και για τις οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ (άρθρο 7 παρ. 2 ν.δ.356/1974 ''Περί λογιστικού των ΝΠΔΔ'', που εξακολουθεί να ισχύει κατ' άρθρο 11 παρ. 1 ν. 4337/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του π.δ. της 30-12-1926/3-1-1927 ''περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών...'', οι υποχρεωτικές παρακαταθήκες στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διακρίνονται σε δικαστικές, εγγυοδοτικές και διοικητικές και οι δικαστικές "είτε εις μετρητά είτε αυτούσιοι ουδένα αποφέρουν εκ του Ταμείου τόκον εις τον δικαιούχον...".

Στις ενδεικτικά αναφερόμενες δικαστικές παρακαταθήκες περιλαμβάνονται και ''αι εκ του τμήματος και χάριν δημοσίας ωφελείας απαλλοτριουμένων κτημάτων...'' (άρθρ. 3 περ. 8). Με το άρθρο 18 παρ. 3 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ακόμη ότι και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωμένο να προβεί σε απόδοση στο δικαιούχο του ποσού που παρακατατέθηκε μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή το αργότερο μέσα στην επόμενη εργάσιμη ημέρα, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.

Τέλος, με το άρθρο 1 παρ. 1 του από 19/20-11-1935 α.ν. "Περί προσθήκης διατάξεων τινων εις τον Οργανισμόν του ΤΠΔ" ορίζεται ότι "εις ας περιπτώσεις κατά τον νόμον ο οφειλέτης προς απαλλαγήν των υποχρεώσεών του ενεργεί δικαστικήν παρακαταθήκην της οφειλής του, το Ταμείον, εφ' όσον δεν αρθή κατά νόμιμον τρόπον το εν τω προσώπω του πιστωτού κώλυμα και εν γένει η περί του προσώπου του πιστωτού αμφιβολία, εναγόμενον δεν υποχρεούται εις πληρωμήν τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων".

Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν αποκλείεται γενικά η καταδίκη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σε καταβολή τόκων υπερημερίας και μπορεί έτσι αυτό, στο οποίο έχει κατατεθεί, η κατά το άρθρο 8 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οφειλόμενη για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου αποζημίωση, να καταδικασθεί στην καταβολή τέτοιων τόκων, αν αρνηθεί την απόδοση της αποζημίωσης στον δικαιούχο που δικαστικά αναγνωρίσθηκε, εφόσον, ως προς το πρόσωπο αυτού, δεν υπάρχει αμφιβολία (ΑΠ 356/2017, ΑΠ 575/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, υποχρεώθηκε το Ταμείο να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες κατ' ισομοιρίαν το ποσό της οφειλόμενης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου τους αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, αν και το ίδιο (αναιρεσείον) δεν αρνήθηκε αδικαιολόγητα την απόδοση της αποζημίωσης αυτής, αλλά, όπως είχε προβάλλει ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είχε εύλογη αμφιβολία ως προς τα πρόσωπα των δικαιούχων της αποζημίωσης.

Όμως, όπως έχει αναφερθεί, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παρακατάθεση της αποζημίωσης από το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο έγινε με βάση την 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία αναγνώρισε ως μοναδικούς δικαιούχους της αποζημίωσης της με ΑΚΠ 50 ιδιοκτησίας, εμβαδού 1.020,24 τ.μ., τις αναιρεσίβλητες και τον επικαρπωτή πατέρα τους και ότι εκ του λόγου αυτού, δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπήρχε νόμιμο κώλυμα στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σ' αυτές ολόκληρου του ποσού των 52.446,50 ευρώ, ούτε υπήρχε αμφιβολία ως προς το πρόσωπό τους, ούτε ως προς το ύψος της αποδοτέας αποζημίωσης.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις νόμων και επομένως ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994 και 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 12 του ν. 1738/ 1987, 25 παρ. 1 του ν. 4464/1965, όπως ισχύει, άρθρο 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2018 αίτηση αναίρεσης του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της 5287/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ