Legislator Case Law & Legislation
575/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to defendants' absence and procedural compliance.

Case Number 575/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a final eviction judgment. The defendants failed to appear at the hearing despite receiving proper legal summons, and the lower court correctly ruled that the claim was due regardless of the appellant's procedural delays. Consequently, the court found the appeal arguments regarding the statute of limitations and lack of liability to be unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576§2, 568§1, 498§1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte whether the absent defendant was properly summoned and, if so, proceed with the hearing despite their absence.

Keywords

AI generated
eviction proceedings appeal dismissal absence of defendants statute of limitations procedural compliance legal summons court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576§2 of the Code of Civil Procedure
Article 568§1 of the Code of Civil Procedure
Article 498§1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 2183/2007
Case 12/1991
Case 15/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 575 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 575/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", νομίμως εκπροσωπουμένου, που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Λ. του Μ., 2) Λ. Λ. του Μ., 3) Ε. Λ. του Μ. και 4) Σ. Λ. του Β., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2010 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2013 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 1-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 8-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, Σ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΟλΑΠ15/2000).

Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ683/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με ειδικότερη αιτίαση του με στοιχ. Β μέρους του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.14ΚΠολΔ το αναιρεσείων αιτιάται ότι η κατ’ αυτού στρεφόμενη αίτηση των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία εδίωκαν την απόδοση της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση που είχε παρακατατεθεί σ’ αυτό, ήταν αόριστη, διότι δεν ανέφεραν περιστατικά που να καθιστούσαν την άρνησή του παράνομη.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο (που δεν είχε άλλωστε προταθεί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον αυτού προτάσεων του αναιρεσείοντος).

Στο άρθρο 8 παρ.1, 2 και 3 του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων), ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ’ άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, αφού η ενδιαφέρουσα απαλλοτρίωση κηρύχθηκε και συντελέστηκε υπό την ισχύ του, ορίζονται τα ακόλουθα:1."Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π..Δ.) την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου." 2. "Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στο δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε αφού προσκομισθεί σε αυτό τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση και στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων ..." και 3. "Κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο δικαιούχο του ποσού που κατατέθηκε, λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 και επόμενων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".

Συνεπώς, (και) με τη δημόσια αυτή κατάθεση εκπληρώνεται η υποχρέωση προς καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως και περατώνεται η δημοσίου δικαίου σχέση από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 εδάφ. β του Συντάγματος σε συνδυασμό προς το άρθρο 431 του ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 830 παρ. 1 εδάφ.

α’ του ΑΚ η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει εξουσία να τα χρησιμοποιεί, οπότε ο θεματοφύλακας, σύμφωνα με την περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 του ΑΚ, αποκτά την κυριότητα των παρακατατεθέντων, υποχρεούμενος να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 411 του ΑΚ επί υποσχέσεως υπέρ τρίτου ο τρίτος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν, που υποσχέθηκε, αν προκύπτει τέτοια θέληση των συμβληθέντων μερών ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως. Αυτονόητο είναι ότι το άμεσο αυτό δικαίωμα έχει ο τρίτος και όταν τούτο προκύπτει απευθείας από το νόμο.

Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι επί δημόσιας κατάθεσης, δικαστικά προσδιορισμένης, αποζημίωσης για αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αφού προδήλως έχει εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων της εν λόγω αποζημίωσης (όπως προς δανειοδότηση τρίτων, εξόφληση άλλων υποχρεώσεων του κλπ), αποκτά, όπως επί δανείου, την κυριότητα των χρημάτων αυτών και έχει ενοχική υποχρέωση να αποδώσει ίσο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο, ο οποίος θα αναγνωρισθεί δικαστικά.

Ο δικαιούχος αυτός έχει σε κάθε περίπτωση, βάσει της φύσης και του σκοπού της σύμβασης παρακατάθεσης, το δικαίωμα να απαιτήσει απευθείας από το Ταμείο το εν λόγω ποσό. Πρόκειται, λοιπόν, για γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, η οποία λειτουργεί ως δάνειο και η οποία έχει χαρακτήρα σύμβασης του αστικού δικαίου.

Η εκπλήρωση συνεπώς της αντίστοιχης υποχρέωσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ανάγεται στην διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του, στην οποία και περιέρχεται κατά νόμον το κατατιθέμενο χρηματικό ποσόν και η δικαστική επιδίωξη της απόδοσης της κατατεθείσας σε αυτό αποζημίωσης στους αναγνωρισθέντες δικαστικώς δικαιούχους αυτής, ως κυρίους του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ ή άρνησή του να την αποδώσει δεν συνιστά αδικοπραξία, στηριζόμενη στα άρθρα 105, 106 Εισ.Ν.Α.Κ (ΑΕΔ6/2001, ΑΠ1451/2012).

Εξάλλου, στην έννοια των διαφορών της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 8 του ν. 2882/2001, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία και δικάζουν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εμπίπτουν και οι αξιώσεις για οφειλόμενους τόκους επί του ποσού της κατατεθείσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ακινήτου (ΑΠ514/2015).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1, 7, 8, 9, 22, 26 - 29 του άνω νόμου, από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει τελεσίδικα την οφειλομένη για την απαλλοτρίωση αποζημίωση, η απαίτηση του ιδιοκτήτη για την καταβολή της είναι γεννημένη και απαιτητή και ο τελευταίος δικαιούται να την αξιώσει και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ1977/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 340,341,345,346 ΑΚ, 221§1περ.γ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 7§2 ν. δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού ΝΠΔΔ", που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, οριζόμενος εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση των ΝΠΔΔ, όπως είναι και το αναιρεσείον Ταμείο, προς καταβολή τόκων επί των χρηματικών οφειλών τους αρχίζει μόνον από την επίδοση σχετικής, ακόμη και αναγνωριστικής, αγωγής (ΑΕΔ7/2011,ΑΠ1286/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε "εκ λόγων δικαίου και επιεικείας προς τον δανειστή, αφού επιρρίπτει τον κίνδυνο του δικαστικού αγώνα στον (και αναίτιο ακόμη) οφειλέτη, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής που αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος, ο οφειλέτης χρεωστεί νόμιμους τόκους από της επιδόσεως σ’ αυτόν της αγωγής, ανεξάρτητα από την υπερημερία ή υπαιτιότητά του για την καθυστέρηση (ΟλΑΠ20/2003).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Επίσης, κατά το άρθρο 59 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Τέτοιου είδους πλημμέλεια λαμβάνει χώρα και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς, για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 514/2015).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ.4ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται. υπόθεσης που δεν ανήκει στην δικαιοδοσία τους. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά, κατά πιθανολόγηση, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ.11042835/2687/0010/22-4-2008 κοινής απόφασης των υπουργών οικονομίας οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, δημοσιευθείσας στο ΦΕΚ 170/13-5-2008,κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 13.552,58 τ.μ.

υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του νέου Λιμένος Ηγουμενίτσας - Φάση Β. Η έκταση αυτή αποτυπώνεται στο από Οκτωβρίου 2005 κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα που έχουν συντάξει οι Γ. Θ., Σ. Ν. και Π. Κ. και έχει θεωρηθεί υπό του Προϊσταμένου του Τμήματος Μελετών Δ.

Γ. στις 4-7-2006. Μεταξύ των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων περιλαμβάνονται και ιδιοκτησίες των αιτούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων). Για τον καθορισμό της αποζημίωσης των εν λόγω ιδιοκτησιών εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 25/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας και με την υπ’ αριθ. 13/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αναγνωρίστηκαν οι αιτούντες δικαιούχοι της αποζημίωσης αυτής.

Το υπόχρεο σε αποζημίωση των ιδιοκτητών, των, με βάση την ως άνω απαλλοτρίωση, απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών, Ελληνικό Δημόσιο, προς εκπλήρωση της υποχρέωσής του να τους αποζημιώσει, παρακατέθεσε στο καθ’ ού (ήδη αναιρεσείον) το ποσό των 4.409.522,40 ευρώ στις 7-7-2010 υπέρ των αιτούντων. Το καθ’ ού, συνομολόγησε πρωτοδίκως και με το εφετήριο τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και ουδόλως επικαλέστηκε ότι υπήρξε αμφισβήτηση ως προς τα πρόσωπα των αιτούντων ως δικαιούχων της αποζημίωσης ...

Οι αιτούντες ζήτησαν την καταβολή του εν λόγω ποσού, αλλά το καθ’ ού αρνήθηκε, όπως καθ’ υποφορά με την έφεση του, συνομολογεί. Μετά την επίδοση της υπό κρίση αίτησης, και πριν αυτή συζητηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το καθ’ ού κατέβαλε στους αιτούντες ολόκληρο το ποσό της παρακατατεθείσας αποζημίωσης στις 2-9-2010.

Ενόψει της εξόφλησης της κυρίας απαίτησης, οι αιτούντες νομότυπα και παραδεκτά επ’ ακροατηρίου, προτού συζητηθεί η αίτηση, δήλωσαν ότι παραιτούνται από το αίτημα καταβολής του κεφαλαίου, ως εκ του ότι είχε εξοφληθεί υπό του καθ’ ού και ότι εισάγουν την αίτηση μόνο ως προς τους νομίμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της επίδοσής της.

Επομένως. το καθ’ ού, που αρνήθηκε την καταβολή της αποζημίωσης, αν και είχε παρακατατεθεί σ’ αυτό υπό του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, οφείλει τόκους υπερημερίας από την επόμενη της επίδοση της κρινομένης αίτησης (30- 7-2010),διότι η σχετική απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου γεννάται αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης, περί καθορισμού της αποζημίωσης, δικαστικής αποφάσεως....

και από του χρονικού αυτού σημείου μπορεί ο δικαιούχος να εγείρει ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου, την αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή, η επίδοση της οποίας και μόνο δημιουργεί υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. (όπως στην προκειμένη περίπτωση, του καθ’ ού αφού είχε καθ’ ομολογία του, παρακατατεθεί σ’ αυτό, το ποσό της ένδικης αποζημίωσης), για καταβολή τόκων υπερημερίας.

Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι το καθ’ ού αρνήθηκε την απόδοση στους αιτούντες, της ήδη παρακατατεθειμένης σ’ αυτό αποζημίωσης, κατέστη υπερήμερο με την επίδοση της αίτησης μέχρι την 2-9-2010 που την εξόφλησε ολοσχερώς. Τα αντίθετα που ισχυρίζεται το καθ’ ού με την έφεση, επικαλούμενο γραφειοκρατικούς λόγους μη οφειλομένους στο ίδιο και έλλειψη υπαλληλικού προσωπικού, ως προς την καθυστέρηση εξόφλησης, είναι παντελώς αβάσιμα και απορριπτέα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του καθού, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και τους επιδίκασε δικονομικούς τόκους επί της κατατεθείσας στο αναιρεσείον αποζημίωσης, από την απαλλοτρίωση εδαφικών εκτάσεων ιδιοκτησίας τους.

Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς δέχθηκε ότι η επίμαχη διαφορά οφειλής τόκων υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και μπορούσε να αποδειχθεί με πιθανολόγηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ως παρεπόμενη του κυρίου αιτήματος της καταβολής της αποζημίωσης, και επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες, αναιρετικοί λόγοι τρίτος (κατ’ εκτίμηση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.10 και όχι 1, 19 και 14), εφόσον με αυτόν προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ένδικη διαφορά απόδοσης τόκων δεν μπορούσε να επιλυθεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τέταρτος για παράβαση επίσης του άρθρου 559 αριθμ. 10, συμφωνά με τον οποίο εσφαλμένα το Δικαστήριο αρκέστηκε σε πιθανολόγηση και πέμπτος για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 4 με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της εν λόγω διαφοράς, είναι αβάσιμοι.

Η ειδικότερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στον τέταρτο λόγο της αίτησης για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. ΙΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 175ΚΠολΔ και του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/12 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, είναι απαράδεκτη, διότι κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,δεν περιέχει η διάταξη του νόμου περί δικαστικού ενσήμου, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ1320/2010).

Περαιτέρω, δεχόμενο τα ανωτέρω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,2,3 του ν.2882/2001, 340,341,345,346 ΑΚ, 221§1περ.γ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 7§2 ν. δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού ΝΠΔΔ", τις οποίες δεν παρεβίασε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την αποδοχή της ένδικης αίτησης των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος που νομιμοποιείτο παθητικά(και όχι του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αβασίμως υποστηρίζει το τελευταίο)ως προς την καταβολή των δικονομικών τόκων, ήτοι από την επίδοσή της στο αναιρεσείον μέχρι την εξόφληση του κεφαλαίου, επί της αιτούμενης με αυτή αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, ως προς την οποία και μόνο, παραιτήθηκαν με σχετική δήλωσή τους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, λόγω της εξόφλησής τους από το αναιρεσείον, εισάγοντας προς συζήτηση το υπόλοιπο ,μη εξοφληθέν, μέρος της απαίτησης τους, ήτοι τους περιλαμβανόμενους στην αίτησή τους δικονομικούς τόκους.

Ειδικότερα, η δήλωση των ήδη αναιρεσιβλήτων ότι επειδή ικανοποιήθηκαν, λόγω καταβολής του κεφαλαίου της απαίτησής τους, παραιτούνται απ’ αυτό και εισάγουν την αίτησή τους μόνον για τους δικονομικούς τόκους, δεν συνιστά παραίτηση από του δικογράφου της αίτησης με την έννοια της ανάκλησης της διαδικαστικής πράξης, ούτε περιορισμό του αιτήματος, μη εφαρμοζόμενης στη προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 295 παρ.1εδ.βΚΠολΔ (πρβλ.

ΑΠ 1637/1984) αλλά εισαγωγή μέρους του αρχικώς αιτηθέντος, κατ’ αρθρ. 108 του ΚΠολΔ. Επομένως, η ανωτέρω δήλωση των αναιρεσιβλήτων, δεν συνιστούσε παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησής τους και δεν επέφερε ανατροπή των ουσιαστικών της αποτελεσμάτων, όπως αυτό από το άρθρο 346ΑΚ. Εξάλλου, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, από το Εφετείο, ότι είχε ήδη καθοριστεί τελεσίδικα η οριστική τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης και ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν αναγνωρισθεί δικαιούχοι αυτής, ορθώς έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ένδικη αξίωσή τους ήταν γεγεννημένη και απαιτητή, ανεξαρτήτως από τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει το αναιρεσείον για την καταβολή της.

Συνακόλουθα, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τους πρώτο με στοιχ.Α και δεύτερο με στοιχ.Α λόγους της αναίρεσης το αναιρεσείον, επικαλούμενο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.ΙΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Από τις ίδιες παραδοχές, εξάλλου της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δή την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Η διηγηματική αναφορά της προσβαλλόμενης, ότι "οι αιτούντες ζήτησαν την καταβολή του εν λόγω ποσού (εννοεί της αποζημίωσης) αλλά το καθ’ ού αρνήθηκε, όπως καθ’ υποφορά με την έφεσή του συνομολογεί", δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού το αντικείμενο αυτής ήταν οι δικονομικοί, ενεργοποιηθέντες με την επίδοση της αίτησης, τόκοι και μόνο.

Επομένως τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον δεύτερο με στοιχ. Β λόγο αναίρεσης για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19ΚΠολΔ,είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2183/2007). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επίσης αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με ειδικότερη αιτίαση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.8ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί έλλειψης υπαιτιότητάς του για την καθυστέρηση καταβολής του παρακατατεθέντος σ’ αυτό ποσού της αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, εφόσον η τυχόν έλλειψη υπερημερίας του, όπως προαναφέρθηκε, δεν απαλλάσσει το αναιρεσείον από την καταβολή των επιδικασθέντων δικονομικών τόκων, πέραν του ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, με την παραδοχή, ότι "Τα αντίθετα που ισχυρίζεται το καθ’ ού με την έφεση, επικαλούμενο γραφειοκρατικούς λόγους, μη οφειλόμενους στο ίδιο και έλλειψη υπαλληλικού προσωπικού, ως προς την καθυστέρηση εξόφλησης, είναι παντελώς αβάσιμα και απορριπτέα".

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 134/2013 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ