Appeal dismissed for inadmissibility as the appellant failed to prove prior submission of arguments at the Court of Appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred on issues of employer status, statute of limitations, and tax deductions, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appellant failed to demonstrate that these specific arguments were previously submitted to the Court of Appeal as grounds for appeal, a mandatory requirement for admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArt. 648 para. 1 Civil Code; Art. 559 para. 1 Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove that the substantive arguments relied upon were previously submitted to the Court of Appeal as grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 884 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 884/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάπο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πουλόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2011 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 1171/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4447/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 2/12/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 22/3/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
l.-Κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ’ ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ’ ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως, εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου.
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 805/2011).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει, όμως, να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεως του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας εν γένει και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 994/2013, ΑΠ 1133/2012).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του.
Εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλει τον μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο θεσμός αυτός του γνήσιου "δανεισμού" δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ όπου κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός.
Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία. Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία.
Η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο. Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη.
Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π., ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή.
Επίσης σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία ( ΑΠ 1160/2015, ΑΠ 800/2014).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3 198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βούλησης του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί λύσεως της συμβάσεως του εργαζομένου.
Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακή ς σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ’ αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας.
Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται, κατ’ αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά παραμένει ενεργός (ΑΠ 368/2013), (γ) ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως ως άνω την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση ή επαναπροσλάβει (ορθότερα, επαναπασχολήσει) τον ακύρως απολυθέντα (ΑΠ 698/2010, ΑΠ 924/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων κατάρτισε προφορικά με τους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης, που έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας τα γεωτεχνικά έργα και τις έρευνες υπεδάφους, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου ο ενάγων να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος της εναγομένης και ειδικότερα ως εμπειροτέχνης με καθήκοντα εργαστηριακού τεχνικού, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες ποιοτικού ελέγχου, διενέργειας θραύσεων δοκιμίων, ελέγχου ποιότητας υλικού καθώς και υπηρεσίες ηλεκτρονικής υποστήριξης.
Ως χρόνος εργασίας του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί το ωράριο 08.30 - 16.30, ήτοι 40 ώρες εβδομαδιαίως επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και ως μισθός είχε συμφωνηθεί συνολικά το ποσό των 2840 ευρώ (1.700 Ευρώ πλέον 400 ευρώ για ενοίκιο οικίας, το οποίο αποτελούσε μέρος του μισθού και επιπλέον η εργοδότρια είχε αναλάβει την υποχρέωση καταβάλει στον ενάγοντα τον αναλογούντα ΦΠΑ ύψους 483 ευρώ (23% επί των 2100 ευρώ) και τις εισφορές του ενάγοντος στο πρώην ΤΕΒΕ και τώρα ΟΑΕΕ (257 ευρώ μηνιαίως), γιατί ο ενάγων είχε υποχρεωθεί να προβεί σε έναρξη επαγγέλματος ως ελεύθερος επαγγελματίας προκειμένου να καλυφθεί η σχέση εξαρτημένης εργασίας και να φαίνεται ως σύμβαση έργου, γεγονός που συντελέστηκε με την υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών.
Δυνάμει του από 20-2-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο χαρακτηρίστηκε από τα μέρη ως "σύμβαση παροχής υπηρεσιών", ο ενάγων υπό την ιδιότητα του "συμβούλου" ανέλαβε από τις 20-2-2008 τη συντήρηση του εργαστηριακού εξοπλισμού, τη συντήρηση του δικτύου ηλεκτρονικών υπολογιστών καθώς επίσης και το σχεδίασμα της επέκτασης του δικτύου των ηλεκτρονικών υπολογιστών του κεντρικού εργαστηρίου με το εξωτερικό εργαστήριο της εναγομένης εταιρείας, δεδομένου ότι η εναγόμενη δυνάμει της από 19-2-2008 σύμβασης με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." είχε αναλάβει την εγκατάσταση, επάνδρωση και λειτουργία εργοταξιακού εργαστηρίου για τις ανάγκες του έργου "αποπεράτωση- ολοκλήρωση και λειτουργία του ...
στη θέση ... του νομού Μεσσηνίας", η δε αμοιβή του προσδιορίστηκε στο συνολικό ποσόν των 2.245 € πλέον ΦΠΑ της τάξης του 19%, καταβαλλομένη με παράλληλη έκδοση από την πλευρά του ενάγοντος του αντιστοίχου νομίμου παραστατικού και δη απόδειξης παροχής υπηρεσιών (Α.Π.Υ.) Ορίζεται ημερομηνία έναρξης του έργου (20-2-2008), χωρίς να προσδιορίζεται ειδικός χρόνος αποπεράτωσης του.
Επακολούθησε η υπογραφή νέων συμφωνητικών, με ίδιο περιεχόμενο, τα οποία καταρτίστηκαν εκ μέρους του ενάγοντος και της ανήκουσας στον ίδιο οικογενειακό όμιλο συμφερόντων εταιρία με την επωνυμία "... α.ε", με ημερομηνίες 3-4-2008, 3-10-2008, 3-1-2009, 27-10-2009, 7-1-2010 και 12-4- 2010. Εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η εναγομένη καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος των ως άνω συμβάσεων.
Η σχέση που συνέδεε το ενάγοντα με την εναγομένη ήταν της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα του τεχνικού εργαστηρίου - εμπειροτέχνη κα όχι της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ισχυρίζεται η εναγομένη. Η εναγομένη στις 12-10-2010 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς να καταβάλλει σ’ αυτόν την νόμιμη αποζημίωση του.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο που έκρινε ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης εργασίας ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια κατέληξε στην κρίση του ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, 1) το ποσό των 22.720 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του 8 μηνών, ήτοι από Οκτώβριο έως και Μάιο 2010 (2840 Χ 8 ), 2) το ποσό των 1420 ευρώ για επίδομα αδείας και το ποσό των 1972 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2010, 3) το ποσό των 1363,2 για αποδοχές αδείας 12 ημερών, 4) το ποσό των 2.726,4 ευρώ για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης των άνω ημερών αδείας, αν και ζητήθηκαν νομίμως από τον ενάγοντα, 5) το ποσό των 7.702 ευρώ για εργασία του για 66 Σάββατα των ετών 2007-2010, 6) το ποσό των 735 ευρώ για αποζημίωση εκτός έδρας 17 ημερών το έτος 2010, 7) το ποσό των 130 ευρώ, 840 ευρώ και των 140 ευρώ για επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, αντίστοιχα, για τα έτη 2008, 2009 και 2010 και 8) το ποσό των 3.521 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών Ιουνίου έως και Σεπτεμβρίου 2010 και συνολικά, για όλες τις άνω αιτίες, το ποσό των 41.906,4 ευρώ.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 39.204,4 ευρώ και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2702 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ακόμη, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, διότι διέλαβε στην απόφαση του σαφείς ,επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί των ανωτέρω ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό την τυπική και αόριστη επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., πλήττεται η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 142/2013).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 142/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, που έκρινε, 1) ότι η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται παθητικώς ως εναγομένη, 2) ότι δεν έχει παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για άσκηση της αγωγής και 3) ότι στον συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό του αναιρερεσιβλήτου περιλαμβάνονταν και ο αναλογών φόρος προστιθέμενης αξίας ποσού 483 ευρώ, που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος με βάση τα εκδοθέντα από αυτόν τιμολόγια, και οι βαρύνουσες τον αναιρεσίβλητο ασφαλιστικές εισφορές ποσού 257 ευρώ προς το πρώην ΤΕΒΕ και τώρα TEE, παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955 και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648,649 και 653 ΑΚ, 1 και 95 της Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" (που κυρώθηκε με τον ν.3248/1955), 2 περ.
ε’ του ν.3896/2010, 45 και 54 παρ.1 του ν.2238/1994 και 22 παρ.2β’ του ν.2084/1992 και στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, στους οποίους στηρίζονται, προτάθηκαν από αυτή νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγους της έφεσης της ή των προσθέτων λόγων της ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από2-12-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ, αριθμό 4447/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο, τα δικαστικά έξοδα αυτού τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ