Legislator Case Law & Legislation
805/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional ground, upholding labor contract classification under transitional law.

Case Number 805/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the status of public sector employees. The plaintiffs argued for indefinite-term contracts based on continuous employment, while the defendant municipality contended for fixed-term agreements. The court ruled that jurisdictional errors do not constitute grounds for appeal and that the specific transitional provisions of the relevant decree applied to these successive fixed-term contracts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 and 559 of the Code of Civil Procedure; Jurisdictional errors do not constitute grounds for appeal, and successive fixed-term contracts covering permanent public needs do not automatically convert to indefinite-term contracts absent specific transitional provisions.

Keywords

AI generated
jurisdictional error appeal successive fixed term contracts transitional provisions application public sector employment permanent needs coverage

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 553 and 559, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 307, paragraph 2 of Presidential Decree 410/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 805 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αρμοδιότητα κατά τόπο, η παραβίαση των σχετικών διατάξεων, που είναι δικονομικές, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο. Εργοδότης, κριτήρια για την ιδιότητα αυτή. Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών στο δημόσιο τομέα (ΟΤΑ) και εφαρμογή μεταβατικής διάταξης άρθρου 11 π.δ. 164/2004. Δικαστικά έξοδα σε βάρος ΟΤΑ. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 805/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Γιαννιτσών", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Καπουρτζούδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Δ. του Χ., 2) Μ. Ζ. του Δ., 3) Δ. Ζ. του Ε., 4) Α. Λ. του Χ., 5) Α. Ν. του Γ., 6) Α. Π. του Σ., 7) Α. Π. του Ι., 8) Ε. Σ. του Κ., 9) Χ. Σ. του Γ., 10) Π. Σ. του Θ., 11) Λ. Σ. του Π., 12) Δ. Σ. του Γ., 13) Σ. Κ. του Ν. και 14) Π. Π. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1015/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4410/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 30-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 553 και 559 αρ.5 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως των αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση για αναρμοδιότητα μόνο καθ' ύλην και όχι κατά τόπον. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 25 και 46 ΚΠολΔ, έκρινε ότι τόσο αυτό όσο και το πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριο ήσαν τοπικώς αρμόδια για να κρίνουν την από 29-4-2004, ένδικη αγωγή, είναι προεχόντως απαράδεκτος, είτε θεωρηθεί ότι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (όπως κατά γράμμα διατυπώνεται) είτε εκτιμηθεί ως προσάπτων την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι με αυτόν προβάλλεται παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών κανόνων, που αφορούν στην τοπική και όχι στην υλική αρμοδιότητα.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998 "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ - ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.

Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου" (παρ.15 εδ.α' και β').

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως, εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου.

Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στου οποίου το πρόσωπο συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν ο δικαστής είτε προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, είτε εφάρμοσε κανόνα για τον οποίο δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο πραγματικές προϋποθέσεις, είτε παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Με την ΥΑ 34100/1999 (ΦΕΚ Β' 2131), που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 γνώμη του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από άνεργους απόφοιτους λυκείου, ηλικίας 25 ως 64 ετών, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, διάρκειας 24 μηνών.

Το Πρόγραμμα προέβλεπε δύο φάσεις, την πρώτη διάρκειας 11 μηνών με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση των συμμετεχόντων και την τοποθέτησή τους σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με χρηματοδότηση από τον ΟΑΕΔ και τη δεύτερη διάρκειας 13 μηνών με αντικείμενο την απασχόληση των συμμετεχόντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Εσωτερικών (ΥΠΕΣΔΔΑ).

Δικαιούχοι του Προγράμματος ήσαν πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Στο πλαίσιο της ως άνω υπουργικής απόφασης καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες απ' αυτήν προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, ΟΑΕΔ, Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) για την πραγματοποίηση του Προγράμματος και εκπονήθηκε από τους εν λόγω φορείς το κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής αυτού.

Στη συνέχεια, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Δήμος Γιαννιτσών και των συμμετεχόντων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), καταρτίσθηκαν, στο πλαίσιο του Προγράμματος, μεταξύ αφ' ενός της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Γιαννιτσών και αφ' ετέρου των εναγόντων οι από 29-1-2001 [για τους ένδεκα πρώτους] και 21-2-2001 [για τους λοιπούς] συμβάσεις συνεργασίας με διάρκεια 11 μήνες.

Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, οι ενάγοντες, ως ασκούμενοι φύλακες, ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν επιμορφωτικό σεμινάριο για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και, προκειμένου να αποκτήσουν αντίστοιχη εργασιακή εμπειρία, να απασχοληθούν σε καθημερινή βάση, με τρεις βάρδιες εργασίας, στη φύλαξη του σχολικού κτιρίου στο οποίο θα τοποθετούσε τον καθένα από αυτούς ο εναγόμενος ΟΤΑ.

Αντίστοιχα, ο Δήμος Γιαννιτσών ανέλαβε την υποχρέωση να κατανείμει τους ενάγοντες στα σχολικά κτίρια που έπρεπε να επιλέξει, να προμηθευθεί και διαθέσει σ' αυτούς τον απαραίτητο εξοπλισμό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας αυτών κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας ενός εκάστου, να διατηρεί τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για τον έλεγχο της συνεργασίας με τους ασκούμενους φύλακες και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ πίνακες με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και με το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης αυτών, να συγκεντρώνει τα ημερήσια δελτία συμβάντων και παρουσιών, να συμπληρώνει, με βάση τα δελτία αυτά, το μηνιαίο δελτίο παρουσίας των ασκουμένων, προς πιστοποίηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης αυτών από την ΕΕΤΑΑ και, τέλος, να εποπτεύει την εν γένει οργάνωση και εφαρμογή του Προγράμματος εντός της εδαφικής του αρμοδιότητας.

Παράλληλα, η ΕΕΤΑΑ ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του Προγράμματος και περιορίσθηκε στο να καταβάλλει σε κάθε ασκούμενο φύλακα την ορισθείσα αποζημίωση για τη συμμετοχή του σ' αυτό. Οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους, ανανεώθηκαν με παρόμοια συμφωνητικά συνεργασίας από 29-12-2001 έως 30-6-2002, από 1-7-2002 έως 28-1-2003, από 29-1-2003 έως 31-12-2003 και από 1-1-2004 έως 30-6-2004, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων στην περιοχή του Δήμου Γιαννιτσών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση την ιδιότητα του εργοδότη των εναγόντων είχε αποκτήσει ο εναγόμενος Δήμος Γιαννιτσών, ο οποίος, ως αρμόδιος για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων που βρίσκονται μέσα στην περιοχή του, ήταν το πρόσωπο που αποδεχόταν την προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επ' αυτών. Και ότι, αντίθετα, η ΕΕΤΑΑ, η οποία διαχειριζόταν απλώς τις πιστώσεις, που σύμφωνα με το Πρόγραμμα διατίθεντο από τον ΟΑΕΔ και το ΥΠΕΣΔΔΑ για την πληρωμή των εναγόντων (όπως και των υπολοίπων, περίπου 3.300 ανέργων που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα), δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα αυτή, αφού ούτε ωφέλεια από την εργασία τους είχε ούτε έλεγχο επ' αυτών ασκούσε, ακόμη περισσότερο δε οι λοιποί των εναγομένων (Ελληνικό Δημόσιο, ΟΑΕΔ και ΚΕΔΚΕ), οι οποίοι μόνο στο σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση του Προγράμματος συνέβαλαν. Με τα όσα δέχθηκε και έκρινε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/ 1998, που προαναφέρθηκαν, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η ΥΑ 34100/ 1999 και λειτούργησε το Πρόγραμμα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται "Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου".

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...), είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...) Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου".

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια η παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ.1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ.2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ.4].

Ακόμη, με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ.1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ.2].

Τέλος, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά συνταγματικώς ανεκτή για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων (...). β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση.

Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου Προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος ΟΤΑ στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός" (...) [παρ.1]. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" [παρ.5]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί, στο πλαίσιο του Προγράμματος που ήδη αναφέρθηκε, με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ αφ' ενός της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Γιαννιτσών (ήδη αναιρεσείοντος) και αφ' ετέρου αυτών, την 29-1-2001 για τους ένδεκα πρώτους και την 21-2-2001 για τους λοιπούς, για ορισμένη χρονική διάρκεια 11 μηνών.

Κατόπιν οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν κατ' επανάληψη, χωρίς μεταξύ των ανανεώσεων να μεσολαβεί διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, ενώ η τελευταία εξ αυτών έληγε την 30-6-2004, ήτοι εντός του τριμήνου πριν από την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004). Με τον τρόπο αυτό, οι ενάγοντες, για χρονικό διάστημα συνολικώς μεγαλύτερο από 24 μήνες, εξυπηρετούσαν με την ίδια ειδικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Δήμου Γιαννιτσών, συνιστάμενες στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, η οποία είχε ανατεθεί στον καθένα από αυτούς και για την οποία αρμόδιος ήταν ο Δήμος Γιαννιτσών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, αναγνώρισε την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων, διότι πάντα τα ανωτέρω, ως ιστορικό της σχέσης που είχε αναπτυχτεί μεταξύ αυτών, διαλαμβάνονταν στην από 29-4-2004 αγωγή και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (ΚΠολΔ 533 παρ.2).

Με τα όσα δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον όποιο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 4410/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. - Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ