Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, ruling factual evaluation errors are not grounds for cassation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against final judgments on an inheritance dispute. The appellant argued the lower court distorted a settlement agreement by omitting key clauses regarding waived claims. The court rejected this, noting the lower court explicitly addressed the document's content and reached a different factual conclusion based on its own evaluation, which falls outside the scope of cassation review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 Civil Procedure Code; Art. 559 para. 20 Civil Procedure Code: A cassation appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the lower court explicitly considered the document and reached a different factual conclusion through its own evaluation, as such errors do not justify cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 882 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 882/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ζ. του Ι. και Ε., χήρας Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Μεϊδάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Α. και Ά., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μιχαήλ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3195/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη, 1831/2015 μη οριστική, 2295/2018 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3241/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων: 3241/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και της συμπροσβαλλομένης 2295/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 522, 552 και 566 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν γίνει δεκτή τυπικά η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη. Αντίθετα, υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της (κεφάλαια) που δεν προσβλήθηκαν με έφεση και ως προς αυτές που προσβλήθηκαν με έφεση απαράδεκτα, αλλά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτά έφεση (ΑΠ 634/2017, ΑΠ 916/2013, ΑΠ 1823/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται τόσο κατά της 3241/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όσο και κατά της 2295/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει δε κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων. Όπως δε προκύπτει από την παραπάνω 3241/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτό δέχθηκε με την παραπάνω απόφασή του τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2295/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή περί κλήρου αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η ως άνω απόφαση του Εφετείου αποκλειστικά ως προς την απόρριψη από αυτό του παραδεκτώς εκκληθέντος κεφαλαίου της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα (τότε εκκαλούσα) ένστασης του άρθρου 1831 § 2 ΑΚ. Επομένως, εφόσον η αίτηση αναίρεσης αφορά νομίμως εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, αυτή (αίτηση αναίρεσης), κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710,1820 και 1825 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομίας και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ' όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν δια παροχών στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομίας.
Ακολούθως, προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Στο δε άρθρο 1833 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προσθέτονται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια των γονικών παροχών, κατά το άρθρο 1509 ΑΚ από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού αυτή, μετά το ν.1329/1983, είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά.
Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα (άρθρο 1833 παρ. 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομία προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδας, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ), που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά.
Ενόψει αυτών, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ παροχές του κληρονομούμενου προς το μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτόν παροχές, έστω και εάν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, όπως οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβίωσης του κληρονομουμένου, εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Η έννοια της φράσης του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ "στην κληρονομία προσθέτονται" οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό παροχές δεν έχει την έννοια ότι αυτές ανήκουν πραγματικά στην κληρονομιά, αλλά ότι η αξία τους υπολογιζόμενη κατά το χρόνο της παροχής θεωρείται λογιστικώς υπάρχουσα στην κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας (ΑΠ 453/2021, ΑΠ 307/2019, ΑΠ 135/2017, ΑΠ 856/2017).
Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.
ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 3/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Στις 5.5.2011, απεβίωσε στο …….Αττικής ο Α. Α. του Ι., κατά το χρόνο δε θανάτου του άφησε πλησιέστερους συγγενείς του, οι οποίοι κατ' άρθρα 1813 και 1820 του ΑΚ, καλούνται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και αναγκαίους κληρονόμους του, την εκκαλούσα - εναγόμενη, Α.
Ζ. του Ι., σύζυγο από το δεύτερο γάμο του και την εφεσίβλητη - ενάγουσα, Σ. Α., θυγατέρα του, την οποία απέκτησε από τον πρώτο γάμο του με την Ά. Α. Με βάση τα ανωτέρω, το εξ αδιαθέτου μερίδιο της εφεσίβλητης - ενάγουσας θυγατέρας του κληρονομούμενου ανέρχεται σε ποσοστό 3/4 και της εκκαλούσας - εναγόμενης, συζύγου από το δεύτερο γάμο του κληρονομούμενου, η οποία, κατά το άρθρο 1820 του ΑΚ, συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο 1/4 της κληρονομιάς, το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας της πρώτης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1825 του ΑΚ, ανέρχεται σε ποσοστό 3/8 (3/4 : 2) επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας.
Ο ανωτέρω κληρονομούμενος, κατά το χρόνο θανάτου του, άφησε μοναδική αυτού περιουσία ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 760 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, επιφανείας 120 τ.μ. κείμενο στον οικισμό Αγίου Γεωργίου Κορωπίου, στη θέση "……." και επί της οδού …., συνολικής αξίας 110.000 ευρώ. Την ύπαρξη του ανωτέρω ακινήτου, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, αλλά και την αξία αυτού, όπως την εκτιμά στην ένδικη αγωγή η ενάγουσα συνομολογεί, σιωπηρά, η εναγόμενη.
Ο κληρονομούμενος, με την από 3.12.2010 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αρ. 346/27.1.2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών, στον τόμο 3389 και με αύξοντα αριθμό …, εγκατέστησε μοναδική αυτού κληρονόμο την εκκαλούσα σύζυγό του, στην οποία κατέλιπε το προαναφερόμενο ακίνητο.
Εξάλλου, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου μεταβίβασης ακίνητου λόγω γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μεγάρων Αγγελικής Παντελάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η μητέρα της εφεσίβλητης, Ά. Α., μεταβίβασε στην κυριότητα της θυγατέρας της ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 252 τ.μ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας επιφανείας 63,20 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης της κοινότητας Καλυβιών Θορικού Αττικής, στη θέση "……" ή "……" ή "…..", το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της δικαιοπαρόχου με αγορά από τους Δ.
Γ. του Ε., Μ. χήρα Κ. Θ., το γένος Γ. Φ. και Φ. Τ. του Ι., δυνάμει του υπ' αρ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι σχέσεις της εφεσίβλητης και του κληρονομούμενου πατέρα της, διαταράχθηκαν σοβαρά μετά τη διακοπή της έγγαμης αυτού συμβίωσης με την πρώτη σύζυγό του και μητέρα της (εφεσίβλητης), Ά.
Α. Η εφεσίβλητη, η οποία σπούδαζε στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου της Μπολώνια Ιταλίας, όπου διέμενε προσωρινά λόγω των σπουδών της, άσκησε κατά του κληρονομούμενου πατέρα της την από 18.12.1996 αγωγή διατροφής και με την υπ' αρ. 1524/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αρ. 6713/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών) υποχρεώθηκε ο κληρονομούμενος πατέρας της να της καταβάλει μηνιαία διατροφή ύψους 130.000 δραχμών για μία διετία από της επιδόσεως της πιο πάνω αγωγής.
Στη συνέχεια η εφεσίβλητη κοινοποίησε στον κληρονομούμενο (βλ. υπ' αρ. 6494β/29.10.1997 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μαρίας Ρωμαίου) αντίγραφο από το Α' εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ. 1524/1997 απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση και με την υπ' αρ. 959/3.2.1998 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Γκότση, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί του πιο πάνω κληρονομιαίου ακινήτου.
Επίσης, η εφεσίβλητη άσκησε κατά του κληρονομούμενου πατέρα της την από 26.10.1998 και με αριθμό κατάθεσης 2399/1998 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει μηνιαία διατροφή ύψους 200.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 μέχρι την 31.12.2000 και ο κληρονομούμενος, Α. Α., άσκησε κατά της Ά.
συζύγου Α. Α. (εν διαστάσει) συζύγου του και της θυγατέρας του, την από 15.7.1997 και με αριθμό κατάθεσης 6650/1997 αγωγή με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη σύζυγος του αγόρασε με δικά του χρήματα και ειδικότερα με το ποσό των 25.000.000 δραχμών οικόπεδο στο Λαγονήσι, παράλληλα δε και με δικά του χρήματα ύψους 10.000.000 δραχμών προέβη στην επέκταση της οικίας της πρώτης εναγόμενης συζύγου του, το πρώτο δε ακίνητο η τελευταία στη συνέχεια μεταβίβασε, εν αγνοία του, στην κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης θυγατέρας τους, με το υπ' αρ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μεγάρων Αγγελικής Παντελάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με σκοπό την ματαίωση της πιο πάνω απαίτησής του συνολικού ύψους (25.000.000 + 10.000.000=) 35.000.000 δραχμών και ζήτησε να διαρρηχθεί η προαναφερόμενη δικαιοπραξία και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη θυγατέρα του να αποδώσει στην πρώτη εναγόμενη εν διαστάσει σύζυγο του την κυριότητα του ακινήτου.
Με σκοπό την οριστική επίλυση των μεταξύ των διαφορών, η εφεσίβλητη και ο κληρονομούμενος προέβησαν στην κατάρτιση του με ημερομηνία 15.7.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο η πρώτη περιόρισε την αξίωση διατροφής για την οποία είχε εγερθεί η από 26.10.1998 με αριθ. καταθ. 2399/98 αγωγή διατροφής από το ποσό των 200.000 δραχμών μηνιαίως, καταβλητέο για δύο (2) έτη, ήτοι από 1.1.1999 μέχρι 31.12.2000, στο ποσό των 130.000 μηνιαίως καταβλητέο για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, ήτοι από 1.1.1999 μέχρι και 30.6.1999 και για το περαιτέρω χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2000 παραιτήθηκε και από το δικόγραφο και από το δικαίωμα της αγωγής καθώς επίσης και από οιαδήποτε αξίωση διατροφής στο μέλλον.
Ο δεύτερος συμβαλλόμενος κατέβαλε, την πιο πάνω ημερομηνία, στην πρώτη το ποσό των 780.000 δραχμών το οποίο και αντιστοιχούσε στο σύνολο της αξίωσης διατροφής για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, του ιδιωτικού συμφωνητικού επέχοντος θέση εξοφλητικής αποδείξεως, ενώ η πρώτη συμβαλλόμενη δήλωσε ρητά και αναγνώρισε ότι το ποσό που έλαβε από το δεύτερο συμβαλλόμενο καλύπτει πλήρως τις μελλοντικές της ανάγκες και ουδεμία αξίωση διατροφής θα διατηρεί κατά του δευτέρου και στο μέλλον δηλαδή πέραν και της 31.12.2000 και ο δεύτερος συμβαλλόμενος της παρέδωσε τα κλειδιά του ακινήτου της πρώτης συμβαλλόμενης στο Λαγονήσι Αττικής (κοινότητα Καλυβιών Θορικού Αττικής αποτελούμενου από οικόπεδο με την επ' αυτού οικία 80 τ.μ.) και δήλωσε ότι παραιτείται τόσο από το δικόγραφο όσο και από το δικαίωμα της από 15.7.1997 αγωγής του κατά της πρώτης των συμβαλλομένων και κατά της μητέρας αυτής Ά.
Α. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατατέθηκε με αυξ. αριθ. 6650/97, συναίνεσε στη διαγραφή της αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας, τη δήλωση του δε αυτή ανέλαβε να επαναλάβει ενώπιον συμβολαιογράφου ή Δικαστηρίου προκειμένου να διαγραφεί η αγωγή αυτή από τα άνω βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας, ενώ τα έξοδα της παραιτήσεως από το δικόγραφο και δικαίωμα της αγωγής και της διαδικασίας διαγραφής της από το υποθηκοφυλακείο (ενώπιον συμβολαιογράφου ή Δικαστηρίου) ανέλαβε εξ ολοκλήρου η πρώτη των συμβαλλομένων.
Τέλος ο δεύτερος συμβαλλόμενος κατέβαλε στην πρώτη αυτών το ποσό των 52.800 δραχμών, που αφορούσε λογαριασμούς ΔΕΗ του ως άνω ακινήτου, εξοφλώντας πλήρως αυτούς και η πρώτη συμβαλλόμενη δήλωσε ότι δεν διατηρεί κατά του δεύτερου ουδεμία αξίωση για άλλους λογαριασμούς παροχών (ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ, Δημοτικά τέλη κ.λ.π.).
Τέλος, αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη δήλωσαν ότι ουδεμία αξίωση διατηρούσαν μεταξύ τους από τις προαναφερόμενες ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία. Από τα διαλαμβανόμενα στο προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό αποδεικνύεται ότι η κατάρτισή του μοναδικό σκοπό είχε τη συμβιβαστική επίλυση του δικαιώματος διατροφής της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ουδόλως δε αποδεικνύεται η εικονικότητα του προαναφερόμενου υπ' αρ. ...
συμβολαίου ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και η κυριότητα του κληρονομούμενου επί του αγροτεμαχίου επιφανείας 252 τ.μ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας επιφανείας 63,20 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης της κοινότητας Καλυβιών Θορικού Αττικής, στη θέση "…." ή "……" ή "……", όπως αυτό περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό, καθόσον μόνη η παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 15.7.1997 με αυξ.
αριθ. 6650/97 αγωγής δεν κρίνεται ικανή να οδηγήσει σε δικανική κρίση περί εικονικότητας της σύμβασης πώλησης που καταρτίσθηκε δυνάμει υπ' αρ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου ως προς το πρόσωπο του αγοραστή. Τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της εκκαλούσας δεν αποδεικνύουν ούτε οι καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι δεν διευκρίνισαν, με την αναφορά συγκεκριμένων γεγονότων, τις συνθήκες διαβίωσης του κληρονομούμενου και της τέως συζύγου του κατά τη διάρκεια της έγγαμης αυτών συμβίωσης, τα εισοδήματα εκάστου αυτών από την εργασία τους από το χρόνο τέλεσης του γάμου μέχρι τη λύση του και την αιτία για την οποία, στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο συμβάλλεται ως αγοράστρια η τέως σύζυγος του κληρονομούμενου και όχι ο τελευταίος.
Οι ίδιοι μάρτυρες, αντίθετα, βεβαίωσαν ότι η τέως σύζυγος του κληρονομούμενου εργαζόταν σε δύο εργασίες και κέρδιζε αρκετά χρήματα από αυτές, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα της να προβεί στην κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, αντίθετα από τον κληρονομούμενο, για τον οποίο ανέφεραν ότι θα ελάμβανε μειωμένη σύνταξη από την εργασία του (οδηγός ταξί), η ίδια δε η εκκαλούσα αναφέρει ως αιτία κατάρτισης της σύμβασης πώλησης στο όνομα της τέως συζύγου την προσπάθειά του διαθέτη να αποφύγει τυχόν κατάσχεση του Δ.Χ.
ταξί, γεγονός που οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα περί της ύπαρξης οφειλών αυτού προς τρίτους και της οικονομικής αυτού αδυναμίας τακτοποίησης των ληξιπρόθεσμών χρεών του, η οποία αποκλείει την ύπαρξη εισοδημάτων ικανών να αιτιολογήσουν την αγορά του πιο πάνω αγροτεμαχίου. Ακολούθως, πρέπει η προβαλλόμενη ένσταση συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας της αξίας του προαναφερομένου ακινήτου να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική αυτής βάση σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως εναγομένης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1825 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 1, 361, 871, 939, 1831 παρ. 1 και 2 και 1509 ΑΚ, καθόσον, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατά τα ως άνω αναφερόμενα δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εικονικότητας της σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε δυνάμει του υπ'αριθ. ... πωλητηρίου συμβολαίου ως προς το πρόωπο του αγοραστή και ως εκ τούτου το ως άνω ακίνητο που μεταβιβάστηκε στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) δυνάμει του υπ'αριθ. ...
συμβολαίου λόγω γονικής παροχής δεν ανήκε στην κυριότητα του κληρονομουμένου πατέρα αυτής Α. Α., αλλά στην κυριότητα της πρώην συζύγου του και μητέρας της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), Ά. Α., με συνέπεια να είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση της αναιρεσείουσας (εναγομένης) περί συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) της αξίας του εν λόγω ακινήτου.
Επιπλέον, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τα λοιπά συνέτρεχαν όλες οι προβλεπόμενες από τις ως άνω διατάξεις προϋποθέσεις για την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ως νόμιμης μεριδούχου κατά το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου, επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος την 5-5-2011 πατέρα της Α.
Α. και δή επί του αναφερομένου ακινήτου, καθώς και για την αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας (εναγομένης) να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) το εν λόγω ακίνητο κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Ο δεύτερος επομένως λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1033/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως εκείνη της ενστάσεως ή αντενστάσεως ή του λόγου της έφεσης, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμ. 8β' και 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι, κατ' εκτίμηση αυτών, δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προταθείσα με λόγο έφεσης ένσταση του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ, ήτοι του συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης του ακινήτου που μεταβιβάστηκε σ' αυτήν, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παντελάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά τη δεύτερη σωρευομένη βάση της που στηρίζεται στα άρθρα 1509, 871 και 361 ΑΚ, η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και άφησε αδίκαστη την ένσταση ως προς την ως άνω βάση της. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η ως άνω ένσταση, η οποία, κατ' εκτίμηση, εδράζεται επί ενιαίας βάσεως, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως μη δικασθείσα από το Εφετείο ένσταση ("αίτηση") δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, κεφάλαιο δίκης, ώστε να ιδρύεται η επικαλουμένη αναιρετική πλημμέλεια.
Περαιτέρω, η επίσης προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, κατ'εκτίμηση του λόγου αυτού, ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Παπαδόπουλου σε συνδυασμό με την από 15-7-1997 αγωγή του Α. Α. από το άρθρο 939 ΑΚ κατά της αναιρεσίβλητης και της πρώην συζύγου του Ά.
Α., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού κατά τα προαναφερθέντα, δεν αποτελούν "πράγματα" τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων, για το αποδεικτέο γεγονός, φράσεων αυτού, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 330/2016, ΑΠ 1509/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατ'εκτίμηση αυτού, και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 15-7-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικου συμβιβασμού, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αποβιώσαντος πατέρα της Α.
Α., εξ αφορμής της ασκήσεως από την πρώτη κατά του τελευταίου της από 26-10-1998 αγωγής διατροφής και του τελευταίου της από 15-7-1997 αγωγής του άρθρου 939 ΑΚ, κατά της αναιρεσείουσας και της πρώην συζύγου του, και ειδικότερα το άρθρο 4 αυτού (σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2 και 3 του ίδιου συμφωνητικού), παραλείποντας να αναφέρει τις κρίσιμες φράσεις ότι "ότι ουδεμία αξίωση διατηρούν μεταξύ τους από τις ως άνω αιτίες ή από οποιοδήποτε άλλη αιτία, αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη...".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν ρητά αναφέρεται η ως άνω περικοπή του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ, στη συνέχεια, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από το θεωρούμενο κατά την αναιρεσείουσα ως ορθό.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2019 αίτηση της Α. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3241/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2295/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ