Legislator Case Law & Legislation
880/2020 AI generated

Supreme Court quashes appellate court's failure to rule on supplementary compensation claim as procedural error.

Case Number 880/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision. The State requested specific compensation percentages for remaining property fragments, which the appellate court dismissed as the main claim but failed to address as a supplementary request. The court ruled this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating a retrial on the compensation issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 9 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to rule on a supplementary claim constitutes a procedural error requiring the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
procedural error supplementary claim appellate court remittal for retrial compensation claim Code of Civil Procedure failure to decide

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 880 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 880/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Γ. Τ. του Α. (ΑΚΠ …), 2) Ε. συζ. Α. Ι. (ΑΚΠ …), 3) Π. Ι. Γ. (ΑΚΠ …), 4) Ι. χας Ι. Τ. (ΑΚΠ…), 5) Π. Ε. Γ. (ΑΚΠ …), 6) Ι. Α. Ζ. (ΑΚΠ …), 7) Θ. Β. Γ. (ΑΚΠ ..), 8) Ζ. Γ. του Δ. (ΑΚΠ …), 9) Ζ. Σ. του Α. (ΑΚΠ …), 10) Θ. Γ. του Α. (ΑΚΠ …), 11) Μ. Α. Γ. (ΑΚΠ …), 12) Χ. Δ. Τ. (ΑΚΠ …), 13) Θ. Η. Τ. (ΑΚΠ ….), 14) Ό. χας Κ. Μ. (ΑΚΠ …), κατοίκων ..., 15) Α. Χ. του Α. (ΑΚΠ ,,,), κατοίκου ..., 16α) Κ.

Μ. Γ. (ΑΚΠ …), 16β) Π. Γ. του Γ. (ΑΚΠ ….), κατοίκων ..., 17) Ι. Δ. Β. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 18) Μ. Χ. Σ. (ΑΚΠ …, 46), κατοίκου ..., 19α) Α. Κ. (ΑΚΠ…), κατοίκου ..., 19β) Μ. Χ. Σ. (ΑΚΠ ..), κατοίκου ..., 20α) Α. Γ. Κ., 20β) Ε. Γ. Κ., κατοίκων ... (ΑΚΠ …), 21) Α. Α. Σ. (ΑΚΠ …), 22) Α. Ι. Μ. (ΑΚΠ …7), 23) Κ. Γ. Α. (ΑΚΠ ..), 24) Χ. Α. Σ. (ΑΚΠ …), 25) Κ. Ι. Μ. (ΑΚΠ …), 26) Ζ. συζ. Ι. Α. (ΑΚΠ …), 27) Β.

Δ. του Γ. (ΑΚΠ …), 28) Π. Ι. Κ. (ΑΚΠ …), 29) Α. Δ. Κ. (ΑΚΠ …), 30) Σ. Ι. Σ. (ΑΚΠ …), 31) Δ. Ι. Τ. (ΑΚΠ …), 32) Θ. Χ. Π. (ΑΚΠ …), κατοίκων ..., 33) Δ. Σ. Κ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 34) Ι. χας Ι. Σ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 35) Σ. συζ. Δ. Κ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 36) Κ. Γ. Κ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 37) Γ. Δ. Σ. (ΑΚΠ ….), κατοίκου ..., 38) Θ. Γ. Κ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 39) Κ. Ν. Χ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 40) Δ.

Σ. Λ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 41) Ε. συζ. Δ. Κ. (ΑΚΠ…), κατοίκου ..., 42) Β. Ζ. Σ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 43) Γ. Α. Σ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 44) Θ. συζ. Α. Σ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 45) Δ. Ν. Κ. (ΑΚΠ…), κατοίκου ..., 46) Ι. Α. Μ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 47) Κ. Α. Σ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 48α) Γ. Σ. Κ. (1/2), 48β) Δ. Σ. Κ. (1/2), κατοίκων ... (ΑΚΠ …), 49) Δ. Θ. Κ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 50) Α.

Ν. Κ. (ΑΚΠ ..), κατοίκου ..., 51) Κ. Α. Σ. (ΑΚΠ …, 119), κατοίκου ..., 52) Α. Α. Π. (ΑΚΠ …), 53) Ε. Α. Π. (ΑΚΠ …), 54) Θ. Ε. Κ. (ΑΚΠ …), 55) Κ. Α. Σ. (ΑΚΠ ...), 56) Ε. χας Γ. Κ. (ΑΚΠ …), 57α) Ζ. χας Κ. Π., 57β) Χ. Ν. Π., 57γ) Ν. Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 58) Ά. χας Ι. Σ. (ΑΚΠ …), κατοίκου ..., 59) Δ. Σ. Λ. (ΑΚΠ …), 60) Α. Ο. Σ. (ΑΚΠ …), 61) Θ. Ε. Κ. (ΑΚΠ …), 62) Μ. Θ. Γ. (ΑΚΠ …), 63) Α. Ν. Π. (ΑΚΠ …), 64) Κ.

Ε. Μ. (ΑΚΠ …), 65) Δ. Ε. Κ. (ΑΚΠ …), 66) Β. χας Θ. Κ. (ΑΚΠ …), 67) Α. Λ. (ΑΚΠ …), 68) Ν. Α. Λ. (ΑΚΠ …), κατοίκων ..., 69) Α. Ε. Μ. (ΑΚΠ …), 70) Β. Χ. Γ. (ΑΚΠ …), 71) Φ. χας Ι. Γ. (ΑΚΠ …), 72) Γ. Δ. Γ. (ΑΚΠ …), 73) Α. Ι. Μ. (ΑΚΠ …), 74) Γ. Δ. Ρ. (ΑΚΠ …), 75) Ι. Χ. Δ. (ΑΚΠ…), 76) Α. Ζ. Μ. (ΑΚΠ…), 77) Ζ. Α. Σ. (ΑΚΠ …), 78) Ζ. χας Α. Ρ. (ΑΚΠ …), 79α) Ν. Α. Γ., 79β) Α. Γ. Κ., 79γ) Α. Χ. Ρ., συνιδιοκτητών εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 25% έκαστος μετά του Μ.

Σ. (ΑΚΠ …), 80α) Α. Χ. Π., 80β) Α. Χ. Π., κατά το 1/2 του ΑΚΠ …, 81α) Α. Γ. Κ., …β) Ε. Γ. Κ., κατά το 1/2 του ΑΚΠ … 82) Γ. Δ. Δ. (ΑΚΠ …), 83) Γ. Α. Μ. (ΑΚΠ …), 84) Δ. Γ. Δ. (ΑΚΠ …), 85) Α. Δ. Μ. (ΑΚΠ …), 86) Σ. Ι. Σ. (ΑΚΠ …), 87) Ν. Κ. Κ. (ΑΚΠ ..), 88) Γ. Κ. Κ. (ΑΚΠ …), 89) Α. χας Χ. Π. (ΑΚΠ …), 90) Μ. χας Χ. Π. (ΑΚΠ …), 91) Α. Ν. Κ. (ΑΚΠ …), 92α) Δ. Θ. Σ. και 92β) Μ. συζ. Δ. Σ., με ποσοστό 10% και 90% του ΑΚΠ ...) Δήμου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου (ΑΚΠ ...), 94α) Χ.

χας Α. Κ., 94β) Α. Α. Κ., 94γ) Γ. Α. Κ. και 94δ) Χ. Α. Κ., κατά ποσοστό 1/4 του ΑΚΠ …, 95) Α. Ι. Μ. (ΑΚΠ …), 96) Γ. Δ. Σ. (ΑΚΠ …), 97) Ε. συζ. Σ. Μ. (ΑΚΠ …), 98) Δ. Β. Λ. (ΑΚΠ …), 99) Γ. Δ. Σ. (ΑΚΠ…), 100) Α. Α. Τ. (ΑΚΠ ...), 101) Ν. Α. Μ. (ΑΚΠ …). Β. 1) Κ. Α. Α. (ΑΚΠ …), 2) Θ. Β. Γ. (ΑΚΠ …), 3) Ρ. χας Α. Μ. (ΑΚΠ …), 4) Μ. χας Θ. Τ. (ΑΚΠ …), 5) Μ. χας Θ. Τ. (ΑΚΠ …), 6) Β. Ι. Τ. (ΑΚΠ …), 7) Γ. Ν.

Κ. (ΑΚΠ …), 8) Ν. Θ. Κ. (ΑΚΠ …), 9) Κ. συζ. Α. Κ. (ΑΚΠ …), 10) Γ. Α. Κ. (ΑΚΠ …), 11) Α. χας Χ. Λ. (ΑΚΠ …), 12α) Μ. Κ. Γ., 12β) Π. Γ. συζ. Γ. Α., 12γ) Β. χας Γ. Τ. (ΑΚΠ …), 13) Ε. Α. Π. (ΑΚΠ …), 14) Γ. συζ. Δ. Μ. (ΑΚΠ …), 15) Γ. συζ. Δ. Γ. (ΑΚΠ …), 16) Β. Χ. Γ. (ΑΚΠ ….), 17) Α. Χ. Ρ. (ΑΚΠ …), 18α) Κ. Β., 18β) Σ. Β., 18γ) Φ. Τ., το γένος Δ. Β. και 18δ) Ε. χας Δ. Β. (ΑΚΠ …), 19α) Δ. Σ. του Θ. και 19β) Μ.

συζ. Δ. Σ. (ΑΚΠ …), 20) Β. συζ. Ε. Γ. (ΑΚΠ …), 21) Λ. Μ. του Β. (ΑΚΠ …), 22) Γ. Χ. Τ. - Π. (ΑΚΠ ...) και 23) Α. Τ. του Α. (ΑΚΠ…), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2000 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 201/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι 50/2002 εν μέρει οριστική και 757/ 2002 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παναρίτης διάβασε την από 13-2-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της από 8-12-2003 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση των υπ' αριθμ. 50/2002 (μη οριστικής) και 757/2002 (οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά τους. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις τοιχοκόλλησης, που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα της ένδικης από 8-12-2003 και με αριθμό κατάθεσης 102/2003 αίτησης αναίρεσης, με πράξη προσδιορισμού συζήτησης της για την παρούσα δικάσιμο (21-2-2020), τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (19-6-2019) και στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Τεμπών-Λάρισας (24-6-2019), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα. Επίσης, ειδοποίηση με το αναγκαίο κατά νόμο περιεχόμενο, δημοσιεύθηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες: (1) "...", φύλλο ... της 27-7-2019, (2) "...", φύλλο ... της 27-7-2019 και (3) "...", φύλλο ... της 30-7-2019, καθώς και σε μία της Λάρισας {"...", φύλλο ... της 22-8-2019}. Επομένως, οι καθών η αίτηση-αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 του ν 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012. Γι' αυτό η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι με την 1113456/7989/21-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση του αυτοκινητοδρόμου Λάρισας - Θεσσαλονίκης, τμήμα πέρας Συκουρίου-πέρας κόμβου Τεμπών, έκτασης 147.657 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Λάρισας, υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ωφελούμενων ιδιοκτητών.

Επί αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που συνεκδικάσθηκε με ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που άσκησαν με τις προτάσεις οι καθών η απαλλοτρίωση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 201/2000 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την oποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης και η για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ιδιαίτερη αποζημίωση, σε ποσοστό 100%, για τα περισσότερα από αυτά, επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων.

Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στο Εφετείο Λάρισας την από 9-10-2000 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1216/2000) αίτησή του, με την οποία ζήτησε α) να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και β) να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, γιατί δεν μειώθηκε η αξία αυτών, αλλιώς να καθορισθεί η ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 10% για ορισμένα από τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και σε ποσοστό 5% για τα υπόλοιπα.

Επί της αιτήσεως αυτής, που συνεκδικάσθηκε με ασκηθείσες με τις προτάσεις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των καθών η αίτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 50/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ως άνω αίτηση κατά το αίτημά της να μην προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, ανέβαλε δε κατά τα λοιπά να αποφανθεί προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη για τα θέματα της αξίας των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την παραπάνω κοινή υπουργική απόφαση και για την τυχόν μείωση της αξίας των τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση.

Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον ορισμένο με την ως άνω απόφαση πραγματογνώμονα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 757/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στα ποσά που αναφέρονται σε αυτή και απέρριψε στο σύνολο τους ως απαράδεκτες τις ανταιτήσεις των καθών η αίτηση - καθών η απαλλοτρίωση περί καθορισμού της οριστικής ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ενώ παρέλειψε να αποφανθεί επί του υποβληθέντος με την ίδια ως άνω αίτηση υποβληθέντος επικουρικού αιτήματος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης στα αναφερόμενα στην αίτηση ποσοστά.

Τέλος, προσδιόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η αίτηση - ανταιτούντων σε ποσοστό 3% επί του ποσού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, την οποία, μαζί με την επί πλέον δικαστική δαπάνη αυτών, επέβαλε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.

Με την κρινόμενη από 8-12-2003 αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες υπ' αριθμ. 50/2002 (εν μέρει οριστική) και 757/2002 (οριστική) αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας (Ειδική Διαδικασία Απαλλοτριώσεων) ως προς τα κεφάλαιά α) της απόρριψης της από 9-10-2000 αίτησης του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημα για μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση των αναφερομένων ακινήτων, β) της παραλείψεως του ως άνω Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του υποβληθέντος με την ίδια ως άνω αίτηση επικουρικού αιτήματος του αναιρεσείοντος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης απομεινάντων τμημάτων, λόγω μείωσης της αξίας τους κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω αίτησή του ποσοστά και γ) του καθορισμού της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η αίτηση-δικαιούχων της αποζημίωσης σε ποσοστό 3% επί της προσδιορισθείσας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης συνοδεύεται από την υπ' αριθμ. 374/2004 εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και βάσιμη ως προς τους δύο πρώτους λόγους αυτής και παραδεκτή μεν πλην αβάσιμη ως προς τον τρίτο από τους λόγους της.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της, ενώ δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τον τρίτο λόγο αυτής, όπως, άλλωστε, υποστηρίζει το αναιρεσείον με τις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα στο παρόν Δικαστήριο. Τα ανωτέρω ισχύουν παρά την κατάργηση, τελικώς, της διαδικασίας εκδόσεως γνωμοδοτήσεων από το Ν.Σ.Κ. με το άρθρο 326 παρ. 1 του ν. 4072/2012, δεδομένου ότι η αναδρομικότητα που τέθηκε με τη διάταξη αυτή στην κατάργηση της ως άνω διαδικασίας, δεν καταλαμβάνει τις αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες, όπως η κρινόμενη, έχουν κατατεθεί υπό το κράτος ισχύος του κανόνα που είχε τεθεί με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999, και ο οποίος όριζε ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση, η οποία να είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως (ΣτΕ 4919/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Ο προσδιορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης για την επελθούσα από την απαλλοτρίωση τμήματος ακινήτου μείωση της αξίας του τμήματος που απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως, γίνεται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, όπως είναι (άρθρο 14 παρ. 1 ν.δ. 797/1971) α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.

Περαιτέρω, το αίτημα, όπως αναγνωρισθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (αρνητικό αναγνωριστικό), αποτελεί κεφάλαιο δίκης και καθιστά το εν λόγω αίτημα νόμιμο (ΑΠ 1031/2017, ΑΠ 374/2009, ΑΠ 797/1983). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 104/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το αναιρεσείον με την από 9-10-2000 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1216/2000) αίτησή ενώπιον του Εφετείου Λάρισας ζήτησε α) να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την 1113456/7987/0010/21-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λάρισας-Θεσσαλονίκης και β) να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτρουμένων ακινήτων, επειδή αυτά δεν υπέστησαν καμία μείωση, διαφορετικά να καθορισθεί η ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 10% και 5% επί της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων.

Επί της αιτήσεως αυτής, που συνεκδικάσθηκε με ασκηθείσες με τις προτάσεις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των καθών η αίτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 50/2002 μη οριστική απόφασή του, με την οποία α) διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη για την κατά μονάδα αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά και για την τυχόν μείωση της αξίας των εκτός απαλλοτρίωσης απομεινάντων τμημάτων και β) απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το ως άνω αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα του αναιρεσείοντος να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριουμένων εκτάσεων, διότι εσφαλμένα εξέλαβε το εν λόγω νόμιμο αναγνωριστικό αίτημα για μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης ως λόγο έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 201/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία καθορίσθηκε, εκτός των άλλων, ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριουμένων εκτάσεων.

Όμως, το αρνητικό αυτό αίτημα, που υποβλήθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 9-10-2000 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, δημιουργεί κεφάλαιο δίκης και καθιστά την εν λόγω αίτηση, και ως προς αυτό το κεφάλαιο, νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε μη νόμιμη την αίτηση ως προς το εν λόγω αίτημα, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και ιδρύεται έτσι αληθώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και όχι ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλείται το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 παρ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι και η επικουρική βάση της αγωγής, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή με τις αιτιολογίες του, μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής (ΑΠ 960/2007, ΑΠ 742/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε με την από 9-10-2000 αίτησή του να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (αίτημα το οποίο απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω ως μη νόμιμο) και επικουρικά ζήτησε να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό α) 10% για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων με ΑΚΠ ...

για τη με αριθμό … (για το τμήμα των 81 τ.μ.), για το κτίσμα (για το τμήμα 458,40 τ.μ.) στη με αριθμό … ιδιοκτησία και β) σε ποσοστό 5% για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμό … (για το τμήμα των 392 τ.μ.), 22 (για το τμήμα 146 τ.μ.) και για τη με ΑΚΠ… (για το τμήμα 587 τ.μ.) ιδιοκτησία. Το Εφετείο, αν και με την προσβαλλόμενη μη οριστική υπ' αριθμ. 50/2002 απόφασή του έκρινε νόμιμη την αίτηση κατά το ανωτέρω επικουρικό αίτημά της, παρέλειψε με την προσβαλλόμενη οριστική υπ' αριθμ. 757/2002 απόφασή του να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού.

Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες υπ' αριθμ. 50/2002 (εν μέρει οριστική) και 757/2002 (οριστική) αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαια α) της απόρριψης της αίτησης του αναιρεσείοντος για μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων και β) της άφεσης αδίκαστης της επικουρικής αίτησης του αναιρεσείοντος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων στα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά της αίτησης. Ακολούθως, η υπόθεση, κατά τα ως άνω κεφάλαιά της, πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 183 ΚΠολΔ), το οποίο κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ' αριθμ. 50/2002 (εν μέρει οριστική) και 757/2002 (οριστική) αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά τους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναίρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ