Supreme Court dismisses appeal in voluntary enforcement case citing limited grounds for appeal under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a First Instance Court decision regarding voluntary enforcement proceedings. The appellants argued that the appellate court erred by considering facts not proposed and improperly applied the law regarding insolvency and appeal grounds. The court rejected these claims as inadmissible because the Civil Procedure Code strictly limits appeal grounds in voluntary enforcement cases, excluding the specific arguments raised. Consequently, the appeal was dismissed and the appeal bond was remitted to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 495, 746 of the Code of Civil Procedure; In voluntary enforcement proceedings, appeals are strictly limited to specific grounds enumerated in Article 560, excluding general errors of fact or law, and no court costs are awarded in such appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 87 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 87 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Σ. του Ε. και 2) Α. Κ. του Α., συζ. Ν. Σ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ("ALPHA BANK ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "PIRAEUS SNF Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "doValue Greece" (πρώην "EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και πληρεξούσιας, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 14-11-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως υπέρ της "ALPHA BANK ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" ("CEPAL HELLAS") που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταματία Γκλιάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1699/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1238/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2021 αίτησή τους, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 15-7-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, οι 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται προς συζήτηση: 1) η υπ'αριθμ. καταθ. ...-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1238/2021 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), 2) η υπ' αριθμ. καταθ. .../2024 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (δεύτερης αναιρεσίβλητης).
2. α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση, που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στη δίκη, δε, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1711/2025, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 26/2023, ΑΠ 173/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης με αριθμ. καταθ. ...-2021 κατά της υπ' αριθμ. 1238/2021 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 3-2-2023.
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...-2021, ...-2021, ...-2021 και ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δ. Ζ. , που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-2-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, δεύτερη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ( κατά την οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2024).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο αυτή (15-11-2024) οι ως άνω πρώτη, δεύτερη , πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και η τρίτη και το τέταρτο των αναιρεσίβλητων. Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ.
γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). β. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1238/19-2-2021 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της πρώτης και τρίτης των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
γ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης άμεσου έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Εξάλλου, από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρέμβασης διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 457/2020).
Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 752 του ΚΠολΔ. ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 1849/2024, ΑΠ 822/2023). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 164/2021, ΑΠ1741/2012).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής, κατά το άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 877/2019, ΑΠ1978/2017), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".
Στην προκείμενη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η εδρεύουσα στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", με το από 15-7-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-8-2024 (αριθμ.
καταθ. .../2024) και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσείοντες και τους αναιρεσίβλητους (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα α) με αριθμ. ... , ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Μ. , β) τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ...-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π.
Γ. , γ) την υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Σ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (δεύτερης αναιρεσίβλητης), επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον, ενόψει του ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTINITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η τελευταία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (αποφάσεις ...-2016 και ...-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από τη τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 161/30-4-2020 (στον τόμο 11 και με αριθμό 109), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στη προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18-6-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ). 3.
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1238/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, που είναι σύζυγοι, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αίτησή τους (αριθμ.
καταθ. ...-2013) απευθυνόμενοι κατά της πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των ήδη αναιρεσίβλητων, ζήτησαν για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών τους με την υπαγωγή τους στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσαν.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1699/2018 απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την προταθείσα από τους καθ'ών ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, εν συνεχεία δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 1238/2021) απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση με τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις, που άσκησαν οι ήδη πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
4. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024, ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024, ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024, ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε την ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.
Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
β. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος... , 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα , 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας , 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ448/2022, ΑΠ 59/2021). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, για απόφαση ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 και 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης ((ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 557/2025, ΑΠ 1316/2024, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 353/2023).
Τέλος, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διάταξη του άρθρου 765 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στη κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα ( ΑΠ 646/2025, ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 550/2019).
Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1486/2022).
5. Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 1238/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "....Οι εκκαλούντες - αιτούντες, γεννηθέντες το έτος 1963 ο πρώτος και το έτος 1966 η δεύτερη, είναι σύζυγοι, με ένα τέκνο ενήλικο (που γεννήθηκε το έτος 1990).
Ο εκκαλών - αιτών εργάζεται ως ηλεκτρονικός τεχνικός στην ΕΡΤ3 με μηνιαίο μισθό ποσού 900 ευρώ περίπου (..), ενώ η εκκαλούσα - αιτούσα εργάζεται στη ΔΕΔΔΗΕ με μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές ύψους 2.376,17 ευρώ (...), από τις οποίες παρακρατείται μηνιαίως το ποσό των 115,28 ευρώ για δόση δανείου και καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.500 ευρώ περίπου.
Οι εκκαλούντες - αιτούντες κατοικούν σε μεζονέτα στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, η οποία τους ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του συμβολαίου, αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 60,09 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 47 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 52,52 τ.μ., ενώ έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου εμβαδού 10 τ.μ.
και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του ακάλυπτου χώρου εμβαδού 55 τ.μ. , αντικειμενικής αξίας 60.122,43 ευρώ (..). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι εκκαλούντες - αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω δάνεια, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, εκτός από τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης (..).
Ο εκκαλών - αιτών οφείλει τα ακόλουθα ποσά: 1) Στην πρώτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου το ποσό των 85.930,99 ευρώ, σύμφωνα με την από 10.7.2013 κατάσταση οφειλών, β) από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό το ποσό των 0,05 ευρώ, σύμφωνα με την από 26.7.2013 κατάσταση οφειλών και γ) από την υπ' αριθμ. ...
πιστωτική κάρτα το ποσό των 5.407,24 ευρώ, σύμφωνα με την από 26.7.2013 κατάσταση οφειλών και συνολικά της οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 91.338,28 ευρώ, από απαιτήσεις που πλέον διαχειρίζεται η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα της α' αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, 2) στη δεύτερη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση α) από την υπ' αριθμ.
λογαριασμού ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 319.320,70 ευρώ κατά τη 12.3.2016, αφού δεν προσκομίζεται κατάσταση οφειλών κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, δεδομένου ότι πρόκειται για εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση με προσημείωση υποθήκης επί της ως άνω κύριας κατοικίας, β) από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό υπερανάληψης το ποσό των 146,73 ευρώ, σύμφωνα με την από 29.7.2013 κατάσταση οφειλών, γ) από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οφείλει το ποσό των 411.95 ευρώ, σύμφωνα με την από 29.7.2013 κατάσταση οφειλών, δ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφείλει το ποσό των 16.728,21 ευρώ, σύμφωνα με την από 29.7.2013 κατάσταση οφειλών, τη δε οικεία απαίτηση διαχειρίζεται η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα της β' αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, σύμφωνα με το από 28.1.2020 σχετικό έγγραφο της τελευταίας και ε) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 10.722,95 ευρώ, σύμφωνα με την από 29.7.2013 κατάσταση οφειλών, τη δε οικεία απαίτηση διαχειρίζεται η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα της β' αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, σύμφωνα με το από 28.1.2020 έγγραφο της τελευταίας και συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 347.330,54 ευρώ και 3) στην τρίτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση, σύμφωνα με την από 11.7.2013 κατάσταση οφειλών α) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 4.226,61 ευρώ , β) από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα το ποσό των 1.780,86 ευρώ , γ) από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα το ποσό των 3.712,51 ευρώ και δ) από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα το ποσό των 4.213,57 ευρώ και συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 13.933,55 ευρώ.
Η εκκαλούσα - αιτούσα οφείλει τα ακόλουθα ποσά: 1) Στη δεύτερη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 319.320,70 ευρώ κατά τη 12.3.2016, αφού δεν προσκομίζεται κατάσταση οφειλών κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, δεδομένου ότι πρόκειται για εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση με προσημείωση υποθήκης επί της ως άνω κύριας κατοικίας, β) από την υπ' αριθμ. ...
πιστωτική κάρτα το ποσό των 26.426,24 ευρώ, σύμφωνα με την από 29.7.2013 κατάσταση οφειλών και γ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ρύθμισης το ποσό των 4.588,59 ευρώ, σύμφωνα με την από 29.7.2013 κατάσταση οφειλών και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες οφείλει το ποσό των 350.335,53 ευρώ και 2) στο τέταρτο εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο - καθού η αίτηση από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση δανείου μικροεπισκευών το ποσό των 13.538,45 ευρώ, σύμφωνα με την από 10.7.2013 κατάσταση οφειλών. Πέραν της ως άνω κύριας κατοικίας τους, ο εκκαλών - αιτών διαθέτει κατά ποσοστό συγκυριότητας 6,90000 ένα ακίνητο εμβαδού 393,30 τ.μ. στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης (...) και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... IX αυτοκίνητο, μάρκας Mazda CX7, κυβισμού 2.261 κ.εκ. (..), ενώ η εκκαλούσα - αιτούσα έχει στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, εμβαδού 89 τ.μ. (...), το οποίο εκμισθώνει, για πρώτη φορά, από τη 1.12.2019 έναντι του μισθώματος των 200 ευρώ (...).
Οι εκκαλούντες - αιτούντες είχαν ετήσια καθαρά εισοδήματα, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά τους, κατά το οικονομικό έτος 2006 ο πρώτος 30.341,31 ευρώ και η δεύτερη 17.642,86 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007 ο πρώτος 29.785,94 ευρώ και η δεύτερη 20.586,57 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2008 ο πρώτος 37.075,77 ευρώ και η δεύτερη 21.596,47 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2009 ο πρώτος 36.053,45 ευρώ και η δεύτερη 24.292,32 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2010 ο πρώτος 35.025,47 ευρώ και η δεύτερη 25.285,39 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 ο πρώτος 30.771,99 ευρώ και 22.072,57 ευρώ η δεύτερη, κατά το οικονομικό έτος 2012 ο πρώτος 27.492,07 ευρώ και η δεύτερη 21.920,61 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 ο πρώτος 25.475,34 ευρώ και η δεύτερη 20.409,78 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2014 ο πρώτος 12.093,73 ευρώ ο πρώτος και 20.193,27 ευρώ η δεύτερη, κατά το φορολογικό έτος 2014 ο πρώτος 2,79 ευρώ και η δεύτερη 22.149,88 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2015 ο πρώτος 9.555,97 ευρώ και η δεύτερη 21.704,75 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2016 ο πρώτος 16.034,32 ευρώ και η δεύτερη 21.025,55 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2017 ο πρώτος 16.151,47 ευρώ και η δεύτερη 22.380,59 ευρώ και κατά το φορολογικό έτος 2018 ο πρώτος 17.183.53 ευρώ και η δεύτερη 22.989,92 ευρώ.
Από τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι εκκαλούντες - αιτούντες κατά τα έτη 2006 και 2007 αποκέρδαιναν περίπου 4.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά τα έτη 2008 - 2010 περί τα 5.000 ευρώ μηνιαίως. Όταν το έτος 2007 αποφάσισαν να λάβουν στεγαστικό δάνειο από τη δεύτερη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση, προκειμένου να αγοράσουν τη σημερινή τους κατοικία στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών - αιτών είχε ήδη λάβει ένα καταναλωτικό δάνειο και δύο πιστωτικές κάρτες από την τρίτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση, ποσού 40.000 με 45.000 ευρώ περίπου, όπως κατέθεσε η ίδια η αιτούσα εξεταζόμενη ανωμοτί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ενώ τα μηνιαία τους έσοδα κυμαίνονταν στο υψηλό ποσό των 4.000 ευρώ.
Την ίδια χρονιά (2007), ο εκκαλών - αιτών αγόρασε και το ανωτέρω αυτοκίνητο, μεγάλου κυβισμού, με δάνειο επίσης από τη δεύτερη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση, τα δε μηνιαία εισοδήματά τους άρχισαν να αυξάνονται σε 5.000 ευρώ περίπου. Το έτος 2009, η εκκαλούσα - αιτούσα αγόρασε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο (..), ενώ ο εκκαλών - αιτών έλαβε επιπλέον δάνεια (τα ανωτέρω αναφερόμενα) από την πρώτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση.
Από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες - αιτούντες που είχαν υψηλά εισοδήματα, επιδίωκαν με τη λήψη δανείων την απόλαυση ενός ακόμη υψηλότερου επιπέδου διαβίωσης, αφού επέλεξαν να αγοράσουν μεγαλύτερη κατοικία από αυτήν που διέθετε η εκκαλούσα - αιτούσα, την οποία μάλιστα η τελευταία άφησε ανεκμετάλλευτη για πολλά χρόνια (μέχρι το έτος 2019 που την εκμίσθωσε) και πολυτελές αυτοκίνητο, ενώ η λήψη καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών δεν δικαιολογούνταν για την κάλυψη των καταναλωτικών τους αναγκών, αφού τα εισοδήματά τους ήταν επαρκή για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, τις οποίες οι ίδιοι προσδιορίζουν στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως.
Μάλιστα, και ενώ το έτος 2010 άρχισαν να μειώνονται σταδιακά τα εισοδήματά τους, η εκκαλούσα - αιτούσα έλαβε ένα επιπλέον δάνειο από το τέταρτο εφεσίβλητο - καθού η αίτηση, μικροεπισκευών, ποσού 10.000 ευρώ. Το έτος 2011 οι εκκαλούντες - αιτούντες άρχισαν να εμφανίζουν αδυναμία πληρωμών, με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος της δεύτερης η υπ' αριθμ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε βάρος αμφοτέρων η υπ' αριθμ. .../2012 διαταγή πληρωμής του ίδιου, ως άνω, Δικαστή, με αίτηση πιστώτριάς τους και ενώ σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2011, ο πρώτος έλαβε το ποσό των 42.000 ευρώ από διάθεση περιουσιακών στοιχείων.
Ακολούθως, τα έτη 2013 και 2014 οι εκκαλούντες - αιτούντες παρουσίασαν δραματική μείωση στα εισοδήματά τους, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, εξαιτίας της απόλυσης του πρώτου από την EΡT3 λόγω παύσης της λειτουργίας της. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιρρωνύεται ο ισχυρισμός της αιτούσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί των ιατρικών προβλημάτων των συγγενικών τους προσώπων και των σχετικών δαπανών, στις οποίες επικαλούνται ότι προέβησαν οι ίδιοι οι εκκαλούντες - αιτούντες.
Αποδεικνύεται όμως ότι σύμφωνα με τις προαναφερόμενες καταστάσεις οφειλών, οι εκκαλούντες - αιτούντες έπρεπε να δίνουν για το στεγαστικό τους δάνειο μηνιαίως το ποσό των 1.161,10 ευρώ, ο πρώτος επιπλέον το ποσό των 2.070,10 ευρώ το μήνα για τις δικές του οφειλές και η δεύτερη επιπλέον το ποσό των 667,60 ευρώ τον μήνα για τις ατομικές της οφειλές, δηλαδή συνολικά το ποσό των 3.898,80 ευρώ.
Το ποσό αυτό, ακόμη και κατά τη χρονική περίοδο που είχαν τα υψηλότερα εισοδήματα (5.000 ευρώ περίπου μηνιαίως), δεν μπορούσαν να το καλύψουν, λαμβανομένων υπόψη των βιοτικών τους αναγκών.
Ως εκ τούτου, όταν τα έσοδά τους μειώθηκαν, οδηγήθηκαν σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους με δική τους υπαιτιότητα, καθώς προκάλεσαν την υπερχρέωσή τους αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο ότι κάποια στιγμή δεν θα μπορούν να εξυπηρετούν τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Κατόπιν τούτου, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αίτηση κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του τέταρτου εφεσίβλητου - καθού η αίτηση περί δόλιας περιέλευσης των εκκαλούντων - αιτούντων σε κατάσταση παύσης πληρωμών με το ανωτέρω περιεχόμενο, ήτοι κατά τρόπο ορισμένο, απορριπτομένων των σχετικών λόγων έφεσης.
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε πρωτοδίκως μόνο από έναν πιστωτή (τέταρτο εφεσίβλητο - καθού η αίτηση), ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στη δίκη, καθώς οι πιστωτές τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατά συνέπεια ωφελούνται όλοι από την προβληθείσα ένσταση, κατ' άρθρο 76 ΚΠολΔ (..) και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο οικείος λόγος έφεσης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτόδικης 1699/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ομοίως.
6. α. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες-αιτούντες την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 εδ.α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση της δόλιας περιέλευσης αμφοτέρων σε αδυναμία πληρωμών, που πρότεινε το τέταρτο των ήδη αναιρεσίβλητων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", αναφορικά μάλιστα μόνο με την δεύτερη από αυτούς, δεδομένου ότι το τελευταίο δεν ήταν πιστωτής του πρώτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός αυτού, ισχυρισμός περί αοριστίας της ως άνω ένστασης προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας, ήτοι αφενός μεν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφετέρου, δε, στο Εφετείο με λόγο έφεσης αν και μπορούσε να προβληθεί, ενώ επιπρόσθετα, η εν λόγω αιτίαση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.
Επομένως, δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση 1) του περιεχομένου των νομίμως κατατεθεισών προτάσεων του ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" προκύπτει ότι αυτό πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης αμφοτέρων των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, την οποία επανέφερε, ως προς την δεύτερη μόνο αναιρεσείουσα, παραδεκτά με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητο ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του δικογράφου των προτάσεών του, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι το τέταρτο αναιρεσίβλητο αναφορικά με την προταθείσα παραπάνω ένσταση του, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: " α) ότι οι συνολικές οφειλές των αναιρεσειόντων ανέρχονται στα ποσά των 452.602,37 ευρώ του πρώτου και των 363.873,98 ευρώ της δεύτερης, με την επισήμανση ότι η δεύτερη (πέραν των δανείων μικροεπισκευών-μικροβελτιώσεων συνολικού ποσού 20.000 ευρώ που συνομολογήθηκαν την 9-11-2004 και 21-2-2008, προέβη το έτος 2010 σε λήψη δανείου από το ίδιο ( τέταρτο αναιρεσίβλητο) ύψους 10.000 ευρώ, ενώ ήδη ήταν επιβαρημένη με την προαναφερθείσα υψηλή δανειοδότηση και αδυνατούσε τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της να καλύψουν το ποσό που αντιστοιχούσε στη μηνιαία δόση των ληφθέντων ήδη δανείων, β) η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου διότι "έλαβαν πιστωτικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια και στεγαστικά δάνεια κλπ) δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση, αφού το εισόδημα τους κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού, αλλά και μέχρι σήμερα, προερχόταν και προέρχεται αποκλειστικώς από το μηνιαίο μισθό τους" αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο περιέλευσής τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των χρεών τους, 2) του περιεχομένου των προτάσεων της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ("ALPHA BANK AE"), η οποία είναι πιστωτής αμφοτέρων των αιτούντων, προκύπτει ότι αυτή πρόβαλε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης αμφοτέρων των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους παραδεκτά το πρώτον με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητης, ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου κατ` άρθρο 765 του ΚΠολΔ, διότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ` έφεση δίκης.
Ειδικότερα, η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη- πιστωτής αμφοτέρων των αιτούντων, αναφορικά με την ένσταση δόλου ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τα ακόλουθα: α) ότι με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως δυνατόν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα και το αποδέχεται χωρίς να πράττει κάτι για να το αποφύγει.
Ότι στην προκείμενη περίπτωση οι αιτούντες, δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων. Ότι οι τελευταίοι, οι οποίοι έλαβαν από την ίδια στεγαστικό δάνειο ύψους άνω των 320.000 ευρώ, προέβησαν στη σύναψη μεγάλου αριθμού δανειακών συμβάσεων, οι οποίες δαπανήθηκαν σε περιττά έξοδα καταναλωτικής φύσεως καλύπτοντας πολυτελείς ανάγκες, όπως η αγορά πολυτελών αυτοκινήτων και η αγορά της πολυτελούς κατοικίας τους, για να εξασφαλίσουν εις βάρος των πιστωτών ένα ανώτερο των εισοδημάτων τους επίπεδο διαβίωσης.
Σύμφωνα με τα ως άνω οι ως άνω πιστωτές των αιτούντων στις προαναφερόμενες προτάσεις τους, ορθά εκτιμουμένων από το σύνολο του περιεχομένου τους, μνημονεύουν με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου. Ειδικότερα: α) αναφέρουν ότι τόσο ο πρώτος αιτών, όσο και η σύζυγός του δεύτερη αιτούσα συμφώνησαν, με τους καθ'ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητους τραπεζικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια, στεγαστικά δάνεια κλπ) ύψους 452.602,37 ευρώ ο πρώτος και 363.873,98 ευρώ η δεύτερη, με την επισήμανση αφενός ότι ποσό άνω των 320.000 ευρώ αντιστοιχεί σε λήψη δανείου εκ μέρους και των δύο από την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και αφετέρου ότι η δεύτερη αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα προέβη το έτος 2010 σε λήψη δανείου από το ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο) ύψους 10.000 ευρώ, ενώ ήδη ήταν επιβαρημένη με την προαναφερθείσα υψηλή δανειοδότηση και δεν μπορούσε τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της να καλύψουν το ποσό που αντιστοιχούσε στη μηνιαία δόση των ληφθέντων ήδη δανείων β) ότι, με βάση τα οικονομικά τους δεδομένα, η λήψη των ως άνω δανείων έγινε αλόγιστα προς κάλυψη δαπανών υπερβαινουσών τα εισοδήματά τους εις βάρος των πιστωτών τους και επομένως γνωρίζοντας εξ αρχής ότι δεν θα ανταπεξέλθουν στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβαν και ότι ο υπερδανεισμός τους θα οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Δεν ήταν δε ανάγκη, για τη πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων των οφειλετών και των δανειακών συμβάσεων, που οι τελευταίοι έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, ούτε του χρόνου και του ύψους κάθε μίας από αυτές (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022).
Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, ορισμένη και νόμιμη την κατά τα άνω ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, την οποία πρόβαλε τόσο το τέταρτο αναιρεσίβλητο -πιστωτής της δεύτερης αιτούσας όσο και η δεύτερη αναιρεσίβλητη -πιστώτρια αμφοτέρων των αιτούντων, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω διατάξεις, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
β. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο πρώτος αναιρεσείων-αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1, αλλά αληθώς από τον αριθμό 5 εδ.α του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ότι, αν και κανείς πιστωτής δεν ισχυρίσθηκε ότι αυτός είχε περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμών από την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, εντούτοις το Εφετείο δέχθηκε και ως προς τον ίδιο την ένσταση δόλου που πρόβαλε το ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο το οποίο ήταν πιστωτής μόνο της δεύτερης αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή στην προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδαφ. α' του άρθρου 560 του Εδκ (ΑΠ 1467/2025, ΑΠ1588/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 978/2023).
Σε κάθε περίπτωση αν ο ίδιος λόγος ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος, από τον ως άνω αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος.
7. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθ. ...-2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1238/2021 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ