Supreme Court dismisses appeal on creditor's right to pierce asset transfer due to debtor's insolvency and bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment ordering the piercing of an asset transfer. The creditors argued the debtor transferred property with intent to harm them while insolvent, but the court found the lower court's reasoning sufficient based on the debtor's knowledge of the debt and the inadequacy of remaining assets. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; The creditor's right to pierce an asset transfer requires proof of the debtor's knowledge of the debt, the intent to harm creditors, and the resulting insufficiency of remaining assets to satisfy claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 877 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 877/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Β., κατοίκου ..., 2) Π. Σ. του Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ροδόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-9-2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η 111/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών, η δε προξενηθείσα εξαιτίας της απαλλοτρίωσης αφερεγγυότητά του πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, και 5) επί απαλλοτρίωσης που έγινε από επαχθή αιτία, δηλαδή δια της παροχής ανταλλάγματος (όπως π.χ.
επί πωλήσεως περιουσιακού στοιχείου) γνώση του αποκτώντος τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1319/2017). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά την, κατά τα προεκτιθέμενα, καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά του αμέλεια (ΑΠ 828/2020, 708/2017, 928/2014).
Η γνώση του αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, απαιτείται να υπάρχει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία (ΑΠ 828/2020). Μόνη η γνώση του τελικού αγοραστή περί της υπάρξεως βαρών στο πωλούμενο δεν συνεπάγεται και γνώση του για τη δόλια καταδολιευτική προαίρεση του οφειλέτη (ΑΠ 828/2020,1349/2018), αλλά προς θεμελίωσή της απαιτούνται και επιπλέον στοιχεία.
Η επάρκεια ή ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 651/2008) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους (ΑΠ 914/2020, 928/2014).
Η περιέλευση δε του οφειλέτη σε κατάσταση αφερεγγυότητας θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το στοιχείο της βλάβης του δανειστή, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, να επέρχεται δηλαδή χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.
Έτσι, δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια και επομένως δεν γεννιέται δικαίωμα διάρρηξης, αν ο δανειστής και πριν την απαλλοτρίωση δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση επί του απαλλοτριωθέντος, επειδή σε αυτή την περίπτωση δεν υφίσταται βλάβη, αφού δεν επέρχεται χειροτέρευση της πραγματικής δυνατότητας ικανοποίησής του (ΑΠ 1275/2020).
Αιτιώδης όμως σχέση μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης μπορεί να υφίσταται στην περίπτωση που το απαλλοτριωθέν ήταν ήδη πριν την απαλλοτρίωση βεβαρημένο με εμπράγματα δικαιώματα, που εξασφάλιζαν την κατά προτεραιότητα ικανοποίηση άλλων απαιτήσεων. Και αυτό διότι δεν καθίσταται εκ των προτέρων ανέφικτη η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, επειδή είναι απλώς πιθανό, σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό του απαλλοτριωθέντος, να μη ικανοποιηθεί, επειδή θα προηγηθούν στην κατάταξη άλλοι προνομιούχοι δανειστές του οφειλέτη, αφού το γεγονός αυτό είναι μέλλον και αβέβαιο, εξαρτώμενο από παράγοντες, που δεν προκύπτουν και δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής για τη διάρρηξη, όπως είναι η ενδεχόμενη εκ μέρους του οφειλέτη πριν τον πλειστηριασμό ικανοποίηση προνομιούχων δανειστών, η μη αναγγελία τους στον πλειστηριασμό, η ακυρότητα αυτής, η μη εμπρόθεσμη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη όταν η εμπράγματη εξασφάλιση συνίσταται σε προσημείωση επί ακινήτου κ.λπ.
Η απόρριψη της αγωγής διάρρηξης για τον παραπάνω λόγο θα εκμηδένιζε και την πλεονεκτική θέση, την οποία εκ των πραγμάτων θα μπορούσε να έχει ο αιτών τη διάρρηξη δανειστής, εάν εκείνος επέσπευδε τον πλειστηριασμό, αποκτώντας τα ηνία της εκτελεστικής διαδικασίας και ασκώντας και δι' αυτού του τρόπου πίεση στον οφειλέτη για την ικανοποίηση της απαίτησής του.
Επιπροσθέτως δε η πιθανότητα ικανοποίησης του αιτούντος τη διάρρηξη εγχειρόγραφου δανειστή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό και από το δίκαιο των κανόνων κατάταξης, που θα καταλαμβάνει τον πλειστηριασμό, ο οποίος θα διενεργηθεί. Εάν η επιταγή, με βάση την οποία θα επισπευσθεί εκτέλεση από εγχειρόγραφο δανειστή, που θα επιτύχει τη διάρρηξη, επιδοθεί μετά την 1η.1.2016 και εάν για την κατάταξη ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 977 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον ν. 4335/2025 (και όχι αυτές του άρθρου 977Α ΚΠολΔ, που προϋποθέτουν μη βεβαρημένο δι'εμπράγματης εξασφάλισης μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου 4512/2018, δηλαδή μέχρι τις 17.1.2028, πλειστηριαζόμενο), εκείνος θα ικανοποιηθεί με βεβαιότητα και όχι απλώς κατά πιθανότητα, έστω και εν μέρει, από το ποσοστό του πλειστηριάσματος (τουλάχιστον από το 10% αυτού), που προορίζεται την κατηγορία των εγχειρόγραφων δανειστών (άρθ. 977 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν τίθεται καν ζήτημα έλλειψης έννομου συμφέροντός του να αιτηθεί τη διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι το σχετικό δικαίωμά του ασκείται καταχρηστικώς από μόνο το λόγο ότι αυτός είναι εγχειρόγραφος δανειστής και στην κατάταξη θα προηγηθούν άλλοι προνομιούχοι δανειστές.
Περαιτέρω απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 AK συνιστά και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας από τον οφειλέτη σε τρίτο δανειστή του, ο οποίος τελεί σε γνώση ότι ο οφειλέτης χορηγεί σε αυτόν το δικαίωμα τούτο προς βλάβη των άλλων δανειστών του, διότι με αυτή ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση εκ του νόμου κανόνας περί της σειράς κατατάξεως των δανειστών (ΟλΑΠ 15/2012).
Αυτό σημαίνει ότι η έννοια της απαλλοτρίωσης κατά την ανωτέρω διάταξη είναι ευρύτερη της συνηθέστερης στην πράξη μεταβίβασης της κυριότητας περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη. Σε αυτή δε την έννοια υπάγεται και η περίπτωση, κατά την οποία το παραπάνω περιουσιακό στοιχείο εξακολουθεί να εντάσσεται στην περιουσία του, επιβαρύνθηκε όμως δι' εμπράγματης ασφάλειας υπέρ τρίτου μετά τον κρίσιμο χρόνο γέννησης της απαίτησης του ενάγοντος- αιτούντος τη διάρρηξη δανειστή, έτσι ώστε να καθίσταται μικρότερη η πιθανότητα ικανοποίησής του κατά τους ισχύοντες στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνες κατάταξης, οπότε μπορεί να ζητηθεί η διάρρηξή της εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις των άρθρων 939 επ.
ΑΚ.
Συνεπώς, εάν εμπράγματες εξασφαλίσεις παρασχέθηκαν πριν τη γέννηση της απαίτησης του ενάγοντος, δεν υφίσταται καν δυνατότητα διάρρηξής τους και αυτές δεν υπάγονται στην έννοια των απαλλοτριώσεων του άρθρου 939 ΑΚ. Εάν συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις διάρρηξης της συνιστάμενης σε παροχή εμπράγματης ασφάλειας δικαιοπραξίας, η διάρρηξη αυτή θα συνίσταται απλώς στην κατάρτιση του πίνακα κατάταξης χωρίς να ληφθεί υπόψη το προνόμιο της εμπράγματης εξασφάλισης ειδικώς έναντι του επιτυχόντος τη διάρρηξη δανειστή και την κατάταξη της δικής του απαίτησης κατά τη σειρά και τάξη, που θα είχε εάν δεν είχε παρασχεθεί τέτοια ασφάλεια.
Σε κάθε περίπτωση όμως η ως άνω επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη δεν συνεπάγεται ότι, δια της παραχώρησης εμπράγματης εξασφάλισης, το επιβαρυνόμενο δι' αυτής περιουσιακό στοιχείο εκφεύγει της περιουσίας του οφειλέτη, ώστε να μην είναι δυνατό να κατασχεθεί από τον επιδιώκοντα τη διάρρηξη εγχειρόγραφο ή και προνομιούχο με υποδεέστερο προνόμιο δανειστή.
Αυτό παραμένει στην περιουσία του οφειλέτη και μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτέλεση δια κατασχέσεώς του κατ'άρθρο 919 ΚΠολΔ από τους δανειστές του, ακόμη μάλιστα και αν εκείνοι δεν επιδιώξουν τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας, δια της οποίας παρασχέθηκε εμπράγματη ασφάλεια, ενώ είχαν τέτοια δυνατότητα. Εάν δε μετά την παροχή τέτοιας ασφάλειας, που δεν προσβλήθηκε ως καταδολιευτική, απαλλοτριωθεί το βεβαρημένο περιουσιακό στοιχείο δια της μεταβιβάσεως της κυριότητάς του σε τρίτο από τον οφειλέτη, δια της οποίας πράγματι εκφεύγει της περιουσίας του, οι δανειστές δικαιούνται να ζητήσουν τη διάρρηξη αυτής πλέον της απαλλοτρίωσης, που αντιστρατεύεται στο δικαίωμά τους να το κατασχέσουν, έστω και βεβαρημένο με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 2/2013).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, η οποία απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Και, συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών της απόφασης υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. .../24.10.2008 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίστηκε στα Τρίκαλα μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της εδρεύουσας στα Τρίκαλα ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "...", νομίμως εκπροσωπούμενης, που δραστηριοποιείται στην εμπορία μοτοποδηλάτων, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, με τους όρους και συμφωνίες που ειδικότερα προβλέπονται σε αυτήν.
Με την ταυτάριθμη από 21.10.2011 πρόσθετη πράξη της άνω σύμβασης, μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε κατά 10.000 ευρώ και ανήλθε σε 160.000 ευρώ. Την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρηματικής απαιτήσεως της πρωτοφειλέτιδας, τόσο από την αρχική σύμβαση όσο και από την αυξητική αυτής πράξη, εγγυήθηκαν σ' αυτές εγγράφως ο πρώτος εναγόμενος [πρώτος αναιρεσείων] και ο (μη διάδικος) Κ.
Μ., ομόρρυθμα μέλη της οφειλέτιδας εταιρείας, ενεχόμενοι αμφότεροι ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως και τα δικαιώματα των άρθρων 853, 854 ΑΚ κ.λ.π. Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, τηρήθηκαν από την Τράπεζα ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός κίνησης κεφαλαίου και ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός τόκων οι οποίοι παρουσίαζαν καθυστέρηση και γι' αυτό η πιστούχος Τράπεζα Κύπρου κατήγγειλε με την από 07.03.2013 εξώδικη δήλωσή της τη σύμβαση, καταγγελία που επιδόθηκε την 14.03.2013 στην οφειλέτιδα εταιρεία και τους εγγυητές της (βλ.
τις υπ' αριθ. 5940Γ, 5042Γ και 5943Γ /14.03.2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Ε. Π.). Κατόπιν προέβη αυθημερόν σε οριστικό κλείσιμο των τηρουμένων για την εξυπηρέτηση των άνω πιστώσεων λογαριασμών, μεταφέροντας αυτούς ως κατάλοιπα στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, ο οποίος εμφάνισε ως συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο το ποσό των 158.577,26 ευρώ και μετά την καταβολή εκ μέρους της πιστούχου του ποσού 3.000 ευρώ, το υπόλοιπο αυτού ανήλθε σε 156.077,26 ευρώ.
Δυνάμει της υπ' αριθ. 66/03/26.03.2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, το υπ' αριθμ. 96/26.03.2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (αριθ. 4640/26.03.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας) και την από 26.03.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της άνω δανείστριας Τράπεζας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της επίδικης σύμβασης ως και οι εμπράγματες εξασφαλίσεις της, μεταβιβάστηκαν από την άνω δανείστρια Τράπεζα στην ενάγουσα, η οποία έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της.
Η ενάγουσα αιτήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 450/2013 Διαταγή πληρωμής της Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος εταιρεία και οι συνεγγυητές της, ομόρρυθμοι εταίροι της, να καταβάλουν το προαναφερόμενο ποσό πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης.
Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω Διαταγής πληρωμής με την από 31.07.2013 επιταγή εκτελέσεως επιδόθηκε στην πιστούχο εταιρεία και τον πρώτο εναγόμενο εγγυητή, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 168.298,96 ευρώ πλέον τόκων επί δε της ως άνω διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε ανακοπή. Πλέον της άνω απαιτήσεως, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. .../30.11.2001 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίστηκε στα Τρίκαλα μεταξύ της αυτής ως άνω "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και της αυτής ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση ποσού 73.367,57 ευρώ, η οποία στη συνέχεια με την ταυτάριθμη από 11.11.2002 πρόσθετη πράξη, αυξήθηκε κατά 1.632 ευρώ και ανήλθε σε 75.000 ευρώ, ακολούθως με την ταυτάριθμη από 27.09.2005 πρόσθετη πράξη, αυξήθηκε κατά 75.000 ευρώ και ανήλθε σε 150.000 ευρώ και τέλος, με την ταυτάριθμη από 07.03.2007 πρόσθετη πράξη, αυξήθηκε κατά 50.000 ευρώ και ανήλθε εν τέλει σε 200.000 ευρώ.
Στην άνω σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό και σε όλες τις πρόσθετες αυτής πράξεις, συμβλήθηκαν επίσης ως εγγυητές ο πρώτος εναγόμενος και ο (μη διάδικος) Κ. Μ., οι οποίοι εγγυήθηκαν εγγράφως την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρηματικής απαιτήσεως της πρωτοφειλέτιδας από την αρχική σύμβαση και τις αυξητικές αυτής πράξεις, ενεχόμενοι αμφότεροι ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως και τα δικαιώματα των άρθρων 853, 854 ΑΚ,κ.λ.π.
Με την υπ' αριθ. .../b/10.01.2012 πρόσθετη πράξη μερικής τροπής της άνω σύμβασης πίστωσης (με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό) σε χρεολυτικό δάνειο τακτής λήξης, η τραπεζική εταιρεία και οι άνω εγγυητές αυτής, συμφώνησαν και έτρεψαν κατά ένα μέρος την σύμβαση και δη κατά το ποσό των 20.643,67 ευρώ του χρεωστικού υπολοίπου, σε ισόποσο χρεολυτικό δάνειο ποσού 20.643,67 ευρώ, εξοφλητέου σε 8 μηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, ύψους 2.600 ευρώ η κάθε μία αρχής γενομένης από 07.04.2012.
Την τήρηση των όρων και της εν /λόγω συμβάσεως και των προσθέτων πράξεών της εγγυήθηκαν και πάλι εγγράφως με τους αυτούς ως άνω όρους, ενεχόμενοι αμφότεροι ως αυτοφειλέτες, ο πρώτος εναγόμενος και ο Κ. Μ.. Σε εκτέλεση της σύμβασης πίστωσης, τηρήθηκε και κινήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός κίνησης κεφαλαίου την οποία κατήγγειλε η πιστούχος με την από 07.03.2013 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην οφειλέτιδα και τους εγγυητές την 14.03.2013 (βλ.
τις υπ' αριθ. 5939Γ, 5944Γ και 5941 Γ/14.03 2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Ε. Π.) την παραπάνω σύμβαση πίστωσης και προέβη αυθημερόν σε οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, ο οποίος εμφάνιζε κατάλοιπο ύψους 7.018,62 ευρώ. Κατόπιν αιτήθηκε η πιστούχος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τρικάλων την έκδοση διαταγής πληρωμής επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 822/2013 Διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Τρικάλων, που υποχρέωνε την πιστούχο εταιρεία και τους συνεγγυητές της να καταβάλουν το ποσό των 7.018,62 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω Διαταγής πληρωμής με την παρά πόδας από 31.07.2013 επιταγή εκτελέσεως, επιδόθηκε στην πιστούχο εταιρεία και τον πρώτο εναγόμενο, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 7.488,36 ευρώ πλέον τόκων και κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε ανακοπή εκ μέρους των οφειλετών ανακοπή.
Δυνάμει του υπ' αριθ. .../26.07.2013 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Μπουρνάζου, που καταχωρήθηκε νομίμως την 30.07.2013 στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον δεύτερο εναγόμενο, ένα οικόπεδο, με ΚΑΕΚ .../0/0, νεοεντασσόμενο στο σχέδιο πόλεως, καθώς εκκρεμεί η πράξη εφαρμογής, που φέρει τον αριθμό … και βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Πυργετού, στη θέση "..." του δήμου Τρικκαίων, στο Οικοδομικό Τετράγωνο ...
της Πολεοδομικής Ενότητας "...", το οποίο έχει έκταση 718,25 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 732,63 τ.μ. Εντός αυτού υφίσταται ισόγεια οικία, εμβαδού 194,79 τ.μ., ανεχερθείσα το έτος 2004, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία του πρώτου εναγόμενου, με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο και ένα χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων συνολικού εμβαδού 110,68 τ.μ.
Η αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασης ήταν 187.025,46 ευρώ και το αναγραφόμενο ως καταβλητέο στο συμβόλαιο τίμημα που πιστώθηκε εξ ολοκλήρου ανέρχεται στο ποσόν των 165.000 ευρώ. Επί του ακινήτου αυτού υφίστανται εγγεγραμμένες τέσσερις προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" λόγω στεγαστικών δανείων που έλαβε ο πρώτος εναγόμενος και δη η πρώτη ποσού 108.000 ευρώ από το 2006, η δεύτερη ποσού 120.000 ευρώ από το 2007, η τρίτη ποσού 25.000 ευρώ από το 2009 και η τέταρτη ποσού 31.800 ευρώ από το 2012.
Εκτός από το ακίνητο αυτό, ο πρώτος εναγόμενος έχει ακόμη στην κυριότητά του, ως εμφανή περιουσία, τα εξής ακίνητα: 1) έναν αγρό, εκτάσεως κατά το Κτηματολογικό φύλλο 1.039 τ.μ. και κατά τον τίτλο κτήσης 1.035,10 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από τα διαιρετά κατά χρήση 10.580,52 τ.μ. ενός αγρού με αριθμό 2, τμήματος II, συνολικής έκτασης 23.052 τ.μ., που βρίσκεται στη Θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Τρικκαίων.
Ο πρώτος εναγόμενος κατέχει κατά χρήση εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.035,10 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ .../0/0. Στο ακίνητο αυτό υφίστανται εγγεγραμμένες α) προσημείωση υποθήκης τραπείσα ήδη σε υποθήκη υπέρ της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ για ποσό 42.000 ευρώ και β) προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας για ποσό 100.000 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία, ανέρχεται σε 2.000 ευρώ. 2) μία διώροφη μεζονέτα (οριζόντια ιδιοκτησία) μαζί με τα συστατικά και τα παραρτήματά της, που έχει αριθμό …, αριθμό στοίχου 9, τύπου ...
του οικισμού εργατικών κατοικιών "...", βρίσκεται στην οδό ... της πόλης των …, έχει εμβαδόν 65,25 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 8,1902/1000 και έλαβε ΚΑΕΚ .../0/56. Στο ακίνητο αυτό υφίστανται εγγεγραμμένα τα αυτά με το προηγούμενο ακίνητο βάρη και δη α) προσημείωση υποθήκης τραπείσα ήδη σε υποθήκη υπέρ της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ για ποσό 42.000 ευρώ και β) προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας για ποσό 100.000 ευρώ, η δε, εμπορική αξία του ανέρχεται σε 26.000 ευρώ. 3) το 50% εξ αδιαιρέτου μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας και δη του υπό στοιχεία "ΗΙ" ημιυπόγειου διαμερίσματος, εμβαδού 42,60 τ.μ., οικοδομής ανεγερθείσας από το έτος 1971 επί οικοπέδου κειμένου στην οδό ...
της πόλης των Τρικάλων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 40/1000 εξ αδιαιρέτου που έλαβε ΚΑΕΚ .../0/1 και έχει τα κάτωθι εμπράγματα βάρη α) προσημείωση υποθήκης υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" για ποσό 48.000 ευρώ, και β) δύο υποθήκες υπέρ της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων για ποσά 36.804,39 ευρώ και 34.386,97 ευρώ, η δε εμπορική αξία του ανέρχεται σε 9.500 ευρώ.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος παρότι είχε οφειλή στην πιστούχο Τράπεζα ανερχόμενη στο ποσόν των 266002,73 ευρώ εντούτοις προέβη σε εκποίηση του μοναδικού εμφανούς αξιόλογου περιουσιακού του στοιχείου προκειμένου να βλάψει την ενάγουσα καθώς με την η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα μπορούσε ούτε και μερικώς να ικανοποιήσει την απαίτησή της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος που είχε επαγγελματική συνεργασία με τον πρώτο εναγόμενο γνώριζε την οφειλή του στην ενάγουσα και ότι αυτός προέβη στην απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου με σκοπό τη βλάβη της και αυτό προκύπτει ευχερώς από το γεγονός ότι φέρεται να προβαίνει σε αγορά ενός προσημειωμένου ακινήτου αναλαμβάνοντας την καταβολή των οφειλών του όπως ρητά αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ενώ ταυτόχρονα φέρεται να καταβάλει μετρητά το ποσόν των 8.0000 [ορθώς 80.000, όπως αναγράφεται και στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν εξαφανίσθηκε από το Εφετείο] ευρώ και κατόπιν, την 13.9.2013, το ποσόν των 26000 ευρώ ενός ακινήτου αξίας 162.000 ευρώ ήτοι αγόρασε το ως άνω ακίνητο σε τιμή υπερδιπλάσια της πραγματικής του αξίας.
Οι μετέπειτα της πώλησης ενέργειές του να αιτηθεί επανειλημμένως χορήγηση στεγαστικού δανείου εκ μέρους της ενάγουσας, αιτήσεις όμως που δεν ευδοκίμησαν λόγω παραλείψεων αυτού στη σχετική διαδικασία, δεν αναιρούν τη γνώση του για τη συνδρομή του στην ένδικη απαλλοτρίωση. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος, αγοραστής του απαλλοτριωθέντος ακινήτου γνώριζε την πρόθεση του πρώτου εναγόμενου, πωλητή να βλάψει την ενάγουσα με την απαλλοτρίωση του μόνου σημαντικού περιουσιακού του στοιχείου και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος....
Με τους έκτο και έβδομο λόγους της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις στο πρόσωπό τους προκειμένου να χαρακτηρισθεί η ένδικη δικαιοπραξία καταδολιευτική. Όπως προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ο μεν πρώτος εναγόμενος ως πωλητής, προέβη σε εκποίηση του μοναδικού εμφανούς και αξιόλογου περιουσιακού του στοιχείου από το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιήσει, έστω μερικώς την ενάγουσα ενώ τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία δεν επαρκούν προς τούτο, ο δε δεύτερος εναγόμενος ως αγοραστής, γνώριζε περί της πρόθεσης βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους του αγοραστή [από πρόδηλη παραδρομή αντί "πωλητή" αναφέρεται σε αυτό το σημείο "αγοραστή"] αφού είχε επαγγελματική συνεργασία με αυτόν όπως άλλωστε συνομολογείται.".
Με βάση αυτές τις παραδοχές και την περαιτέρω απόρριψη των λόγων έφεσης, που αναφέρονταν στην απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, την οποία είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες, ως μη νόμιμης και στην απόρριψη του ισχυρισμού τους ότι η απαίτηση της αναρεσίβλητης μπορούσε να ικανοποιηθεί από άλλους εις ολόκληρον συνοφειλέτες του πρώτου αναιρεσείοντος, κρίσεις που δεν πλήττονται με λόγους της αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων συμπληρώνοντας εν μέρει τις αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, απαγγέλλοντας υπέρ αυτής τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας αγοραπωλησίας του προσδιοριζόμενου στην αγωγή της ακινήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως δι' εσφαλμένης ερμηνείας ή υπαγωγής τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 επ. και 941 ΑΚ, που εφάρμοσε, δεχόμενο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις διάρρηξης, που απαγγέλθηκε, και συγκεκριμένα ότι: α) οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης ήταν γεννημένες (και ληξιπρόθεσμες) κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης (26.7.2013), αφού μάλιστα αυτής προηγήθηκαν οι καταγγελίες των συμβάσεων από τις οποίες προέκυπταν και τα συγκεκριμένα ποσά τους, γεγονός που είχε γνωστοποιηθεί δι' επιδόσεως των καταγγελιών αυτών στον πρώτο αναιρεσείοντα (στις 14.3.2013), ανεξαρτήτως εάν οι διαταγές πληρωμής επιδόθηκαν σε εκείνον μετά την απαλλοτρίωση (στις 31.7.2013), β) η απαλλοτρίωση του ακινήτου από τον πρώτο προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα έγινε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, αφού δι'αυτής απαλλοτριώθηκε το μόνο εμφανές αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο του πρώτου αναιρεσείοντος- πωλητή, από το οποίο μπορούσε η αναιρεσίβλητη να ικανοποιήσει (έστω εν μέρει) τις απαιτήσεις της, γεγονός που γνώριζε εκείνος, όπως και την ύπαρξη των κατ'αυτού εγχειρόγραφων απαιτήσεών της, η δε βλάβη της αναιρεσίβλητης επήλθε, δεδομένου ότι η επιβάρυνση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δια προγενεστέρως εγγραφεισών εμπράγματων εξασφαλίσεων δεν καθιστούσε αδύνατη την ικανοποίησή τους (έστω εν μέρει), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, γ) ο δεύτερος αναιρεσείων- αγοραστής γνώριζε την καταδολιευτική προαίρεση του πρώτου κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και συγκεκριμένα ο δεύτερος αναιρεσείων γνώριζε ότι δι'αυτής απαλλοτριώνεται το μόνο εμφανές αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο του πρώτου αναιρεσείοντος- πωλητή, από το οποίο μπορούσε η αναιρεσίβλητη να ικανοποιήσει (έστω εν μέρει) τις ανωτέρω απαιτήσεις της, την ύπαρξη των οποίων επίσης γνώριζε.
Επομένως, οι σχετικοί από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επίσης, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο ότι αποδείχθηκε πως:
α) Δια της απαλλοτρίωσης επήλθε βλάβη της αναιρεσίβλητης, γεγονός που δεν αντιφάσκει την παραδοχή του ότι το πωληθέν ακίνητο ήταν βεβαρημένο δι' εμπραγμάτων εξασφαλίσεων άλλων απαιτήσεων κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης. Δεν συνιστά δε ανεπαρκή αιτιολογία η σιωπηρή απόρριψη από το Εφετείο του (μη νόμιμου σε κάθε περίπτωση) επιχειρήματος των αναιρεσειόντων, ότι το ακίνητο αυτό είχε παύσει να ανήκει στην περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, διότι είχε εκφύγει αυτής λόγω της προηγηθείσας επιβάρυνσής του με εμπράγματες εξασφαλίσεις εγγραφείσες υπέρ άλλων απαιτήσεων, στο οποίο αυτοί αποπειράθηκαν να επιστηρίξουν τον αρνητικό (μη αυτοτελή) ισχυρισμό τους περί μη ύπαρξης βλάβης της αναιρεσίβλητης.
β) Ο δεύτερος αναιρεσείων γνώριζε κατά τον χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης αγοραπωλησίας του ακινήτου την πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος, κρίση, που δεν στηρίχθηκε μόνο στη γνώση του δεύτερου αναιρεσείοντος- αγοραστή περί της υπάρξεως βαρών στο πωλούμενο, αλλά και σε επιπλέον αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σε συνδυασμό με το παραπάνω γεγονός και μη αντικρουόμενα μεταξύ τους, ήταν ικανά να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα επί του ανωτέρω ζητήματος, όπως αυτά παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην ενσωματωθείσα σε αυτήν λόγω της απορρίψεως της εφέσεως (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 761/2017), τελεσίδικη, παραδεκτώς κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο, 35/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε την αγωγή διάρρηξης ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο (που επικυρώθηκε και συμπληρώθηκε μόνον ως προς τις αιτιολογίες της από το Εφετείο), και συγκεκριμένα και στα επιπλέον πραγματικά περιστατικά των μεταξύ των αναιρεσειόντων σχέσεων επαγγελματικής συνεργασίας, της γνώσης του δεύτερου αναιρεσείοντος ως προς την οφειλή του πωλητή στην αναιρεσίβλητη και ως προς το γεγονός ότι το πωλούμενο αποτελούσε το μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό του στοιχείο από το οποίο μπορούσε να ικανοποιηθεί έστω και μερικώς η αναιρεσίβλητη, του φερόμενου ύψους του τιμήματος (που πιστώθηκε βάσει του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και ήταν αναντίστοιχο με την αξία του απαλλοτριωθέντος, μέρος του οποίου μάλιστα "φερόταν" ότι ο δεύτερος αναιρεσείων είχε καταβάλει σε μετρητά, χωρίς να κριθεί ότι αποδείχθηκαν τέτοιες καταβολές), του αναφερόμενου στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (σελ. 11 αυτής) γεγονότος πως εκείνος, παρότι γνώριζε τα εμπράγματα βάρη επί του ακινήτου και είχε αναλάβει δια του συμβολαίου αγοραπωλησίας την καταβολή εξ ιδίων του των εξασφαλισμένων δι' αυτών χρεών εντός καθορισθείσας προθεσμίας, ουδέν ποσό έναντι εκείνων των οφειλών κατέβαλε εντός αυτής ή και μέχρι την έγερση της αγωγής.
Επομένως και ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 19 τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα, είναι αβάσιμος, ενώ κατά τα λοιπά δια των ως άνω λόγων αναίρεσης βάλλονται απαραδέκτως, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 αρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2020 αίτηση για αναίρεση της 111/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ