Supreme Court dismisses appeal against final appellate judgment regarding property ownership acquisition by prescription and inheritance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment and the first-instance decision. The court found the lower courts correctly ruled that the appellant failed to prove ownership by prescription or inheritance due to insufficient evidence of possession and lack of title in the mother. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible regarding the first-instance decision and unfounded regarding the appellate decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 559, 566, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the final appellate judgment rejected the appeal on the merits, as the first-instance decision is then absorbed into the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 761 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 761/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ξ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθερίου Μπάλλα.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ν. Β. του Σ. και 2.Π. συζ. Ν. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Αθηναίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγαίου και συνεκδικάσθηκε με την από 19-9-2011 κύρια παρέμβαση του 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο άνω δικαστήριο.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 73/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 21-3-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔικ αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν η έφεση έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ.ΑΠ 40/1996). Μόνο εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔικ κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ’ αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, όσο και κατά την υπ’ αριθμ. 73/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγόμενης και του κυρίως παρεμβάντος και ήδη αναιρεσιβλήτων και της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Επομένως η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην ως άνω απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ’ εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όταν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται σε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από της περιπτώσεως της αναγκαστικής ομοδικίας.
Ειδικότερα η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση της επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν, αφού δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες αναιρετικοί λόγοι.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναίρεση στρέφεται τόσο κατά του νικήσαντος κυρίως παρεμβάντος, ο οποίος αναγνωρίστηκε κύριος του επιδίκου ακινήτου, όσο και κατά της εναγομένης ως προς την οποία ούτε η προσβαλλόμενη περιέχει κάποια παραδοχή, αλλά ούτε και η αναίρεση κάποιο λόγο. Ήτοι οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ’ αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν την εναγομένη-δεύτερη αναιρεσίβλητη, ούτε περιέχεται ως προς αυτήν άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ενόψει τούτων η αναίρεση ως προς την εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή κύρια παρέμβαση είναι η διαδικαστική πράξη, με την οποία επιτυγχάνεται η συμμετοχή τρίτου σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, με αρμοδίως κατατιθέμενο και επιδιδόμενο δικόγραφο, στο οποίο εκδηλώνεται η από τον τρίτο αντιποίηση του αντικειμένου της δίκης και με το οποίο ζητείται να περιέλθει το αντικείμενο της δίκης σ’ αυτόν.
Ήτοι η κύρια παρέμβαση είναι η "αγωγή" ενός τρίτου, του κυρίου παρεμβαίνοντος, που στρέφεται και κατά των δύο διαδίκων ενός εκκρεμούς δικαστικού αγώνα (κύριας δίκης), με την οποία ο ίδιος αξιώνει για τον εαυτό του το αντικείμενο της κύριας δίκης. Κατά περιεχόμενο, σκοπό, συνέπειες και δύναμη, η κύρια παρέμβαση εξομοιώνεται με την κύρια αγωγή, από την οποία τυπικώς διαφέρει, γιατί δεν είναι εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, αλλά "παρεμπίπτουσα αγωγή", που έχει όμως αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, καθόσον ο κυρίως παρεμβαίνων υποβάλλει αίτηση παροχής έννομης προστασίας, με τη μορφή της διάγνωσης ότι δικαιούχοι του επιδίκου αντικειμένου είναι αυτός ο ίδιος.
Για το παραδεκτό της κύριας παρέμβασης απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή των γενικών διαδικαστικών προϋποθέσεων του απαιτούντος για την αγωγή (όπως η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κ.λ.π.) και ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις δηλ. η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως πρώτα, η κατά την άσκηση της παρεμβάσεως ύπαρξη εκκρεμούς δίκης και η αντιποίηση του αντικειμένου της αρχικής δίκης, το δε δικόγραφο για να είναι ορισμένο πρέπει να περιέχει εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για κάθε δικόγραφο (άρθρ. 118, 119 ΚΠολΔικ) και τα εξής:
α) αναγραφή των διαδίκων και της διαφοράς που εκκρεμεί, β) προσδιορισμό του εννόμου συμφέροντος που έχει ο παρεμβαίνων στην εκκρεμή δίκη και μάλιστα με σαφήνεια (ΟλΑπ 28/2007), καθώς και το δικαίωμα με βάση το οποίο ο κυρίως παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος του επιδίκου αντικειμένου. Προσέτι πρέπει η κύρια παρέμβαση να περιέχει και αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας, στο οποίο είναι προφανές ότι εμπεριέχεται το αίτημα για απόρριψη της αγωγής, αφού η αντιποίηση του αντικειμένου της αυτή τη έννοια έχει.
Εξάλλου το ορισμένο του δικογράφου της παρεμβάσεως, όπως και κάθε δικογράφου κρίνεται από το περιεχόμενο του και όχι από στοιχεία εκτός αυτού κείμενα ή από της αποδείξεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσίβλητος παρενέβη με την από 19.9.2011 κύρια παρέμβασή του, στην μεταξύ της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης (και συζύγου του) εκκρεμεί αρνητική αναγνωριστική κυριότητας δίκη, επί ενός ακινήτου, επιφανείας 1848,50 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "..., αντιποιούμενος και αυτών την αναγνώριση της κυριότητός του επί του αντικειμένου της, το οποίο κατέστη επίδικο, με την από 27.9.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, γιατί τούτο του ανήκε, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, επιφανείας 3664,40 τ.μ. περιελθόν σ’ αυτόν κατά κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νεμήθηκε με τα οικεία προσόντα, από το 1982, που απέκτησε τη νομή του με άτυπη δωρεά από τον Ι.
Σ. του Α., μέχρι το Νοέμβριο του 2008, που το κατέλαβε η ενάγουσα και το περιέφραξε με συρματόπλεγμα. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η κύρια παρέμβαση είναι πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και απαιτούμενα για το ορισμένο της στοιχεία, ενώ στο αίτημα περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του παρεμβαίνοντος, εμπεριέχεται το αίτημα περί απορρίψεως της αγωγής, που υλοποιεί την αντιποίηση του αντικειμένου της.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως περί αοριστίας της παρεμβάσεως, που είχε παραδεκτά υποβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ προσέτι αβάσιμες είναι και οι από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.
Β του ίδιου άρθρου αιτιάσεως περί μη λήψεως υπόψη του περί αοριστίας και από την προαναφερθείσα αιτία ισχυρισμού, αφού ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στην οποία, επί λέξει αναφέρεται ότι ο οικείος περί αοριστίας τέταρτος λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος γιατί "η κύρια παρέμβαση περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, η δεν περιγραφή του αντιδίκου που αντιποιείται ο κυρίως παρεμβαίνων είναι πλήρης, αφού αυτό προσδιορίζεται κατά τη θέση, την έκταση και τα όρια του, έτσι ώστε, για την ταυτότητα του, να μην είναι αναγκαία η ενσωμάτωση του επικαλουμένου με την κύρια παρέμβαση τοπογραφικού διαγράμματος στο δικόγραφο αυτής".
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου και κατά το πρώτο μέρος του, με τις οποίες αποδίδεται και στα δικαστήρια της ουσίας υποβληθείσα, αοριστία στην παρέμβαση λόγω εσφαλμένης τοποθετήσεως του επιδίκου στο νότιο τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου αντί του ανατολικού και σε αοριστίες ως προς τον τρόπο αποκτήσεως από τον παρεμβαίνοντα της κυριότητας του επιδίκου, αφορούν σε αοριστίες, που κατά την αναιρεσείουσα προκύπτουν από τις αποδείξεις και ιδιαίτερα από το επικαλούμενο τοπογραφικό διάγραμμα και την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Α.
Ξ. του Θ. και γι’ αυτό είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν στην ουσιαστική βασιμότητα του ενδίκου δικαιώματος και όχι στο ορισμένο του δικογράφου το οποίο κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη κρίνεται από το περιεχόμενο του δικογράφου και μόνο και όχι από τις αποδείξεις ή από τις παραδοχές της αποφάσεως, όπως η επικαλούμενη παραδοχή περί καταρτίσεως χρησιδανείου, ως προς το ορισμένο του οποίου ήταν αρκετή η επίκληση της καταρτίσεώς του.
Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να αποκτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικώς και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητα) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος κατά τα άρθρα 999 και 1000 ΑΚ δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίσει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητος επί του πράγματος.
Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 ΚΠολΔικ) ή με την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) το μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔικ και τα δύο μαζί).
Προαπαιτούμενο της προσβολής (διαταράξεως) είναι η κυριότητα επί του ακινήτου. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου και την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (ΑΚ 1192).
Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 105 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα και εφόσον τούτο απαιτείται, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά, πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του, ως τέτοιες δε πράξεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών τους, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα, όπως με μίσθωση ή χρησιδάνειο, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος, λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό τους, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από την παραδοχή της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης και να δικαιολογείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα και αν απαιτείται και του δικαιοπαρόχου του, του οποίου το χρόνο χρησικτησίας προσμετράει στον δικό του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως αίτηση δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως είναι και η κάθε βάση της αγωγής, η οποία θεωρείται ότι έμεινε αδίκαστη, όταν το αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση αυτή.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει, κατ’ ουσίαν, εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική αρνητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας επί ακινήτου που απέκτησε παραγώγως από γονική παροχή και πρωτοτύπως από έκτακτη χρησικτησία και την συνεκδικασθείσα με αυτήν κύρια παρέμβαση του πρώτου αναιρεσίβλητου, που αντιποιήθηκε το αντικείμενό της, επικαλούμενος δική του κυριότητα επί του επιδίκου, από έκτακτη χρησικτησία: "Σύμφωνα με το με αριθμ. .../ 21.12.2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Τ. - Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ..., ...), περιήλθε κατά κυριότητα στην ενάγουσα - καθώς η κύρια παρέμβαση, από γονική παροχή της μητέρας της Α. συζ. Β. Ξ., το γένος Λ. Π., το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα γεωτεμάχιο και δη οικόπεδο, εμβαδού 1848,50 τ.μ. που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ..., στη θέση "..." και στη συμβολή των επαρχιακών οδών ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία ..., ...
στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από Νοεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Α. Χ., με όρια κατά το διάγραμμα αυτό βορειοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ... ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ... επαρχιακή οδό ..., νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ... επαρχιακή οδό ...
και νοτιοδυτικά σε πλευρά ... ιδιοκτησία Σ.. Σύμφωνα με το εν λόγω συμβόλαιο η δικαιοπάροχος της ενάγουσας - καθ’ ης η κύρια παρέμβαση κατέστη κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενόψει του ότι της το παραχώρησε στο τέλος του 1982 ο κύριος αυτού Ι. Α. Σ. - ο οποίος είχε καταστεί κύριος ευρύτερης έκτασης 3.697 τ.μ. (στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας - και από τότε αυτή το περιέφραξε με συρματόπλεγμα, εγκατέστησε σ’ αυτό ορνιθώνα και κλούβες για την εκτροφή μικρών πουλερικών, φύτευσε καρποφόρα δένδρα, συνέλεγε τους καρπούς και το καθάριζε για πρόληψη πυρκαγιάς, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, και έτσι συμπλήρωσε υπερεικοσαετή νομή επ’ αυτού με διάνοια κυρίας.
Για το ότι το επίδικο περιήλθε στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας - καθ’ ης η κύρια παρέμβαση όπως αναφέρεται στό ανωτέρω συμβόλαιο, πλέον του ότι το υπόλοιπο της ευρύτερης έκτασης παραχώρησε ο ιδιοκτήτης της Ι. Α. Σ. στην εναγομένη (αδελφή της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας - καθ’ ης η κύρια παρέμβαση) ομοίως στο τέλος του 1982, κατέθεσαν ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ν.
Ε. Ν. και οι Τ. Η. Σ., Ζ. σύζ. Ν. Π., το γένος Ι. Κ. και Β. Γ. Κ. στις με αριθ. .../2011, .../2011 και .../2014 ένορκες βεβαιώσεις τους για την ενάγουσα αντίστοιχα. Ένα έτος και πλέον, όμως, πριν τη σύνταξη του συμβολαίου αυτού, ο κυρίως παρεμβαίνων είχε προβεί σε κατεδάφιση του ορνιθώνα που βρισκόταν στο επίδικο, είχε δε απευθυνθεί στο Α.Τ.
Άνδρου στις 15.11.2008, όπου δήλωσε (βλ. απόσπασμα βιβλίου συμβάντων με αριθ. πρωτ. ... - β) ότι από το 1996 είχε παραχωρήσει άτυπα στον πρώτο του εξάδελφο Β. Ξ. και τη σύζυγο του Α. Ξ. (μητέρα της ενάγουσας) ένα μέρος του κοτετσιού του για να το χρησιμοποιήσουν ως έχει, αλλά αφού πληροφορήθηκε την προηγουμένη από συγχωριανό του και διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω είχαν προβεί σε τοπογραφικό έλεγχο του κτήματος του, προέβη σε κατεδάφιση του κοτετσιού το οποίο του ανήκε.
Όπως δε προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος του κυρίως παρεμβαίνοντος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ε. Δ. Λ., τις ένορκες βεβαιώσεις για την εναγομένη των Ν. Σ. Τ., Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Δ. Μ. και Γ. Μ. Κ., με αριθ. .../2011, αντίστοιχα, και την ένορκη βεβαίωση του Α. Ξ. με αριθ. .../2012 για τον κυρίως παρεμβαίνοντα, το επίδικο αποτελεί το νότιο τμήμα (ακριβέστερα το νοτιοανατολικό) μεγαλύτερου αγροτεμαχίου, έκτασης 3.664 τ.μ., που εμφαίνεται με τα αλφαβητικά περιμετρικά γράμματα Α, Β, Γ ...
Σ, Τ, Α στο από 17.11.2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Κ., με όρια ολόγυρα την επαρχιακή οδό ..., φερόμενη ιδιοκτησία Ι. Σ., εν μέρει δημόσια οδό, εν μέρει επαρχιακή οδό και επαρχιακή οδό, το οποίο (μεγαλύτερο αγροτεμάχιο στο σύνολό του) ο κυρίως παρεμβαίνων άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου από το 1982, κατόπιν άτυπης παραχώρησής του από τον μέχρι τότε νομέα του Ι.
Α. Σ.. Ειδικότερα, το επέβλεπε, το όργωνε για τον καθαρισμό του από τα άγρια φυτά, κατασκεύασε ορνιθώνα όπου εξέθρεψε όρνιθες και το δήλωνε στο έντυπο Ε9 της φορολογικής του δήλωσης από το 2005, τις πράξεις δε αυτές νομής ασκούσε συνεχώς και χωρίς διακοπή μέχρι το φθινόπωρο του 2008, έτσι ώστε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Το 1996 παραχώρησε στην μητέρα της ενάγουσας - καθ’ ης η κύρια παρέμβαση (αδελφή της εναγομένης συζύγου του) και στον σύζυγο αυτής Β. Ξ. (πρώτο του εξάδελφο) έναν παλαιό ορνιθώνα που βρίσκεται στο επίδικο (ήτοι το προς νότια - νοτιοανατολικά τμήμα του ευρύτερου ακινήτου) προκειμένου να εκτρέφουν σ’ αυτόν τις όρνιθες τους (ήτοι χρησιδάνειο αόριστής διάρκειας, ΑΚ 810 επ.) και για την αποφυγή προστριβών μεταξύ των δύο οικογενειών, επειδή μέχρι τότε οι ανωτέρω τις διατηρούσαν στην κοινή αυλή που είχαν οι οικίες τους στη ....
Ωστόσο, το έτος 2008 η μητέρα της ενάγουσας - καθ’ ης η κύρια παρέμβαση Α. Ξ., εκμεταλλευόμενη την απουσία του στην Αθήνα κατά τους χειμερινούς μήνες προέβη στην κατάληψη του επιδίκου με την τοποθέτηση συρματοπλέγματος ως ορίου από το υπόλοιπο τμήμα του ευρύτερου ακινήτου του. Το ακίνητο αυτό (στο σύνολο του) ανήκε στο απώτερο παρελθόν στον προπάππο του κυρίως παρεμβαίνοντος Ι.
Σ. του Μ., που με την από 22.12.1929 δημόσια ενώπιον του συμβολαιογράφου Ά. Ν. Ι. Δ. διαθήκη του, δημοσιευθείσα με το με αριθ. 83/1.10.1930 πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Σύρου, άφησε την περιουσία του στα τέκνα του, μεταξύ των οποίων η γιαγιά του κυρίως παρεμβαίνοντος Β. σύζ. Γ. Κ.. Ενόψει τούτου και του ότι η τελευταία επί πολλά έτη κατείχε το ως άνω ακίνητο στο σύνολο του, κατά παραχώρηση των λοιπών αδελφών της που είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική, ο κυρίως παρεμβαίνων θεωρούσε ότι το επίδικο ανήκε ανέκαθεν στην περιουσία της οικογένειάς του, γι’ αυτό, μερικές ημέρες πριν τη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου απέστειλε την από 15.12.2009 εξώδικη διαμαρτυρία προς την μητέρα της ενάγουσας Α.
Ξ. (σχετ. η με αριθ. .../16.12.2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου Κ. Γ. Π.), στην οποία ανέφερε τις πληροφορίες που είχε για την πρόθεσή της να καταρτίσει συμβολαιογραφική πράξη για να κατοχυρώσει ανύπαρκτα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα στο επίδικο - που αποτελούσε κληρονομιαία περιουσία του - και την καλούσε να απόσχει από οποιαδήποτε σχετική ενέργεια.
Το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην ως άνω δικανική του πεποίθηση περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον κυρίως παρεμβαίνοντα και όχι από την ενάγουσα, διότι οι καταθέσαντες για τον πρώτο είχαν ίδια αντίληψη των επί του επιδίκου πράξεων νομής από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, καθώς είναι μεγάλοι σε ηλικία (γεννηθέντες τα έτη 1939, 1945, 1933, 1925 και 1947 αντίστοιχα) και κάτοικοι της εγγύς του επιδίκου περιοχής ανέκαθεν, ενώ οι δύο από τους τέσσερις καταθέσαντες για την δεύτερη είναι νεότεροι (γεννηθέντες τα έτη 1970 και 1960 οι Τ.
Σ. και Ζ. σύζ. Ν. Π., οι οποίοι αναφέρθηκαν σε πληροφορίες τους), αλλά και δεν είναι όλοι κάτοικοι της εγγύς περιοχής και, κατά συνέπεια, δεν έχουν σαφή ίδια αντίληψη για τις επί του επιδίκου πράξεις νομής κατά τη δεκαετία του 1980. Πρέπει δε να σημειωθεί, πλέον των ανωτέρω, ότι ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι παρέδωσε τη νομή του ευρύτερου ακινήτου ο ιδιοκτήτης του Ι.
Α. Σ. στη μητέρα της και την εναγομένη αδελφή της μητέρας της κατ’ ισομοιρία, εκείνες δε το χώρισαν και έλαβε η μητέρα της το νότιο τμήμα και η εναγομένη αδελφή της μητέρας της το όμορο (προς βορρά) υπόλοιπο τμήμα, στο από Νοεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής προς αυτήν, δεν αναφέρεται ως όμορη προς βορράν ιδιοκτήτρια η εναγομένη, αλλά το επίδικο φέρεται ότι συνορεύει προς βορράν με ιδιοκτησία αγνώστου..
Τούτο είναι ενδεικτικό του ότι κατά την κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής, που έγινε αφού είχαν προηγηθεί οι ως άνω έριδες με τον κυρίως παρεμβαίνοντα, οι συμβαλλόμενες ενάγουσα και μητέρα αυτής γνώριζαν ότι το όμορο του επιδίκου δεν ανήκε στην εναγομένη, παρά τον αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό, αλλά στον κυρίως παρεμβαίνοντα σύζυγο της, όπως και το επίδικο, και γι’ αυτό απέφυγαν να αναφέρουν τον πραγματικό ιδιοκτήτη και προτίμησαν να αναφέρουν, ανακριβώς ότι είναι ιδιοκτησία αγνώστου.
Επιπλέον πρέπει να λεχθεί ότι η ενάγουσα - καθ’ ης η κύρια παρέμβαση δεν αμφισβήτησε ειδικά τον ισχυρισμό του κυρίως παρεμβαίνοντος περί του ότι η οικογένειά της διατηρούσε όρνιθες στην κοινή τους αυλή και το 1996, προκειμένου να αποφευχθούν οι μεταξύ τους έριδες, ο κυρίως παρεμβαίνων τους παραχώρησε στο επίδικο έναν ορνιθώνα γιοι να εκτρέφουν τις όρνιθες, το οποίο γεγονός επιβεβαίωσαν όλοι οι ανωτέρω υπέρ του κυρίως παρεμβαίνοντος καταθέσαντες.
Αντ’ αυτού, ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της προς αντίκρουση της κύριας παρέμβασης - τον οποίο ισχυρισμό δεν επαναφέρει με την έφεσή της, αλλά απαραδέκτως προβάλλει με τις προτάσεις της στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αόριστο ισχυρισμό για άλλη διαφορά της οικογένειάς της με τον κυρίως παρεμβαίνοντα - ότι η αιτία της διένεξης μεταξύ των διάδικων δεν είναι το επίδικο, αλλά οι πολεοδομικές παραβάσεις του κυρίως παρεμβαίνοντος κατά την ανέγερση της οικοδομής του στη δική του κάθετη ιδιοκτησία σε βάρος της δικής τους οικοδομής και επικαλέστηκε έγγραφα για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού (όπως την από 24.1.2006 έγγραφη καταγγελία ενάγουσας στη Νομαρχία Κυκλάδων σε βάρος του κυρίως παρεμβαίνοντος κ.α.), τα αυτά δε έγγραφα επικαλείται και με τις προτάσεις της, στο Δικαστήριο αυτό, πλην όμως δεν προσκομίζει.
Με βάση τ’ ανωτέρω, αφού αποδείχθηκε ότι την κυριότητα του επιδίκου απέκτησε ο κυρίως παρεμβαίνων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το 2002 (που συμπληρώθηκε η 20ετής νομή του) και ότι κατέλαβε αυτό η μητέρα της ενάγουσας το 2008, η τελευταία δεν απέκτησε την κυριότητά του, ούτε με τον παράγωγο τρόπο της γονικής παροχής, ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με το συνυπολογισμό του δικού της χρόνου νομής σ’ εκείνον της δικαιοπαρόχου της, γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, να απορριφθεί η ένστασή της κατά της κύριας παρέμβασης περί κτήσης ίδιας κυριότητας στο επίδικο, που επαναφέρει ειδικά με τον δεύτερο λόγο έφεσης στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν κατά τη βάση του παράγωγου τρόπου κτήσης και τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας και ως μη νόμιμη ως προς τη βάση της τακτικής χρησικτησίας, αφού με βάση τα αναφερόμενα δεν συμπληρώθηκε δεκαετής νομή στο επίδικο από του χρόνου κατάρτισης του νόμιμου τίτλου της γονικής παροχής (το 2009) μέχρι την έγερση της κύριας παρέμβασης και να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση κατά το νόμιμο μέρος της (έχει απορριφθεί ως μη νόμιμο το περί βίαιης αποβολής αίτημα) ως βάσιμη κατ’ ουσίαν".
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα:
α) της μη αποκτήσεως από την ενάγουσα της κυριότητας του επιδίκου παραγώγως και δή από γονική παροχή καθόσον η παρέχουσα μητέρα της δεν ήταν κυρία, αλλά ούτε και πρωτοτύπως γιατί δεν συμπληρώνει 2ετή νομή προσμετρώντας την από το 2008 νομή της δικαιοπαρόχου της και β) της αποκτήσεως από τον προσθέτως παρεμβάντα της κυριότητας του επιδίκου από έκτακτη χρησικτησία, καθόσον αυτής από το 1982, που με άτυπη παραχώρηση παρέλαβε τη νομή του επιδίκου ως τμήμα μεγαλυτέρου παραχωρηθέντος ακινήτου από τον έως τότε νομέα του Ι.
Σ. του Α., μέχρι το Φθινόπωρο του 2008 που αποβλήθηκε από τη μητέρα της ενάγουσας ασκούσε σ’ αυτό της επικαλούμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και μάλιστα από το 1996 είχε χρησιδονήσει στη μητέρα της ενάγουσας ένα παλαιό ορνιθώνα που βρισκόταν στο επίδικο, του οποίου αυτή έκανε χρήση κατά παραχώρηση, χωρίς να αποδειχθεί η άσκηση από αυτήν των επικαλουμένων προ του 2008 πράξεων νομής.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών περί πρωτοτύπου και παραγώγου τρόπο από κτήσεως κυριότητας διατάξεων (άρθρα 1033, 1192, 974, 1045, 1051 ΑΚ). Ενόψει τούτου ο υποστηρίζων, τα αντίθετα και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος λόγος της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ενόψει του προαναφερθέντος περιεχόμενου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, του οποίου το περιεχόμενο προσήκει στη διάταξη του αριθμού 9 εδ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ περί αδίκαστης αίτησης και όχι στην επικαλουμένη του αριθμού 8 εδ. Β του ίδιου άρθρου περί μη λήψεως υπόψη προταθέντων πραγμάτων, καθόσον η απόρριψη της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής της ενάγουσας, κατέστησε άνευ αντικειμένου την περί προσβολής της κυριότητας αίτηση της αγωγής, αφού προαπαιτούμενο της προσβολής αυτής ήταν η ύπαρξη του υποκειμένου σε προσβολή δικαιώματος, που στην προκειμένη περίπτωση (ανελέγκτως) δεν αποδείχθηκε.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔικ). Η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.9.2014 αίτηση της Μ. Ξ. του Β. κατά των Ν. Β. του Σ. και Π. συζ. Ν. Β., για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 73/2014 και 117/2012 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αντίστοιχα.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ