Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to default judgment allowing cassation under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against a final insurance liability judgment rendered in absentia. The appellant argued the lower court failed to consider his claim regarding worsening eye health, but the court ruled this constituted an appealable matter already decided on the merits. Since the contested judgment was issued without the appellant's presence, it automatically triggered the right to file a cassation for default judgment, rendering a separate cassation appeal inadmissible. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 502, 577(1) of the Code of Civil Procedure; A judgment rendered in default of appearance automatically activates the right to cassation for default judgment, making a separate cassation appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 876 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 876/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ. του Σ. (D. F. του S.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ακριτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1315/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-9-2018 (αρ.κατ.238/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 1315/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), ερήμην του 1ου τότε εφεσιβλήτου, Ζ. Τ., ο οποίος σήμερα δεν είναι διάδικος, του ασφαλισμένου στη 2η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης ως δικογράφου πρέπει να ερευνηθεί το δικονομικό ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 557 παρ.1 σε συνδυασμό 553 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης, κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ.299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98 περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 12/2011, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 1983/2006).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, κατά την έρευνα, περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (Ολομ. ΑΠ 15/2001, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 855/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), για την ανάγκη του δικονομικού ως άνω ζητήματος, προκύπτει ότι ο ερημοδικασθείς ως άνω διάδικος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να παρασταθεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ότι αυτός δικάστηκε σαν παρών (βλ. σελίδα 4 της προσβαλλόμενης απόφασης) και ότι η συζήτηση της έφεσης χώρησε αντιμωλία του ήδη αναιρεσείοντα - εκκαλούντα και της 2ης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία συνδέεται με τον απολειπόμενο ως άνω διάδικο με τη δικονομική σχέση της απλής ομοδικίας συνεπεία της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος. Επομένως, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, η οποία καθόσον αφορά στους διαδίκους της παρούσας δίκης είχε εκδοθεί αντιμωλία αυτών και συνεπώς δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας έχει καταστεί αυτοτελώς τελεσίδικη και ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, απλή ομόδικο στην κατ' έφεση δίκη του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου (α' εφεσιβλήτου), ο οποίος μόνο είχε δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης έναντι κάθε απλού ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση και πρέπει κατόπιν τούτου να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επίσης, επισκοπούνται επιτρεπτά, προκύπτει ότι, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 27-8-2003 στο δήμο ... Νομού Κιλκίς, τραυματίστηκε ο αναιρεσείων, συνοδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Ζ. Τ., ασφαλισμένος για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων ζημιούμενων στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, (μη διάδικος σήμερα), ο οποίος από αποκλειστική υπαιτιότητά του προσέκρουσε σε νόμιμα σταθμευμένο όχημα, ότι ο παθών και ήδη αναιρεσείων άσκησε σε βάρος των υποχρέων, οδηγού και ασφαλιστικής αυτού εταιρείας-ήδη αναιρεσίβλητης, την από 20-2-2015 (αρ.κατ. 32/2015) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε, πλέον των ανωτέρω συνθηκών του ατυχήματος, ότι στις 26-2-2004 συνήψε με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία εξώδικο συμβιβασμό, με βάση τον οποίο εισέπραξε το ποσό των 61000 ευρώ ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ότι το ποσό αυτό κάλυπτε, κατά τα συμφωνημένα, τις κάθε είδους αξιώσεις αυτού από το τροχαίο ατύχημα και ειδικότερα και τις μελλοντικές αξιώσεις του σε βάρος της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παραιτούμενος ρητά και ανεπιφύλακτα από την άσκηση κάθε ένδικου μέσου, ότι όμως, από το έτος 2011 επιδεινώθηκε απρόσμενα η κατάσταση της υγείας του δεξιού οφθαλμού του και ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν συνολικά το ποσό των 95799,76 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων του και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς επίσης, να αναγνωριστεί ότι του οφείλουν το ποσό των 50000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, εξαιτίας της απρόβλεπτης αναπηρίας του, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή.
Πιο συγκεκριμένα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υποστήριζε Α) με την κύρια βάση της αγωγής, ότι ο εξώδικος ως άνω συμβιβασμός δεν ήταν δεσμευτικός γι'αυτόν, διότι δεν συνηλλάγη ο ίδιος, αλλά η πληρεξουσία δικηγόρος του, η οποία είχε υπερβεί την εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού, αναφορικά με τη ρήτρα παραίτησης αυτού από τις μελλοντικές απρόβλεπτες αξιώσεις του, καθώς επίσης, ότι ουδέποτε ενέκρινε εκ των υστέρων τις ενέργειες της πληρεξουσίας δικηγόρου του, αναφορικά με τις μελλοντικές αξιώσεις αυτού για την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του και επικουρικά Β) ότι και αν ήθελε κριθεί ότι υπέγραψε ιδιοχείρως τον εξώδικο συμβιβασμό, η ως άνω ρήτρα παραίτησης για τις μελλοντικές αξιώσεις αυτού από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, είναι άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη και ως καταπλεονεκτική σε βάρος του.
Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε την αγωγή και μεταξύ άλλων ενστάσεων, που προέβαλε, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, προέβαλε την ένσταση εξόφλησης κάθε αξίωσης του αναιρεσείοντα με βάση τον εξώδικο συμβιβασμό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 285/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Ακολούθως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 16-11-2017 (αρ.κατ. 3247/2017) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακράτησε την αγωγή, έκρινε ότι είναι νόμιμη, αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, ότι ο εξώδικος συμβιβασμός είχε καταρτιστεί μεταξύ του ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε παρασταθεί <μετά> της πληρεξουσίας δικηγόρου του και υπογράφτηκε από τον ίδιο, ότι ήταν δεσμευτικός για τον παθόντα -αναιρεσείοντα, διότι επιλύθηκε οριστικά η διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ότι ο παθών κατά την κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού, δηλαδή τον Φεβρουάριο 2004, γνώριζε τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του δεξιού οφθαλμού του και ότι η επιδείνωση αυτής το έτος 2014, δηλαδή μετά από 11,5 έτη, ήταν προβλέψιμη από τότε (Φεβρουάριος 2004) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι η άρνηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει τις μελλοντικές αξιώσεις του λόγω απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του, δεν αντίκειται στην καλή συναλλακτική πίστη, ούτε ότι ο εξώδικος συμβιβασμός συνιστά καταπλεονεκτική και άκυρη σύμβαση.
Επίσης, το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, ως προς την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης της πληρεξουσίας δικηγόρου του παθόντα, δέχθηκε, ότι και αν τούτο ήθελε γίνει δεκτό, ο παθών με την ανεπιφύλακτη είσπραξη του ποσού των 61000 ευρώ ενέκρινε εκ των υστέρων τις ενέργειες της πληρεξουσίου δικηγόρου του, οι οποίες τον δεσμεύουν.
Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλήν άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.
Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, δηλαδή, αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.
Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση του ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.
Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών, που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως, για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει, ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση, που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 1005/2019, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 669/2016). Εξάλλου, ο συμβιβασμός, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες, του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα, σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία, που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικα: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητος ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις ως άνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση για την ύπαρξη αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 714/1973). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 714/1973, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 1650/2018 ).
Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1, 98 περ. β` ΚΠολΔ, 229, 236 και 238 του ΑΚ, συνάγεται με σαφήνεια ότι σύμβαση συμβιβασμού καταρτισθείσα με αντιπρόσωπο μη έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, στερείται κύρους και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, εκτός αν αυτός ενέκρινε την σύμβαση. Η έγκριση, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, υποβαλλόμενη στον τύπο, που προβλέπεται για την σύμβαση, που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για την σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις, που καθιστούν αναντίρρητη την βούληση της έγκρισης (ΑΠ 313/2013, πρβλ. επίσης, ΑΠ 1015/2017).
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ`είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ`άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι`αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 30-8-2013 βεβαίωση του ΑΜΚΑ, που υπογράφεται από τον ίδιο ενώπιον της υπαλλήλου του ΚΕΠ του Δήμου Κιλκίς, την οποία είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, από την οποία, όπως υποστηρίζει, προκύπτει, ότι η γνήσια υπογραφή του δεν ταυτίζεται με την υπογραφή, που δήθεν φέρεται να έχει τεθεί από αυτόν στο από 26-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού και ήταν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο για την έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα το Εφετείο να καταχθεί στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν ο αναιρεσείων είχε υπογράψει το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού, που είναι δήθεν δεσμευτικός γι'αυτόν, αναφορικά με τις μεταγενέστερες αξιώσεις του κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας εξαιτίας της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του μετά το έτος 2011.
Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τη σελίδα 15 της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιτρεπτά επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και συνεπώς και την από 30-8-2013 βεβαίωση ΑΜΚΑ, η οποία είχε προσκομιστεί ως σχετικό με αριθμό 38, με τις κατ'έφεση προτάσεις του αναιρεσείοντα-εκκαλούντα (βλ. σελίδα 6 αυτών). Και είναι μεν αληθές, ότι το Εφετείο δεν μνημονεύει ρητά το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, άλλωστε δεν είχε τέτοια υποχρέωση, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, όπως τούτο θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω, προκύπτει ότι, απαντώντας στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι δεν είχε υπογράψει ο ίδιος τον εξώδικο συμβιβασμό, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι ο αναιρεσείων είχε παρασταθεί <μετά> της πληρεξουσίας δικηγόρου του και είχε υπογράψει ως <ο λαβών και δηλών>, ενώ με επάλληλη αιτιολογία, που επίσης στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, δέχτηκε,ότι σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε εγκρίνει εκ των υστέρων τις ενέργειες της πληρεξουσίας δικηγόρου του με την ανεπιφύλακτη είσπραξη του ποσού του εξώδικου συμβιβασμού .
Συνεπώς, από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α'σκέλος του πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσίαν και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής ως άνω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018).
Με το Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταλήξει, χωρίς καμιά αιτιολογία, στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν αυτός υπέγραψε το από 26-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού, ως <ο λαβών και δηλών>, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα πραγματικά περιστατικά,που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν ή όχι το πραγματικό αυτής.
Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 211, 229 σε συνδυασμό 236, 238 ΑΚ (και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ.1 και 98 περ.β ΚΠολΔ), με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί: α) ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί έλλειψης εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτού κατά την κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού, αν και αυτός ουδέποτε παρείχε ειδική πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Σ. X., για να προβεί για λογαριασμό του στην παραίτησή του από μελλοντικές απαιτήσεις σε βάρος της αναιρεσίβλητης εξαιτίας της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του δεξιού οφθαλμού του, καθώς επίσης β) ότι σε κάθε περίπτωση η ανεπιφύλακτη δήθεν εκ μέρους του είσπραξη του συμβιβασθέντος ποσού προς ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεών του συνιστά εκ των υστέρων έγκριση των ενεργειών της ανωτέρω δικηγόρου, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία για ουσιώδη ζητήματα ως προς την εγκυρότητα του εξώδικου συμβιβασμού και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Με τον επίσης συναφή 3ο επικουρικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, ας επισημανθεί, αφορά την επικουρική αγωγική βάση, περί ακυρότητας του εξώδικου συμβιβασμού ως αντικειμένου στην καλή πίστη και ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας και κατά το Α'σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εν γνώσει της εκμεταλλεύθηκε την υπεροχή της, ενώ, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, αυτός, λόγω της κακής οικονομικής του κατάστασης, έξη μήνες μετά τον τραυματισμό του, την οποία γνώριζε η αναιρεσίβλητη και της απειρίας του στις συναλλαγές εξώδικου συμβιβασμού, αναγκάστηκε να δεχθεί την προσφορά των 61000 ευρώ προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών του, αν και η προσφορά αυτή είναι καταφανώς δυσανάλογη των αξιώσεών του από την απρόβλεπτη μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 178,179 και 180 ΑΚ, διότι τα περιστατικά, που το εφετείο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Εξάλλου, με το Β' σκέλος του ίδιου 3ου επικουρικού αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, με το να δεχθεί με επικουρική αιτιολογία, ότι η ρήτρα παραίτησης στον εξώδικο συμβιβασμό των μεταγενέστερων αξιώσεών του από την απρόβλεπτη επιδείνωση του δεξιού οφθαλμού του είναι έγκυρη και δεσμευτική και ότι δήθεν δεν συνιστά καταπλεονεκτική σύμβαση, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη δυσαναλογία των ωφελημάτων, που η αναιρεσίβλητη πέτυχε εναντίον του, σε σχέση με τις μελλοντικές απρόβλεπτες τότε αξιώσεις του, καθώς επίσης, ως προς την έκταση της απειρίας του ως εργάτη γης για την σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και ως προς την ύπαρξη ή όχι επιτακτικής ανάγκης αυτού να καταρτίσει τον εξώδικο συμβιβασμό και έτσι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 178,179 και 180 του ΑΚ .
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους συναφείς ως άνω αναιρετικούς λόγους ζητήματα της έλλειψης εξουσίας αντιπροσώπευσης, της εκ των υστέρων έγκρισης του εξώδικου συμβιβασμού και της εγκυρότητας αυτού, δέχθηκε, κατ'ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Στις 27-8-2003 και περί ώρα 23.00 στο ..., κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του με αριθμ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία τραυματίστηκε ο ενάγων, ο οποίος επέβαινε ως συνοδηγός στο ως άνω όχημα. Οι συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και η υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία ζημιογόνου αυτοκινήτου συνομολογούνται από την τελευταία, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της κατά την πρωτοβάθμια δίκη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε αρχικά στο Γ.Ν.Ν. Κιλκίς, όπου διαπιστώθηκαν πολλαπλά θλαστικά τραύματα άνω κάτω βλεφάρου, Δ Μεσοφρίου, Δ παρειάς άνω χείλους, διαμπερές τραύμα βολβού και διακομίστηκε στο Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", όπως εμφαίνεται από το με αριθμ. .../26-9-2003 πιστοποιητικό του παραπάνω νοσοκομείου.
Ο ενάγων εισήχθη στο οφθαλμολογικό τμήμα του Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλά συρραφέντα τραύματα δέρματος κυρίως στο αριστερό ημιμόριο του προσώπου [βλέφαρα, μέτωπο και άνω γνάθο με έντονο οίδημα των ως άνω περιοχών]. Ο δεξιός οφθαλμός έφερε διαμπερές τραύμα κερατοειδούς σκληρού στην 12η-2η ώρα, με ιριδοδιάλυση, τραυματικό καταρράκτη και αιμόφθαλμο.
Με γενική αναισθησία έγινε πλύση του προσθίου θαλάμου και συρραφή του τραύματος. Εξήλθε από την κλινική στις 8-9-2003 σε βελτίωση με όραση Δ.Ο.= αντίληψη κινούμενης χειρός. Νοσηλεύθηκε εκ νέου από 15-9-2003 έως 19-9-2003 και του έγινε στις 16-9-2003 αφαίρεση του καταρρακτικού φακού χωρίς ένθεση ψευδοφακού. Στις 29-9-2003 εισήλθε πάλι στην ως άνω κλινική και στις 30-9-2003 υποβλήθηκε σε βιτρεκτομή του Δ.Ο.
λόγω ενδουαλοειδικής αιμορραγίας. Εξήλθε στις 6-10-2003 με όραση 1/10 με γυαλί + 12,0 διοπτρίες, όπως τα παραπάνω εμφαίνονται στο από 17-11-2003 αντίγραφο φύλλου νοσηλείας του παραπάνω νοσοκομείου. Στην από 27- 10-2003 ιατρική γνωμάτευση του ίδιου νοσοκομείου, αναφέρεται ως προς την όραση του ενάγοντος στον δεξιό οφθαλμό [ο αριστερός οφθαλμός είναι φυσιολογικός], όραση= αντίληψη χειρός από 50 εκ.
χωρίς διόρθωση 1/20 με + 14,0 sph, κερατοειδής: διαμπερές τραύμα από 12η έως 2η ώρα συρραφέν, Ίριδα: κολόβωμα τραυματικό από 6η έως 12η ώρα, Κόρη: ανωμάλου σχήματος λόγω του κολοβώματος, Φακός: μετατραυματική μετεγχειρητική αφακία χωρίς ψευδοφακό, Βυθός: ελαφρό οίδημα ωχράς, ενώ ως όραση καταγράφεται 10/10 χωρίς διόρθωση.
Στην από 19-12-2003 ιατρική γνωμάτευση του χειρούργου ορθοπεδικού Α. Α., την οποία προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη, αναφέρεται ότι, μετά από εξέταση του ενάγοντος, διαπιστώθηκε ότι αυτός υπέστη βαρύ τραυματισμό του [Δε] οφθαλμού με αποτέλεσμα η όραση να έχει μειωθεί στο 1/20 του φυσιολογικού που σημαίνει ότι ο παθών αντιλαμβάνεται μόνο σκιές και το φως ...
ενώ η πιθανότητα βελτίωσης του προβλήματος από τον δεξιό οφθαλμό είναι πολύ μικρή... . Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011, αναπάντεχα και απρόσμενα, εμφάνισε επεισόδια άσηπτων φλεγμονών του κερατοειδούς του δεξιού του οφθαλμού με έντονους πόνους που είχαν ως αποτέλεσμα τη βαθμιαία θόλωση του κερατοειδούς και τη σταδιακή στροφή του ανατομικού άξονα του ματιού σε θέση απαγωγής και ανωτροπίας, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στις 4-7-2014 η οποία αν και επιτυχής οδήγησε στην ελάττωση της οπτικής οξύτητας του δεξιού ματιού για μακρινή απόσταση με διόρθωση στο 1/25.
Στην με αριθμ. .../26-5-2015 ιατρική γνωμάτευση του οφθαλμολογικού τμήματος του Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", αναφέρεται ότι μετά τη μεταμόσχευση κερατοειδούς στην οποία ο ενάγων υποβλήθηκε στις 4-7-2014, η οπτική του οξύτητα είναι 1/20, VAP 10/10, ενώ πάσχει από στραβισμό. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που εισφέρθηκε στη δίκη, αποδεικνύεται ότι σε λειτουργικό επίπεδο η κατάσταση του δεξιού οφθαλμού του ενάγοντος είχε ήδη παγιωθεί στην ως άνω κατάσταση από τον Οκτώβριο του έτους 2003 και δεν παρίσταται επιδείνωση της προϋπάρχουσας κατάστασης, αφού και στην προαναφερθείσα από 27-10-2003 ιατρική γνωμάτευση του Γ.Ν.
Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", η οπτική οξύτητα του δεξιού οφθαλμού του ενάγοντος είναι 1/20, ενώ ως όραση καταγράφεται 10/10 χωρίς διόρθωση και στην από 5-11-2014 οφθαλμολογική έκθεση του χειρουργού οφθαλμίατρου Γ. Χ., που προσκομίζει ο ενάγων, η οπτική οξύτητα, χωρίς διόρθωση προσδιορίζεται σε 1/25. Στο μεταξύ, με πλήρη γνώση της διαμορφωθείσας
κατάστασης των σωματικών του βλαβών και του τραυματισμού του στον δεξιό οφθαλμό, μετά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, η πληρεξούσια τότε δικηγόρος του ενάγοντος Σ. Χ. κατ' εντολή αυτού και ο εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο, συναντήθηκαν και διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις προκειμένου να πετύχουν επωφελή και για τους δύο συμβιβαστική λύση, την οποία τελικά πέτυχαν μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις και τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ τους συμβιβαστικού χαρακτήρα, που εκφράστηκε στο από 26-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εξοφλητική απόδειξη, το οποίο υπογράφεται από τον ενάγοντα ως "ο λαβών και δηλών", την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του λαβόντος και δηλούντος και τον εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης Α.
Σ.. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι προς αποφυγή αντιδικιών και μακροχρόνιων και δαπανηρών δικαστικών αγώνων, ο ενάγων, ο οποίος όπως εμφαίνεται από το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό παραστάθηκε "μετά" της πληρεξούσιας δικηγόρου του, δήλωσε ότι επιθυμεί τον οριστικό διακανονισμό των πάσης φύσεως αξιώσεών του, που πηγάζουν από το παραπάνω ατύχημα και σχετίζονται με αυτόν, δια εξωδίκου συμβιβασμού.
Αυτός δέχεται να λάβει ως συνολική αποζημίωση για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των πάσης φύσεως θετικών και αποθετικών ζημιών που έχει υποστεί από το προαναφερθέν ατύχημα ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με αυτό, παρουσών ή μελλουσών, γεγενημένων ή μη και ιδίως για ιατρικές, νοσηλευτικές και φαρμακευτικές δαπάνες κάθε είδους [ενδεικτικά αναφερομένων των αμοιβών των θεραπόντων ιατρών του, φαρμάκων, νοσηλίων, πάσης φύσεως χειρουργικές επεμβάσεις, εξόδων μετάβασης και παραμονής στο εξωτερικό, στις οποίες έχει υποβληθεί ή θα υποβληθεί στο μέλλον, για δαπάνες κάθε άλλου είδους θεραπειών, ή θεραπευτικών μέσων], για αμοιβές αποκλειστικών νοσοκόμων και οικιακών βοηθών, για λήψη ειδικής βελτιωμένης διατροφής, για την μέχρι τώρα αλλά και κάθε μελλοντική απώλεια εισοδήματος, για τη χρηματική ικανοποίηση αυτού λόγω ηθικής βλάβης με βάση την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, για την προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ πρόσθετη αποζημίωσή του για την παραμόρφωση του και όλα τα ανωτέρω ανεξαρτήτως του εάν οι αξιώσεις αυτές αναφέρονται στο παρόν και εάν μπορούν να προβλεφθούν σήμερα, γιατί η περιγραφή εν προκειμένω είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική και τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στην οριστική και χωρίς καμία επιφύλαξη, εξόφληση όλων των αξιώσεων του παθόντος από το ατύχημα αυτό, το ποσό των 61.000 ευρώ.
Την ανωτέρω δήλωση του συμβαλλομένου [ενάγοντος], αποδέχθηκε η συμβαλλόμενη ασφαλιστική εταιρία, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και κατέβαλε σε αυτόν, κατά την υπογραφή του παρόντος, το άνω ποσό των 61.000 ευρώ, με την με αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, έκδοσης της δεύτερης εναγομένης σε διαταγή της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος, με την ρητή επιφύλαξη αυτής για την εμπρόθεσμη κα L ολοσχερή εξόφληση της επιταγής, του παρόντος επέχοντος θέση αποδείξεως, για την παραλαβή της επιταγής.
Ο ενάγων, μετά την είσπραξη της ως άνω επιταγής των 61.000 ευρώ, δηλώνει, ρητά και ανεπιφύλακτα, ότι εξοφλείται πλήρως και ολοσχερώς από την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εξόφληση η οποία, ισχύει έναντι πάντων και ιδίως για την ήδη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος ήδη πρώτο εναγόμενο και τον ιδιοκτήτη, καθώς και κάθε άλλο κατά νόμο υπόχρεο, για κάθε θετική και αποθετική ζημία που έχει υποστεί από το προαναφερθέν ατύχημα ή σχετίζεται καθ* οιονδήποτε τρόπο με αυτό, παρούσα ή μέλλουσα, γεγενημένη ή μη... , παραιτούμενος ρητά και ανεπιφύλακτα από το δικαίωμα ασκήσεως παντός ενδίκου βοηθήματος ή μέσου κατά των ανωτέρω, καθώς και από οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα, ενώ οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμά τους προσβολής του παρόντος, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο και αιτία και για οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 178, 179, 388 και 872 του ΑΚ.
Με την σύμβαση αυτή, μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, καταρτίστηκε εξώδικος συμβιβασμός και συντάχθηκε το ως άνω έγγραφο όπου συμφωνήθηκε ότι χάριν συμβιβασμού και προς οριστική επίλυση και εξόφληση των απαιτήσεων του ενάγοντος όσο και οποιασδήποτε αξίωσης που μπορεί να προκύψει από το ως άνω τροχαίο ατύχημα, η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία θα καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 61.000 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που έχει υποστεί από το προαναφερθέν ατύχημα ή σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με αυτό, παρούσα ή μέλλουσα, γεγενημένη ή μη που οφείλεται ή μπορεί να έχει σχέση με τον αναφερόμενο τραυματισμό του.
Το ποσό δε της επιταγής εισέπραξε ο ενάγων χωρίς καμία επιφύλαξη, όπως άλλωστε ομολογεί και ο ίδιος στην υπό κρίση αγωγή. Ο ενάγων κατάρτισε τη σύμβαση αυτή του εξώδικου συμβιβασμού, αφού στάθμισε το μέγεθος της περιουσιακής του ζημίας, το ύψος των χρηματικών αξιώσεων του, την πιθανότητα ευδοκίμησης των τελευταίων μετά από τη διενέργεια ενός ίσως και μακροχρόνιου δικαστικού αγώνα με αβέβαιο αποτέλεσμα ως προς την έκβασή του και την επιδίκαση των αιτούμενων από αυτόν ποσών και κυρίως, την ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση της υγείας του, όπως προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή είχε υποστεί ένα σοβαρότατο τραυματισμό στον δεξιό του οφθαλμό αλλά και την εξέλιξη της κατάστασης αυτής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σε ορισμένη προβλεπτή έκταση, συνιστάμενη στη συνέχιση της ταλαιπωρίας του και για το επόμενο χρονικό διάστημα, με πόνους, επανεξετάσεις σε ιατρούς και νοσηλευτικά ιδρύματα και ενδεχομένως και κάποια περαιτέρω χειρουργική επέμβαση, αν προκαλούνταν εκ νέου περαιτέρω πρόβλημα.
Μάλιστα, η τελευταία αυτή δυσμενής εξέλιξη ήταν αυτή που θα μπορούσε να προβλέψει κάθε άνθρωπος στην κατάσταση του και για το λόγο αυτό, με υποχώρηση από τη δική του πλευρά, δέχθηκε την καταβολή του ποσού των 61.000 ευρώ, που είναι ένα μεγάλο ποσό, το οποίο προσέφερε η δεύτερη εναγομένη, σε πλήρη εξόφληση για κάθε αξίωσή του, παρούσα και μέλλουσα, που αφορούσε το ένδικο ατύχημα, υπογράφοντας τη σχετική σύμβαση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και παραιτούμενος από τις αξιώσεις του.
Οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι ασκούμενες δηλαδή με την υπό κρίση αγωγή, γεννήθηκαν στις 27-8-2003, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάτε εξακολουθητικά για την μέλλουσα ζημία. Αυτό δε γιατί από τότε [27-8-2003] επήλθε η παραπάνω αναφερόμενη σοβαρή σωματική βλάβη του ενάγοντος στον δεξιό οφθαλμό και η μείωση της όρασής του στο 1/20 του φυσιολογικού που σημαίνει ότι ο παθών αντιλαμβάνονταν από τότε μόνο σκιές και το φως, όπως από την αρχή διαγνώστηκε.
Η ζημία δε του ενάγοντος δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη της ως άνω σωματικής του βλάβης και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, αλλά ενόψει του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του στο εν λόγω σημείο, ήταν προβλεπτή, αναμενόμενη, κατά τους κοινούς κανόνες και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και γνωστή στον ενάγοντα από το χρόνο του τραυματισμού του, καθώς επίσης και ο περαιτέρω προσδιορισμός και υπολογισμός της έκτασής της [ζημίας του].
Η ως άνω εξώδικη συμφωνία των διαδίκων φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης συμβιβασμού, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εναρμονίζεται δε με την έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λαμβανομένων υπόψη και των συμφερόντων των μερών, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσης διαφοράς τους, αφού ο ενάγων εισέπραξε χωρίς καμία επιφύλαξη από
την πληρεξούσια αυτού δικηγόρο ολόκληρο το ως άνω ποσό που κατέβαλε η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την ως άνω επιταγή, ενώ ταυτόχρονα δεν προέβη στην άσκηση αγωγής κατά της δεύτερης εναγομένης δηλαδή υποχωρήσαντος κατά τούτο. 0 συμβιβασμός αυτός είναι καθ' όλα έγκυρος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα- εκκαλούντα, για τους λόγους που αναπτύσσονται παραπάνω και συνεπώς δεν υφίσταται ουδεμία αξίωση προς ικανοποίηση, αφού αυτή έχει ήδη αποσβεσθεί.
Περαιτέρω, δε με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι ο εξώδικος συμβιβασμός ήταν άκυρος ως αντικείμενος στα χρηστά ήθη, καθώς και ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατά την κατάρτισή του εκμεταλλεύτηκε την οικονομική ανάγκη και απειρία του ενάγοντος ως εργάτη γης και συνομολόγησε ωφελήματα που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή, καθόσον τα ωφελήματα έναντι της παροχής των 61.000 ευρώ τα οποία πέτυχε δηλαδή η παραίτηση του .ενάγοντος από κάθε άλλη μελλοντική αξίωση, προερχόμενη από τον τραυματισμό του, ενόψει του βαθμού της βασιμότητάς της, δεν τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την ως άνω παροχή, ούτε υπάρχει κραυγαλέα διάσταση μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας.
Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν εκμεταλλεύτηκε τη θέση ισχύος της κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβιβασμού, όπως αβάσιμα ο ενάγων ισχυρίζεται, ούτε αυτός [συμβιβασμός] ήταν κατάληξη οικονομικής και ψυχολογικής εξαθλίωσης του ενάγοντος από εκείνη και δεν πάσχει από ακυρότητα ως αισχροκερδής. Ούτε μόνη η μεγαλύτερη [έστω και πολλαπλάσια] οικονομική επιφάνεια της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας από την αντίστοιχη του ενάγοντος, καθιστά άνευ ετέρου τον ως άνω συμβιβασμό καταχρηστικό ή καταπλεονεκτικό και ως εκ τούτου άκυρο και ανίσχυρο [άρθρα 281, 179 και 180 ΑΚ], δεδομένου ότι αν και είχε εξαρχής τη δυνατότητα ο ενάγων να στραφεί δικαστικά εναντίον των εναγομένων, αυτός επέλεξε την άμεση είσπραξη του παραπάνω χρηματικού ποσού [εντός έξι μηνών από το ατύχημα], με αντάλλαγμα την παραίτηση του από κάθε περαιτέρω αξίωσή του από το ατύχημα, παρούσα ή μέλλουσα, γεγενημένη ή μη.
Τέλος, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρείχε ειδική πληρεξουσιότητα στην πληρεξούσια δικηγόρο του για να προβεί - όπως πράγματι προέβη για λογαριασμό του στην παραίτηση από τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις του που συνδέονται με το ατύχημα, χωρίς ωστόσο να επικαλεσθεί ή να προσκομίσει κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αυτός υπέγραψε την ως άνω σύμβαση συμβιβασμού ως συμβαλλόμενος, παριστάμενος "μετά" της δικηγόρου του. Από την άλλη, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτή η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας, η ανεπιφύλακτη από μέρους του είσπραξη του προαναφερόμενου ποσού των 61.000 ευρώ, γεγονός που ομολογεί, προς εκπλήρωση της σύμβασης συμβιβασμού και εξόφληση των απαιτήσεων του, αποτελεί εκ των υστέρων έγκριση των παραπάνω ενεργειών της δικηγόρου του, καθόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιο [αντιπρόσωπο] στο όνομα άλλου [αντιπροσωπευόμενου] μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 96 παρ. 1, 98 περ. β' του ΚΠολΔ, 229, 236 και 238 του ΑΚ, συνάγεται με σαφήνεια ότι σύμβαση συμβιβασμού καταρτισθείσα με αντιπρόσωπο μη έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, στερείται κύρους και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, εκτός αν αυτός ενέκρινε την σύμβαση.
Η έγκριση, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για την σύμβαση που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για την σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη την βούληση της έγκρισης.
Επομένως, ο ως άνω ισχυρισμός περί έλλειψης πληρεξουσιότητας [229 ΑΚ] πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σε ακολουθία των παραπάνω και εφόσον η ως άνω εξώδικη συμφωνία των διαδίκων φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης συμβιβασμού, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσας διαφοράς τους, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η προβληθείσα από την παριστάμενη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ανατρεπτική ένσταση συμβιβασμού και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η αγωγή".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, με επαρκή και σαφή αιτιολογία, δέχθηκε, κατά την κύρια αιτιολογία του, ότι ο εξώδικος συμβιβασμός καταρτίστηκε στις 26-2-2004 μεταξύ του αναιρεσείοντα -παθόντα, ο οποίος είχε παρασταθεί <μετά> της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Σ. Χ. και της αναιρεσίβλητης, ότι με τον εξώδικο συμβιβασμό οι διάδικοι ρύθμισαν, με οριστική επίλυση και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, τις διαφορές τους, με αφετηρία την κατάσταση της υγείας του παθόντα τον Φεβρουάριο 2004, όπως είχε διαμορφωθεί στον δεξιό οφθαλμό του, έξη μήνες μετά το ατύχημα (27-8-2003),δηλαδή με οξύτητα 1/20, χωρίς διόρθωση, σύμφωνα με την από 27-10-2003 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, ότι ήδη από την ημερομηνία κατάρτισης του εξώδικου συμβιβασμού ήταν γνωστή στον παθόντα η σοβαρότητα της κατάστασης του δεξιού οφθαλμού του, που είχε έκτοτε παγιωθεί στο ανωτέρω ποσοστό οξύτητας και ότι αυτός, σύμφωνα με την από 19-12-2003 ιατρική γνωμάτευση του Α.
Α., τεχνικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης, έβλεπε μόνο σκιές και το φώς, ενώ δεν προβλεπόταν πιθανή μεγάλη βελτίωση στον δεξιό οφθαλμό του. Επίσης, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι η επιβάρυνση της κατάστασης στον δεξιό οφθαλμό του αναιρεσείοντα, μετά την επέμβαση μεταμόσχευσης, στην οποία αυτός είχε υποβληθεί, στις 4-7-2014, δηλαδή 11,5 έτη μετά το ατύχημα και 11 έτη μετά τον εξώδικο συμβιβασμό, σύμφωνα με την από 26-5-2015 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ και την από 5-11-2014 οφθαλμολογική έκθεση του Γ.
Χ., χειρουργού-οφθαλμίατρου, τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντα, δεν συνιστά εξαιρετική περίσταση, που βρίσκεται έξω από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνει δεκτό, ότι ο αναιρεσείων δεν μπορούσε, κατά την κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού, να προβλέψει την επιβάρυνση της υγείας του, η οποία έκτοτε ήταν αναμενόμενη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και είχε διαγνωσθεί από το έτος 2003, όταν αυτός έβλεπε μόνο σκιές και φως.
Επίσης, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι δεν υπάρχει κραυγαλέα διάσταση μεταξύ του ποσού του εξώδικου συμβιβασμού (61000 ευρώ) και της ζημίας από την επιδείνωση της οξύτητας του δεξιού οφθαλμού, που ήταν έκτοτε προβλέψιμη και ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει τις περαιτέρω αγωγικές αξιώσεις, για την επικαλούμενη απ' αυτόν απρόβλεπτη μελλοντική ζημία, δεν συνιστά μεγάλη σκληρότητα, που αντίκειται στην καλή πίστη, ούτε ότι ο εξώδικος συμβιβασμός είναι αισχροκερδής -καταπλεονεκτική σύμβαση, διότι δεν αποδείχθηκε προφανής δυσαναλογία παροχής-αντιπαροχής, (εφόσον μόνο η απλή ανισότητα δεν αρκεί), ούτε ότι η αναιρεσίβλητη εν γνώσει της εκμεταλλεύτηκε την απειρία του παθόντα -αναιρεσείοντα, ως εργάτη γης και συνηλλάγη μαζί του στον εξώδικο συμβιβασμό, εφόσον αυτός κατά τις παραδοχές, παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του και υπέγραψε το συμφωνητικό συμβιβασμού με την ένδειξη <ο δηλών και λαβών>, επιλέγοντας να εισπράξει το ποσό των 61000 ευρώ, λίγους μήνες μετά το ατύχημα, προκειμένου να αποφύγει την χρονοβόρα ταλαιπωρία αμφιβόλου έκβασης δικών και αφού αυτός στάθμισε τη ζημία του, που ήταν από την αρχή προβλέψιμη.
Συνεπώς, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της εγκυρότητας του εξώδικου συμβιβασμού, ο οποίος, κατά τις παραδοχές, δεν συνιστά καταπλεονεκτική δικαιοπραξία. Εκτός τούτων όμως, με επάλληλη αιτιολογία, που αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, το Εφετείο, απαντώντας στους αγωγικούς ισχυρισμούς περί έλλειψης εξουσίας αντιπροσώπευσης της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντα, κατά την κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού, αναφορικά με τις απρόβλεπτες μελλοντικές αξιώσεις του, διότι, όπως αυτός υποστήριζε, ουδέποτε υπέγραψε ο ίδιος τον εξώδικο συμβιβασμό, δέχθηκε, ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει τούτο δεκτό, αυτός με την ανεπιφύλακτη μεταγενέστερη είσπραξη της ισόποσης τραπεζικής επιταγής του συμβιβασθέντος ποσού των 61000 ευρώ και χωρίς να ασκήσει, για χρονικό διάστημα 11,5 ετών, αγωγή σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ενέκρινε εκ των υστέρων τον εξώδικο συμβιβασμό και ότι η έγκριση αυτή αναπλήρωσε την τυχόν έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης της δικηγόρου και με την εκδοχή, ότι η τελευταία είχε ενεργήσει, χωρίς την εντολή του.
Συνεπώς, το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 871 σε συνδυασμό 178, 179, 180 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 211, 229, 236, 238 ΑΚ, ενώ επίσης διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και έτσι δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, εφόσον τα περιστατικά που δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε και ειδικότερα των άρθρων 178, 179 και 180, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, όπως επίσης και των λοιπών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία και συνακόλουθα, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους συναφείς, 1ο κατά το Β' σκέλος του, 2ο και 3ο (επικουρικό), κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού, λόγους αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, άλλως ως απαράδεκτα, διότι ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση των αναιρετικών αυτών λόγων, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού( άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).
Εξάλλου, παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε κρίσιμες φράσεις ή περικοπές του κειμένου, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν υπήρξε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του μετά το έτος 2014, διότι ανέγνωσε εσφαλμένα, τα παρακάτω έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο παραμόρφωσε και ειδικότερα:
α) την υπ'αριθμόν .../26-5-2015 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, την οποία ανάγνωσε εσφαλμένα ως προς την οπτική οξύτητα ποσοστού 1/20, αντί του αληθούς <1/20, β) την από 27-10-2003 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, την οποία ανέγνωσε εσφαλμένα ως προς το ποσοστό όρασης 10/10 του δεξιού οφθαλμού, αντί του αριστερού οφθαλμού και γ) την από 5-11-2004 οφθαλμολογική έκθεση του χειρουργού - οφθαλμίατρου, Γ.
Χ., την οποία ανέγνωσε εσφαλμένα 1) ως προς την οπτική οξύτητα 1/25 του δεξιού οφθαλμού χωρίς διόρθωση, αντί του αληθούς 1/35 και 2) παρέλειψε επίσης εσφαλμένα να αναγνώσει περικοπές του κειμένου αυτής περί εμφάνισης δευτεροπαθούς γλαυκώματος, αστιγματισμού, θόλωσης του κερατοειδούς και δευτεροπαθούς εξωτροπής και ανωτροπίας του δεξιού οφθαλμού του, που ήταν ζητήματα κρίσιμα δυνάμενα να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του δεξιού οφθαλμού του.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως αναλυτικά, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του δεξιού οφθαλμού του αναιρεσείοντα ήταν προβλεπτή, κατά το χρόνο κατάρτισης του εξώδικου συμβιβασμού (Φεβρουάριος 2004), δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα έγγραφα, για τα οποία αιτιάται ο αναιρεσείων, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως ρητά αναφέρει στη σελίδα 15 της απόφασής του (σε συνδυασμό με τις σελίδες 16 και 18).
Και είναι αληθές ότι το Εφετείο παραθέτει και αξιολογεί τα υπό στοιχείο α και γ έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, με τις κατ'έφεση προτάσεις του, με αριθμό σχετικού 27 και 28 αντίστοιχα, από τα οποία προκύπτει, ότι η οξύτητα του δεξιού οφθαλμού του ήταν μικρότερη από 1/20 ή 1/35 (αντίστοιχα με τα ανωτέρω έγγραφα, καθόσον το ποσοστό οξύτητας δεν ταυτίζεται στα έγγραφα αυτά), ενώ το Εφετείο δέχτηκε, ότι το ποσοστό οξύτητας ανέρχεται σε 1/20, πλην όμως η διαφορά αυτή δεν αναιρεί το αποδεικτικό πόρισμα, ότι η επιδείνωση ήταν προβλεπτή από τον Φεβρουάριο του 2004 και συνεπώς, αλυσιτελώς αιτιάται ο αναιρεσείων, διότι το Εφετείο δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στα ανωτέρω έγγραφα, αλλά τα συνεκτίμησε με την από 19-12-2003 ιατρική γνωμάτευση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, από το έτος 2003, αντιλαμβανόταν μόνο σκιές και το φως και υπήρχε μικρή πιθανότητα βελτίωσης του δεξιού οφθαλμού, που είχε έκτοτε οξύτητα 1/20 και κατέληξε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η κατάσταση του δεξιού οφθαλμού είχε παγιωθεί από τότε και ότι τυχόν μελλοντική επιδείνωση ήταν προβλέψιμη κατά την κατάρτιση του εξώδικού συμβιβασμού.
Εξάλλου, ουδεμία σύγχυση προκαλείται από το υπό στοιχείο β'έγγραφο, το οποίο το Εφετείο ανέγνωσε ορθά ως προς την οπτική οξύτητα του αριστερού οφθαλμού 10/10, εφόσον στη σελίδα 18 της απόφασής του ρητά αναφέρει, ότι ο αριστερός οφθαλμός είναι φυσιολογικός, ενώ στη σελίδα 20 αξιολογεί την από 27-10-2003 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ και ρητά δέχεται, ότι η όραση του αριστερού οφθαλμού καταγράφεται 10/10, χωρίς διόρθωση, δηλαδή είναι πλήρης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προβλεπτής, από το έτος 2004, επιδείνωσης της υγείας του δεξιού οφθαλμού, τα οποία ανέγνωσε ορθά και με εκτενή αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι διαφορετικό, από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις, με στοιχείο γ περ.2 του Α'σκέλους του 4ου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ'άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση, είναι ουσιαστικά αβάσιμες, διότι όλες οι ανωτέρω περικοπές της από 5-11-2014 οφθαλμολογικής έκθεσης κατατείνουν στο ποσοστό οξύτητας του δεξιού οφθαλμού του αναιρεσείοντα, το οποίο το Εφετείο συνεκτίμησε και αξιολόγησε με βάση όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του.
Επομένως, ο 4ος αναιρετικός λόγος κατά το Α'σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 37/2008).
Με τον 4ο λόγο αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, που συνιστά <πράγμα> και ειδικότερα, τις ανωτέρω περιγραφόμενες σωματικές βλάβες αυτού, υπό στοιχείο γ'περ.2 του Α'σκέλους του 4ου λόγου αναίρεσης, οι οποίες συνιστούσαν απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του δεξιού οφθαλμού και ήταν κρίσιμες για την έκβαση της δίκης, διότι στήριζαν την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής του. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της αναιρετικής ως άνω πλημμέλειας επιδιώκει να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστή ουσίας. Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, αναφορικά με το Α'σκέλος του ερευνώμενου 4ου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του, που αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής του για αποζημίωση για την μέλλουσα ζημία του και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-9-2018 (αρ.κατ. 238/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1315/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ