Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's liability finding and rejecting evidence review claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a car accident liability case. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific facts regarding the motorcycle's speed and the appellant's injuries, claiming these were essential for the historical basis of the claim. The court ruled that the lower court had already examined all arguments and that the appellant's request to re-evaluate the evidence was inadmissible as it challenged a final judicial assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the final court's evaluation of evidence, and the appellate court is not required to provide specific reasoning for rejecting claims that were substantively dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 91 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 91/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ.υ Δ. του Νικολάου, κατοίκου Δράμας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ. Παπαθεοδώρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) L. S. του S., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρόνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2013 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας και επί της οποίας εκδόθηκε η 558/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Ακολούθως, ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 8-4-2014 αίτηση - κλήση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω από 23-1-2013 αγωγή του, που συνεκδικάστηκε με την από 3-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-7-2017 (αρ. κατ. 46/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 804/2017).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 12 παρ. 1, "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", γ) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν..." (ΑΠ 1207/2004).
Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του παραπάνω νόμου (ΚΟΚ) ορίζεται, ότι "ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας...", κατά δε την παρ. 2 ορίζεται ότι "...το προσπέρασμα επιτρέπεται κατά κανόνα από τα αριστερά.
Κατ' εξαίρεση το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά, αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημά του προς την πλευρά αυτή".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αφορά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και ερευνάται αρχικά, επιτρεπτά, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1446/2018), ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
α' και 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914, σε συνδ. 300 και 330 του ΑΚ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δήθεν το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από υπερβολική ταχύτητα της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο αναιρεσείων, στον οποίο κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, στους οποίους εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Επίσης, με τον συναφή 7ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη επίσης αιτίαση, ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του εμπλακέντος στο τροχαίο ατύχημα ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραβίασε εκ πλαγίου τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914 και 297 ΑΚ και 10 του Ν.
ΓΠΝ/1911, με ανεπαρκή αιτιολογία, με το να δεχθεί ότι δήθεν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν βαρύνεται με καμιά υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αλλά και με αντιφατική αιτιολογία, ως προς τη θέση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οδόστρωμα και ως προς το σημείο σύγκρουσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 21-10-2011 στην ΕΟ ..., συγκρούστηκε το με αρ. κυκλοφορίας ...08 ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο L. M., μη διάδικος σήμερα, γιος του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσείων, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά και τα οχήματα υπέστησαν υλικές ζημίες.
Ο 1ος αναιρεσίβλητος, άσκησε σε βάρος του αναιρεσείοντα και της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε τη μοτοσυκλέτα, (μη διαδίκου σήμερα), την από 23-1-2013 (αρ. κατ. 30/2013) αγωγή και χάριν συντομίας Α' αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας, με την οποία αξίωνε αποζημίωση για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του οχήματός του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 588/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας, που παρέπεμψε την Α' αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας ως καθ' ύλη αρμόδιο και προσδιορίστηκε για να δικαστεί ενώπιόν του με την από 8-4-2014 (αρ. κατ. 12/2014) κλήση του Α' ενάγοντα για τη δικάσιμο της 16-9-2014. Επίσης, ο ήδη αναιρεσείων οδηγός της μοτοσυκλέτας άσκησε εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων (κυρίου και ασφαλιστή του αυτοκινήτου) και κατά του μη διαδίκου σήμερα, οδηγού αυτού, την από 3-12-2013 (αρ.
κατ. 39/2013) αγωγή και χάριν συντομίας Β' αγωγή, με την οποία αξίωνε αποζημίωση για τις υλικές και αποθετικές ζημίες που υπέστη, από την οποία όμως παραιτήθηκε στο ακροατήριο ως προς τους 1ο και 2ο Β' εναγομένους. Μεταξύ των κονδυλίων που ζητούσε περιλαμβάνεται το ποσό των 9.738,08 ευρώ, που αφορούσε νοσήλεια για χειρουργικές δαπάνες και το ποσό των 4.200 ευρώ, που αφορούσε αμοιβή φυσικοθεραπευτή και τα οποία, όπως ανέφερε στην Β'αγωγή, είχε καλύψει ο ασφαλιστικός του φορέας - ΕΟΠΥΥ.
Οι ανωτέρω Α' και Β' αγωγές συνεκδικάστηκαν, στη (μετ' αναβολή) δικάσιμο της 16-9-2015 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία δέχθηκε, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ακολούθως απέρριψε την Α' αγωγή. Αντίθετα, δέχθηκε την Β' αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα και υποχρέωσε την 3η Β' εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 28.466,08 ευρώ και επίσης, αναγνώρισε ότι αυτή του οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 60.000 ευρώ.
Ακολούθως, οι υπόχρεοι (πλευρά του ΙΧΕ) άσκησαν κατά της ανωτέρω απόφασης την από 9-3-2015 (αρ. κατ. 30/2015) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την έφεση ως προς τους 1ο και 2ο εκκαλούντες (κύριο και οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου) ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτών, μετά την παραίτηση της Β' αγωγής ως προς αυτούς και στη συνέχεια, κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού διακράτησε την Β' αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ως προς τα κονδύλια των νοσηλείων και της δαπάνης φυσικοθεραπειών, τα οποία ο αναιρεσείων - Β' ενάγων αξίωνε σωρευτικά και από την ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κρίνοντας ότι η Β' αγωγή είναι παθητικά ανομιμοποίητη ως προς την Β' (3η) εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, διότι στις αξιώσεις αυτές είχε υποκατασταθεί αυτοδικαίως ο ΕΟΠΥΥ, που είχε καλύψει πλήρως, κατά τα αγωγικώς ιστορούμενα, τα ανωτέρω ποσά.
Στη συνέχεια, το Εφετείο ερευνώντας πλέον την ουσία της υπόθεσης, έκρινε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του Β' ενάγοντα οδηγού της μοτοσυκλέτας, ήδη αναιρεσείοντα και, κατόπιν τούτου, απέρριψε την Β' αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχθηκε την Α' αντίθετη αγωγή κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον Α' ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο (ιδιοκτήτη του ΙΧΕ αυτοκινήτου) το ποσό των 2.684,90 ευρώ.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο αναφορικά με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ως προς τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών και τις συνθήκες της σύγκρουσης των οχημάτων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 21-12-2011 και περί ώρα 14:25' ο ενάγων Χ.
Δ. εκινείτο με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...88 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας APRILIA SPA-RR 999cc, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", στο 2,8 χλμ της νότιας παράκαμψης …. με κατεύθυνση προς την Ε.Ο. ....
Η οδός, στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,40 μ., ερείσματα, στο ρεύμα πορείας προς Ε.Ο. ..., πλάτους 0,80 μ. και στο αντίθετο ρεύμα πορείας πλάτους 1,70 μ., είναι ευθεία και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη διαγράμμιση (βλ.
από 21-10-2011 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ….ς και από 22-10-2011 σχεδιάγραμμα). Κατά τον ίδιο χρόνο ο L. M. (μη διάδικος) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...08 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος L. S., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της ίδιας οδού, ομόρροπα και προπορευόμενος της μοτοσικλέτας του ενάγοντος.
Ο τελευταίος (L. M.) προτιθέμενος να εισέλθει σε ανώνυμη οδό, η οποία βρίσκεται στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού, σε σχέση με την πορεία του, άρχισε προοδευτικά να μειώνει την ταχύτητά του, ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και σταδιακά άρχισε να προσεγγίζει τον άξονα του οδοστρώματος.
Αφού έλεγξε τα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα και διαπίστωσε ότι εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς την Ε.Ο. ... σε απόσταση πολύ μεγαλύτερη των 300 μ. εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος Χ.
Δ., καθώς επίσης το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο αναγκαστικά θα εισέρχονταν, και διαπίστωσε ότι σ' αυτό δεν εκινείτο κανένα όχημα και μπορούσε να εισέλθει στην ανώνυμη οδό, που είχε πρόθεση να κατευθυνθεί, χωρίς κίνδυνο και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού νότιας παράκαμψης …. επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, έχοντας την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα.
Και ενώ αυτό ήδη είχε αρχίσει την προς τα αριστερά στροφή του και εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ο ενάγων Χ. Δ., ο οποίος εκινείτο ομόρροπα με αυτόν, επιχείρησε υπέρβαση από αριστερά του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...08 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καταλαμβάνοντας το οδόστρωμα το προοριζόμενο για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, κατά πολύ ανωτέρα του προβλεπομένου στο σημείο εκείνο της οδού ορίου ταχύτητας των 90 χιλ/ώρα, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο.
Αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής ήταν να προσκρούσει με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλετας του, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...08 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο L. M.. Μετά την πρόσκρουση, η μοτοσυκλέτα εισήλθε εκ νέου στο ρεύμα κυκλοφορίας το προοριζόμενο για την κατεύθυνση προς την Ε.Ο. ..., αφού δε κινήθηκε διαγωνίως εντός αυτού σε απόσταση 98 μ.
έπεσε ο ενάγων Χ. Δ. στο οδόστρωμα και η δίκυκλη μοτοσυκλέτα κινούμενη ανέλεγκτα πλέον συνέχισε την πορεία της προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος σε απόσταση 26 μ. από το άκρο του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας και 260 μ. από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στην αρχή της ανώνυμης οδού, στην οποία είχε πρόθεση να εισέλθει ο οδηγός του, σε απόσταση 5,40 μ.
περίπου από το σημείο της σύγκρουσης (δοθέντος ότι το πέραν του σημείου σύγκρουσης πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας ήταν 3,70 μ. περίπου και το πλάτος του ερείσματος 1,70 μ.). Συνεπεία της πτώσης του στο οδόστρωμα ο ενάγων Χ. Δ. τραυματίστηκε σοβαρά, τα δε οχήματα, εξαιτίας της σύγκρουσης υπέστησαν υλικές ζημίες, η μεν μοτοσυκλέτα στο εμπρόσθιο μέρος της το δε αυτοκίνητο στον οπίσθιο προφυλακτήρα δεξιά, την οπίσθια πόρτα, την οπίσθια δεξιά κολώνα και το οπίσθιο δεξιό φλάς (βλ.
την από 21-10-2011 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας …). Πρέπει να σημειωθεί ότι στο από 22-10-2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, του ανθυπαστυνόμου Δ. Π., που συνοδεύει την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας, το σημείο σύγκρουσης τοποθετείται στο προοριζόμενο για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του ενάγοντος κυκλοφορία, σε απόσταση 0,50 μ.
από την διακεκομμένη διαχωριστική των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας διαγράμμιση, τα δε θραύσματα γυαλιών και εξαρτημάτων των δύο οχημάτων στο άκρο του οδοστρώματος του προοριζομένου για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του ενάγοντος ρεύματος κυκλοφορίας, πλησίον του ερείσματος σε απόσταση 3,70 μ. από το σημείο της σύγκρουσης (4,20 μ. - 0,50 μ.), γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου L. M. είχε σχεδόν ολοκληρώσει τον προς τα αριστερά ελιγμό του, όταν ο ενάγων Χ. Δ. προσέκρουσε με τη μοτοσυκλέτα του επί του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ένδικο ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός του ενάγοντος Χ.υ Δ., καθώς και οι υλικές ζημίες των δύο οχημάτων (μοτοσικλέτας και Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου), οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του ενάγοντος, Χ.υ Δ., ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ παράλληλα δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της οδού, ώστε να είναι σε θέση να διακόπτει την πορεία αυτού (οχήματος) μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο, το οποίο είναι δυνατόν να προβλεφθεί και που βρίσκεται στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού, αλλά, έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, κατά πολύ ανωτέρα του προβλεπομένου στο σημείο εκείνο της οδού ορίου ταχύτητας των 90 χιλ/ώρα, γεγονός το οποίο συνάγεται από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης επί του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, την, μετά την πρόσκρουση, είσοδο της εκ νέου στο ρεύμα πορείας της οδού, με κατεύθυνση προς την Ε.Ο. ..., την κίνησή της διαγωνίως εντός αυτού επί 98 μ., οπότε ο οδηγός της κατέπεσε επί του οδοστρώματος, στη συνέχεια, την ανέλεγκτη κίνησή της προς τα αριστερά και την είσοδό της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε, εκτός του οδοστρώματος, σε απόσταση 26 μ.
από το άκρο του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας και 260 μ. από το σημείο της σύγκρουσης, επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτού Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από αριστερά, καταλαμβάνοντας το οδόστρωμα το προοριζόμενο για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, μολονότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου είχε καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του για ελιγμό προς τα αριστερά, ενεργοποιώντας τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, μειώνοντας προοδευτικά την ταχύτητά του και πλησιάζοντας σταδιακά τον άξονα του οδοστρώματος, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 αριθμ. 1, 19 αριθμ. 1 και 7 του ΚΟΚ.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, L. M., ο οποίος προτιθέμενος να εισέλθει στην ανώνυμη οδό, η οποία βρίσκεται στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού (νότιας παράκαμψης ….), σε σχέση με την πορεία του, ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, άρχισε προοδευτικά να μειώνει την ταχύτητά του και σταδιακά να προσεγγίζει τον άξονα του οδοστρώματος, αφού δε έλεγξε την όπισθεν αυτού ομόρροπα κινούμενη μοτοσυκλέτα, εντός του ρεύματος πορείας προς Ε.Ο. ..., σε απόσταση μεγαλύτερη των 300 μ., καθώς επίσης το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο αναγκαστικά θα εισέρχονταν και διαπίστωσε ότι σ' αυτό δεν εκινείτο κανένα όχημα και μπορούσε να εισέλθει στην ανώνυμη οδό χωρίς κίνδυνο και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, επιχείρησε τον προς τα αριστερά ελιγμό του, έχοντας την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την από 21-10-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας … και το από 22-10-2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ανθυπαστυνόμου Δ. Π., που συνοδεύει αυτήν (έκθεση αυτοψίας), σύμφωνα με τα οποία, κατά το χρόνο του ατυχήματος επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού ημέρας και καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, επί της οδού υπήρχε μονή διακεκομμένη διαγράμμιση και γραμμές ερείσματος εκατέρωθεν της οδού, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή και των πεζών αραιή, η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά, δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως επί της οδού και στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας πλησίον του ερείσματος βρέθηκαν θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων είναι το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας και το οπίσθιο δεξιό του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, με τις επιμέρους βλάβες που προεκτέθηκαν (οπίσθιος προφυλακτήρας δεξιά, οπίσθια πόρτα, οπίσθια δεξιά κολώνα και οπίσθιο δεξιό φλάς) και τα δύο οχήματα εκινούντο επί της νότιας παράκαμψης …. με κατεύθυνση προς την Ε.Ο. .... Ο ισχυρισμός του ενάγοντος Χ.υ Δ., ότι ο οδηγός L. M. είχε σταθμεύσει το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητό του στο έρεισμα της οδού δεξιά της λωρίδας κυκλοφορίας προς Ε.Ο. ... και ότι αιφνίδια και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης εισήλθε στο ρεύμα πορείας του, χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία, ότι πιστεύοντας ο ίδιος (ενάγων) ότι ο οδηγός αυτός (L. M.) θα κινηθεί στο προς την Ε.Ο. ...
ρεύμα πορείας, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης της μοτοσυκλέτας του και επιχείρησε υπέρβαση από τα αριστερά, όταν δε πλησίασε αρκετά στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ο οδηγός του, χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης και χωρίς να ελέγξει τη κυκλοφορία, κατευθύνθηκε αιφνίδια αριστερά, με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας του και, παρά τους αποφευκτικούς ελιγμούς που αυτός ενήργησε, να προσκρούσει στο οπίσθιο δεξιό άκρο του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, αν είχε συμβεί αυτό, τότε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο θα είχε υποστεί βλάβες στο αριστερό τμήμα του, τα δε θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων θα βρίσκονταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας προς Ε.Ο. ..., όπου εκινούντο αρχικά τα οχήματα και όχι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που βρέθηκαν τελικά.
Επομένως, η από 3-12-2013 (αριθμ. εκθ. κατ. ...39/3-12-2013) αγωγή του ενάγοντος Χ.υ Δ. είναι αβάσιμη και απορριπτέα...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 ΑΚ και 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 και 17 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ επίσης διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, η οποία επομένως έχει νόμιμη βάση, ενώ καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και ήδη αναιρεσείων είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας των 90 χλμ/ώρα και αιτιολόγησε την παραδοχή αυτή από την ανέλεγκτη πορεία της μοτοσυκλέτας, καθώς επίσης από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης εντός του αντίθετου ρεύματος, ως προς την πορεία του, την μετά από την αρχική επαφή των οχημάτων διαγώνια κίνηση της μοτοσυκλέτας σε μήκος 98 μέτρων εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο εκινούντο αρχικά και τα δύο οχήματα, στο οποίο αυτή επανήλθε μετά την σύγκρουση, την εκ νέου είσοδό της στο αντίθετο ρεύμα και την ακινητοποίησή της μετά από 20 μέτρα εκτός του οδοστρώματος, σε σημείο που απείχε 200 μέτρα από το σημείο της αρχικής πρόσκρουσης των οχημάτων.
Επίσης, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές του Εφετείου, στο ατύχημα συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, αν και είχε πλήρη ορατότητα λόγω της μεγάλης ευθείας της ΕΟ στο σημείο εκείνο και των καλών καιρικών συνθηκών και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι το προπορευόμενο ΙΧΕ είχε πρόθεση να στρίψει προς τα αριστερά, διότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε θέσει έγκαιρα σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (αριστερό φλας), μείωνε προοδευτικά την ταχύτητα του αυτοκινήτου και προσήγγιζε σταδιακά στον άξονα της οδού (περιστατικά που, κατά τις παραδοχές, θα έπρεπε να ενεργοποιήσουν την προσοχή του αναιρεσείοντα), εντούτοις ο οδηγός της μοτοσυκλέτας - αναιρεσείων, αν και το αυτοκίνητο είχε αρχίσει να εκτελεί την αριστερή στροφή, ενώ η μοτοσυκλέτα απείχε πλέον των 300 μέτρων πίσω από το αυτοκίνητο και το αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο θα εισερχόταν το αυτοκίνητο ήταν ελεύθερο, από ελλειψη της προσοχής του και λόγω της μεγάλης ταχύτητας, που είχε αναπτύξει η μοτοσυκλέτα, που αυτός οδηγούσε, επιχείρησε εκείνη τη χρονική στιγμή να προσπεράσει το αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να αντιληφθεί καθυστερημένα την πρόθεση του οδηγού του αυτοκινήτου να στρίψει προς τα αριστερά και με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας να προσκρούσει στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και στη συνέχεια να ακολουθήσει την προαναφερθείσα ανέλεγκτη πορεία.
Οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα. Ουδεμία εξάλλου αντίφαση υπάρχει ως προς τη θέση του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα, όπου συνέβη η σύγκρουση και ως προς το σημείο επαφής των οχημάτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, που, κατά την άποψή του, το αυτοκίνητο είχε κάθετη θέση στο αντίθετο ρεύμα και συνεπώς η πρόσκρουση έπρεπε να εντοπίζεται στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, όταν συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα το αυτοκίνητο είχε "σχεδόν" ολοκληρώσει τον αριστερό ελιγμό, δηλαδή δεν είχε εντελώς κάθετη θέση στο αντίθετο ρεύμα και συνεπώς, δικαιολογείται να έχει υποστεί ζημία στο πίσω δεξιό μέρος αυτού, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο. Οι περαιτέρω επίσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντα για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις παραδοχές για την ενεργοποίηση εκ μέρους του αυτοκινήτου του αριστερού φλας και την διενέργεια ελέγχου των οχημάτων, που εκινούντο πίσω από το αυτοκίνητο, όπως η μοτοσυκλέτα, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κρίση του Δικαστή ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε δέχεται, με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε ανάψει το αριστερό φλας και άρχισε να εκτελεί τον αριστερό ελιγμό, αφού προηγουμένως είχε διαπιστώσει ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, διότι η μοτοσυκλέτα απείχε πίσω του πλέον των 300 μέτρων και το αντίθετο ρεύμα στο οποίο θα εισερχόταν ήταν ελεύθερο εκείνη τη χρονική στιγμή.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 1751/2017, 969/2011).
Με τον επίσης συναφή 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 περ. β' και αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ως άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφάρμοσε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τα διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα α) ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από τον χωρίς προειδοποίηση διστακτικό ελιγμό του αυτοκινήτου και όχι από την υπερβολική δήθεν ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας επιχείρησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο, σε σημείο που επιτρεπόταν, λόγω της διακεκομμένης διαγράμμισης της οδού και των καταλλήλων καιρικών συνθηκών και β) ότι ο αναιρεσείων λόγω των δεξιοτήτων του ως εκπαιδευτής μηχανών της ΔΙΑΣ κατόρθωσε να διατηρήσει την ισορροπία του μετά από τη σύγκρουση και κατέπεσε οικειοθελώς στο οδόστρωμα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστηρίου ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών.
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, το οποίο αναφέρεται στην κατ` άρθρο 928-929 ΑΚ υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
Με τη διάταξη αυτή o νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολομ.ΑΠ 807/1973).
Η ΑΚ 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος.
Ο παραπάνω σκοπός της ΑΚ 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια της ΑΚ 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λπ.). Επομένως, κατ` εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 384/2013, ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 347/2009).
Ειδικότερα, η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή σύνταξη σε πρόσωπο, που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα. Η δυνατότητα όμως αυτή για την απόκτηση, δηλαδή, από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται, όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1361/ 2013, ΑΠ 598/2009, ΑΠ 116/2010), είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του Ν. 3518/2006, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α' 272/21-12-2006 και έκτοτε τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 1656/1964 έχει ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στους ΟΓΑ.
Κρίσιμο όμως στοιχείο για το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς τον τρόπο μεταβίβασης της αξίωσης αποζημίωσης από τον παθόντα στον ΟΑΕΕ λόγω της υφιστάμενης διαφοράς μεταξύ των εκτεθέντων νομοθετικών καθεστώτων, είναι ο χρόνος του ατυχήματος (ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 347/2009, ΑΠ 1127/2002). Εξάλλου, το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 ορίζει "1.
Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο "αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης" και "τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης", με έδρα "στο Μαρούσι". Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".
Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α`), ως προς τις παροχές σε είδος".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 82 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, (δηλαδή στις 22 Φεβρουαρίου 2011), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την παραδεκτή προβολή του λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον.
Υφίσταται έννομο συμφέρον όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλομένης (ΑΠ 258/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ1960/2009).
Στην προκειμένη υπόθεση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι με το να απορρίψει ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της 2ης αναιρεσίβλητης υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας, την αξίωση του αναιρεσείοντα για σωρευτική απόληψη της αποζημίωσης για τις δαπάνες χειρουργείων και φυσικοθεραπειών, τις οποίες είχε καλύψει πλήρως ο ασφαλιστικός του φορέας ΕΟΠΥΥ, διότι δήθεν ο ΕΟΠΥΥ υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στην ανωτέρω αξίωση, απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα στον ΕΟΠΥΥ συννενώθηκε, μεταξύ άλλων ασφαλιστικών ταμείων ο ΟΠΑΔ (Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου), στον οποίο αυτός ως αστυνομικός ήταν ασφαλισμένος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στον οποίο όμως (ΟΠΑΔ) κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο δεν εφαρμοζόταν το σύστημα της αυτοδίκαιης υποκατάστασης, αλλά ίσχυε το σύστημα της σωρευτικής απόληψης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την ορθή νομική ανάλυση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, περί σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης, δέχθηκε τα ακόλουθα, ερευνώντας το παραδεκτό της Β' αγωγής του αναιρεσείοντα ως προς τα κονδύλια νοσηλείων και φυσικοθεραπειών: "Στην κρινόμενη περίπτωση, με το δικόγραφο της παραπάνω από 3-12-2013 (αριθμ. εκθ. κατ. ...39/3-12-2013) αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, διώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης α) ποσού 9.738,08 ευρώ (δαπάνες χειρουργικών επεμβάσεων) και ποσού 4.200 ευρώ (δαπάνες φυσιοθεραπείας), κονδύλια, τα οποία ο ενάγων συνομολογεί στο αγωγικό δικόγραφο ότι κάλυψε εξ ολοκλήρου ο ασφαλιστικός του φορέας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ). Η αγωγή, όσον αφορά τα κονδύλια αυτά, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ), ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, καθόσον, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη νομική σκέψη, οι εν λόγω απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν στον φορέα κοινωνικής ασφάλισης του ενάγοντος και ως προς αυτές έπαψε πλέον να είναι φορέας του σχετικού δικαιώματος...".
Η ανωτέρω αιτιολογία όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, είναι εσφαλμένη, διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος (21-10-2011) δεν είχε συσταθεί ακόμη ο ΕΟΠΥΥ, καθόσον η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, ορίζεται έξη μήνες από τη δημοσίευση του Ν. 3918/2011, στις 22-2-2011, σύμφωνα με το άρθρο 82 αυτού, δηλαδή από τις 23-10-2011. Σε κάθε όμως περίπτωση το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης της αξίωσης του δικαιούχου παθόντα στον Ασφαλιστικό του Φορέα, εφαρμόζεται σύμφωνα με την ισχύουσα ειδική νομοθεσία του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 και του άρθρου 47 παρ. 6 του Ν. 3518/2006, για τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στον ΟΑΕΕ και στον ΟΓΑ. Όμως ο αναιρεσείων, ως αστυνομικός ασφαλιζόταν από το Δημόσιο - ΟΠΑΔ.
Συνεπώς, στην ένδικη υπόθεση ίσχυε κατ' αρχήν το σύστημα της σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης από την υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία του αυτοκινήτου και από τον ΟΠΑΔ. Όμως μετά την απόρριψη της Β' αγωγής του αναιρεσείοντα, ως ουσιαστικά αβάσιμης, διότι αυτός κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος, το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία περί αυτοδίκαιης υποκατάστασης του ΕΟΠΥΥ, κατ' αποτέλεσμα ορθά απέρριψε την αξίωση περί σωρευτικής απόληψης και ο αναιρεσείων πλέον δεν έχει έννομο συμφέρον για να ασκήσει αναίρεση για το κεφάλαιο αυτό, που ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1429/2018). Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι η προβαλλόμενη με αυτόν πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον το Εφετείο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που πρέπει να αντικατασταθεί με την ορθή ως άνω αιτιολογία (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε (ΑΠ 274/2018, ΑΠ 1429/2018).
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της εφέσεως. Οι λόγοι της εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται, είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Τα σφάλματα του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται, είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται, όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.
Εξάλλου, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς, που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά, όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονείται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει (και μετά από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα), ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.
Στην περίπτωση αυτή, επειδή κατά το άρθρο 534 του ίδιου κώδικα δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι` αυτό παράπονο, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 258/2015, ΑΠ 356/2013).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο (που είναι συναφής με τον 1ο λόγο αναίρεσης) ο αναιρεσείων - παθών, με την ιδιότητά του ως Β' ενάγων - 1ος εφεσίβλητος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης, ως προς το ζήτημα της αυτοδίκαιης υποκατάστασης του Ασφαλιστικού του Φορέα - ΕΟΠΥΥ και της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της Β' αγωγής, έκρινε αυτεπάγγελτα, ότι η Β' αγωγή δεν ήταν παραδεκτή και νόμιμη, κατά το μέρος που απευθυνόταν εναντίον της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής και ότι το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την Β' αγωγή ως απαράδεκτη κατά το κεφάλαιο αποζημίωσης για νοσηλευτική δαπάνη χειρουργείων και φυσικοθεραπειών ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, κρίνοντας εσφαλμένα, ότι ο ΕΟΠΥΥ υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στην αξίωση αυτή, την οποία είχε καλύψει πλήρως έναντι του ασφαλισμένου του και ήδη αναιρεσείοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται σωρευτική απόληψη αποζημίωσης και μετά από την ορθή νομική ανάλυση των διατάξεων των άρθρων 522, 524-526 και 536 ΚΠολΔ (βλ.
σελ. 6α και β της προσβαλλόμενης) δέχτηκε τα εξής: "Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, ως προς τα ως άνω κονδύλια, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου (των προαναφερομένων διατάξεων) και, πρέπει, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, του παραδεκτού και του νόμω βάσιμου της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τα κονδύλια αυτά, κατά παραδοχή της έφεσης της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία αυτή εναντιώνεται για την κατ' ουσία παραδοχή της από 3-12-2013 (αριθμ.
εκθ. κατ. ...39/3-12-2013) αγωγής, αιτούμενη την εξαφάνισή της και, ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου το παραδεκτό και νόμω βάσιμο της αγωγής, κατά τα προαναφερθέντα. Αφού δε κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η από 3-12-2013 (αριθμ. εκθ.
κατ. ...39/3-12-2013) αγωγή, ως προς τα εν λόγω κονδύλια, από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τα κονδύλια ποσού 9.738,08 και 4.200 ευρώ".
Το Εφετείο κρίνοντας ότι η 3η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, ήδη 2η αναιρεσίβλητη, με την έφεσή της ζητούσε την ουσιαστική απόρριψη της εναντίον της Β' αγωγής και ότι συνεπώς το Εφετείο μπορούσε αυτεπαγγέλτως και χωρίς ειδικό παράπονο, με λόγο έφεσης, να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα και το παραδεκτό της Β' αγωγής και να την απορρίψει για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης (με την περαιτέρω βέβαια εσφαλμένη κατά τα ανωτέρω παραδοχή, ότι δεν ισχύει η σωρευτική απόληψη αποζημίωσης), δεν παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης και συνακόλουθα ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, άλλως ως αλυσιτελής και απαράδεκτος κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠλΔ, διότι, η έστω και εσφαλμένη αιτιολογία περί μη συνδρομής σωρευτικής απόληψης, μετά την ουσιαστική απόρριψη της Β' αγωγής, από το Εφετείο, στηρίζει ορθό διατακτικό εν τοις πράγμασι, σύμφωνα και με όσα στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης αναφέρονται.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 151/2017, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2067/2014).
Με τον 5ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού χωρίς να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα α) τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε κατά την προανάκριση και ιδίως τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων, αα) την υπ' αριθμ. 1935/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας και τα πρακτικά αυτής με τις επ' ακροατηρίω μαρτυρικές καταθέσεις, ααα) τα πρακτικά της πρωτόδικης - εκκαλουμένης απόφασης με τις μαρτυρικές καταθέσεις, β) τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις βεβαιώσεις για τις υλικές ζημίες που υπέστη, γ) την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας … και δ) την ομολογία του οδηγού του αυτοκινήτου στην απολογία του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου περί του ότι η μοτοσυκλέτα απείχε 300 μέτρα, όταν συμβουλεύτηκε τον καθρέπτη του οχήματος, αν και όφειλε να το πράξει πριν να εκτελέσει τον αριστερό ελιγμό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά τις εξής διακρίσεις: 1) ως προς την υπό στοιχείο β' αιτίαση πρωτίστως ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει τα έγγραφα - ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία επικαλείται ότι δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και συνεπώς δεν προκύπτει η ταυτότητα αυτών, 2) ως προς τις υπό στοιχείο α, ααα και γ' αιτιάσεις ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του με ρητή αναφορά στις σελίδες 9β και 13α της απόφασής του τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας - προανάκρισης, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, που αποτυπώνονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης και την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας … τα οποία ειδικά αξιολόγησε, 3) ως προς την αα αιτίαση, που αφορά την ποινική απόφαση με κατηγορούμενο τον οδηγό του αυτοκινήτου και τις μαρτυρικές καταθέσεις, που αποτυπώνονται στα πρακτικά της, επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε εν τοις πράγμασι την υπ' αριθμ. 1935/2013 ποινική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας.
Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής (με την επισήμανση ότι τέθηκε στο Αρχείο κατ' άρθρ. 8 παρ. 3 περ. β' του Ν. 4198/2013 λόγω παραγραφής του αξιοποίνου) και ειδικότερα στις σελίδες 3β και 4α αυτής, όπου παρατίθεται το σκεπτικό του ποινικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής: "Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη …, στις 21-10-2011, οδηγώντας το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ...08 ΙΧΦ αυτοκίνητο και βαίνοντας με αυτό στο 2,8° χιλ. της Νότιας Παράκαμψης …. με κατεύθυνση προς την Επαρχιακή Οδό ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και έτσι -ενώ είχε την πρόθεση να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριατερά και να εισέλθει σε παρακείμενη ανώνυμη οδό, και ενώ είχε αντιληφθεί ότι από πίσω του ερχόταν με πρόθεση προσπέρασης ομόρροπα η υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ...88 δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούμενη από το Χ. Δ., ετοιμαζόταν να τον προσπεράσει, πραγματοποίησε την αλλαγή κατεύθυνσης αιφνίδια, χωρίς να αναμένει τη διέλευση της μοτοσικλέτας και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τους δείκτες κατεύθυνσης (φλας) και έτσι ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας, με συνέπεια να συγκρουστεί με το οπίσθιο τμήμα του οχήματός του επί του εμπρόσθιου τμήματος της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ανωτέρω οδηγός της μοτοσικλέτας, Χ.
Δ., ο οποίος υπέστη κάταγμα οστών αριστερού αντιβραχίου και αριστερής επιγονατίδας. Σημειώνεται το ουσιώδες για την αξιολόγηση της ποινικής απαξίας της εν λόγω πράξης ότι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, ήταν ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων, διότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρ. 19 παρ. 1 Ν. 2696/1999), δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρ. 19 παρ. 2 Ν. 2696/1999) και δεν τήρησε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο με την ίδια κατεύθυνση όχημα του κατηγορουμένου, για την περίπτωση που αυτό μείωνε ξαφνικά την ταχύτητά του ή διέκοπτε την πορεία του (άρθρ. 19 παρ. 3 Ν. 2696/1999).
Επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ομολόγησε απολογούμενος στο ακροατήριο ότι την τελευταία φορά που είδε στον καθρέφτη του, η μηχανή του πολιτικώς ενάγοντος, βρισκόταν σε απόσταση 300 μέτρων. Μετά δεν έλεγξε ξανά στον καθρέφτη για την έλευση του πολιτικώς ενάγοντος. Ωστόσο, το τελευταίο που όφειλε να πράξει ο κατηγορούμενος, προτού ενεργήσει τον προς τα αριστερά ελιγμό ήταν να ελέγξει από τον καθρέφτη του την απόσταση και την κίνηση του πολιτικώς ενάγοντος.
Αν είχε ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο θα είχε αντιληφθεί ότι ο τελευταίος είχε καλύψει την μεταξύ των οχημάτων τους απόσταση και ακινητοποιώντας το όχημά του πριν από τον ελιγμό θα τον άφηνε να ενεργήσει την από τ' αριστερά προσπέραση, αποφεύγοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύγκρουση και συνακόλουθα τον τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος.
Αντ' αυτού παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να ενεργήσει τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο του ετέρου οδηγού (πολιτικώς ενάγοντος) που την ίδια στιγμή επιχειρούσε να τον προσπεράσει και κατέστη συνυπαίτιος του ατυχήματος. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη...".
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά με αφορμή προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης, κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, πλην όμως, αν και δεν μνημονεύει αριθμητικά την ανωτέρω ποινική απόφαση, εντούτοις την αντικρούει εν τοις πράγμασι με τις αντίθετες παραδοχές της, με τις οποίες δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, πριν να εκτελέσει τον αριστερό ελιγμό, έθεσε σε λειτουργία (άναψε) το αριστερό φλας έγκαιρα, πλησίασε προοδευτικά στον άξονα της οδού και άρχισε να εκτελεί τον αριστερό ελιγμό (αριστερή στροφή), ενώ η μοτοσυκλέτα απείχε πίσω του πλέον των 300 μέτρων και το αντίθετο ρεύμα ήταν ελεύθερο.
Τέλος, η υπό στοιχείο δ' αιτίαση του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι με βάση τα εκτιθέμενα από τον αναιρεσείοντα η επικαλούμενη "ομολογία" του οδηγού του αυτοκινήτου έγινε επ' ευκαιρία προηγηθείσας ποινικής δίκης και όχι κατά τη διάρκεια της ένδικης πολιτικής δίκης και συνεπώς, έχει τον χαρακτήρα εξώδικης ομολογίας, που συνεκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο ουσίας μαζί με τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 964/2013).
Επομένως, ο 5ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, με την επιπλέον επισήμανση ότι η επιλεκτική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, δεν μαρτυρεί ότι, όσα δεν κατονομάζονται ρητά, δεν έχουν ληφθεί υπόψη, όπως τούτο προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης με δεδομένο ότι η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα επίμαχα, για τα οποία παραπονείται ο αναιρεσείων, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επίσης, η άποψη του αναιρεσείοντα ότι, εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, όπως και τις μαρτυρικές καταθέσεις, που έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Ενόψει αυτών ο 5ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις των επί μέρους αιτιάσεων αυτού.
Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 37/2008).
Με τον 6ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που αποτελούσαν την ιστορική βάση της Β' αγωγής του αναιρεσείοντα και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την κάθετη θέση του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, κατά τη σύγκρουση, την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, που δεν υπερέβαινε τα 90 χλμ/ώρα, διότι ο οδηγός της - αναιρεσείων οδηγούσε για να φορτίσει την μπαταρία της μοτοσυκλέτας, τις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας και της σύγκρουσης των οχημάτων.
Ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Όλως επικουρικά ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που θεμελίωναν την ιστορική βάση της Β' αγωγής και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι είναι ορθό. Ειδικά, αναφορικά ως προς τις σωματικές βλάβες το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να περιλάβει ειδική αιτιολογία, διότι, μετά από την ουσιαστική απόρριψη της Β' αγωγής και της παραδοχής, ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο αναιρεσείων για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και τον εξαιτίας αυτού τραυματισμό του, η περιγραφή των σωματικών βλαβών με βάση τις οποίες αυτός στήριξε αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ήταν πλέον χωρίς νομική σημασία.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας αυτού (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2017 (αρ. κατ. 46/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ