Legislator Case Law & Legislation
871/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and rejects second-instance court's consideration of new arguments.

Case Number 871/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the second-instance court improperly considered arguments not formally presented to it, citing specific procedural violations. The court rejected this claim as the appeal grounds were vague and failed to identify the specific arguments relied upon by the opposing party, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5a) and 559(8a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the contested arguments, and an appeal is unfounded if the second-instance court lawfully considered arguments presented by the respondent.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds procedural violation second instance court property dispute costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 147(2), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 871 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ. και της Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τροβά, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Γ. και της Ε., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αστέριο Κουρούπη, που ανακάλεσε την από 24-2-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2008, 491/2008 μη οριστικές, 472/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 188/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 08.09.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 188/25.06.2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 21.06.2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 472/21.07.2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 12.11.2006 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 147§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας: Ο ήδη αναιρεσείων ήγειρε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την από 12.11.2006 αγωγή του, την οποία απηύθηνε κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία επικαλούμενος παράγωγο, άλλως πρωτότυπο, τρόπο κτήσεως της κυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου και συνδρομή εννόμου συμφέροντος, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη νομή του.

Συζητήσεως γενομένης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 272/2008 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, δια της οποίας διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και, ακολούθως, η 472/21.07.2015 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευβοίας η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 21.06.2017 έφεσή της. Η έφεση αυτή συζητήθηκε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξεδόθη δε η υπ' αριθμ. 188/25.06.2021 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση από το Δικαστήριο, δικάσθηκε η ως άνω αγωγή και απερρίφθη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, στο σύνολό της.

Την απόφαση αυτή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προσέβαλε ο αναιρεσείων με την από 08.09.2021 αίτησή του που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο, ζητώντας την αναίρεσή της, για τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο τρεις λόγους. Οι παραδοχές, επί των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Επίδικο είναι εδαφικό τμήμα, τριγωνικού σχήματος, εκτάσεως 240,70 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, στη θέση "..." ή "..." της περιφέρειας της Ερέτριας, του πρώην Δήμου ...

και ήδη Δήμου Ερέτριας του πρώην Νομού και ήδη Περιφερειακής Ενότητας Ευβοίας και εμφαίνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-6-1 στο ενσωματωμένο στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, από Φεβρουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου αγρονόμου μηχανικού Ν. Κ., συνορευόμενο, κατά το ίδιο διάγραμμα, βόρεια επί πλευρών 3-4 μήκους 25,05 μ.

και 4-5 μήκους 45,45 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης, νότια επί πλευρών 1-2 μήκους 25,10 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ. και 1-6 μήκους 44,55 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος και δυτικά επί πλευράς 2-3 μήκους 6,60 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ.. Το επίδικο αυτό εδαφικό τμήμα αποτελεί μέρος μείζονος έκτασης ακινήτου, στο οποίο ο Ν.

Κ. από το έτος 1910 μέχρι το έτος 1942, οπότε το παρέδωσε με άτυπη εν ζωή δωρεά στο τέκνο του Δ. Κ. του Ν., ασκούσε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου ..., όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές εμφανείς πράξεις και ειδικότερα το όργωνε, το καλλιεργούσε, το καθάριζε, το επέβλεπε, συγκόμιζε τους καρπούς των καλλιεργούμενων εντός αυτού καρποφόρων δέντρων και φυτών.

Ο προαναφερόμενος Δ. Κ. του Ν. από το έτος 1942, που κατά τα ανωτέρω του μεταβίβασε και του παρέδωσε άτυπα ο πατέρας του το ευρύτερο ακίνητο, συνέχισε να ασκεί επ' αυτού αδιάλειπτα, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής, που ασκούσε πριν από αυτόν ο πατέρας του. Με τον τρόπο αυτό και κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ...

του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ... κατέστη κύριος όλου του ευρύτερου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού, με συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, συμπληρώθηκε πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1046) τριακονταετής καλόπιστη άσκηση νομής ...

προϋπόθεση δε της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ οι προαναφερόμενες υλικές πράξεις επί του ακινήτου συνιστούσαν άσκηση νομής ... .

Ακολούθως, ο Δ. Κ. του Ν. από το πιο πάνω ευρύτερο ακίνητό του, με το υπ' αριθμό .../26-10-1958 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Νέων Ψαρών Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 22-10-1959, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου (τότε Νέων Ψαρών και ήδη) Ερέτριας, μεταβίβασε λόγω προικός και κατά την έννοια των ισχυουσών τότε διατάξεων του άρθρου 1414 ΑΚ, ήτοι κατά ψιλή κυριότητα στη θυγατέρα του Ε.

Κ. του Δ. και κατά διοίκηση και επικαρπία στον μέλλοντα τότε σύζυγο αυτής Γ. Κ. Κ., μέρος του ανωτέρω ευρύτερου ακινήτου και ειδικότερα "έναν αγρόν δώδεκα (12) στρεμμάτων ως έγγιστα κείμενον εις θέσιν "..." συνορευόμενον γύρωθεν με κληρονόμους Ι. Μ., Ε. Κ., δρόμον και από την ετέραν πλευράν κατ' ευθείαν γραμμήν με Ε.

Κ. και προικοδότην, αξίας δραχμών δώδεκα χιλιάδων (12.000) εξαιρουμένου ενός εν αυτώ ελαιοδένδρου γνωστού τω προικολήπτη, πλησίον του συνόρου κειμένου, όπερ θα ανήκει εις τον προικολήπτην έχοντα όμορον αγρόν". Από την προαναφερόμενη περιγραφή του μεταβιβαζόμενου ως προίκα τμήματος προκύπτει: α) Ότι το τμήμα που μεταβιβάστηκε συνόρευε δυτικά με ακίνητο των κληρονόμων Ι.

Μ., βόρεια με ακίνητο της (αδελφής του προικοδότη Δ. Κ.) Ε. (Ε.) Κ., ανατολικά με δρόμο και νότια κατά ένα μέρος με άλλο τμήμα που, επίσης, είχε ήδη μεταβιβαστεί στην Ε. (Ε.) Κ. και κατά το υπόλοιπο μέρος (της ίδιας νότιας πλευράς του) με το υπόλοιπο (μη μεταβιβαζόμενο) μέρος του ευρύτερου ακινήτου του προικοδότη Δ.

Κ.. β) Ότι, επομένως, ο προικολήπτης Γ. Κ. δεν είχε "όμορον αγρόν" και από παραδρομή έχει χρησιμοποιηθεί στο πιο πάνω προικοσύμφωνο στην πρόταση "όπερ θα ανήκει εις τον προικολήπτην έχοντα όμορον αγρόν" η λήξη "προικολήπτην" αντί της ορθής "προικοδότην", αφού, άλλωστε, το αντίθετο θα καθιστούσε την περί του ελαιοδέντρου ρύθμιση των συμβαλλόμενων περιττή, γιατί το δέντρο, ως συστατικό του εδάφους, ανήκει αναγκαστικά στον κύριο του εδάφους ...

και ο προικολήπτης θα είχε από και με τη σύσταση της υπέρ αυτού προίκας το δικαίωμα διοίκησης και επικαρπίας επί του ελαιοδέντρου, εάν δεν μεσολαβούσε η ως άνω ειδική περί αυτού ρύθμιση. γ) Ότι το ελαιόδεντρο βρισκόταν εντός του μεταβιβαζόμενου λόγω προικός ακινήτου και η ρύθμιση σχετικά με το δέντρο αυτό στο προικοσύμφωνο έγινε για να έχει ο προικοδότης το δικαίωμα της κάρπωσης του συγκεκριμένου δέντρου, που θα βρισκόταν πλέον στο ξένο ακίνητο, επειδή δε εντός του ακινήτου υπήρχαν και άλλα δέντρα (βλ.

και σελίδα πρώτη του προικοσυμφώνου, όπου αναφέρεται ρητά ότι αυτό αφορά κτήματα "μετά των εν αυτοίς δέντρων"), τα συμβαλλόμενα μέρη προσδιόρισαν ότι το μετά τη σύσταση της προίκας ξένο πλέον ελαιόδεντρο, επί του οποίου ο προικοδότης θα είχε το προαναφερόμενο δικαίωμα, ήταν το ευρισκόμενο "πλησίον του συνόρου".

Δηλαδή, δεν επρόκειτο περί δέντρου ευρισκόμενου στο κοινό όριο, όπως αβάσιμα αναφέρει στην προαναφερόμενη υπ' αριθ. 530/2007 ένορκη βεβαίωσή της η Α. θυγατέρα Ι. Κ. ούτε η ανωτέρω ρύθμιση στο προικοσύμφωνο έγινε για να προσδιοριστεί η θέση του κοινού ορίου του μεταβιβαζόμενου και του μη μεταβιβαζόμενου τμήματος του ευρύτερου ακινήτου του Δ.

Κ., αφού η θέση της αντίστοιχης οριογραμμής καθορίστηκε προηγουμένως με απόλυτη σαφήνεια από τα μέρη και ήταν "κατ' ευθείαν γραμμή με Ε. Κ. και προικοδότην". Επομένως, το νότιο όριο του μεταβιβασθέντος λόγω προικός ακινήτου (κατά ψιλή κυριότητα) στην Ε. Κ. σχημάτιζε, κατά την σαφώς εκπεφρασμένη βούληση των μερών, ευθεία γραμμή και όχι τεθλασμένη γραμμή, όπως θα ήταν η κοινή οριογραμμή σε περίπτωση που γινόταν δεκτή εκδοχή ότι η θέση του και η θέση του ελαιόδεντρου συνέπιπταν ή ότι το δεύτερο βρισκόταν δίπλα στο κοινό όριο.

Η χρήση της φράσης "πλησίον του συνόρου κειμένου", συνεπώς, δεν ανατρέπει την, στο σύνολό της, ευθεία κοινή οριογραμμή, αλλά απλώς προσδιορίζει ποιο είναι το "εξαιρούμενο" (υπό την έννοια που προαναφέρθηκε) ελαιόδεντρο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο προαναφερόμενος Δ. Κ. συνέχισε να ασκεί στο τμήμα του ευρύτερου ακινήτου του, που δεν είχε μεταβιβάσει στις ανωτέρω αναφερόμενες θυγατέρες του Ε.

Κ. και Ε. Κ., όλες τις αναφερόμενες πιο πάνω προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές εμφανείς πράξεις με διάνοια κυρίου μέχρι την 24-7-1973, οπότε, με το υπ' αριθμό .../1973 συµβολαιογραφικό έγγραφο του συµβολαιογράφου Ερέτριας Α. Τ., νόµιµα µεταγεγραµµένο στα βιβλία µεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας, στον τόµο … και µε αύξοντα αριθµό …, και με παράδοση ..., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στη θυγατέρα του Α.

Κ. την κυριότητα, νομή και κατοχή του ευρισκόμενου νότια και σε επαφή με μέρος της νότιας πλευράς του ακινήτου, που είχε ήδη μεταβιβάσει κατά τα προαναφερόμενα στη θυγατέρα του Ε. Κ., τμήματος ακινήτου, περιγραφόμενο στο μεταβιβαστικό αυτό συμβόλαιο ως αγρός έκτασης έξι στρεμμάτων, συνορευόμενος ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.

Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Μ., βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Κ. και νότια με υπόλοιπο αγρό του ίδιου του πωλητή. Η Α. Κ. από την απόκτηση του περιγραφόμενου πιο πάνω ακινήτου ασκούσε σ' αυτό με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς υλικές πράξεις, ήτοι κλάδευε τα εντός αυτού υπάρχοντα καρποφόρα δέντρα, συνέλλεγε τους καρπούς, επέβλεπε το ακίνητο και το έτος 1980, με το υπ' αριθμό .../28-1-1980 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α.

Τ., νόμιμα έκτοτε μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, και με παράδοση ... μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον αδελφό της Α. Κ. την κυριότητα, νομή και κατοχή, τμήματος από το ανωτέρω ακίνητο, που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας της Δ. Κ. και, ειδικότερα, μεταβίβασε κατά το πιο πάω συμβολαιογραφικό έγγραφο αγροτεμάχιο "εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών δύο χιλιάδων (2000) κείμενον εις θέσιν ... ...

και συνορευόμενον βορείως με ιδιοκτησίαν Ε. Γ. Κ., νοτίως με αγροτικόν δρόμον, δυτικώς με ιδιοκτησίαν των κληρονόμων Γ. Μ. και Χ. Μ. και ανατολικώς με τον υπόλοιπον αγρόν της". Επομένως, η Α. Κ. μεταβίβασε στον αδελφό της Α. Κ. όλο το καταλαμβάνον τη δυτική έκταση του ακινήτου της τμήμα αυτού, από τη βόρεια πλευρά του μέχρι τη νότια πλευρά του και ρητά και με σαφή τρόπο προσδιορίστηκαν τα όρια του μεταβιβαζόμενου τμήματος, ως όμορος δε προς βορρά ιδιοκτήτης αναγνωρίζεται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη η άλλη αδελφή τους, Ε.

σύζυγος Γ. Κ., στην οποία ο πατέρας τους Δ. Κ. είχε μεταβιβάσει με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../26-10-1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Τ. το περιγραφόμενο πιο πάνω αγροτεμάχιο των δώδεκα περίπου στρεμμάτων.

Συνεπώς, από το ακίνητο, που είχε αποκτήσει η Α. Κ. από τον πατέρα της Δ. Κ. με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../1973 συµβόλαιο του συµβολαιογράφου Α. Τ., μετά την κατάρτιση του πιο πάνω υπ' αριθμό .../28-1-1980 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου Α. Τ. δεν απέμεινε αμεταβίβαστο τμήμα του, παρεμβαλλόμενο μεταξύ του ως άνω προικώου ακινήτου (ανήκοντος - τότε μόνο - κατά ψιλή κυριότητα στην Ε.

σύζυγο Γ. Κ., θυγατέρα Δ. Κ.) και του αγροτεμαχίου που μεταβίβασε η Α. Κ. στον αδελφό τους Α. Κ.. Αν είχε συμβεί το αντίθετο, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, στο ανωτέρω υπ' αριθ. .../28-1-1980 συμβόλαιο, ως όμορος προς βορρά ιδιοκτήτης του αγροτεμαχίου που μεταβιβάζεται στον Α. Κ. δεν θα αναφερόταν η "Ε. Γ. Κ.", αλλά η ίδια Α.

Κ., όπως, ακριβώς, προσδιορίστηκε, από τα δύο συμβαλλόμενα (στο υπ' αριθ. .../28-1-1980 συμβόλαιο) μέρη, ο κατά την ανατολική πλευρά του μεταβιβαζόμενου στον Α. Κ. τμήματος όμορος ιδιοκτήτης, συμφωνηθέντος ειδικότερα με απόλυτη σαφήνεια ότι το μεταβιβαζόμενο συνορεύει "ανατολικώς με τον υπόλοιπον αγρόν της" πωλήτριας Α.

Κ.. Ο ενάγων, αλλά και οι με αίτημά του εξετασθείς μάρτυρας Π. Φ. και ενόρκως βεβαιούντες Α. θυγατέρα Ι. Κ. και Α. Κ. του Θ. δεν παρέχουν οποιαδήποτε εξήγηση για την αιτία που, ενώ, κατ' αυτούς, έμεινε αμεταβίβαστο από την Α. Κ. τμήμα του ακινήτου της, παρεμβαλλόμενο μεταξύ του μεταβιβασθέντος από την ίδια στον Α.

Κ. αγροτεμαχίου και του προικώου ακινήτου της Ε. συζύγου Γ. Κ., ωστόσο τα δύο συμβαλλόμενα αδέλφια (Α. Κ. και Α. Κ.) για το ανατολικό μεν όριο του μεταβιβαζόμενου στον δεύτερο τμήματος συμφώνησαν και δήλωσαν ότι αυτό συνορεύει με "υπόλοιπο αγρόν" της πρώτης (Α. Κ.), ενώ για το βόρειο όριο συμφώνησαν και δήλωσαν ρητά ότι συνορεύει με το ακίνητο της αδελφής τους Ε.

συζύγου Γ. Κ.. Πλέον τούτων, δεν προέκυψε και κάποια αιτία, που να δικαιολογεί την εξαίρεση από τη μεταβίβαση στον Α. Κ. από την Α. Κ. στενής εδαφικής λωρίδας, παρεμβαλλόμενης μεταξύ του μεταβιβαζόμενου στον πρώτο αγροτεμαχίου και του ακινήτου της Ε. συζύγου Γ. Κ.. Η τελευταία, εξάλλου, και ο σύζυγός της Γ. Κ.

ασκούσαν τη νομή και οιονεί νομή, αντίστοιχα, στο προπεριγραφόμενο προικώο ακίνητο αδιάκοπα από το έτος 1958 μέχρι την 18-2-1983, οπότε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 56 παρ.1 και 57 εδ. α' του ν.1329/1983, καταργήθηκαν αυτοδικαίως τα λόγω προικός δικαιώματα του δεύτερου και η πρώτη έγινε πλήρης κυρία του ακινήτου και πλήρης αποκλειστική νομέας του, συνέχισε δε αυτή να ασκεί επί όλου του ακινήτου με διάνοια κυρίου, αυτοπροσώπως ή μέσω του, ενεργούντος πλέον ως αντιπροσώπου της ...

συζύγου της Γ. Κ., όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου εμφανείς υλικές πράξεις, ήτοι το επόπτευε, το προστάτευε από επεμβάσεις τρίτων, το καθάριζε, κλάδευε και καλλιεργούσε τα εντός αυτού δέντρα (ελιές και αμυγδαλιές) και συγκόμιζε τους παραγόμενους καρπούς, ανάθεσε και έγινε με δαπάνες της τοπογράφηση του ακινήτου από τον τοπογράφο μηχανικό Ι.

Σ. και, τελικά, το έτος 2006, με τα υπ' αριθμό .../10-7-2006 και .../10-7-2006 συμβολαιογραφικά έγγραφα του συμβολαιογράφου Ερέτριας Θ. Τ., νόμιμα μεταγραφέντων, την 20-7-2006, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας, στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό … το πρώτο και στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό … το δεύτερο, και με παράδοση ..., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στις θυγατέρες της Α.

Κ. και Μ. Κ. (ήδη εκκαλούσα-εναγομένη), αντίστοιχα, διαιρετά από ένα αυτοτελές τμήμα επιφάνειας 5.850,18 τ.μ. του όλου ακινήτου της. Ειδικότερα, στην εκκαλούσα-εναγομένη μεταβίβασε το νότιο τμήμα του ακινήτου, περιγραφόμενο στο ανωτέρω αναφερόμενο υπ' αριθμό .../2006 μεταβιβαστικό συμβόλαιο και στο προσαρτηθέν στο πιο πάνω υπ' αριθμό .../2006 συμβόλαιο από Μαΐου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.

Σ. με τα περιμετρικά στοιχεία Ω1-Ω2-Α7-Α8-Α9-Α10-Α11-Α12-Α13-Α14-Α15-Α16-Ω1 και συνορευόμενο βόρεια με το τμήμα του μείζονος πρώην προικώου ακινήτου της παρέχουσας Ε. Κ., το οποίο την ίδια ημέρα μεταβίβασε με το πιο πάνω υπ' αριθμό .../2006 συμβόλαιο στη θυγατέρα της Α. Κ., ανατολικά με αγροτικό δρόμο, "νότια με ιδιοκτησίες Κ.

Κ., Γ. Κ. και Α. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.". Από τους ανωτέρω, κατά τη νότια πλευρά του μεταβιβασθέντος στην εκκαλούσα αγροτεμαχίου, αναφερόμενους όμορους ιδιοκτήτες, α) ο Κ. Κ. ήταν ένας από τους κληρονόμους του ακινήτου που ανήκε στην προαναφερόμενη Ε. (Ε.) Κ. και με το οποίο συνόρευε κατά την ανατολική πλευρά του το ακίνητο, που ο πιο πάνω αναφερόμενος Δ.

Κ. με το υπ' αριθμό .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Τ. είχε μεταβιβάσει στην θυγατέρα του Α. Κ., β) ο Α. Κ. ήταν ο αδελφός της τελευταίας, στον οποίο αυτή είχε μεταβιβάσει, όπως προαναφέρθηκε, με το υπ' αριθμό .../1980 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Α. Τ. τμήμα του ακινήτου, που είχε η ίδια αποκτήσει με το ανωτέρω υπ' αριθμό .../1973 συμβόλαιο και γ) ο Γ.

Κ. είναι ο εφεσίβλητος - ενάγων. Με τον τελευταίο η προαναφερόμενη Α. Κ. κατάρτισε, τριάμισι έτη μετά την πιο πάνω μεταβίβαση προς τον αδελφό της Α. Κ., το υπ' αριθμό .../4-7-1984 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Νικαίας (και όχι Πειραιώς, όπως από προφανή παραδρομή ισχυρίζεται ο ενάγων) Β. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερέτριας.

Με το συμβόλαιο αυτό η Α. Κ. φέρεται να μεταβιβάζει λόγω δωρεάς εν ζωή στον εφεσίβλητο - ενάγοντα κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για την ίδια μέχρι το θάνατό της, που επισυνέβη την ...1990 (οπότε και συνενώθηκε αυτοδικαίως η επικαρπία με την ψιλή κυριότητα ...) "εν αγρόκτημα, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών τεσσάρων χιλιάδων δέκα τριών και 0,50 (4013,50), άρτιον και οικοδομήσιμον, κείμενον εις θέσιν "..." της περιφέρειας Κοινότητας Ερέτριας, τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου της πόλεως, εμφαινόμενον υπό τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Α.

εις το τοπογραφικόν διάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού Δ. Θ. Κ., όπερ νομίμως σεσημασμένον και υπογεγραμμένον προσαρτάται τω παρόντι, και συνορευόμενον Αρκτικώς με ιδιοκτησίαν Ε. Κ. επί πλευράς μέτρων εβδομήκοντα και 0,50 (70,50), Μεσημβρινώς εν μέρει με ιδιοκτησίαν Α. Κ., επί πλευράς μέτρων είκοσι πέντε και 0,30 (25,30) και εν μέρει με αγροτικήν οδόν προς Ερέτριαν επί προσώπου μέτρων τεσσεράκοντα πέντε και 0,20 (45,20), Ανατολικώς με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Ε.

Κ. επί πλευράς μέτρων ογδοήκοντα πέντε και 0,10 (85,10), και Δυτικώς εν μέρει με ιδιοκτησίαν Μ. επί πλευράς μέτρων εξ και 0,60 (6,60), και εν μέρει με την ανωτέρω ιδιοκτησίαν Α. Κ. επί πλευράς μέτρων εβδομήντα οκτώ και 0,50 (78,50)". Από την προαναφερόμενη περιγραφή του φερόμενου ως μεταβιβαζόμενου με το ανωτέρω υπ' αριθμό .../4-7-1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικαίας Β.

Π. ακινήτου, προκύπτει ότι σ' αυτό φαίνεται να εμπεριέχεται και εδαφικό τμήμα σχήματος ορθογωνίου παραλληλο-γράμμου, διαστάσεων 25,30 Χ6,60 μέτρων, παρεμβαλλόμενο μεταξύ αφενός της βόρειας πλευράς του αγροτεμαχίου, που ήδη είχε μεταβιβαστεί από την Α. Κ. στον Α. Κ., και αφετέρου της νότιας, κατά ένα μέρος της, πλευράς του ακινήτου, που είχε περιέλθει κατά τα ανωτέρω στην αδελφή τους Ε.

σύζυγο Γ. Κ., ενώ και το υπόλοιπο τμήμα του φερόμενου ως μεταβιβαζόμενου στον εφεσίβλητο-ενάγοντα ακινήτου φέρεται να έχει σχήμα ορθογώνιου παραλληλογράμμου με πλευρές 85,10 (78,50+6,60=85,10) Χ45,20 μέτρα και έτσι, με τις διαστάσεις και το σχήμα αυτό, το μεταβιβαζόμενο ακίνητο φέρεται να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ως έχον συνολικό εμβαδόν 4.013,50 τ.μ., ήτοι 13,50 τ.μ.

πλέον των απαιτούμενων, κατ' ελάχιστο όριο, 4.000 τ.μ. για την αρτιότητά και οικοδομησιμότητά του. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, η Α. Κ. είχε ήδη από το έτος 1980 μεταβιβάσει στον αδελφό της Α. Κ. όλο το δυτικό τμήμα του ακινήτου, που είχε αποκτήσει από τον πατέρα της Δ. Κ. με το υπ' αριθμό .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.

Τ. και η βόρεια πλευρά του μεταβιβασθέντος διά του συμβολαίου αυτού τμήματος στον αδελφό της συνόρευε, κατά ίσο μήκος, με τη νότια πλευρά του ακινήτου της αδελφής τους Ε. συζύγου Γ. Κ.. Επίσης, η βόρεια, όπως και η νότια, πλευρά του ακινήτου, που η Α. Κ. δεν είχε μεταβιβάσει στον αδελφό της Α. Κ. δεν σχημάτιζε με τη δυτική και την ανατολική πλευρά του ορθές γωνίες, το όριό του δε προς βορρά, κατά τα σαφώς προκύπτοντα από το προαναφερόμενο υπ' αριθμό .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.

Ν. Τ., ήταν "κατ' ευθείαν γραμμήν με Ε. Κ. και προικοδότην". Στη θέση της γραμμής αυτής, ήδη από το έτος 1979, οι κληρονόμοι της Ε. Κ. είχαν τοποθετήσει περίφραξη με συρματόπλεγμα σε σιδερένιους πασσάλους, ταυτίζεται δε η συγκεκριμένη θέση με τα στοιχεία 27-28-5 στο συνοδεύον την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος τοπογράφου μηχανικού Σ.

Μ. και με τα στοιχεία 15-44-78-77-101 στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα από Αυγούστου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Α.. Η προς τα δυτικά δε και σε ευθεία γραμμή ("κατ' ευθείαν γραμμήν") συνέχιση του σαφώς κατά τον ανωτέρω τρόπο προσδιορισμένου βορείου ορίου της ιδιοκτησίας πρώην Ε. (Ε.) Κ.

βρίσκεται στη θέση, που απεικονίζεται στα ανωτέρω δύο τοπογραφικό διαγράμματα (της πραγματογνώμονος και του Κ. Α.) με τα στοιχεία ...13 και με τα στοιχεία 101-67-38, αντίστοιχα. Το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται όλο βόρεια της ευθείας αυτής γραμμής και, επομένως, δεν ανήκε στην κυριότητα της Α. Κ. και γι' αυτό δεν απέκτησε ο εφεσίβλητος - ενάγων κυριότητα επί του επιδίκου τμήματος με το προαναφερόμενο υπ' αριθμό .../4-7-1984 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Νικαίας Β.

Π., αφού, όπως ισχύει σε κάθε περίπτωση διάθεσης και προκύπτει ειδικότερα για τα ακίνητα και από το άρθρο 1033 ΑΚ, για να συμβεί το αντίθετο, έπρεπε να είναι η Α. Κ., κατά το χρόνο της μεταβίβασης στον εφεσίβλητο (και κατά το χρόνο μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου), κυρία και του επιδίκου εδαφικού τμήματος ... , χωρίς το συμπέρασμα τούτο να διαφοροποιείται από την καλή ή κακή πίστη των συμβαλλόμενων, αφού ρύθμιση, ανάλογη με εκείνη του άρθρου 1036 ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιο για τα ακίνητα.

Εξάλλου, η Α. Κ. δεν είχε αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο ούτε με χρησικτησία, όπως αυτό προκύπτει χωρίς αμφιβολία προεχόντως από το σαφές περιεχόμενο του (μόλις τριάμισι έτη πριν το πιο πάνω δωρητήριο υπ' αριθμό .../4-7-1984 συμβόλαιο) καταρτισθέντος υπ' αριθμό .../1980 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α.

Τ., με το οποίο, κατά τα αναλυτικά πιο πάνω εκτιθέμενα, αυτή (Α. Κ.) μεταβίβασε στον αδελφό της Α. Κ. όλο το δυτικό τμήμα του ακινήτου της, του οποίου (μεταβιβαζόμενου τμήματος) προσδιορίστηκαν με απόλυτη σαφήνεια τα όρια και ότι, ειδικότερα, αυτό συνορεύει κατά τη βόρεια πλευρά του με το ακίνητο της αδελφής τους Ε.

συζύγου Γ. Κ., ενώ, εάν η Α. Κ. ήταν κυρία και του επιδίκου τμήματος, είναι προφανές ότι θα αναφερόταν στο συμβόλαιο αυτό η ίδια ως όμορη προς βορρά του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ιδιοκτήτρια, όπως ρητά αναφέρεται αυτή στο ίδιο συμβόλαιο για το ανατολικό όριο του μεταβιβαζόμενου τμήματος. Πλέον τούτου, η Α.

Κ. στο πιο πάνω υπ' αριθμό .../1984 δωρητήριο προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα συμβόλαιο ρητά δηλώνει ότι το αναφερόμενο σ' αυτό ως δωρούμενο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μείζονος έκτασης ακινήτου, που απέκτησε η ίδια (από τον πατέρα της Δ. Κ.) με το προαναφερόμενο υπ' αριθμό .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α.

Τ. και δεν αναφέρει ότι απέκτησε μέρος του φερόμενου ως μεταβιβαζόμενου στον εφεσίβλητο-ενάγοντα ακινήτου με χρησικτησία, όπως θα έπρεπε να αναφέρεται στην περίπτωση που αυτή είχε καταστεί ή έστω θεωρούσε ότι είχε καταστεί κυρία του επιδίκου τμήματος με χρησικτησία. Το γεγονός δε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας της Δ.

Κ. ήταν δικαιούχος κάρπωσης του ελαιοδένδρου που αναφέρεται πιο πάνω, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι μεταβιβάστηκε και το δικαίωμα αυτό στην Α. Κ., με την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος δεν μπορούσε να αποκτηθεί επί του εδάφους, επί του οποίου φύεται το δέντρο αυτό ή επί του εδάφους μέσω του οποίου γινόταν η προσπέλαση στο ίδιο δέντρο, κυριότητα με χρησικτησία, γιατί αφενός απόκτηση χωριστής κυριότητας επί συστατικού ακινήτου (όπως είναι το δέντρο) αποκλείεται από το άρθρο 953 ΑΚ ...

και αφετέρου, επί υπάρξεως δικαιώματος οιονεί νομής σε πράγμα, ο έχων το δικαίωμα αυτό ασκεί, στο όνομά του και για λογαριασμό του, μόνο μερική φυσική εξουσίαση και παράλληλα μέσω αυτού ασκεί τη νομή του ο κύριος, που εξακολουθεί να είναι ο πραγματικός (καθολικός) νομέας, αντιπροσωπευόμενος στην άσκηση της φυσικής εξουσίας από τον οιονεί νομέα ..., τεκμαίρεται δε ο οιονεί νομέας ότι κατέχει στο όνομα του ψιλού κυρίου για όσο χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του πράγματος και σε περίπτωση, που θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή του καθολικού νομέα, ο τελευταίος δεν χάνει τη νομή του πριν λάβει γνώση της αντιποίησης ... .

Συνεπώς, ο εφεσίβλητος - ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τον επικαλούμενο από αυτόν παράγωγο τρόπο, δηλαδή με δωρεά από την Α. Κ., αφού αυτή κατά το χρόνο κατάρτισης του αντίστοιχου συμβολαίου (4-7-1984), αλλά και κατά το χρόνο μεταγραφής του (20-7-1984), δεν ήταν κυρία του επιδίκου.

Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος-ενάγων ούτε με χρησικτησία απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, γιατί, κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω αναφερόμενα, αποδείχτηκε ότι μέχρι την 10-7-2006 (που μεταβιβάστηκε η νομή στην εκκαλούσα) νομέας αυτού ήταν από το έτος 1958 η Ε. Κ. (και, παράλληλα, οιονεί νομέας μέχρι την 18-2-1983, ως επικαρπωτής, ο σύζυγός της Γ.

Κ.), η οποία απέκτησε τη νομή παράγωγα, με συμφωνία και παράδοση ..., από τον πατέρα της Δ. Κ., την κατά τον τρόπο αυτό δε αποκτηθείσα νομή της δεν έχασε (μέχρι που την μεταβίβασε στην εκκαλούσα), δεδομένου ότι, όταν αποκτηθεί η νομή, αυτή εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα εφόσον συνυπάρχουν τα δύο στοιχεία της (φυσική εξουσία και διάνοια κυρίου), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαία η διαρκής ενεργός παρουσία των στοιχείων αυτών, και για να χαθεί η νομή πρέπει να εκλείψει έστω το ένα από αυτά.

Για να υπάρξει δε απώλεια της φυσικής εξουσίας πρέπει να συνάγεται, κατά την κοινή πείρα και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, το συμπέρασμα ότι η άσκηση της φυσικής εξουσίας αποκλείεται ή είναι αδύνατη οριστικά, ενώ απώλεια της νομής λόγω εκλείψεως του πνευματικού στοιχείου επέρχεται όταν ο νομέας αποφασίσει να μη νέμεται πια το πράγμα και την απόφασή του αυτή την εξωτερικεύσει σαφώς ... .

Στην προκείμενη όμως περίπτωση ούτε κατέστη αδύνατη η άσκηση της φυσικής εξουσίας επί του επιδίκου από την Ε. Κ. ούτε εκδήλωσε ποτέ αυτή απόφαση να μη νέμεται το επίδικο εδαφικό τμήμα. Αντίθετα, όπως και πιο πάνω αναλυτικά αναφέρθηκε, αυτή ασκούσε με διάνοια κυρίου αδιάκοπα σε όλο το ακίνητο, που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας της και στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς υλικές πράξεις και μόλις ο εφεσίβλητος -ενάγων επιχείρησε να την αποβάλει από τη νομή της στο επίδικο, τον Οκτώβριο του έτους 2005, τον εμπόδισε αμέσως και, ακολούθως, τοποθέτησε περίφραξη στο τμήμα της νότιας πλευράς του, που εκτείνεται μεταξύ των σημείων 5 και 6 στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος Σ.

Μ., στην ίδια ακριβώς ευθεία γραμμή, που υπήρχαν ήδη οι περιφράξεις των όμορων ακινήτων του Α. Κ. (που του είχε μεταβιβάσει η Α. Κ.) και των κληρονόμων της Ε. (Ε.) Κ.. Δηλαδή, τοποθέτησε την περίφραξη στη θέση ακριβώς, που με απόλυτη σαφήνεια είχε οριστεί από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους Δ. Κ. στο προαναφερόμενο υπ' αριθμό .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.

Τ. και στην ίδια ευθεία γραμμή, που ήδη είχαν τοποθετηθεί και οι αντίστοιχες περιφράξεις από τον Α. Κ. το έτος 1989 περίπου και από τους κληρονόμους της Ε. (Ε.) Κ. τουλάχιστον από το έτος 1979. Απόκτηση της νομής στο επίδικο από τον εφεσίβλητο -εκκαλούντα δεν αποδείχτηκε, αφού ούτε του μεταβίβασε η Α. Κ. την επ' αυτού νομή, αφού δεν είχε η ίδια τέτοιο δικαίωμα ώστε να το μεταβιβάσει ούτε αυτός κατέλαβε το επίδικο, αλλά ούτε και ο ίδιος ισχυρίζεται ότι απέκτησε τη νομή του επιδίκου με αποβολή της νομέως Ε.

Κ.. Άλλωστε, και ο με αίτησή του εξετασθείς κατά τη συζήτηση της αγωγής στη δικάσιμο της 29-1-2008 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Π. Φ. δεν κατέθεσε ότι ο ενάγων απέκτησε με κατάληψη το επίδικο και γενικά με πρωτότυπο τρόπο, αλλά κατέθεσε ότι ο ενάγων είναι κύριος του επιδίκου, επειδή του μεταβιβάστηκε το δικαίωμα αυτό από την Α.

Κ., που είχε, κατά το μάρτυρα, αποκτήσει την κυριότητα από τον πατέρα της σε έξι στρέμματα, εκ των οποίων αυτή μεταβίβασε τα δύο στον Α. Κ. και στον ενάγοντα τα τέσσερα, στα οποία, εμπίπτουν, επίσης κατά το μάρτυρα, και τα 240,70 τ.μ. του επιδίκου τμήματος. Το ίδιο, ως προς τον τρόπο που απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου, βεβαίωσαν στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους η αδελφή του ενάγοντος Α.

Κ. του Θ. και η εξαδέλφη του Α. θυγατέρα Ι. Κ.. Όμως, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η Α. Κ. δεν ήταν κυρία του επιδίκου και, επομένως, δεν μπορούσε να μεταβιβάσει την επ' αυτού κυριότητα στον ενάγοντα ούτε αποδείχτηκε ότι αυτή νεμόταν το επίδικο. Επί πλέον, τόσο ο προαναφερόμενος μάρτυρας, όσο και οι Α. Κ. του Θ.

και Α. θυγατέρα Ι. Κ., δεν έδωσαν οποιαδήποτε εξήγηση α) για την αιτία που η Α. Κ. ρητά δηλώνει στο πιο πάνω αναφερόμενο υπ' αριθμό .../1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Α. Τ. ότι το αγροτεμάχιο, που μεταβιβάζει στον αδελφό της Α. Κ., συνορεύει βόρεια με το ακίνητο της αδελφής τους Ε. συζύγου Γ. Κ. και όχι με μη μεταβιβαζόμενο μέρος του ακινήτου της ίδιας της δωρήτριας Α.

Κ., όπως, αντίθετα, ρητά δηλώνει για το ανατολικό όριο του μεταβιβαζόμενου αγροτεμαχίου ("ανατολικά με τον υπόλοιπον αγρόν της") και β) για την αιτία, λόγω της οποίας η Α. Κ. δεν θα μεταβίβαζε στον αδελφό της Α. Κ. και την επίδικη εδαφική λωρίδα, αν και αυτή εκ της θέσεώς της, του τριγωνικού της σχήματος και των διαστάσεών της, δεν προκύπτει να εξυπηρετεί κάποιον, τουλάχιστον εμφανή, σκοπό (π.χ.

δίοδο προς και από κάποιο ακίνητο), ενώ η μη μεταβίβασή της στον Α. Κ. δεν θα επηρέαζε θετικά την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του μεταβιβαζόμενου και του μη μεταβιβαζόμενου τμήματος, αφού το μεν πρώτο χωρίς την επίδικη εδαφική λωρίδα έχει έκταση 1.895,87 τ.μ., το δε δεύτερο και με την επίδικη εδαφική λωρίδα έχει έκταση 3.444,60, λόγω του ήδη τουλάχιστον από το έτος 1979 σαφώς διαμορφωμένου ανατολικού του ορίου, όπως και πιο κάτω ειδικότερα θα εκτεθεί.

Επίσης, οι προαναφερόμενες Α. Κ. του Θ. και Α. θυγατέρα Ι. Κ. στις ένορκες βεβαιώσεις τους δεν προσδιορίζουν κανένα μισθωτή από αυτούς, στους οποίους, κατ' αυτές, ο ενάγων ή η Α. Κ. εκμίσθωναν το επίδικο ενιαία με το υπόλοιπο ακίνητό τους, ενώ μη πειστικά κρίνονται και τα όσα η πρώτη καταθέτει περί φύτευσης στο επίδικο από τον ενάγοντα το έτος 1990 μιας κουκουναριάς, μιας πορτοκαλιάς και ενός κουμ - κουάτ, για τον πότισμα των οποίων ο ενάγων χρησιμοποιούσε αρχικά υδροφόρο όχημα, γιατί η κατάθεσή της δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και ενώ ο μάρτυρας Π.

Φ. καταθέτει ότι από το έτος 1990 το "φτιάχναμε" το ακίνητο του ενάγοντος, αφενός δεν επιβεβαιώνει τη φύτευση τέτοιων δέντρων στο επίδικο και αφετέρου η κατά τον ίδιο επιμέλειά του για το ακίνητο του ενάγοντος δεν συμπορεύεται με την εγκατάλειψη των τριών φυτευθέντων δέντρων, ώστε αυτά να ξεραθούν και να μην υπάρχει κανένα ίχνος τους.

Επιπρόσθετα, το συμπέρασμα περί μη άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο από τον ενάγοντα ενισχύεται και από το ότι αυτός δεν γνώριζε ούτε την περίφραξη, που υπήρχε ήδη από το έτος 1979 στο ανατολικό όριο του ακινήτου, που απέκτησε από την Α. Κ.. Αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της από 12-11-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 414/2006 αγωγής, που ο ενάγων, ταυτόχρονα με την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η εδώ εκκαλούμενη απόφαση, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας κατά των κληρονόμων της προαναφερόμενης Ε. (Ε.) Κ., κυρίας μέχρι τον, κατά το έτος 1970, θάνατό της, του όμορου, στην ανατολική πλευρά του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στη συνέχεια στον ενάγοντα.

Ειδικότερα, στην αγωγή του αυτή ο τελευταίος εκθέτει ότι όταν του μεταβίβασε η Α. Κ. το ακίνητό του, δηλαδή το έτος 1984, ούτε αυτό ούτε τα όμορα ακίνητα ήταν περιφραγμένα και ότι τον Αύγουστο του έτους 2005, που επισκέφθηκε το ακίνητό του, διαπίστωσε έκπληκτος ότι οι (με την ίδια αγωγή) εναγόμενοι είχαν περιφράξει με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα το όμορο ακίνητό τους, ενσωματώνοντας σ' αυτό, από το έκτασης 4.013,50 τ.μ.

δικό του ακίνητο, τμήμα του έκτασης 566,30 τ.μ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων από το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας, αφού διενεργήθηκε από το Δικαστήριο και αυτοψία στο ακίνητο, η υπ' αριθμό 200/2011 οριστική απόφασή του, κατά της οποίας δεν προέκυψε ότι έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα, και με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, γιατί κρίθηκε ότι το εκεί επίδικο τμήμα των 566,30 τ.μ.

δεν ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντος, αλλά στους εκεί εναγόμενους, ως κληρονόμων της Ε. (Ε.) Κ. και ότι, ειδικότερα, η ανωτέρω περίφραξη (την οποία ο ενάγων ισχυριζόταν ότι είχε διαπιστώσει έκπληκτος τον Αύγουστο του έτους 2005) ήταν τοποθετημένη ήδη από το έτος 1979. Αν ο ενάγων ασκούσε στο ακίνητο, που ισχυρίζεται ότι απέκτησε από την Α.

Κ., τις πράξεις νομής που ο ίδιος επικαλείται στην αγωγή του και αναφέρουν στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους η Α. Κ. του Θ. και η Α. θυγατέρα Ι. Κ. και στην κατάθεσή του ο μάρτυρας Π. Φ., λογικά αυτός (ενάγων), λόγω των μεταβάσεών του στο ακίνητο, θα γνώριζε ότι υπήρχε ήδη προ του έτους 1990 αλλά και προ του έτους 1984 η (στην ανατολική πλευρά) προαναφερόμενη περίφραξη, οι σιδερένιοι πάσσαλοι της οποίας ήταν σταθερά εμπεπηγμένοι σε τσιμεντένια βάση.

Η εκ μέρους του ενάγοντος άγνοια της υπάρχουσας ήδη από το έτος 1979 ως άνω κατάστασης στο ανατολικό όριο του ακινήτου του, η οποία μάλιστα συναρτάται με πλέον του διπλάσιου από το ήδη εδώ επίδικο εδαφικό τμήμα, καθιστά, λόγω και των προαναφερόμενων ασαφών σημείων τους, μη πειστικές την κατάθεση του μάρτυρα Π.

Φ. και τις ένορκες βεβαιώσεις της Α. Κ. του Θ. και της Α. θυγατέρας Ι. Κ., σχετικά με τα περί άσκησης στο επίδικο εδώ εδαφικό τμήμα από τον ενάγοντα των πράξεων νομής που αυτός ισχυρίζεται, μεταξύ των οποίων και η συλλογή του καρπού από τις δύο εντός του επιδίκου υπάρχουσες αμυγδαλιές, ως προς τις οποίες ο μάρτυρας Π.

Φ. κατέθεσε μεν ότι αυτός με τον ενάγοντα συνέλλεγαν τα αμύγδαλα, αλλά η κατάθεσή του δεν είναι πειστική, γιατί δεν προκύπτει ότι αυτός γνώριζε ποιο συγκεκριμένα είναι το ακίνητο, που πραγματικά περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος, αφού κατέθεσε αρχικά ότι η Α. Κ. "έγραψε" στον αδελφό της Α. Κ. τα δύο στρέμματα, μετά ότι αυτός "δεν γνωρίζει τι είχε πάρει" ο Α.

Κ. από την αδελφή του ούτε αν αυτή του είπε με ποιον συνορεύει, ακολούθως κατέθεσε ότι ο Α. Κ. "το περιέφραξε με συρματόπλεγμα" το ακίνητό του, ότι αυτός (μάρτυρας) δεν γνωρίζει "αν έκανε καταπάτηση άλλος", στη συνέχεια κατάθεσε όμως ότι "έγινε καταπάτηση" και από τον "ανατολικό συνορίτη" τον Ν. Κ., γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε συμβεί τουλάχιστον μετά το έτος 1979.

Αντίθετα, ο με επιμέλεια της εναγομένης εξετασθείς, την 29-1-2008, κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Γ. Κ., που είναι πατέρας της και ο ανωτέρω αναφερόμενος προικολήπτης μέχρι την 18-2-1983 και ακολούθως αντιπρόσωπος της συζύγου του Ε. Κ. στην άσκηση της νομής της επί του πρώην προικώου ακινήτου, με σαφήνεια, κατηγορηματικότητα, χωρίς αντιφάσεις και στηριζόμενος σε άμεση δική του αντίληψη κατέθεσε ότι το επίδικο "50 χρόνια το 'χω στα χέρια μου", ότι το ακίνητο συνορεύει "νότια με Α.

Κ.", ότι ο τελευταίος έχει περιφράξει το ακίνητο που του μεταβίβασε η Α. Κ., τα σύνορα δε του ακινήτου αυτού "ήταν και είναι με τα δικά μας" και "ποτέ δεν υπήρξε μετατόπιση συνόρων", ότι ο προικοδότης είπε πως η "ελιά θα ανήκει στην Τ., τίποτε άλλο απολύτως", ότι τις δύο αμυγδαλιές τις φύτεψε εντός του επιδίκου ο ίδιος (ο μάρτυρας) και "πάντα" ο ίδιος "τις μάζευε" και "ποτέ δεν τις έχει μαζέψει άλλος", ότι παραχωρούσε η σύζυγός του στον Ι.

Κ. τη χρήση του όλου ακινήτου για βόσκηση των ζώων του και τα ίδια όρια γνώριζε και ο τελευταίος και ότι η ένδικη διαφορά ανέκυψε επειδή "Θέλησε ο Γ. Κ.", δηλαδή ο ενάγων, "να πουλήσει και για να το κάνει άρτιο ήθελε 4 στρέμματα. Έβαλε ένα γκρέιντερ να καθαρίσει και πήγε στο δικό μου...". Τα προαναφερόμενα, περί της ορθότητας της θέσης του νοτίου ορίου του ακινήτου της εναγομένης και της συνόρευσης του ακινήτου της με την βόρεια πλευρά του ακινήτου του Α.

Κ., χωρίς δηλαδή παρεμβολή εδαφικής λωρίδας ιδιοκτησίας του ενάγοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, προκύπτουν και από τις ανωτέρω αναφερόμενες σαφείς και γι' αυτό πειστικές ένορκες βεβαιώσεις α) του Π. Κ., που ως πρώην σύζυγος της εναγομένης από το έτος 1976 είχε προσωπική αντίληψη των ορίων των ακινήτων και του νομέα τους, β) του Π.

Κ., που γεννήθηκε το έτος 1935 και είναι αδελφός της Ε. συζύγου Γ. Κ. (μητέρας και δικαιοπαρόχου της εναγομένης), της Α. Κ. και του Α. Κ., ο οποίος από προσωπική του αντίληψη βεβαιώνει ότι το νότιο όριο του ακινήτου της εναγομένης βρίσκεται και τώρα στην ίδια θέση που βρισκόταν από την σύσταση της προίκας και την παράδοση του προικώου το έτος 1958, ότι το όριο αυτό ξεκινούσε ανατολικά και κατέληγε δυτικά στο ακίνητο των Μ.

σε απολύτως ευθεία γραμμή και ότι το τμήμα, που μεταβίβασε η Α. Κ. στον αδελφό τους Α. Κ., "εφάπτεται" βόρεια με το ακίνητο της αδελφής τους Ε. Κ., ήδη της εναγομένης και γ) του Κ. Κ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1944 και είναι από το έτος 1970 συγκύριος του ανατολικά του ακινήτου του ενάγοντος όμορου ακινήτου και γνώστης της διαχρονικώς υπάρχουσας στα εκεί ακίνητα κατάστασης λόγω της συνεχούς δραστηριότητάς του εντός του όμορου δικού του ακινήτου (έκδοση οικοδομικής άδειας από το έτος 1971, ανέγερση και λειτουργία πτηνοτροφείου, ανέγερση δύο άλλων κτισμάτων, εγκατάσταση και λειτουργία αντλιοστασίου, περίφραξη, φύτευση, καλλιέργεια και κάρπωση φυτών και δέντρων κλπ) και ο οποίος βεβαιώνει ότι επί πενήντα χρόνια που αυτός γνωρίζει το χωράφι, το οποίο περιήλθε στην εναγομένη, αυτό "έχει τα ίδια σύνορα χωρίς να αλλάξουν καθόλου" και ότι το "κτήμα έρχεται ευθεία και δεν κάνει καμία κάμψη".

Εξάλλου, τα όσα ανωτέρω αναφέρονται σχετικά με τη θέση του νοτίου ορίου του ακινήτου της εναγομένης δεν ανατρέπονται από το περιεχόμενο της από Μαρτίου 2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 273/2013 διορισθείσας κατά τα ανωτέρω από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονος Σ. Μ. ούτε από το συνοδεύον την έκθεσή της από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό της διάγραμμα, γιατί: 1) Η πραγματογνώμονας δέχεται ότι "το διαχωριστικό όριο" του ακινήτου της εναγομένης από το ακίνητο του ενάγοντος είναι το ανωτέρω αναφερόμενο ελαιόδεντρο, αλλά ωστόσο, ενώ και η ίδια (η πραγματογνώμονας) αναφέρει ρητά ότι στο υπ' αριθμό .../1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.

Τ. οι συμβαλλόμενοι ορίζουν σχετικά με το ακίνητο, που μεταβιβάζει η Α. Κ. στον αδελφό της Α. Κ., "ως βόρειο όριο την ιδιοκτησία Κ.", ακολούθως, η πραγματογνώμονας δεν κάνει οποιαδήποτε μνεία για την αιτία που το ακίνητο του Α. Κ. το αποτυπώνει στο τοπογραφικό της διάγραμμα να μη συνορεύει στη βόρεια πλευρά του με την ιδιοκτησία "Κ.", αλλά να παρεμβάλλεται, μεταξύ της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας Κ.

και της βόρειας πλευράς της ιδιοκτησίας Α. Κ., ιδιοκτησία που δεν ανήκει ούτε στον ένα ούτε στον άλλο και μάλιστα να έχει το παρεμβαλλόμενο εδαφικό τμήμα βάση τριγώνου διπλάσια σχεδόν και από αυτή που ο ενάγων ισχυρίζεται. β) Η θέση, στην οποία η πραγματογνώμονας τοποθετεί το νότιο όριο του ακινήτου της εναγομένης, δεν αποτελεί "κατ' ευθείαν γραμμή με Ε.

Κ. και προικοδότην", αλλά σχηματίζει τεθλασμένη γραμμή, αποτελούμενη από δύο ευθύγραμμα τμήματα, με κοινή κορυφή τους το σημείο 5 και κορυφές στο άκρο εκάστου τα σημεία 27 και 14 στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος, με αποτέλεσμα το ανωτέρω σημείο 14 να βρίσκεται βορειότερα κατά 11,57 μέτρα από το σημείο 13, στο οποίο καταλήγει στη δυτική πλευρά η ευθεία γραμμή, η οποία ακολουθεί απολύτως, από ανατολή προς δύση, το βόρειο όριο του ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας Ε. (Ε.) Κ.

και ταυτίζεται απολύτως με τη θέση, στην οποία ο Α. Κ. έχει κατασκευάσει, τουλάχιστον από το έτος 1989, το μαντρότοιχο στη βόρεια πλευρά του ακινήτου του (δηλαδή στα σημεία 6 έως 13 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα). 3) Η πραγματογνώμονας αντλεί ενισχυτικό στοιχείο περί της θέσης, που τοποθετεί αυτή το νότιο όριο του ακινήτου της εναγομένης, από το ότι στο υπ' αριθμό .../1979 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Θ.

Τ., με το οποίο οι συγκύριοι του δυτικώς του επιδίκου κείμενου ακινήτου, κληρονόμοι των Γ. Μ.. και Χ. Μ.., πωλούν στο Γ. Κ. αγροτεμάχιο έκτασης 4.009,40 τ.μ. και περιγράφουν το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ως συνορευόμενο "ανατολικώς επί πλευράς μέτρων ογδοήκοντα τεσσάρων και 90/00 (84,90) με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Κ.". Με έναρξη της ανατολικής αυτής πλευράς του μεταβιβαζόμενου όμορου ακινήτου από το σημείο τομής της με την νότια πλευρά του (σημείο 12 στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος), η ίδια ανατολική πλευρά (μήκους 84,90 τ.μ.) καταλήγει στο προαναφερόμενο σημείο 14 του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος.

Με βάση τα στοιχεία αυτά η πραγματογνώμονας οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το εδαφικό τμήμα, που εκτείνεται ανατολικώς του ευθύγραμμου τμήματος με τα ακραία σημεία (κορυφές) 13 και 14, δεν έχει σχέση με το ακίνητο της εναγομένης, γιατί το ακίνητο αυτό δεν είναι "κληρονόμων Κ.". Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό ελέγχεται για την ορθότητά του, γιατί αφενός κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερόμενου υπ' αριθμό .../1979 συμβολαιογραφικού εγγράφου (έτος 1979) ψιλή κυρία του ακινήτου, που στη συνέχεια το έτος 2006 περιήλθε στην εναγομένη, ήταν η μητέρα αυτής, Ε.

θυγατέρα Δ. Κ. σύζυγος Γ. Κ., δηλαδή μέλος της οικογένειας "Κ." και αφετέρου το ίδιο έτος 1979 κανένας από τους ιδιοκτήτες των όμορων στην ανατολική πλευρά του μεταβιβαζόμενου στο Γ. Κ. ακινήτου δεν είχε καταστεί κύριος με κληρονομική διαδοχή, αλλά το μεν βόρειο τμήμα είχε μεταβιβαστεί (το έτος 1958) λόγω προικός στην Ε.

θυγατέρα Δ. Κ., το δε νότιο τμήμα είχε μεταβιβαστεί (το έτος 1973) λόγω πωλήσεως στην Α. θυγατέρα Δ. Κ., δηλαδή με δικαιοπραξίες εν ζωή ο Δ. Κ. είχε μεταβιβάσει στις δύο θυγατέρες του όλο το εκτεινόμενο ανατολικώς του ακινήτου ιδιοκτησίας Μ. ακίνητό του και μάλιστα κατά τις δύο αυτές μεταβιβάσεις (προς τις δύο θυγατέρες του) δεν αφέθηκε κανένα αμεταβίβαστο τμήμα, παρεμβαλλόμενο μεταξύ των μεταβιβαζόμενων σε εκάστη εξ αυτών αγροτεμαχίων, όπως αυτό με σαφήνεια προκύπτει και από την περιγραφή του ακινήτου που μεταβιβάζεται στην Α.

Κ. με το υπ' αριθμό .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Τ. ("συνορευόμενον ... βορείως με ιδιοκτησίαν Ε. Κ.". 4) Το γεγονός ότι το εμβαδόν του ακινήτου του ενάγοντος, όπως αυτό ορίζεται χωρίς συνυπολογισμό του επιδίκου εδαφικού τμήματος και του τμήματος που είχε διεκδικήσει ο ενάγων με την προαναφερόμενη από 12-11-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας 414/2006 αγωγή του (επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμό 200/2011 απορριπτική κατ' ουσίαν απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) εμφανίζει "έλλειμμα" "περίπου 800 περίπου m2 τ.μ.", καθώς και το γεγονός ότι "λείπουν μέτρα από τις ιδιοκτησίες Α.

και Γ. Κ.", δεν αποτελεί απόδειξη ότι ο ενάγων έγινε κύριος και του επιδίκου εδαφικού τμήματος με το υπ' αριθμό .../1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικαίας Β. Π. ούτε ότι οπωσδήποτε το ακίνητο της Α. Κ. είχε εμβαδόν έξι στρεμμάτων, αφού αφενός για το αν και ποιο ακίνητο μεταβιβάζεται παράγωγα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο στοιχείο αποτελεί η ιδιότητα του μεταβιβάζοντος ως κυρίου του μεταβιβαζόμενου και αφετέρου δεν είναι ασυνήθιστο στη συναλλακτική πρακτική και μάλιστα στα παλαιότερα καταρτισμένα συμβόλαια (όταν δεν ήταν αναγκαία η προσάρτηση τοπογραφικού διαγράμματος και μάλιστα με γεωγραφικές συντεταγμένες εξαρτημένες από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987) να μην υπάρχει απόλυτη ταύτιση της αριθμητικά στο συμβόλαιο αναφερόμενης ως επιφάνειας του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με την πραγματική του επιφάνεια. 5) Η πραγματογνώμονας, εκτός από την αποτύπωση στο τοπογραφικό διάγραμμά της, της θέσης του ελαιοδέντρου και των δύο αμυγδαλιών, δεν κάνει κάποια αναφορά στην έκθεσή της ούτε υπάρχει κάποιο υπόμνημα στο διάγραμμά της, περί ύπαρξης ή μη επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος στοιχείων καλλιέργειας. 6) Τα αποτυπωμένα στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος όρια ακινήτων, όπως η ίδια αναγράφει επ' αυτού, τα υπέδειξε ο ενάγων.

Συνεπώς, λόγω του προαναφερόμενου περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, δεν παράγεται εξ αυτής δικανική πεποίθηση περί του ότι ο ενάγων απέκτησε με παράγωγο τρόπο κυριότητα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος από την Α. Κ. με το υπ' αριθμό .../1984 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικαίας Β.

Π. ούτε ανατρέπεται το εξαχθέν από τα ανωτέρω μνημονευόμενα λοιπά αποδεικτικά μέσα συμπέρασμα πως ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ούτε με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, αλλά αυτό το νεμόταν η Ε. Κ. αδιάκοπα μέχρι το έτος 2006, που το μεταβίβασε στην εναγομένη, από το έτος 1958 που της μεταβιβάστηκε ως προίκα.

Σε κάθε δε περίπτωση, δηλαδή κι αν ακόμη δεν περιλαμβανόταν το επίδικο στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε ως προίκα, η Ε. Κ. απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου με την άσκηση νομής επ' αυτού πλέον της εικοσαετίας μέχρι το έτος 1980, άλλως μέχρι το έτος 1989 και γι' αυτό η Α. Κ. προσδιόρισε το ακίνητο που μεταβίβασε, το έτος 1980, στον αδελφό της Α.

Κ. ως συνορευόμενο βόρεια με το ακίνητο της αδελφής τους Ε. συζύγου Γ. Κ., ενώ και ο Α. Κ. τοποθέτησε το έτος 1989 ην βόρεια πλευρά του μαντρότοιχου με τον οποίο περιέφραξε το ακίνητο που του μεταβίβαση αδελφή του στη θέση που βρίσκεται η νότια πλευρά του επιδίκου τμήματος.". Kατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 (άρθρο 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1266/2011).

Ως προς τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 (άρθρο 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π.1300/2007, Α.Π. 1126/2008, Α.Π. 1300/2007, Α.Π. 587/2007, Α.Π. 32/1996, Α.Π. 57/1990).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 12, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" (Α.Π. 181/2022).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ' εκτίμηση, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., και όχι του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που αναφέρει στο αναιρετήριο, της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι ενώ αυτός (αναιρεσείων) ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του και, για τον λόγο αυτό, η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπήρξε ευνοϊκή γι' αυτόν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντιπαρήλθε χωρίς να τα αξιολογήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στη δυσμενή γι' αυτόν δικαστική κρίση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται σε πλημμέλειες της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά σε αιτίαση περί την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, και, τούτο, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 338 του Κ.Πολ.Δ.

είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, δεν ιδρύεται η ως άνω από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (Α.Π. 383/2021, Α.Π. 113/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναφερόμενη υπ' αριθμ. 200/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας παράγει πλήρη απόδειξη και στην ένδικη διαφορά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως, αντίστοιχος, του λόγου από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. .

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 (άρθρο 560 αριθμ. 5) του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Ολ.Α.Π. 9/1997, Α.Π. 437/2021, Α.Π. 34/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ. για την επαναναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγουμένη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζητήσεως που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγουμένης συζητήσεως προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγουμένη συζήτηση με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, που τους περιέχουν (Ολ.Α.Π. 9/2000, Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της εφέσεως, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (Α.Π. 437/2021, Α.Π. 946/2015, Α.Π. 1509/2014, Α.Π. 982/2013, Α.Π. 476/2011, Α.Π. 865/2009).

Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των ισχυρισμών που αναφέρονται στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως, αφού πρόκειται για άμεση αναφορά απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση με αναφορά στις προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5α του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνη από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.,που αναφέρεται στο αναιρετήριο, της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την εκφορά της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης μη επαναφερθέντες ενώπιον αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) νομίμως, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ. .

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι, παρά τον νόμο, επαναφερθέντες ισχυρισμοί για να κριθεί αν αυτοί συνιστούν πράγματα. Όμως και υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία ο αναιρετικός λόγος είναι ορισμένος, κρίνεται αβάσιμος, διότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως στον νόμο προβλέπεται και προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων αυτής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσεόντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.09.2021 αίτηση του Γ. Κ. του Θ. και της Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 188/25.06.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ