Legislator Case Law & Legislation
866/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court award for mental suffering in a fatal workplace accident case.

Case Number 866/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a lower court's award of damages for mental suffering in a fatal workplace accident case. The municipality argued the awarded amounts were excessive and violated the principle of proportionality, while the plaintiffs contended the sums were appropriate given the family bonds and the victim's age. The court rejected the appeal, ruling that the second-instance court did not exceed its discretionary powers and that the awarded amounts were reasonable under the circumstances.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code and Article 25 of the Constitution; The second-instance court's discretion in awarding damages for mental suffering is not exceeded if the amounts are reasonable considering the facts, family ties, and the victim's age, and do not violate the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
damages for mental suffering workplace accident liability principle of proportionality discretionary power of courts family bonds consideration civil procedure appeal excessive damages claim

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 866 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 866/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Μετεώρων" (πρώην Δήμος Καλαμπάκας), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Σαμαρτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Μ. του Α., 2) Ε. συζύγου Γ. Μ., το γένος Μ. Μ. και 3) Π. Μ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Παντζαρτζίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ΕιΜ442/3-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 23/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 533/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 12-3-2019 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1108/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 74/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-04-2023 αίτηση αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.4.2023 και με αριθ. κατάθ. 22/11.4.2023 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΕΤΕΩΡΩΝ" κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η υπ' αριθ. 74/10.2.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1108/2021 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη υπ' αριθ. 533/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 11.4.2023, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, στο αναιρεσείον, όπως προκύπτει από το επιδοθέν σ' αυτό ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ότι η επίδοση έγινε στις 14-3-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές τόσο για το δικαστήριο της παραπομπής όσο και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης. Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 594/2023, 86/2021, 1216/2020). Κατά, δε, το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 1277/2022, 387/2021).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 1132/2022, 387/2018). Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 581/2023, 1132/2022, 440/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει ως εξής: Με την από 3.11.2014 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι ο Α. Μ., υιός των δύο πρώτων και αδελφός του τρίτου από αυτούς, που εργαζόταν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Δήμος Μετεώρων), με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, τραυματίσθηκε θανάσιμα στις 1.7.2013 σε εργατικό ατύχημα και ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου εργοδότη, για τους σ' αυτήν εκτιθέμενους λόγους.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους δύο πρώτους το ποσό των 150.050 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 100.050 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων το ποσό των 100.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 19.4.2016 έφεσης του εναγομένου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 533/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων το ποσό των 40.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Επί της 12.3.2019 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων κατά του εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1108/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αναιρέθηκε στο σύνολό της η εκεί προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 533/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά παραδοχή του πρώτου εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο έφεσης και καθόρισε συνυπαιτιότητα του θανόντος κατά ποσοστό 30% στο θανάσιμο τραυματισμό του από εργατικό ατύχημα, ενώ δεν υπήρχε λόγος έφεσης του εναγομένου που να αφορά ισχυρισμό περί ιδίου πταίσματος του θανόντος και να αποδίδεται ως προς τον ισχυρισμό αυτό πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Ακολούθως, και κατόπιν της από 23.3.2022 κλήσης των εναγόντων προς το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την οποία εισήχθη προς νέα εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο της παραπομπής η από 19.4.2016 έφεση του εναγόμενου, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 74/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ως άνω έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 74/2023 απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος ότι ο Α. Μ., υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός του τρίτου αυτών, είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο Δήμο Μετεώρων την 10.6.2013, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο (2) μηνών, προκειμένου να απασχοληθεί, ως ηλεκτρολόγος, ότι την 1.7.2013 κατά την εκτέλεση εργασίας αντικατάστασης λαμπτήρων δημοτικού φωτισμού στο δημοτικό διαμέρισμα Θεόπετρας Καλαμπάκας, ανέβηκε με κλίμακα σε ξύλινο στύλο της ΔΕΗ προκειμένου να αντικαταστήσει λαμπτήρα φωτισμού, έχασε την ισορροπία του με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος από ύψος πέντε (5) μέτρων και να τραυματισθεί θανάσιμα.

Ακολούθως δέχθηκε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του, που εμπίπτει στην έννοια του εργατικού ατυχήματος, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγόμενου εργοδότη του Δήμου Καλαμπάκας, υπό τις εντολές και οδηγίες των προστηθέντων οργάνων του οποίου αυτός προσέφερε την εργασία του και ότι ειδικότερα η αμέλεια του εναγομένου εργοδότη συνίσταται στην μη τήρηση εκ μέρους του των όρων ασφαλείας που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, ώστε να εξασφαλίζεται απολύτως ο εργαζόμενός του από την πτώση από κλίμακες, ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το καλαθοφόρο όχημα που διέθετε ο Δήμος, ώστε να γίνει ασφαλέστερα η αντικατάσταση των λαμπτήρων των κοινοχρήστων χώρων του Δήμου, ότι ο εξοπλισμός του συγκεκριμένου τύπου φορητής κλίμακας που έφερε ο θανών για την ως άνω εργασία ήταν ακατάλληλος, ότι δεν του είχε χορηγηθεί κατάλληλος εξοπλισμός ατομικής προστασίας για την περίπτωση πτώσης του και ότι ανεξαρτήτως των παραλείψεων αυτών, το εναγόμενο ΝΠΔΔ, εφόσον δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωση ηλεκτροφωτισμού της περιφερείας του με συνθήκες ασφάλειας για τους εργαζομένους του, θα έπρεπε, αντί να τους εκθέτει σε τέτοιες επικίνδυνες ενέργειες, να ειδοποιήσει την αρμόδια υπηρεσία της Δ.Ε.Η.

και να της αναθέσει το έργο αυτό, με την καταβολή αντίστοιχης αμοιβής, όπως άλλωστε κατ' επανάληψη τούτο είχε συμβεί στο παρελθόν σε κολώνες μεγάλου ύψους. Τέλος, το Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε περαιτέρω ότι "...Τυχόν συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του τραυματισμού του δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο καθώς τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως, πρωτίστως, δε, δεν επαναφέρεται με λόγο έφεσης, καθώς δεν εμπεριέχεται αυτός (ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας) στον αποτελούντα άρνηση της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας (...).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικά υπεύθυνο για την επέλευση του ως άνω θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος ήταν το εναγόμενο δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο θανών ηλικίας 34 ετών, ήταν υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός του τρίτου ενάγοντος της από 3.11.2004 αγωγής. Τα πρόσωπα αυτά, ως στενοί συγγενείς του, ήταν μέλη της οικογένειάς του και συνδέονταν με τον θανόντα με στενό ψυχικό δεσμό και αγάπη. Για την ανακούφιση του ψυχικού τους πόνου, πρέπει να επιδικασθεί σ'αυτούς χρηματική ικανοποίηση.

Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας, τις συνθήκες, υπό τις οποίες το ως άνω εργατικό ατύχημα συνέβη, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου ΝΠΔΔ, την ηλικία του θανόντος, το βαθμό συγγένειας των εναγόντων με αυτόν, την κοινωνική κατάσταση των εναγόντων και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, πρέπει να ορισθεί το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για τον καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες και το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα.

Τα ποσά αυτά που σκοπούν στην ανακούφιση τν εναγόντων από το νόμο και τη στενοχώρια που τους προκάλεσε ο αδόκητος θάνατος του συγγενούς τους είναι δίκαια και εύλογα, ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν (....) δηλαδή ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (.....), όπως η αρχή αυτή χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 923 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (.....).

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια παραπάνω και με την εκκαλουμένη έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από το εκκαλούν ΝΠΔΔ κρίνοντα αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της...".

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο της παραπομπής, συμμορφώθηκε πλήρως με την υπ' αριθμ. 1108/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με αυτήν, ότι, δηλαδή δεν είχε υποβληθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως προς το θανάσιμο τραυματισμό του σε εργατικό ατύχημα, δεχόμενο ότι δεν μπορούσε να διερευνήσει "τυχόν συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του τραυματισμού του" καθότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και πρωτοδίκως και ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν εμπεριέχεται στον αρνητικό ισχυρισμό του εναγομένου-εκκαλούντος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος.

Κατόπιν τούτου, ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν διερεύνησε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 300 ΑΚ και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ένστασή του περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος και δεν συνεκτίμησε το βαθμό υπαιτιότητάς του στον προσδιορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων, συγγενών του θανόντος, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι με αυτόν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο εκείνο με το οποίο συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 1108/2021 αναιρετική απόφαση.

Με το άρθρο 932 του ΑΚ, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 392/2022, 170/2020, 989/2018, 838/2017).

Στην περίπτωση, δε, που ο εναγόμενος για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα εργοδότης, δεν προβάλλει ισχυρισμό (ένσταση) συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, κατ'αρθρο 300 ΑΚ, αλλά προβάλλει μόνο τον αποτελούντα άρνηση της βάσης της αγωγής ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος, στον οποίον δεν εμπεριέχεται η ως άνω ένσταση (ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 676/2023, 1108/2021) το δικαστήριο, που δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να προβεί σε καταμερισμό της μεταξύ του παθόντος και εργοδότη συνυπαιτιότητας, θα χωρήσει στον καθορισμό της κατά την κρίση του "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, για την οποία απαιτείται, αλλά και αρκεί, η διαπίστωση συνδρομής οποιασδήποτε μορφής και οποιουδήποτε βαθμού υπαιτιότητας του εργοδότη (ΑΠ 676/2023, 1108/2021, 599/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1335/2023, 392/2022, 934/2020, 869/2020, 170/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον πρώτο ενάγοντα και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, για το θανάσιμο τραυματισμό του υιού των δύο πρώτων και αδελφού του τρίτου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας παραβίασε τα όριά της, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο και επιδίκασε υπέρογκα χρηματικά ποσά που είναι δυσανάλογα και με τις περιορισμένες οικονομικές του δυνατότητες.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες, γονείς του θανόντος και ο τρίτος ενάγων, αδελφός του θανόντος, υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους στο εργατικό ατύχημα και να επιδικάσει, λαμβάνοντας υπόψη του τον οικογενειακό δεσμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων με τον αποβιώσαντα, την ηλικία του τελευταίου κατά το χρόνο του θανάτου του (...

ετών), τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, την κοινωνική κατάσταση των εναγόντων και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες το ποσό των 100.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010 (ΑΠ 365/2022, 189/2021), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.4.2023 με αριθ. καταθ. 22/11.4.2023 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 74/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ