Legislator Case Law & Legislation
85/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to inadmissible grounds and lack of legal basis.

Case Number 85/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the hospital's appeal against the Third Instance Court's final judgment awarding over 120,000 euros to the anonymous company. The appellant argued the lower court erred in calculating interest rates and failed to properly apply the law regarding unjust enrichment. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal relied on false premises and lacked sufficient legal foundation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it is based on false premises or lacks sufficient legal basis to challenge the lower court's decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal false premises unjust enrichment interest calculation public law entity legal basis dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 85 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 85/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείουσας: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Γενικού Νοσοκομείου Αιτωλοακαρνανίας (Νοσηλευτική Μονάδα Μεσολογγίου) ως καθολικού διαδόχου του πρώην νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ", που εδρεύει στο Μεσολόγγι. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αϊβάζογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σαβράμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 34/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδος, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:

Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 16-11-2011 αγωγή της, με την οποία ζητούσε από αυτό να της καταβάλει, με βάση διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως αναλώσιμου υγειονομικού υλικού, αλλιώς με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το συνολικό ποσό των 120.207,37 ευρώ νομιμοτόκως, που αντιστοιχούσε στο τίμημα πωλήσεως, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η νόμιμη διαδικασία προμήθειας, που προβλέπεται με το ν. 2955/2001.

Επί της αγωγής αυτής, συζητηθείσης ερήμην του εναγομένου και νυν αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 12/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για το σύνολο του αιτουμένου ποσού, αν και με δήλωση στα πρακτικά και τις πρωτόδικες προτάσεις της η ενάγουσα είχε περιορίσει το αίτημα της αγωγής της στο ποσό των 17.602,62 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο τίμημα του με αριθ. ...

ανεξόφλητου τιμολογίου πωλήσεως με το νόμιμο τόκο, υπολογιζόμενο κατά το ΠΔ 166/2003, ζητώντας και τους τόκους υπερημερίας των εξοφληθέντων τιμολογίων από την πάροδο 60 ημερών από το χρόνο παραλαβής των εμπορευμάτων έως την εξόφληση των τιμολογίων, που ανήρχοντο στο ποσό των 12.461,14 ευρώ. Κατά της ερήμην αυτής απόφασης ασκήθηκαν οι από 9-3-2015 (του ερημοδικασθέντος εναγομένου) και 6-3-2015 (της ενάγουσας ως νικήσασας διαδίκου) εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 34/2019 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία έγιναν αμφότερες οι εφέσεις δεκτές τύποις και ουσία, ήτοι η μεν πρώτη λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου κατ' άρθ. 528 ΚΠολΔ, η δε δεύτερη λόγω εσφαλμένης απόρριψης της κύριας εκ των συμβάσεων πωλήσεως βάσεως της αγωγής.

Το Εφετείο, αφού δίκασε την αγωγή κατ' ουσίαν, με την προσβαλλομένη απόφασή του υποχρέωσε το εναγόμενο/αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα/αναιρεσίβλητη τα ως άνω ποσά, όπως είχαν διαμορφωθεί μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ενώ καταδίκασε το εναγόμενο στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, που νίκησε, (και αναλόγως της έκτασης της νίκης της) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, εκ ποσού 2.000 ευρώ, κατ'εφαρμογή του άρθρου 178 § 1 ΚΠολΔ.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης πριν την άσκηση της αναιρέσεως, για το παραδεκτό της οποίας έχει αχρεωστήτως καταβληθεί το υπ'αριθ. 306600782950-0107-0002 e-ΠΑΡΑΒΟΛΟ (άρθ. 495 §§ 1, 3 Βδ', 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 2007/2009).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 27/1998).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που ιδρύει τον εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, και συγκεκριμένα για το ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, στην οποία δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις της αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού και ειδικότερα ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς με ποιο τρόπο επήλθε η έναρξη και η λήξη της σύμβασης προμήθειας ώστε να δικαιολογείται η γέννηση της επίδικης αξίωσης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση έκρινε ότι η αγωγή στηριζόταν στις περί πωλήσεως διατάξεις και όχι σ'αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως εσφαλμένα, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, κρίνοντας, είχε δεχθεί η πρωτόδικη απόφαση, την οποία και εξαφάνισε.

Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη και της παντελούς αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης, ο λόγος αυτός θα πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου διατάξεων και σε κάθε περίπτωση των άρθρων 176 και 184 ΚΠολΔ, ιδρύοντας τον εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προεχόντως είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον το αναιρεσείον δεν μνημονεύει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για τη δικαστική δαπάνη σε βάρος νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν, ούτε αναφέρει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, όπως επίσης δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η παραβίαση των επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 176 και 184 ΚΠολΔ, η δεύτερη από τις οποίες αναφέρεται σε έξοδα επί ερημοδικίας και αναβολής, περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.

Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μετά την παραδοχή αμφοτέρων των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συνεκδικασθεισών εφέσεων, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίστηκαν σε 2.000 ευρώ, επιδικάστηκαν σε βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., καθορίστηκαν δε ορθά στο ποσό αυτό ανάλογα με την έκταση της νίκης της ενάγουσας, στην οποία επιδικάστηκε το ποσό των 17.602,62 ευρώ για κεφάλαιο πλέον τόκων και το ποσό των 12.461,14 ευρώ για κεφαλαιοποιημένους τόκους των εξοφληθέντων τιμολογίων, ήτοι συνολικά 30.063,76 ευρώ, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173,178, 183 ΚΠολΔ και 63, 68,69 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013), χωρίς, ορθά, να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 22 § 1 ν. 3693/1957 περί μειωμένων εξόδων σε βάρος του ΝΠΔΔ, καθόσον το αναιρεσείον δεν διεξήγαγε την νομική του υπηρεσία μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 546/2022, 1492/2017, ΑΠ 675/2015, ΑΠ 1362/2013, ΑΠ 1695/2013, ΑΠ 1695/2013).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τον υπολογισμό των κονδυλίων των τόκων που επεδίκασε, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκτίθενται, αναφορικά με τον τρίτο λόγο, τα εξής: "Ειδικότερα, επειδή στην δικογραφία δεν υπάρχουν έγγραφες συμβάσεις, προκειμένου να διαγνωσθεί ο χρόνος παραδόσεως των υλικών και πληρωμής του προμηθευτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή κατά την επικουρική της βάση, ήτοι του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω ακυρότητας των σχετικών συμβάσεων, η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί επαρκώς πότε, δυνάμει του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γεννήθηκε η σχετική αξίωση και συνεπώς την αιτία για την οποία η αναιρεσίβλητη δικαιούται α) το ποσό των 17.602,62 ευρώ, ήτοι του μοναδικού ανεξόφλητου τιμολογίου, εντόκως με το επιτόκιο αναφοράς της ΕΚΤ, προσαυξημένο κατά 7% από την παρέλευση 60 ημερών από την έκδοσή του έως εξοφλήσεως και β) τους τόκους όλων των εξοφληθέντων τιμολογίων από την έκδοση έως την πληρωμή τους, και όχι με επιτόκιο υπερημερίας ως νομίμως ορίζεται για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ήτοι το οριζόμενο στο άρθρο 4 παρ.4 του π.δ. 166/2003 και με τοκογονία αρχομένη από την επίδοση της αγωγής και όχι από την πάροδο των 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, όπως ζητούσε η ενάγουσα".

Πέραν του ότι δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και το επικαλούμενο υπαγωγικό της σφάλμα, ο λόγος αυτός ερείδεται , όπως και ο πρώτος, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι δηλ. το Εφετείο στήριξε την απόφασή του για τη βασιμότητα της αγωγής στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, τις προϋποθέσεις γένεσης των οποίων, κατά τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης, η προσβαλλομένη δεν αναφέρει.

Πρέπει, συνεπώς να απορριφθεί και ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον ως αχρεωστήτως καταβληθέντος και να καταδικασθεί αυτό στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του κατ'εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ, χωρίς και πάλι να ληφθεί υπόψη, για τους προπαρατεθέντες λόγους, η διάταξη του άρθρου 22 § 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2019 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ" περί αναίρεσης της υπ' αριθ. 34/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο αναιρεσείον.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ