Supreme Court allows lawyer's fee claim against heirs based on conditional contract terms surviving death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled a first-instance decision that dismissed a lawyer's fee claim against the heirs of a deceased client. The court found that the lawyer had successfully represented the client in an administrative appeal, satisfying the conditions for a conditional fee agreement under the Code of Lawyers. Consequently, the claim against the heirs was upheld as valid, and the case was remitted for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 92(3) and 5 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954); A conditional fee agreement remains valid against the deceased's heirs if the lawyer successfully concludes the litigation, as the debt arises only upon successful outcome and transfers to successors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 85 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 85/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Α. του Ε., 2) Ε. Κ. του Γ. και 3) Α. Κ. του Γ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αργυρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1865/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4152/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει ισχύ στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εντολής και εκτέλεσης αυτής (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 673/2018) "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης (παρ. 3). "Η κατά τα ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγει την δίκης μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" (παρ. 5 εδ.
α). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό επιτυχώς η διαφορά ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς.
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1040/2020, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 170 και 172 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με την συμπληρωματικώς εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 726 εδ. α' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η εντολή λύνεται, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, με το θάνατο του εντολέα ή εντολοδόχου, προκύπτει ότι και η σύμβαση περί εργολαβίας δίκης με την εκτεθείσα έννοια, λύνεται με το θάνατο του εντολέα ή του εντολοδόχου δικηγόρου, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο ρητώς ή σιωπηρώς και δεν υπάρχει ως εκ τούτου περίπτωση μεταβιβάσεως του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση αυτής στους κληρονόμους τους.
Και τούτο διότι είναι σχέση εκ του νόμου προσωποπαγής και εξαφανίζεται με το θάνατο του εντολέως ή του εντολοδόχου, στους δε κληρονόμους του αποβιώσαντος εντολέως περιέρχεται μόνο, κατ' ειδική ρύθμιση, η υποχρέωση καταβολής στον εντολοδόχο δικηγόρο των δαπανών που έγιναν μέχρι τη λύση της εντολής, ως και ανάλογης, με βάση τη συμφωνία, αμοιβής για τις γενόμενες εργασίες.
Αν όμως είχε συμφωνηθεί ρητά ή σιωπηρά ότι η εντολή δεν θα λυθεί με το θάνατο του εντολέα, τότε ο εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται να συνεχίσει, με βάση της συμφωνία, την περαίωση της εντολής (ΑΠ 324/2001, ΑΠ 1355/2001, ΑΠ 57/1995, ΑΠ 1/1987). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1710 ΑΚ, "Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1901 του ίδιου Κώδικα, "Ο κληρονόμος ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας. ...".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου και μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κατάρτισε περί τα μέσα Ιουνίου 2005 με τον Γ.
Κ., σύζυγο της πρώτης εναγομένης και πατέρα των λοιπών εναγομένων, προφορική συμφωνία, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέθεσε σ' αυτόν την εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθμό 184/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Ότι κύριος σκοπός της άσκησης του ένδικου μέσου ήταν η ανατροπή της υπό προσβολή απόφασης, που είχε απορρίψει προσφυγή του αντισυμβαλλομένου του ενάγοντος κατά της με αριθμό 78.290/2002 απόφασης του κατά το άρθρο 40 του Καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών αρμοδίου οργάνου για την εκδίκαση ενστάσεων του ΟΓΑ, με την οποία είχε απορριφθεί ένστασή του κατά της με αριθμό 2875/2001 απόφασης του Προϊσταμένου του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης του ΟΓΑ.
Ότι με τη συμφωνία αυτή συμφωνήθηκε ακόμη ότι η αμοιβή του ενάγοντος για την εν λόγω δίκη θα ανερχόταν σε ποσοστό 15% επί του ποσού που θα λάμβανε ο Γ. Κ. από τον ΟΓΑ εάν γινόταν δεκτή η έφεσή του, αφαιρουμένης της αξίας του γραμματίου προείσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που θα κατέβαλε ο Γ. Κ. κατά την ημέρα της συζήτησης της έφεσής του.
Κατά δε τα συμφωνηθέντα, σε περίπτωση αποτυχίας ο εντολέας του ενάγοντος δεν θα του όφειλε αμοιβή. Ότι η ανωτέρω συμφωνία, παρά την προφορικότητά της, ήταν έγκυρη, κατά το άρθρο 92 παρ. 3 του ν.δ. 3026/1954, ενώ μόνη η καταβολή του γραμματίου προείσπραξης δεν επέφερε την κατάργησή της, αφού δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η έστω και σιωπηρή συμφωνία των μερών για κατάργησή της.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι σε εκτέλεση αυτής ο ενάγων συνέταξε τη με χρονολογία 29-7-2005 έφεση, η οποία εκδικάσθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς (Τμήμα Δ Τριμελές) στις 14-6-2006, και κατά τη συζήτησή της ο Γ. Κ. παραστάθηκε μαζί με τον ενάγοντα. Επί της εν λόγω έφεσης δημοσιεύθηκε στις 28-6-2007 η με αριθμό 1212/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή αυτή, εξαφάνισε την με αριθμό 184/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας και αφού διακράτησε την υπόθεση, εκδίκασε την προσφυγή του Γ.
Κ. και την έκανε δεκτή, ακυρώνοντας τη με αριθμό 78.290/2002 απόφαση του κατά το άρθρο 40 του καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών αρμοδίου Οργάνου για την εκδίκαση ενστάσεων του ΟΓΑ και διέταξε να εξετασθεί αρμοδίως το συνταξιοδοτικό αίτημα του εκκαλούντος, σύμφωνα με τη με αριθμό πρωτ. 212/2012.93 υποβληθείσα αίτησή του προς τον ΟΓΑ.
Ότι αιφνιδίως στις 30-10-2007 απεβίωσε ο Γ. Κ. και κληρονομήθηκε από τους εναγομένους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, υπό την ιδιότητα της πρώτης ως συζύγου του και των λοιπών ως τέκνων του. Ότι μετά από αίτησή τους οι εναγόμενοι κληρονόμοι εισέπραξαν, σε εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης, το ποσό των 35.912,30 ευρώ από τον ΟΓΑ με ημερομηνία εξόφλησης από 22-10-2010 έως 19-3-2010, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 25% για την πρώτη εναγομένη, σε ποσοστό 37,5 % για τον δεύτερο εναγόμενο (υιό) και σε ποσοστό 37,5 % για την τρίτη εναγομένη (θυγατέρα).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, με την με ημερομηνία 21-2-2014 αίτησή του και μετά από την με αριθμό πρωτ. 25.001/28-3-2014 εισαγγελική παραγγελία, ζήτησε από τον ΟΓΑ να πληροφορηθεί αν οι εναγόμενοι είχαν εισπράξει σε εκτέλεση της επίμαχης απόφασης κάποια ποσά. Επί της αίτησής του αυτής έλαβε το με αριθ. πρωτ. 29.865/23-5-2014 έγγραφο του ΟΓΑ, το οποίο βεβαίωνε ότι οι εναγόμενοι έλαβαν από αυτόν το ποσό των 35.912,30 ευρώ, που αφορούσε ανείσπρακτες συντάξεις του αποβιώσαντος, ποσό το οποίο είχε δικαίωμα να εισπράξει ο ίδιος όσο ζούσε.
Ότι στη συνέχεια ο ενάγων κοινοποίησε στους εναγομένους τη με ημερομηνία 10-6-2014 εξώδικη δήλωσή του, ζητώντας την καταβολή της αμοιβής του ως ποσοστού επί του εισπραχθέντος από αυτούς ποσού, επικαλούμενος τη γνώση αυτών για την επίμαχη συμφωνία με τον αποβιώσαντα δικαιοπάροχό τους. Σε απάντηση της δήλωσης αυτής οι εναγόμενοι κοινοποίησαν την με ημερομηνία 22-6-2014 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία αρνούνταν τη γνώση τους για την εν λόγω συμφωνία και ισχυρίζονταν ότι η αμοιβή του ενάγοντος είχε εξοφληθεί από τον αποβιώσαντα κατά την ημέρα συζήτησης της έφεσης.
Ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ο Γ. Κ. είχαν συμφωνήσει, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ότι αυτή θα ισχύει και μετά το θάνατο του τελευταίου. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί, ρητά ή σιωπηρά, μεταξύ των συμβαλλομένων ότι δεν θα λυνόταν η επίδικη σύμβαση με το θάνατο του εντολέα, οι εναγόμενοι δεν υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του εντολέα Γ.
Κ. στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του από την ανωτέρω εντολή, μετά από ουσιαστική παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού τους, και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ. α' του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954., 201, 1710 και 1901 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και αντίθετα εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 726 εδ.
α ΑΚ και 172 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που δεν ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με προφορική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του Γ. Κ. έλαβε από τον τελευταίο την εντολή να ασκήσει την προαναφερόμενη έφεση και ως αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου συμφωνήθηκε ποσοστό 15% επί του ποσού που θα ελάμβανε ο εντολέας από τον ΟΓΑ αν γινόταν δεκτή η έφεσή του, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας - απόρριψης της έφεσης δεν θα ελάμβανε αμοιβή.
Ότι σε εκτέλεση της εντολής ο ενάγων άσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την 1212/28-6-2007 απόφασή του. Αργότερα και μάλιστα στις 30-10-2007 απεβίωσε ο εντολέας του ενάγοντος και το Εφετείο έκρινε ότι λύθηκε η σύμβαση της εντολής με το θάνατο του εντολοδόχου, αφού δεν αποδείχθηκε ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβληθέντων για το αντίθετο και, τέλος, ότι οι εναγόμενοι αγνοούσαν την κατάρτιση της σύμβασης εντολής.
Όμως, εφόσον η πληρωμή της αμοιβής τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης περάτωσης της δίκης στο Διοικητικό Εφετείο υπέρ του εντολέως και αυτή (αίρεση) πληρώθηκε, ο δε εντολέας δικαιώθηκε από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου όσο ζούσε, η εντολή δεν λύθηκε στις 30-10-2007, που απεβίωσε ο Γ.
Κ.. Η υπεισέλευση των εναγομένων στην περιουσία του κληρονομούμενου επήλθε αυτοδικαίως με το θάνατό του, χωρίς να απαιτείται γνώση, αποδοχή ή άλλη δήλωση βουλήσεως αυτών και, συνεπώς, ο ενάγων έχει ενοχική αξίωση κατά των εναγομένων κληρονόμων του Γ. Κ., εφόσον συντρέχει περίπτωση μεταβίβασης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίμαχη σύμβαση εντολής στους κληρονόμους- εναγομένους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παρέλκει λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου αυτής. Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4152/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ