Legislator Case Law & Legislation
673/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over 'readiness' contract type and evidence evaluation.

Case Number 673/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment in a labor dispute regarding a contract of readiness. The appellant argued the lower court failed to consider an affidavit and incorrectly accepted unproven claims about night work, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the First Instance Court properly evaluated the evidence and applied the correct legal classification of the employment relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the lower court considered relevant evidence or accepted claims without proof that were not essential to the judgment's outcome.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility labor contract readiness evidence evaluation standard unproven claims rejection affidavit consideration

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 673 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 673 / 2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Τσινούκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1661/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 690/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/5/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η υπό κρίση από 25ης Μαΐου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 690/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απερρίφθη η από 7ης Σεπτεμβρίου 2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 1661/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθ' ο μέρος είχε δι' αυτής απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 29ης Οκτωβρίου 2013 αγωγή αυτού κατά της αναιρεσιβλήτου, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, αντικείμενο της συμβάσεως εργασίας αποτελεί και η ετοιμότης προς παροχή εργασίας, κατά την οποία δεσμεύεται ο ελεύθερος χρόνος του εργαζομένου και τίθεται η εργασιακή του δύναμη στην διάθεση του εργοδότη, ώστε να την χρησιμοποιεί όποτε κρίνει. Εάν η δέσμευση του ελευθέρου χρόνου είναι πλήρης, υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος κατά την διάρκεια του ωραρίου δεν διαθέτει δυνατότητα αναπαύσεως ή διαφορετικής χρησιμοποιήσεως της εργασιακής του δυνάμεως, αλλά είναι υπόχρεως να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να δύναται να παράσχει την εργασία του στον εργοδότη ανά πάσα στιγμή, πρόκειται γνησία ετοιμότης προς εργασία, η οποία εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και επ' αυτής εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ενώ εάν η δέσμευση του ελευθέρου χρόνου είναι μερική, υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος δεν διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις και διαθέτει εν όλω ή εν μέρει την δυνατότητα αναπαύσεως ή διαφορετικής χρησιμοποιήσεως της εργασιακής του δυνάμεως είτε στον τόπο της εργασίας είτε αλλού, παραμένει όμως σε ετοιμότητα να παράσχει την εργασία του, όταν ζητηθεί τούτο από τον εργοδότη, πρόκειται απλή ετοιμότης προς εργασία, επί της οποίας λόγω της ελλείψεως καταπονήσεως του εργαζομένου δεν ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί κατωτάτων ορίων αποδοχών, χρονικών ορίων εργασίας, υπερεργασίας, υπερωριών, νυκτερινής εργασίας και εργασίας καθ' ημέρες αργίας, ενώ ισχύουν οι διατάξεις περί ετησίας αδείας μετ' αποδοχών, επιδομάτων εορτών και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Στην κρινομένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία λατομικών προϊόντων και, προς επίτευξη του καταστατικού αυτού σκοπού της, εκμεταλλεύεται ιδιόκτητο λατομείο μαρμάρων, κείμενο στο ...

Αττικής. Στις 17-10-1996, προσέλαβε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου τον εκκαλούντα, Ε. Κ., απόφοιτο δημοτικού σχολείου και ηλικίας τότε σαράντα οκτώ (48) ετών, προκειμένου να τον απασχολήσει ως φύλακα (βλ. την από 25-10-1996 αναγγελία πρόσληψης), επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Σάββατο και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, από 22:00 έως 06:00 της επόμενης ημέρας.

Το καθεστώς αυτό διήρκησε έως 31-5-1999, καθόσον, έκτοτε, ο εκκαλών απασχολήθηκε εβδομαδιαίως επί πέντε (5) ημέρες και συγκεκριμένα Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο, λαμβάνοντας κάθε Πέμπτη ρεπό, από ώρα 18:30 έως ώρα 06:00 της επόμενης ημέρας, μέχρι την 31η Μάΐου 2007, οπότε η εφεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Το λατομείο, στο οποίο ο εκκαλών απασχολήθηκε ως φύλακας, βρίσκεται σε ιδιαίτερα απόμερο και δυσπρόσιτο σημείο, έναντι του "γερμανικού νεκροταφείου" και καταλαμβάνει έκταση 106 στρεμμάτων. Αποτελείται δε από τους ακόλουθους χώρους : α) το χώρο του σχιστηρίου, που περιλαμβάνει τρεις (3) διακεκριμένους χώρους και συγκεκριμένα το χώρο μηχανημάτων κοπής μαρμάρων, όπου τεράστιοι όγκοι ακατέργαστου μαρμάρου κόβονται σε πλάκες, το χώρο αποθήκευσης των ακατέργαστων μαρμάρων και το χώρο τοποθέτησης των παλετών με τα έτοιμα προς πώληση κατεργασμένα μάρμαρα, β) το χώρο του μαρμαροτριβείου και βιολογικού καθαρισμού, όπου υπάρχουν σταθερά συνδεδεμένα με το έδαφος μηχανήματα παραγωγής υλικών εξόρυξης, γ) το στεγασμένο χώρο των γραφείων και του λογιστηρίου και κάτω από αυτούς το χώρο του συνεργείου και δ) το χώρο εξόρυξης, ο οποίος καταλαμβάνει έκταση εβδομήντα (70) περίπου στρεμμάτων και είναι διαρρυθμισμένος σε "πατάρια".

Καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, ο εκκαλών, ως είχε υποχρέωση από τη σύμβαση, έκλεινε τη μπάρα εισόδου των φορτηγών, μετά την αποχώρηση και του τελευταίου οχήματος από το λατομείο και, ακολούθως, όλο το υπόλοιπο διάστημα μέχρι τη λήξη του ωραρίου του, παρέμενε προς διανυκτέρευση στο χώρο των γραφείων και του λογιστηρίου, όπου είχε ελεύθερη πρόσβαση, δυνάμενος είτε να ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων (βλ.

το υπό τον τίτλο "Το όραμα ενός αγγέλου" βιβλίο του εκκαλούντος, που εκδόθηκε το έτος 2007) είτε να αναπαύεται κατακλινόμένος και κοιμώμενος. Πλην της ασφάλισης της μπάρας εισόδου των φορτηγών οχημάτων και της εν συνεχεία συνεχούς παραμονής του καθ' όλο το διάστημα στο χώρο των γραφείων, δεν παρείχε άλλες υπηρεσίες φύλαξης και ούτε πραγματοποιούσε περιπολίες κατά τη διάρκεια της νύκτας στους χώρους του συνεργείου, του σχιστηρίου, του μαρμαροτριβείου και της εξόρυξης, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση από τη σύμβαση, αλλά και δεν παρίστατο αναγκαίο, καθόσον τα προς κατεργασία και κατεργασμένα μάρμαρα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κλαπούν, λόγω του όγκου και του βάρους τους, όπως και τα μηχανήματα, λόγω της σταθερής σύνδεσής τους με το έδαφος.

Επίσης, δεν ήταν εφικτό να πραγματοποιούνται περιπολίες, αφού χωρίς όχημα, το οποίο ο εκκαλών δεν διέθετε, δεν μπορούσε να καλύπτει πεζός ούτε καν τους λοιπούς, πλην της εξόρυξης, χώρους, έκτασης περίπου τριάντα έξι (36) στρεμμάτων, ενώ περαιτέρω δεν διέθετε τον κατάλληλο οπλισμό, αλλά ούτε και την αναγκαία εκπαίδευση για την αντιμετώπιση και το χειρισμό επικίνδυνων καταστάσεων, τις οποίες άλλωστε δεν είχε υποχρέωση από τη σύμβαση να χειριστεί και να αντιμετωπίσει με τις δικές του δυνάμεις, αρκούμενος μόνο στην ειδοποίηση των αστυνομικών αρχών εάν παρίστατο τέτοια ανάγκη.

Σημειώνεται ότι οι χώροι του λατομείου, στο οποίο από την έναρξη της λειτουργίας του, το έτος 1988, μέχρι σήμερα ουδέν περιστατικό κλοπής ή φθοράς έλαβε χώρα, συμπεριλαμβανομένου και του χρονικού διαστήματος από την έναρξη λειτουργίας του μέχρι την πρόσληψη του εκκαλούντος, κατά το οποίο δεν υπήρχε φύλακας, δεν προστατεύονταν με σύστημα συναγερμού και δεν διέθεταν κάμερες ασφάλειας και, συνεπώς, δεν παρίστατο ούτε ανάγκη παρακολούθησης των εν λόγω συστημάτων από μέρους του εκκαλούντος.

Κατ' ακολουθίαν των άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο εκκαλών είχε αναλάβει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ της εργοδότριας εφεσίβλητης και συγκεκριμένα να παραμένει στο χώρο των γραφείων και του λογιστηρίου του λατομείου, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε παραστεί ανάγκη, κατά δε τη διάρκεια της παραμονής του αυτής δεν είχε υποχρέωση να διατηρεί, και πράγματι δεν διατηρούσε, σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, αφού παράλληλα είχε την ευχέρεια να αναπαύεται ή να κοιμάται ή να επιδίδεται σε άλλες ασχολίες.

Επομένως, η απασχόληση του εκκαλούντος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είχε το χαρακτήρα απλής (και όχι πλήρους ή γνήσιας) ετοιμότητας προς εργασία, αφού, κατά τη διάρκεια παραμονής του στο χώρο της εργασίας από ώρα 18:30 έως ώρα 06:00 της επόμενης ημέρας, δεν είχε υποχρέωση να διατηρεί τις δυνάμεις του σε εγρήγορση, με συνέπεια να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της υπερεργασίας, νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες ή ημέρες ανάπαυσης, αλλά να οφείλονται μόνο οι συμφωνημένες αποδοχές.

Περαιτέρω, ως ήδη προαναφέρθηκε, η εφεσίβλητη, στις 31-5-2007, κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος και του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 3.119,20 ευρώ (βλ. την από 31-5-2007 καταγγελία), που αντιστοιχεί στην αποζημίωση εργατοτεχνίτη με υπηρεσία από δέκα (10) έως δεκαπέντε (15) έτη στον ίδιο εργοδότη.

Ενόψει δε του ότι το συμφωνημένο ημερομίσθιο του εκκαλούντος, κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ανερχόταν στο ποσό των 44,56 ευρώ και ο τελευταίος είχε ήδη συμπληρώσει δέκα (10) και πλέον έτη υπηρεσίας στην εφεσίβλητη, δικαιούται, ως αποζημίωση, εξήντα (60) ημερομίσθια, πλέον προσαύξησης αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας, ανερχόμενη στο ήδη καταβληθέν ποσό των 3.119,20 [44,56 ευρώ το ημερομίσθιο X 60 ημερομίσθια = 2.673,60 ευρώ + 445,60 η προσαύξηση (2.673,60 ευρώ X 1/6)] ευρώ.

Συνεπώς, ο εκκαλών δεν δικαιούται συμπληρωματική αποζημίωση, όπως δεν δικαιούται ούτε την αιτούμενη αποζημίωση για μη λήψη αδείας, αφού αποδείχθηκε ότι, κατά τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006, έλαβε άδεια τεσσάρων εβδομάδων ανά έτος, μετ' αποδοχών και επιδόματος αδείας, και όχι μόνον τρεις (3) εβδομάδες, όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίζεται".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, επί των οποίων εστήριξε την απορριπτική της εφέσεως κρίση του το Εφετείο, ορθώς έκρινε ως μη εφαρμοστέες επί της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί κατωτάτων ορίων αποδοχών, χρονικών ορίων εργασίας, υπερεργασίας, υπερωριών, νυκτερινής εργασίας και εργασίας καθ' ημέρες αργίας, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα υπ' αυτού δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υποχρεώσεως παραμονής του αναιρεσείοντος κατά την διάρκεια του ωραρίου του την νύκτα εντός του χώρου της επιχειρήσεως της αναιρεσιβλήτου χωρίς να τελεί σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων με μόνη παρεχομένη εργασία την ασφάλιση της δοκού της πύλης εισόδου του λατομείου καθ' εκάστη μετά την αποχώρηση και του τελευταίου οχήματος, δυνάμενος έκτοτε να κατακλίνεται και να κοιμάται εντός του χώρου των γραφείων, σαφώς χαρακτηρίζουν το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως ως υποχρέωση απλής ετοιμότητος προς εργασία, επί της οποίας κατά τα ανωτέρω δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι προαναφερόμενες εργατικές διατάξεις.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αφ' ετέρου, εάν στο αναιρετήριο παρατίθεται εσφαλμένος ο νομικός χαρακτηρισμός του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, εκτίθενται όμως με πληρότητα τα αναγκαία προς θεμελίωση του προσήκοντος λόγου αναιρέσεως στοιχεία, δύναται ο Άρειος Πάγος μετ' εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αιτιάσεις στον ορθό λόγο αναιρέσεως.

Στην κρινομένη υπόθεση, το Εφετείο, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ώφειλε δε να περιλάβει περαιτέρω ως θεμελιωτικό της εν λόγω κρίσεως στοιχείο και ότι υφίστατο στον χώρο της αναιρεσιβλήτου κατάλληλος χώρος και εξοπλισμός προς ανάπαυση του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο και, ως εκτιμάται το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως από το Δικαστήριο, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθόν νομικό χαρακτηρισμό, η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού στο αναιρετήριο περιλαμβάνονται με πληρότητα όλα τα αναγκαία προς θεμελίωση του εν λόγω λόγου αναιρέσεως στοιχεία, και όχι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως αβασίμως διαλαμβάνεται, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλονότι τις συναγόμενες επαγωγικώς από την εμπειρική πραγματικότητα γενικές αρχές περί την εξέλιξη των πραγμάτων, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τρίτο και τελευταίο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας επικαλούμενος τα εξής: "Επιπλέον είναι εσφαλμένη η υπαγωγή της ενασχόλησής μου με άλλες ξένες εργασίες και συνακόλουθα της προσφερόμενης εργασίας από εμένα στην αναιρεσίβλητη στην έννοια της απλής προσφοράς εργασίας, καθώς όπως είναι γνωστό σε όλους, σε μοναχικές δουλειές όπως είναι αυτή ιδίως του φύλακα, η ενασχόληση με μια παράλληλη δραστηριότητα είναι ακριβώς απαραίτητη για να μπορείς να διατηρηθείς σε εγρήγορση και να μην παρασυρθείς και να μην χάσεις την εγρήγορσή σου αποκοιμώμενος και είναι κατά αυτό συνυφασμένη με την ίδια την δουλειά του φύλακα και ιδίως του νυχτοφύλακα.

Έτσι το γεγονός ότι ανάμεσα στις περιπολίες ασχολούμουν με το γράψιμο, ως προσωπική ερασιτεχνική ενασχόληση, εσφαλμένα υπήχθη στην έννοια των "άλλων εργασιών" στις οποίες μπορούσα να επιδοθώ λόγω της μη πλήρους δέσμευσης της ελευθερίας μου και διατήρησής μου σε εγρήγορση, αντιθέτως χρησίμευε ακριβώς για να διατηρούμαι σε εγρήγορση ανάμεσα στις περιπολίες που τελούσα.

Το ποια δραστηριότητα θα επιλέξει ο κάθε άνθρωπος εναπόκειται στην προσωπικότητά του και τα ενδιαφέροντά του, αν θα επιλέξει την ανάγνωση, την συγγραφή ενός βιβλίου ή να λύνει σταυρόλεξα, αρκεί να τον βοηθάει να παραμένει σε εγρήγορση και να μην εμποδίζει τα καθήκοντά του. Τα σχόλια της αντιδίκου επ' αυτού και των μαρτύρων της ουδόλως με αγγίζουν και ούτε το δικαστήριό σας πρέπει.

Ως προς την κρίση της αυτή για την ενασχόλησή μου με το γράψιμο η προσβαλλόμενη παραβιάζει όπως περιέγραψα ανωτέρω και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ως ερμηνευτικούς κανόνες και των εφαρμοστέων κανόνων και είναι και για αυτόν τον ειδικότερο λόγο αναιρετέα ως υποπίπτουσα στην περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 559 κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριό σας η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας όταν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο της περίπτωσης 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ".

Όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο του ως άνω λόγου, η προβαλλομένη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου.

Συνεπώς ο εν λόγω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, ουδείς δύναται να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από τις ίδιες αυτού πράξεις ή από τις πράξεις των ενεργούντων εν ονόματι αυτού προσώπων, εκτός εάν πρόκειται περί λόγων αφορώντων την δημοσία τάξη. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν αφορά την δημοσία τάξη και επομένως απαραδέκτως προτείνεται ως λόγος αναιρέσεως από τον ενάγοντα ως αναιρεσείοντα.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν εκήρυξε την ακυρότητα της από 29ης Οκτωβρίου 2013 αγωγής του λόγω αοριστίας του αιτήματος αυτής, ώστε να γίνει δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή κατ' ουσίαν, να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, αλλά απέρριψε την έφεση, με συνέπεια την δημιουργία δυσμενούς εις βάρος του δεδικασμένου καταλαμβάνοντος την ουσία της διαφοράς, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προσετέθησαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών προ της ημερομηνίας λήψεως της βεβαιώσεως κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψιν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίον προσάπτει ο αναιρεσείων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι εσφαλμένως δεν ελήφθη υπ' όψιν από το Δικαστήριο ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η υπ' αριθμόν …/8 Ιουνίου 2016 ένορκη βεβαίωση του Λ. Χ. του Χ., την οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει, με το διαλαμβανόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σκεπτικό ότι η επιδοθείσα προς την αναιρεσίβλητο από 2ας Ιουνίου 2016 κλήση και γνωστοποίηση εξετάσεως μαρτύρων δεν περιείχε το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την διεύθυνση κατοικίας του ως άνω βεβαιούντος, ενώ, κατά το αναιρετήριο, κατά την αληθή έννοια των οικείων διατάξεων, η επίδοση της εν λόγω κλήσεως, η οποία πράγματι δεν περιείχε τα εν λόγω στοιχεία, δεν διείπετο υπό το καθεστώς της ρυθμίσεως του Ν. 4335/2015, ώστε να απαιτείται η αναφορά των ως άνω στοιχείων, καθ' όσον η αγωγή είχε ασκηθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, και κατά πάσα περίπτωση η εν λόγω ένορκη βεβαίωση έπρεπε να ληφθεί υπ' όψιν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται το είδος αυτών ως και ότι ελήφθησαν υπ' όψιν όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο προαναφερθείς από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.

Στην προκειμένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και την υπ' αριθμόν .../2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Σ.. Από την εν λόγω μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και την προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση, την οποία κατά τα ανωτέρω δεν υπείχε υποχρέωση να αξιολογήσει ειδικώς.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τρίτο και τελευταίο σκέλος του, με τον οποίον προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, καθ' όσον, κατά το αναιρετήριο, παρά την διαληφθείσα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αντίθετη σχετική βεβαίωση, εν τούτοις εν τοις πράγμασι δεν ελήφθη υπ' όψιν από το Εφετείο η προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση αφορώσα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, την οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εδέχθη πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, εάν το δικαστήριο εδέχθη ως αληθείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκουμένου με την αγωγή ή την ανταγωγή ή με ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, χωρίς να έχει προσκομισθεί οιαδήποτε απόδειξη προς τούτο ή χωρίς να εκτίθενται παντελώς στην προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ωδήγησαν στην εν λόγω απόδειξη.

Στην προκειμένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μνημονεύει συγκεκριμένως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του (καταθέσεις μαρτύρων κλπ) είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια.

Συνεπώς, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, καθ' όσον, κατά το αναιρετήριο, το Εφετείο εδέχθη χωρίς απόδειξη ότι ο αναιρεσείων δεν εκτελούσε περιπολίες ή άλλες εργασίες στον χώρο του λατομείου την νύκτα και βάσει της εν λόγω παραδοχής εθεώρησε το αντικείμενο της συμβάσεως εργασίας αυτού ως απλή ετοιμότητα προς εργασία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25ης Μαΐου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 690/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ