Supreme Court allows appeal against appeal court decision on limitation periods and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding limitation periods in a debt dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider earlier lawsuits and procedural acts that should have interrupted the limitation period for multiple years. The court agreed that the lower court committed a procedural error by not addressing these specific prior actions, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal and remand a case when the lower court fails to examine procedural acts or prior lawsuits that legally interrupt the limitation period, constituting a violation of the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 85 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 85/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1 Δ. Π. του Γ. 2Α. Χ. του Α. 3 Α. Α. του Α. 4 Κ. Ζ. του Α. 5 Λ. Α. του Σ. 6 T. Λ. του Χ. 7 Μ. Α. του Π. 8 Κ. Μ. του Λ. 9 Σ. Ε. του Γ. 10 Σ.-Σ. Π. του Φ. 11 Τ.Κ. του Β. 12 Χ. Α. του Χ. 13 Λ.-Κ. Κ. του Ε. 14 Μ. Β. Δ. 15 Π. Γ. του Δ. 16 Χ.Μ. του Α. 17 Γ. Κ. του Ι. 18 Κ. Ε. του Κ. 19 Λ. Β. του Κ. 20 Μ. Δ. του Α. 21 Μ.-Β. Ε. του Δ. 22 Π.-Π. Π. του Ε. 23 Τ.Α. του Κ. 24 Τ. Ν. του Β. 25 Ζ. Ε. του Γ. 26 Κ. Ε. του Ε. 27 Β. Ε. του Χ. 28. α) Κ. Ι. του Χ., β) Κ. Κ. του Ι., γ) Κ. Χ. του Ι. και δ) Κ. Μ. του Ι. ως νόμιμων κληρονόμων της αποβιώσασας Κ. Θ. του Ν., την 7-3-2012, σύμφωνα με την ληξιαρχική πράξη του ληξιαρχείου ..., επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και η συνέχισή της από τους ανωτέρω κληρονόμους, 29 Μ. Σ. του Η. 30 Τ.-Α. Μ. του Β. 31 Μ.-Π. Μ. του Κ. 32 Χ. Β. του Ε. 33 Α. Α. του Κ. και 34 Φ. Σ. Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Μυρτώ Γερμάνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 888/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4412/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I) Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 4-2-2015, η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειουσών δήλωσε ότι η 28η αναιρεσείουσα (Θ. Κ.) απεβίωσε στις 7-3-2012 και κατέλιπε, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της, τον σύζυγό της Ι. Κ. και τα τέκνα της Χ., Μ. και Κ., οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίστανται και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Ενώ, τέλος ο θάνατος της πιο πάνω αναιρεσείουσας και η κληρονομική διαδοχή από διαθήκη αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από μέρους αυτών (κληρονόμων) δημόσια έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου και πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης), ενώ ουδόλως αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο.
ΙΙ) Σύμφωνα, με τις διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν α συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικό, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του όρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικά διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον 15" φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α’ της παραγράφου 1 ταυ παρόντος όρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το ΔΣ ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων, οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 (θέματα Προσωπικού Δημόσιου Τομέα, οικονομικά, ΟΤΑ κλπ) ορίζεται ότι: "§1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο όρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
§5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσομένους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του όρθ.11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με την ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ-β’ ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (πρβλ.
ΑΠ. 460/2014 ΑΠ 298/2015), λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν την σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β’ 462, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του όρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β’ 215, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου).
Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του εδ. α’ της §4 ταυ ως άνω άρθ.1 του ν. 332/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.
για άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-6-2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες (και άλλες ενάγουσες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις αναφερόμενες εκεί για κάθε μία ημερομηνίες, και απασχολούνται έκτοτε, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες σχολείων, της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μισθώσεις έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, και στην συνέχεια από τον Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις εκεί διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε ότι ύστερ’ από την υποβολή εκ μέρους τους σχετικών αιτήσεων, κρίθηκε με τις 12 και 13/2005 Πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και στην συνέχεια οπό το ΑΣΕΠ ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθ. 11 του ΠΔ 164/2004 και ότι, κατ’ ακολουθίαν αυτών κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς όμως να συνυπολογιστεί ο χρόνος εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου με αποτέλεσμα να καταταγούν σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνουν μικρότερο μισθό από εκείνο που αντιστοιχεί στις εργαζόμενες της ειδικότητάς τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου και έχουν τα ίδια προσόντα και προϋπηρεσία με τις ενάγουσες.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησα, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτές τ’ αναφερόμενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικό με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που εργάζονται στο εναγόμενο, (συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου) όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν.2470/1997 και 3205/2003 (μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης), οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κλπ.
Τα ανωτέρω ζήτησαν κυρίως κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλοις με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ’ αυτές, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης, έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλ.
η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και (β) γα το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξής με την αιτιολογία άτι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ’ από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά την έρευνα ειδικότερα της νομικής βασιμότητας αυτής, ότι: "Η ένδικη αγωγή, κατά το κύριο αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές που καταβάλλονται από το εναγόμενο στους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητας των εναγουσών, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απασχόλησης των εναγουσών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών δεν έχουν ως χρόνο κατάρτισής τους την χρονολογία κατάρτισης των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που η κάθε ενάγουσα είχε συνάψει με το εναγόμενο, αλλά χρόνος κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των εναγουσών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού του εναγομένου.
Από και με την έκδοση δηλαδή, της πράξεως κατάταξης, που αφορά στην κάθε μία ενάγουσα, συντελείται η ένταξή της στον οικείο φορέα και θεωρείται ότι επέρχεται η μετατροπή της συμβάσεως της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ.11 του π.δ. 164/2004, από τότε δε η κάθε μία ενάγουσα δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μισθώσεως έργου".
Με βάση δε τις νομικές αυτές σκέψεις και κατά παραδοχή συναφούς λόγου της έφεσης του εναγομένου αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε και κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την άνω κύρια βάση της και απέρριψε την αγωγή (ως μη νόμιμη) κατά το ως άνω αίτημα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1§4 εδ. β’ Ν. 3320/2005 και 11 ΠΔ 164/2004). Και τούτο γιατί, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, δηλαδή, ότι: α) συνέτρεχαν στο πρόσωπο των εναγουσών οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, β) κατετάγησαν ήδη σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, γ) η συνδέουσα τα διάδικοι μέρη σχέση χαρακτηρίσθηκε, εξ υπαρχής, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τόσο από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, με τις προαναφερόμενες πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όσο και από το ΑΣΕΠ, αφού οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, παρέχοντας ίσης αξίας εργασίες με τους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, ε) ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται (κατ’ άρθρο 1§4 εδ.
α’ Ν. 3320/2005) για όλες τις συνέπειες (μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούν τις αποδοχές) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τέλος, στ) με επίκληση εφαρμογής της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, θεμελιωνόταν κατά νόμο και δη στις προεκτεθείσες διατάξεις η προρρηθείσα κύρια βάση της αγωγής.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
ΙΙ) Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή των αναιρεσειουσών, μετά το αίτημά τους να επιδικασθούν σ’ αυτές τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών, συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές που καταβάλλονται από το εναγόμενο στους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητας των εναγουσών, οι οποίοι ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απασχόλησης των εναγουσών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγων ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι όπως προελέχθη, για την ίδρυση του, προσαπαιτείται ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
ΙΙΙ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ ολομ. 2/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας μέρος των αιτουμένων διαφορών αποδοχών τους, δεν έλαβε υπόψη του προγενέστερες αγωγές τους, από τις οποίες είχαν παραιτηθεί με την ένδικη αγωγή τους, για τις οποίες μάλιστα γινόταν ρητή αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής τους (για κάθε μία ενάγουσα χωριστά) καθώς, επίσης και στις ενδιάμεσες των πιο πάνω αγωγών διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, που επιφέρουν διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα κατά νόμο (άρθρα 261, 263 ΑΚ σε συνδ.
με άρθρα 90§3 και 93 Ν. 2362/1995) σε προγενέστερο χρόνο, σε σχέση με αυτόν που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγουσες - αναιρεσείουσες, κατά τις αναφερόμενες για κάθε μία απ’ αυτές, χωριστά, περιπτώσεις, είχαν ασκήσει με το ίδιο αντικείμενο τις προγενέστερες αγωγές, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθμούς κατάθεσης 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009, από τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή.
Πλην, όμως, στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται αναφορά, (ως προς τη διακοπή του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων) στην ένδικη αγωγή και στην προγενέστερη αγωγή με αριθμό κατάθεσης 2856/2007, δεχόμενη ότι δεν παρεγράφησαν οι αξιώσεις των αναφερομένων στην απόφαση εναγουσών για τα έτη 2006-2008. Αντίθετα, δεν γίνεται αναφορά στις λοιπές τρείς προγενέστερες αγωγές (με αριθμούς κατάθεσης 2562/2005, 2563/2005 και 494/2009), δηλαδή, αν επιφέρουν και μέχρι ποίου χρονικού σημείου έννομα αποτελέσματα στις αξιώσεις των εναγουσών (διακοπή παραγραφής), όπως και οι αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής ενδιάμεσες διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, που επιφέρουν, επίσης (κατά τα επικαλούμενα) διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα, με συνέπεια την μη παραγραφή των αξιώσεων των εναγουσών και για τα έτη 2004-2005, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι, ενιαίως κρινόμενοι, τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
IV. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον, η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία θα είναι μειωμένα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, σε συνδ. 22 Ν. 3697/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 4412/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκείμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ