Supreme Court partially allows appeal regarding damages for land subsidence caused by illegal mining operations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Regional Court of Corfu's decision regarding damages for illegal mining. The appellants argued that illegal excavation caused land subsidence, preventing access to their property and creating landslide risks, while the respondents contended the claim lacked specificity. The court found the appeal admissible regarding the subsidence damages but rejected the portion concerning lost profits, remanding the case for further proceedings on the specific amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 298(a) of the Civil Code; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: A claim for damages due to land subsidence caused by illegal excavation is admissible if the specific nature of the harm is clearly defined, whereas claims for lost profits without concrete evidence of the damage's scope are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 888 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α.- Π. Κ. Ε.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο Κερκυραίων και εκπροσωπείται νόμιμα, που προήλθε με μετατροπή της ομόρρυθμης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α.- Π. Κ. Ο.Ε.", δυνάμει του υπ' αριθμ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Κ. Γιαννακούρη, το οποίο νόμιμα καταχωρήθηκε στα βιβλία προσωπικών εταιρειών του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, 2. Α. Α. του Θ., κατοίκου ... και 3. Π. Κ. του Δ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Θεοδώρα Κοντοζήση και Νικόλαο Βουργίδη, που δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2. Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... και 3. Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-1-1995 και 10-1-1996 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/1996 και 165/1997 μη οριστικές, 160/2003 και 167/2003 οριστικές, οι οποίες διορθώθηκαν με τις 241/2003 και 242/2003 αντίστοιχα παρεμπίπτουσες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, 128/2004, 5/2007 μη οριστικές και 208/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τoυς ως και τους από 2 Μαρτίου 2011 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης καθώς και οι, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι, όπως συμπληρώνονται με τη παρούσα έκθεση, κατά το εις το σκεπτικό μέρος τους και ν' απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι της αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 εδ. α' του Α.Κ. συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας ο δικαιούχος δικαιούται να ζητήσει εκτός των άλλων και αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη η οποία συνίσταται στη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του. Έτσι στη περίπτωση παράνομης και υπαίτιας εξόρυξης και αφαίρεσης από ξένο ακίνητο αδρανών υλικών καθώς και εκρίζωσης και αφαίρεσης δένδρων από αυτό ο κύριος του ακινήτου δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση την αξία των εξορυχθέντων αδρανών υλικών πριν την εξόρυξή τους δηλαδή υπό την αδιατάρακτη στη φύση κατάστασή τους πριν την επέμβαση ανθρώπινης ενέργειας και την αξία των εκριζωθέντων δένδρων, αφού η περιουσία του μειώθηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά.
Περαιτέρω δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση και για τη ζημία του από δαπάνες για την αποκατάσταση τυχόν προκληθεισών βλαβών στο ακίνητό του καθώς και για την ζημία του από τυχόν μείωση της αξίας τούτου συνεπεία των βλαβών. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξετέρου η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναίρεσης. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: <<Οι ενάγοντες (στη θέση του πρώτου υπεισήλθε μετά το θάνατό του ο υιός του και πρώτος εφεσίβλητος, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του), είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου o καθένας, ενός αγροτικού ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητας ..., εμβαδού 2.304,96 τ.μ., το οποίο συνορεύει ολόγυρα:
α) με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων, πρώην ιδιοκτησία Ν., κατά μήκος του ορίου των οποίων υπήρχε λιθιά και ελαιόδενδρα των εναγομένων, β) με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων, πρώην ιδιοκτησία Κ. Μ. του Γ., κατά μήκος του ορίου των οποίων υπήρχαν ελαιόδενδρα, γ) με ακίνητο συνιδιοκτησίας Α., Γ. και Ι.
Μ. του Κωνσταντίνου, κατά μήκος του ορίου των οποίων υπήρχε λιθιά και σκαλοπάτια και δ) με ακίνητο ιδιοκτησίας των αδελφών Κ. και Ν. Μ. του Α.. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην συγκυριότητα των αρχικώς εναγόντων το έτος 1950, δυνάμει άτυπης δωρεάς του πατέρα τους, Α. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει κληρονομίας από τον αποβιώσαντα πατέρα του.
Το ακίνητο αυτό, τόσον οι ενάγοντες, όσο και ο δικαιοπάροχός τους, νέμονταν και κατείχαν συνεχώς, αδιαλείπτως και με διάνοια κυρίων τουλάχιστον από το έτος 1950 μέχρι και την έγερση των επίδικων αγωγών (1995 και 1996, αντίστοιχα), καλλιεργώντας το και φυτεύοντάς το με κυπαρίσσια, καταστάντες με τον τρόπο αυτό συγκύριοι τούτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενόψει της υπερεικοσαετούς συννομής τους επ' αυτού.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε, ότι το ακίνητο αυτό είναι λογγότοπος απόκρημνος και απροσπέλαστος, ευρισκόμενος σε βουνοπλαγιά, η οποία έχει υψομετρική διαφορά 60 μέτρων περίπου σε σχέση με το κάτωθι αυτής ευρισκόμενο λατομείο και συνεπώς εκ της φύσεώς του είναι ανεπίδεκτο πράξεων νομής και κατοχής, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι.
Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι αφενός μεν στο ακίνητο αυτό υπάρχουν άγριοι θάμνοι και 100 περίπου φυτευμένα κυπαρίσσια, μικρά και μεγάλα, αφετέρου δε, ότι βρίσκεται στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με το όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Μ.. Η πρώτη εναγόμενη, ομόρρυθμη εταιρία, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, συνδιαχειριστές και ομόρρυθμους εταίρους αυτής, έχει ως αντικείμενο την εξόρυξη και εκμετάλλευση λατομικών αδρανών υλικών και διατηρεί προς τούτο επιχείρηση εκμετάλλευσης λατομείου σε ευρύτερη έκταση 80 περίπου στρεμμάτων στην ίδια περιοχή, η οποία αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή και συνεχόμενα αγροτεμάχια, μισθωμένα ή ιδιοκτησίας της ή ιδιοκτησίας των ομορρύθμων εταίρων της.
Οι εναγόμενοι γνώριζαν, τόσο ότι οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, όσο και τα ακριβή όρια αυτού, όπως προκύπτει από τα κάτωθι γεγονότα: α) Τον Μάρτιο του έτους 994 η εναγομένη εταιρία, παρά τις συστάσεις του τρίτου ενάγοντος και του ανιψιού του και μάρτυρα Σ. Μ. του Α., προς τον τρίτο εναγόμενο, να τηρηθούν οι αποστάσεις οι απαιτούμενες από το νόμο για η διενέργεια εξορύξεων σε παρακείμενο του επιδίκου ακίνητο, εισήλθε με εκσκαπτικά μηχανήματα στο επίδικο ακίνητο και διενήργησε εκσκαφή ενός μέτρου εντός αυτού, αλλοιώνοντας τα όρια αυτού από την πλευρά που συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας της (πρώην ιδιοκτησίας Ν.).
Ακολούθως ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Α., ζήτησε συγγνώμη για τη διατάραξη από τους ενάγοντες και οι τελευταίοι, παρουσία των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, επανατοποθέτησαν τα διαταραχθέντα όρια του επιδίκου, βάφοντας τη λιθιά, φυσικό όριο μεταξύ των δύο ακινήτων, με κόκκινο χρώμα και τοποθετώντας τρεις σιδηροπασσάλους, πάνω στους οποίους έδεσαν κόκκινες σακκούλες, προκειμένου να είναι εμφανή τα όρια του επίδικου στο εκσκαπτικό μηχάνημα της πρώτης εναγόμενης, το οποίο έκανε εξόρυξη στο όμορο ακίνητό της (πρώην ιδιοκτησίας Ν.).
β) Τον Σεπτέμβριο του έτους 1993 οι εναγόμενοι ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν το επίδικο από τους ενάγοντες και προέβησαν σε σχετικές συζητήσεις με αυτούς για τους όρους της πώλησης και ειδικότερα για το τίμημα αυτού και γ) με το με αριθμό ... συμβόλαιο, μετά του προσαρτώμενου σ' εκείνο τοπογραφικού διαγράμματος, του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρέα Παϊπέτη, το οποίο νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων αγόρασαν από τον Κ.
Μ. του Γ. ένα ακίνητο στην τοποθεσία "...", εκτάσεως 1.112,70 τ.μ., το οποίο εκτίθεται, στο εν λόγω συμβόλαιο, ότι συνορεύει, εκτός των άλλων, και με το επίδικο ακίνητο των εναγόντων, που αναφέρεται ως ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος (μεγαλύτερου αδελφού των λοιπών εναγόντων), στο δε προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ο δεύτερος εναγόμενος, ως πολιτικός μηχανικός, αναγνωρίζει ότι όμορος ιδιοκτήτης είναι ο πρώτος ενάγων.
Επί πλέον, τον Αύγουστο του 1994 οι εναγόμενοι ενδιαφέρθηκαν εκ νέου να αγοράσουν το επίδικο από τους ενάγοντες, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, διότι παρεμβαλλόταν μεταξύ αυτών και του λατομείου τους η πλατεία ..., χωρίς όμως να επιτευχθεί τελικά σχετική συμφωνία περί πωλήσεως.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αυτών, όμως, δεν έγινε καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να προβούν οι εναγόμενοι με τη συναίνεση των εναγόντων σε δοκιμαστική εξόρυξη του υπεδάφους από το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητά του για λατομική εκμετάλλευση. Παρά ταύτα, οι εναγόμενοι, αν και γνώριζαν, τόσο τους ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, όσο και τα όρια αυτού ήδη από το έτος 1984, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, και δεν είχε προηγηθεί καμία συμφωνία με αυτούς για τη διενέργεια δοκιμαστικών εξορύξεων στο επίδικο προς διερεύνηση της ποιότητας του υπεδάφους, αφού, άλλωστε, δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, καθόσον το έδαφος της περιοχής είναι γνωστό ότι αποτελεί πέτρωμα κατάλληλο για την εξόρυξη αδρανών υλικών και, ως εκ τούτου, καμία από τις επιχειρήσεις εξόρυξης αδρανών υλικών, που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, δεν προέβαινε σε τέτοιου είδους ελέγχους λατομικής καταλληλότητας του υπεδάφους των ακινήτων της περιοχής, εισήλθαν τον Αύγουστο του 1994 εντός τμήματος έκτασης 1.022 τ.μ του επίδικου ακινήτου των εναγόντων και υπαίτια και παράνομα, δεδομένου ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να το πράξουν, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, εξόρυξαν και εκμεταλλεύθηκαν αδρανές υλικό 10.000 κυβικών μέτρων από το υπέδαφος αυτού.
Το γεγονός αυτό προκύπτει: α) από το από Αυγούστου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο υπογράφουν ο Δ. Μ., τοπογράφος και ο Ν. Μ., πολιτικός μηχανικός, και το οποίο συντάχθηκε αμέσως μετά την ανωτέρω είσοδο των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με το οποίο παρατηρείται ότι κατά τον Αύγουστο του έτους 1994 το τμήμα, που εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό υπό στοιχεία Δ-Ε-Ζ-ΗΟ-Ι-Ν-Δ, εμβαδού 1.022,78 τ.μ., του ακινήτου των εναγόντων έχει καταληφθεί από τους εναγόμενους και έχει γίνει εξόρυξη 10.000 κυβικών μέτρων αδρανών υλικών, β) από την από 26.1.1997 τεχνική έκθεση του Κ.
Λ., τοπογράφου μηχανικού, στην οποία εκτίθεται ότι έγινε εξόρυξη αδρανών υλικών και μάλιστα με χρήση εκρηκτικών υλών, η οποία κατά το έτος 1995, επειδή έγιναν και μεταγενέστερες εξορύξεις εις βάρος του επιδίκου, ήταν της τάξης των 18.000 κυβικών μέτρων, "τα δε σταθερά σημεία και όρια της ιδιοκτησίας τους έχουν εξαφανισθεί και έχει αρχίσει συστηματική εξόρυξη των αδρανών υλικών από τους εναγομένους", ενώ, κατ' εκτίμηση του τοπογράφου, η εξόρυξη είναι, κατά το χρόνο της έκθεσης, της τάξης των 90.000 κυβικών μέτρων, γ) από την τεχνική έκθεση του Ρ.
Σ., πολιτικού μηχανικού, η οποία συντάχθηκε μετά από αυτοψία του ίδιου στο επίδικο στις 1.7.2000, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο είναι συνολικής εκτάσεώς 2.304,96 τ.μ., ενώ κατά την ημέρα διενέργειας της αυτοψίας διαπιστώθηκε ότι "τα σταθερά σημεία και τα όρια της ιδιοκτησίας των αδελφών Μ. έχουν εξαφανισθεί, με βάση δε τα νέα όρια που διαμορφώθηκαν από το μέτωπο του λατομείου, έγινε εμβαδομέτρηση του υπάρχοντος αγροτεμαχίου και βρέθηκε ότι η επιφάνειά του κατά την ημέρα της διενέργεια της αυτοψίας είναι 134,913 τ.μ.".
Αναλυτική επιμέτρηση και υπολογισμός της πραγματοποιηθείσης ποσότητας εξόρυξης υλικών δεν μπορεί να γίνει κατά την ίδια έκθεση, διότι: "α) η χρήση εκρηκτικών κατά την εξόρυξη των αδρανών υλικών έχει διαταράξει την συνοχή του εδάφους, β) οι κλίσεις του εδάφους (εξαιτίας των εξορύξεων) είναι μεγάλες και δεν επιτρέπουν την πρόσβαση και γ) λείπουν τα λεπτομερή τοπογραφικά στοιχεία που να δείχνουν το προϋπάρχον της εκμετάλλευσης ανάγλυφο.
Συνεπώς ο υπολογισμός των χωματουργικών μόνο κατ' εκτίμηση μπορεί να γίνει". Έτσι, κατ' εκτίμηση του πολιτικού μηχανικού, η ποσότητα των αδρανών υλικών που εξορύχθηκαν, κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης, είναι της τάξης των 151.903,29 κυβικών μέτρων περίπου, δ) από την από 8.9.2001 τεχνική έκθεση του Β. Ι., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος διορίστηκε ως πραγματογνώμονας δυνάμει της 275/2000 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε επί της από 8.4.1997, τρίτης κατά σειρά, αγωγής των εναγόντων κατά των εναγομένων, για άλλη χρονική περίοδο, σύμφωνα με την οποία "η παντελής έλλειψη εξάρτησης όλων των τοπογραφικών διαγραμμάτων που αφορούν το επίδικο ακίνητο και το όμορο αυτού ακίνητο των αντιδίκων από το εθνικό τριγωνομετρικό σύστημα συντεταγμένων δημιουργεί αδυναμία επακριβούς συσχετισμού της θέσης των δύο ακινήτων, ώστε να καταστεί σαφές αν αυτά έχουν κοινό όριο και τι μήκος έχει αυτό το πιθανό κοινό όριο".
Με βάση δε τα στοιχεία, που αναφέρει η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η επιφάνεια του ακινήτου των εναγόντων που έχει απομείνει κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης υπολογίσθηκε σε 134,913 τ.μ, ενώ παράλληλα επισημαίνεται ότι "αναλυτική επιμέτρηση και υπολογισμός της πραγματοποιηθείσης ποσότητας εξόρυξης αδρανών υλικών δεν μπορεί να γίνει, διότι:
α) η χρήση εκρηκτικών κατά την εξόρυξη των αδρανών υλικών έχει διαταράξει την συνοχή του εδάφους, β) οι κλίσεις του εδάφους είναι μεγάλες και αποτρέπουν την πρόσβαση και γ) λείπουν τα λεπτομερή τοπογραφικά στοιχεία που να δείχνουν το προϋπάρχον της εκμετάλλευσης ανάγλυφο.
Συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, ο υπολογισμός των χωματουργικών εργασιών μπορεί να γίνει μόνο κατ' εκτίμηση, η οποία ανέρχεται κατά τους υπολογισμούς του πραγματογνώμονα κατά το χρόνο σύνταξης της πραγματογνωμοσύνης στην τάξη των 162.753 κυβικών μέτρων περίπου, ενώ η μέση τιμή του υλικού, που εξορύχθηκε από την εν λόγω περιοχή, ανέρχεται στο ποσό των 2.000 δρχ.
ανά κυβικό μέτρο με επεξεργασία και στην τιμή των 1.000 δρχ. ανά κυβικό μέτρο χωρίς επεξεργασία, ε) τη Γνωμάτευση Γεωλογικών Συνθηκών στο επίδικο ακίνητο του Π. Π., γεωλόγου-γεωφυσικού, η οποία έγινε στις 29.3.1997, από την οποία σαφώς προκύπτει ότι: "το υλικό που έχει εξορυχθεί από την ιδιοκτησία των αδελφών Μ.
στη Θέση "..." της Κοινότητας ..., αποτελείται κατεξοχήν (95%) από δολομιτικό υλικό, το οποίο είναι κατάλληλο για την παραγωγή αδρανών υλικών. Ο σχηματισμός του φλύσχη που αποτελείται εδώ από μάργες κυανές, αποτελεί πολύ μικρό ποσοστό στο όλο εξορυχθέν υλικό. H ποσότητα των δολομιτικών υλικών που έχουν εξορυχθεί από τη θέση της ιδιοκτησίας των αδελφών Μ., υπολογίστηκαν σε προηγούμενο κεφάλαιο της γνωμάτευσης και ανέρχονται σε 126.500 κυβικά μέτρα υλικού".
Τέλος, στην υπ' αριθμ. 16/2008 "Εκθεση Δικαστικής Πραγματογνωμοσύνης του Α. Π., τοπογράφου μηχανικού, η οποία διατάχθηκε με την 5/2007 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο πραγματογνώμονας αυτός συμπεραίνει ότι "Το θιγέν τμήμα του γηπέδου των εναγόντων είναι 983,89 τ.μ., σύμφωνα με την κατάσταση του φυσικού εδάφους προ της κατακρήμνισης.
Ο κατακρημνισθείς όγκος του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 20.886,25 κυβικών μέτρων. Ως προς το είδος και την ποιότητα του εξορυχθέντος υλικού, μακροσκοπικά προκύπτει ότι πρόκειται για μείγμα δολομιτικού ασβεστόλιθου (εκμεταλλεύσιμου υλικού) και αργίλου (μη εκμεταλλεύσιμου). H αξία του υλικού, αφού γίνουν τρύπες, γεμίσουν με δυναμίτη, ανατιναχθούν, εξορυχθούν με προωθητή γαιών (μπουλντόζα) και φορτωθούν με φορτωτή επ' αυτοκινήτου ήταν τότε 1000 δρχ.
ανά κυβικό. Χρησιμοποιώντας και την παρ.δ του άρθρου 3 του ν. 2115/93 και την προσωπική μου εκτίμηση για το μέρος των 1000 δρχ. που ανήκει στο πέτρωμα, όπως ήταν στη φύση πριν από ανθρώπινη επέμβαση, εκτιμώ το αδιατάρακτο πέτρωμα όχι στο 10% που δίνει o v. 2115/93 ήτοι 10% χ 1000=100 δρχ. ανά κυβικό μέτρο, αλλά στο διπλάσιο, ήτοι 200 δρχ.
ανά κυβικό μέτρο και επομένως η συνολική αξία του αποσπασθέντος πετρώματος κατά τη δική μας εκτίμηση είναι 12.531,75 χ 200=2.506.350 δρχ. ήτοι 7.355,39 ευρώ". Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι πράγματι οι εναγόμενοι εισήλθαν παράνομα στο ακίνητο των εναγόντων τον Αύγουστο του έτους 1994 και εξόρυξαν με τη χρήση εκρηκτικών υλών αδρανές υλικό της τάξης των 10.000 κυβικών μέτρων.
Ακόμη αποδείχθηκε, από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ότι η μέση τιμή του εξορυχθέντος λατομικού υλικού από το επίδικο ακίνητο ανερχόταν κατά τον χρόνο εξόρυξης στην τιμή των 2.000 δρχ. ανά κυβικό μέτρο,. με επεξεργασία και στην τιμή των 1.500 δρχ} ανά κυβικό μέτρο χωρίς επεξεργασία. Επομένως, η συνολική ζημία, την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης των εναγομένων εις βάρος του ακινήτου τους, ανέρχεται στο ποσό των (10.000 χ 1.500 δρχ./κ.μ.) 15.000.000 δρχ.ή 44.020,54 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι, προκειμένου να προβούν στον απαραίτητο' καθαρισμό του εδάφους του επίδικου ακινήτου των εναγόντων πριν την εξόρυξη του ανωτέρω λατομικού υλικού, εκρίζωσαν, χρησιμοποιώντας εκσκαπτικό μηχάνημα, 100 κυπαρίσσια μεγάλης ηλικίας, αξίας 30.000 δρχ. το καθένα, τα οποία αφαίρεσαν και κράτησαν για τον εαυτό τους, καρπούμενοι παράνομα την αξία τους, με συνέπεια να ζημιώσουν τους ενάγοντες - κατά το ποσό των (100 χ 30.000) 3.000.000 δρχ.
ή 8.804,11 ευρώ. Τέλος αποδείχθηκε, ότι η ανωτέρω παράνομη εκσκαφή και εξόρυξη του λατομικού υλικού από το ακίνητο των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα να κατέβει η στάθμη του φυσικού εδάφους στο επίδικο τμήμα κατά 10-12 μέτρα, να δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά αυτού με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων και, αφενός μεν να μην μπορούν οι ενάγοντες να επικοινωνήσουν με το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου τους, αφετέρου δε να συνεχίσει να καταρρέει κατά τη διάρκεια του χειμώνα ποσότητα εδάφους του ακινήτου τους και να υπάρχει κίνδυνος κατολισθήσεων.
Επομένως, από τη μείωση της στάθμης του φυσικού εδάφους στο επίδικο τμήμα του ακινήτου τους, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 3.000.000 δρχ. ή 8.804,11 ευρώ. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας διενεργηθείσας εξόρυξης αδρανών υλικών από το υπέδαφος του επίδικου ακινήτου των εναγόντων, στην οποία προέβησαν οι εναγόμενοι τον Αύγουστο του έτους 1994, διαπιστώθηκε στις 3.11.1995 κατάπτωση αδρανών υλικών της τάξης των 8.000 κυβικών μέτρων από το επίδικο ακίνητο των εναγόντων,, στο όμορο ακίνητο-λατομείο της πρώτης εναγόμενης, η οποία (κατάπτωση) υπήρξε αποκλειστικά απότοκο αποτέλεσμα της ανωτέρω παράνομης εξόρυξης, που πραγματοποιήθηκε το έτος 1994 και των παρανόμων εκσκαπτικών εργασιών, που συνέχισαν να διενεργούν οι εναγόμενοι και το επόμενο χρονικό διάστημα στο επίδικο ακίνητο, ενώ οι εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν τα αδρανή υλικά και καρπώθηκαν παράνομα την αξία τους, η οποία ανέρχεται σε 1.500 δρχ.
ανά κυβικό μέτρο, εις βάρος της περιουσίας των εναγόντων, η αντίστοιχη ζημία των οποίων ανήλθε στο ποσό των (8.000 χ 1.500 δρχ.) 12.000.000 δρχ. ή 35.216,43 ευρώ. "Ηδη δε οι ενάγοντες, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν για μεταγενέστερο χρόνο, έχουν ασκήσει την από 8.4.1997 (αρ.κατ.128/99) τρίτη κατά σειρά αγωγή τους (πέραν των ήδη εξεταζόμενων δύο πρώτων αγωγών των ιδίων), για παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών 108.500 κυβικών μέτρων, επί της οποίας έχει εκδοθεί η 275/2000 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που έταξε αποδείξεις.
Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ενισχύονται και από: α) την ΕΜΝΕΦΠ.3.18/5019 Βεβαίωση, από το αντίγραφο του από 7.10.1994 εγγράφου, από το από 8.12.1995 έγγραφο και από την ΕΜΝΕ/Φ.11.3'ΠΡ.17/5024 Πράξη επιβολής χρηματικής ποινής της Επιθεώρησης Μεταλλείων, από τα οποία προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι επεκτάθηκαν εκτός των υπό της αδείας εκμεταλλεύσεως λατομείου καθοριζομένων ορίων τους, καταπατώντας όμορες ιδιωτικές εκτάσεις, και για το λόγο αυτό τους επιβλήθηκε, χρηματική ποινή 2.000.000 δρχ., διότι δεν συμμορφώθηκαν, όταν κλήθηκαν προς τούτο από την ως άνω Επιθεώρηση, β) την 123/1995 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε επί της από 14.9.1994 αίτησης των εναγόντων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και αναγνώρισε ένα έκαστο εξ αυτών ως συννομέα και συγκάτοχο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο, ακίνητο, εμβαδού 2.304,96 τ.μ., μετά την παράνομη είσοδο των εναγομένων σ' αυτό τον Αύγουστο του έτους 1994, κατά της οποίας απόφασης οι εναγόμενοι δεν άσκησαν ένδικο μέσο, γ) την 238/13.7.1995 "Εκθεση περί βιαίας αποβολής των εναγομένων και εγκατάστασης των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Β.
Π., εις εκτέλεση της 123/95 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, δ) την 378/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, με την οποία οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, οι οποίοι κατηγορούνταν για απρόκλητη φθορά από κοινού, κηρύχθηκαν ένοχοι και επιβλήθηκε σ' αυτούς ποινή φυλακίσεως 10 μηνών στον καθένα "κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σε διακεκριμένη φθορά του άρθρου 382 παρ.2 περ.γ ΠΚ, του ότι, στη Θέση "..." της Κοινότητας ...
τον Αύγουστο 1994, ενεργούντες από κοινού με πρόθεση, κατέστρεψαν ξένο ολικά πράγμα και κατέστησαν ανέφικτη τη χρήση του, χρησιμοποιούντες κάποιο από τα μέσα που προβλέπει το άρθρο 270 ΠΚ. Ειδικότερα εισήλθαν στο ακίνητο των εγκαλούντων και απέκοψαν 100 περίπου κυπαρίσσια μεγάλης ηλικίας, συνολικής αξίας 5.000.000 δρχ.
και, χρησιμοποιώντας εκρηκτικούς μηχανισμούς, εξόρυξαν λατομικό υλικό 10.000 κυβικών μέτρων, αξίας 5.000.000 δρχ., με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά με το υπόλοιπο ακίνητο των εγκαλούντων, ύψους 10-12 μέτρων και να είναι αδύνατη η επικοινωνία των τελευταίων με αυτό, παράλληλα δε να υφίσταται κίνδυνος κατολισθήσεων".
Μετά από άσκηση εφέσεως των κατηγορουμένων κατά της ανωτέρω απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την 388/2001 απόφασή του, κήρυξε αυτούς ενόχους για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής οι κατηγορούμενοι άσκησαν αναίρεση η οποία απορρίφθηκε με την 1339/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Τέλος, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι τέλεσαν τις προαναφερθείσες παράνομες πράξεις και συγκεκριμένα την έκταση του τμήματος του ακινήτου, στο οποίο εισήλθαν αυτοί παράνομα, τον όγκο του υλικού που αυτοί εξόρυξαν παράνομα, την συνεπεία των παράνομων πράξεών τους δυσκολία πρόσβασης των εναγόντων στο υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου τους, το ψυχικό άλγος που δοκίμασαν οι τελευταίοι βλέποντας την υψομετρική μείωση της ιδιοκτησίας τους, τον βαθμό της υπαιτιότητας των εναγομένων, τις εν γένει συνθήκες και περιστάσεις και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες από την προεκτεθείσα αιτία ανέρχεται, ως προς μεν την από 5.1.1995 αγωγή στο ποσό των 4671,24ευρώ, ως προς δε την από 5.1.1996 αγωγή στο ποσό των 3.783, ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις δύο συνεκδικασθείσες εφέσεις των εναγομένων κατά των υπ' αριθ. 160/2003 και 167/2003 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας όπως διορθώθηκαν αντίστοιχα με τις υπ. αριθ. 241 και 242/2003 αποφάσεις αυτού με τις οποίες είχαν γίνει κατά ένα μέρος δεκτές αντίστοιχα οι με αριθ.
καταθ. 3/1995 και 6/1995 αγωγές και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στους ενάγοντες και με προσωπική τους κράτηση οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων διάρκειας μέχρι ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης των αποφάσεων, το ποσό των 66.300,00 ευρώ με τη πρώτη απόφαση και το ποσό των 39.000,00 ευρώ με τη δεύτερη.
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το με αριθ.
πρωτ. 6700/6700/9-4-2009 έγγραφο της Διεύθυνσης δασών της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας της Π.Ι.Ν. καθώς και την από Απριλίου 2009 τεχνική έκθεση του Γ. Οικονόμου που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι .
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Α.Π.238/2008) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Εξετέρου οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Κατ'ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος διότι τα φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη χωρίς να έχουν προταθεί από τους ενάγοντες πράγματα ότι λειτουργούσαν επιχείρηση λατομείου ή ότι σκόπευαν την λειτουργία τέτοιας επιχείρησης και ότι προσδοκούσαν με κάποιο τρόπο να εκμεταλλευτούν τα πετρώματα δεν αποτελούν περιεχόμενο της απόφασης.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από τον ίδιο αριθ. 8 είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί που πρότειναν οι εναγόμενοι δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του όρου αλλά τις νομικές απόψεις των εναγομένων ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της δικαιούμενης από τους ενάγοντες αποζημίωσης και τη σχετική από τις αποδείξεις επιχειρηματολογία.
Ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον ίδιο ως άνω αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο προβληθείς από τους εναγομένους ισχυρισμός περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων λόγω ελλείψεως κυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός αυτός και απορρίφθηκε εκ του πράγματος.
Εξετέρου όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης στους ενάγοντες επιδικάστηκε με τη προσβαλλόμενη απόφαση αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστησαν και όχι για διαφυγόντα κέρδη. Επομένως οι, πρώτος λόγος της αναίρεσης (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο τέταρτος λόγος αυτής (κατά το σχετικό του μέρος) καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτούς αιτιάσεις που αφορούν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη είναι απαράδεκτοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω το Εφετείο: Α) κατά το μέρος που δέχθηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια εκρίζωση, αφαίρεση και κάρπωση των κυπαρισσιών η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες ισούται με την αξία τούτων και συγκεκριμένα με 3.000.000 δρχ. (100 κυπαρίσσια Χ 30.000 δρχ.
το καθένα) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ. που εφάρμοσε ενώ παράλληλα διέλαβε στη απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών χωρίς να απαιτούνται και άλλες αιτιολογίες.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο τέταρτος λόγος αυτής (κατά το σχετικό του μέρος) καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Β) Κατά το μέρος που επιδίκασε τα ανωτέρω ποσά των 15.000.000 και 12.000.000 δρχ.
για αποζημίωση της θετικής ζημίας για τις ποσότητες αδρανών υλικών αντίστοιχα των 10.000 και 8.000 κυβικών μέτρων στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον δεν διατυπώνεται με σαφήνεια και επάρκεια ούτε και μπορεί να συναχθεί από τον χρησιμοποιούμενο, χωρίς όμως και να διευκρινίζεται η έννοιά του, όρο <<χωρίς επεξεργασία>> ,αν το ποσό των 1500 ευρώ ανά κυβικό μέτρο αποτελεί την αξία των αδρανών υλικών πριν από την εξόρυξη υπό την αδιατάρακτη στη φύση κατάστασή τους πριν την ανθρώπινη επέμβαση έτσι ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ.19 του άρθρου 559 όπως συμπληρώνονται παραδεκτά με την έκθεση του εισηγητή (άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι.
Περαιτέρω από την επισκόπηση του περιεχομένου των δικογράφων των αγωγών προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτές, εκτός από το κονδύλιο για το οποίο γίνεται λόγος αμέσως κατωτέρω, με πληρότητα τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο τις προαναφερθείσες αξιώσεις των εναγόντων έτσι ώστε αυτά να μη πάσχουν από νομική αλλά ούτε και ποσοτική αοριστία.
Συνεπώς οι λόγοι, πρώτος (κατά το σχετικό του μέρος) και τρίτος της αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος από τον αριθ.14 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Σχετικά όμως με το γενόμενο δεκτό κονδύλιο των 3.000.000 δρχ. ή 8.804,11 ευρώ για αποζημίωση λόγω της δημιουργηθείσας υψομετρικής διαφοράς στο ακίνητο των εναγόντων από την επισκόπηση του δικογράφου της πρώτης αγωγής με αριθ. κατάθ. 3/1995 προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν ως αποζημίωση το ποσό των 5.000.000 δρχ., επικαλούμενοι ειδικότερα ότι "λόγω των παράνομων εκσκαφών κατέβηκε η στάθμη του φυσικού εδάφους στο τμήμα αυτό του ακινήτου τους κατά 10-12 μέτρα περίπου και δημιουργήθηκε υψομετρική διαφορά με το εναπομείναν υπόλοιπο κτήμα τους με αποτέλεσμα να μη μπορούν πλέον να επικοινωνήσουν με αυτό και κατά τη διάρκεια του χειμώνα να καταρρέει ποσότητα εδάφους και να υπάρχει κίνδυνος κατολισθήσεων ζημία της οποίας το ύψος αποτιμάται σε 5.000.000 δρχ.". Η αγωγή αυτή ως προς το κονδύλιο τούτο είναι αόριστη διότι δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο σε τι συνίσταται η ζημία την αποκατάσταση της οποίας και ζήτησαν οι ενάγοντες με την καταβολή του αιτηθέντος ποσού. Το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά το κονδύλιο τούτο υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης και ο τέταρτος πρόσθετος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όπως συμπληρώνονται με την έκθεση του Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για τα οποία όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν πρόκειται εδώ.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους προαναφερθέντες βάσιμους λόγους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.) παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων. Εξάλλου οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 208/2009 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας κατά το εις το σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ