Legislator Case Law & Legislation
857/2025 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal against European Arrest Warrant execution due to lack of fundamental rights violations.

Case Number 857/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the fugitive's appeal challenging the execution of a European Arrest Warrant issued by Luxembourg authorities. The appellant argued that his rights were violated by the lack of summons and hearing, citing health issues and proportionality concerns, but the court found these arguments baseless. The decision upheld the lower court's ruling to execute the warrant, noting that all formal requirements were met and no statutory grounds for refusal existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9, 18, 22 of Law 3251/2004; Article 451 of the Code of Criminal Procedure: The execution of a European Arrest Warrant against a non-consenting suspect is lawful if formal requirements are met and no statutory refusal grounds exist, even if the suspect was not summoned or heard personally.

Keywords

AI generated
European Arrest Warrant execution in Greece fundamental rights violation proportionality principle health condition defense non-consenting suspect statutory refusal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 9 and 18 of Law 3251/2004
Article 22 of Law 3251/2004
Article 451 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
Article 37 of Law 3251/2004
Article 11 of Law 3251/2004
Article 12 of Law 3251/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 857 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 857/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνα Νάκου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε σύμφωνα με την υπ αριθμ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 21 Μαΐου 2025 και 4 Ιουνίου 2025, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη και Κωνσταντίνου Λογοθέτη αντίστοιχα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου P. S. A. W. του H. και της C., που γεννήθηκε στις 15.02.1967 στο Λουξεμβούργο, υπήκοος Γαλλίας, κατοίκου Αθηνών, επί της οδού ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Μήτση, ο οποίος διορίστηκε με την υπ'άριθμ. 476/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της με αριθμό 8/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές του Λουξεμβούργου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με ημερομηνία 17.01.2025 και με αριθμό ΕΜ: 1/2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Άννας Καραγιάννη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 329/2025. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον διορισμένο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, να απορριφθεί στην ουσία και επιβληθούν τα έξοδα στον εκζητούμενο.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λ.π.", προκύπτει ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση έφεσης από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 451 Κ.Ποιν.Δ. ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητούμενου, για την άσκηση δε της έφεσης αυτής συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα Εφετών.

Ενόψει της τελευταίας διάταξης (άρθρου 451 Κ.Ποιν.Δ.) και εκείνων του άρθρου 474 ίδιου Κώδικα, όπως ισχύουν μετά την κύρωση του νέου Κ.Ποιν.Δ. από 1.7.2019 (Ν. 4620/2019), η προθεσμία άσκησης της έφεσης ανέρχεται πλέον σε πέντε (5) ημέρες (ΑΠ 240/2023, 498/2021, 800/2022, 329/2020, 284/2020), η σχετική δε έκθεση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο (Α.Π. 1070/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση η με αριθμ.1/2025 από 17-1-2025 έφεση του εκκαλούντος-εκζητούμενου P. S. A. (ον.) W. (επ.) του H. και της C., που γεννήθηκε στις 15-2-1967 στο Λουξεμβούργο, υπηκόου Γαλλίας, κατοίκου Αθηνών, οδός ..., ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού, κατά της με αριθ.8/16-1-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του από 17-4-2024 με στοιχεία δικογραφίας ...

Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε στις 17-4-2024 από τις δικαστικές αρχές του Λουξεμβούργου και συγκεκριμένα από τον Ανακριτή- Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου της περιφέρειας του Λουξεμβούργου, ασκήθηκε νομότυπα, από την Ά. Μ. Α., Δικηγόρο Αθηνών, για λογαριασμό του, δυνάμει της από 16-1-2025 ειδικής εξουσιοδότησης το γνήσιο της υπογραφής του επί της οποίας θεωρήθηκε, κατ'άρθρο 42 παρ.2 εδ.γ' του Κ.Ποιν.Δ., αυθημερόν από τον Διευθυντή του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κορυδαλλού, όπου κρατείτο, με δήλωση στην Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών (άρθρα 42 παρ. 2 εδ.

β' και γ', 89 παρ. 2, 451 παρ. 1, 462 στοιχ.α', 466 παρ. 1, 474 παρ.1 και 4 του Κ.Ποιν.Δ. και 22 παρ.1 του ν.3251/2004), και εμπρόθεσμα στις 17-1-2025, δηλαδή εντός της πενθήμερης προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 16-1-2025 κατά το σχετικό πρακτικό, είναι δε παραδεκτή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον ασκήθηκε από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά απόφασης που υπόκειται στο εν λόγω ένδικο μέσο και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους.

Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του προαναφερθέντος Ν.3251/2004, όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 Ν. 4947/2022, προκύπτει ότι το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κάθε δε περίπτωση ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πρέπει, για το τυπικό κύρος του, να περιέχει: α) την ταυτότητα και την ιθαγένεια του εκζητούμενου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.

Προϋπόθεση της έκδοσης Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, είναι οι πράξεις, για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και, αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.

Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του αυτού νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α' 124/23.6.2022) εκτελείται, με την επιφύλαξη, περαιτέρω, των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του ίδιου νόμου, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί αυτό, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες σ' αυτή (παράγραφο) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές, στις οποίες περιλαμβάνονται και η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (περ.

α) και η παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών (περ. ε), ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.

Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 Ν. 4947/2022, ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 12 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν. 4947/2022, οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του.

Ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητούμενου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητούμενου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Ν. 3251/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 Ν. 4947/2022, ορίζεται ότι: "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.

Με το άρθρο δε 12 παρ.1 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν. 4947/2022 (ΦΕΚ 124/23.6.2022) και στη συνέχεια με το άρθρ.36 του ν.5108/2024, ορίζεται ότι: "1. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα ή είναι Έλληνας υπήκοος και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ζ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία είτε θεωρείται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτόν τόπο είτε για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, απαγορεύεται η δίωξη για το έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας, θ) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι υπήκοος ή κάτοικος Ελλάδας και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, συνάγεται ότι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα, που αναφέρονται στις ως άνω διατάξεις του ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις.

Κατά τις ίδιες διατάξεις, προβλέπεται μόνον τυπικός έλεγχος από την αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος και όχι η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας σε βάρος του εκζητούμενου και των σε βάρος του ενδείξεων ενοχής, καθώς ο έλεγχος αυτός ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, με αποτέλεσμα τέτοιος έλεγχος κατά το στάδιο της λήψης της απόφασης για την εκτέλεση ή μη του εντάλματος από τη δικαστική αρχή της εκτέλεσής του, όχι μόνον να καθίσταται περιττός και να είναι αντίθετος προς τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας για άλλα εγκλήματα, της οποίας αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η κάθε μια την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας.

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. ε' του ν. 3251/2004, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιλαμβάνεται και "περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος", αφού αφενός μεν τα στοιχεία αποσκοπούν στον έλεγχο από την αρμόδια δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται της εκτέλεσης του εντάλματος, όλων των προϋποθέσεων και κωλυμάτων της προσαγωγής του εκζητούμενου, όπως η συνδρομή του διττού αξιοποίνου και της αρχής του ne bis in idem, καθώς και της συνδρομής περιστάσεων που απαγορεύουν την εκτέλεση του εντάλματος, αφετέρου δε ο έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας προϋποθέτει και διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία βασίζεται αυτή, προϋπόθεση όμως που δεν προβλέπεται από το ν. 3251/2004 (ΑΠ 114/2023).

Ακόμη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 12 περ.η', η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, προκειμένου να αποφασίσει αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του σχετικού δυνητικού λόγου μη εκτέλεσης του ευρωπαικού εντάλματος σύλληψης, ερευνά το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η δικαστική έρευνα στο κράτος έκδοσης, τη δυνατότητα και ευχέρεια συλλογής του αποδεικτικού υλικού, τη σοβαρότητα της κύριας πράξης κλπ.(ΑΠ 533/2023, 461/2023, 240/2023, 114/2023).

Τέλος, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του ίδιου νόμου, "η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την προσαγωγή του εκζητούμενου, ώστε να διωχθεί στο Ελληνικό Κράτος ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στο ελληνικό έδαφος καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης".

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι οι εκκρεμείς δίκες στο Ελληνικό Κράτος δεν εμποδίζουν την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως, αλλά είναι δυνητική η αναβολή της εκτέλεσης αυτού μόνο στις περιπτώσεις που ο εκζητούμενος είτε πρόκειται να διωχθεί για κάποια πράξη είτε είχε ήδη καταδικασθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις του μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου- σε Συμβούλιο-, από τα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης που αναγνώσθηκαν, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με αυτά που προσκομίστηκαν από τον εκζητούμενο στο πρωτοβάθμιο Συμβούλιο και ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται σε νόμιμη επίσημη μετάφραση, και τα οποία αναγνώσθηκαν όλα, καθώς και από τα όσα εξέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ίδιος ο εκζητούμενος, μέσω νόμιμα διορισθείσης διερμηνέως, και ο συνήγορός του, προφορικά και με το υποβληθέν υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την εκκαλούμενη με αριθ.8/2025 απόφασή του, αποφάσισε και διέταξε την εκτέλεση του με στοιχεία αναφοράς αρχείου ... από 17-4-2024 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Δικαστικών Αρχών Λουξεμβούργου που είναι κράτος- μέλος της Ε.Ε. κατά του εκζητούμενου ήδη εκκαλούντος P. S. A. (ον.) W. (επ.) του H.

και της C., υπηκόου Γαλλίας, κατοίκου Αθηνών. Το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές του Λουξεμβούργου, ήτοι από χώρα μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης, με σκοπό τη σύλληψη και προσαγωγή του εκζητούμενου στο Λουξεμβούργο, προκειμένου να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις αναφερόμενες σ'αυτό αξιόποινες πράξεις και να δικαστεί γι' αυτές.

Ο εκζητούμενος συνελήφθη στην Αθήνα στις 2-12-2024 (βλ. την από 2-12-2024 έκθεση σύλληψης του Υπαστυνόμου Β' Γ. Β., παρουσία και του Αρχιφύλακα Γ. Ζ.) κατόπιν της με αριθ.87 από 2-12-2024 εντολής προσωρινής σύλληψης της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.3 του ν.3251/2004, κατόπιν του με αριθ. ... από 27-3-2024 και ...

από 22-4-2024 μηνύματος (φόρμες Α') του γραφείου SIRENE Λουξεμβούργου που διαβιβάστηκε με το με αριθ.e5291/10/17 τ.π. σήμα SIRENE στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, Τμήμα SIRENE, και στη συνέχεια στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Ακολούθως ο εκζητούμενος προσήχθη ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα, ο οποίος διέταξε την προσωρινή του κράτηση στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού, όπου κρατείται (βλ.με αριθ.πρωτ.71024/3-12-2024 έκθεση φυλάκισης).

Το υπό εκτέλεση Ε.Ε.Σ., το οποίο απεστάλη από τις Αρχές του Λουξεμβούργου στις Ελληνικές Αρχές, εκδόθηκε από το Γραφείο Ανακριτή του Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Λουξεμβούργου και συγκεκριμένα από τον Ανακριτή-Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Λουξεμβούργου, κατά του εκκαλούντος P. S. A. (ον.) W. (επ.) του H.

και της C., υπηκόου Γαλλίας, που γεννήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 15-2-1967, κατοίκου Αθηνών, οδός ..., προκειμένου να συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον της ως άνω Δικαστικής Αρχής, με σκοπό την άσκηση εναντίον του, ποινικής δίωξης για τις αξιόποινες πράξεις 1) της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων, 2) της απάτης ή κατάχρησης εμπιστοσύνης, 3) της μη εξουσιοδοτημένης χρήσης του τίτλου "δικηγόρος", 4)της παράνομης εγκατάστασης εταιρείας, 5) της παράνομης διαχείρισης εταιρειών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τη CSSF, 6) της παράνομης άσκησης τραπεζικών δραστηριοτήτων και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, 7) της παράλειψης εγγραφής στο Μητρώο πραγματικών δικαιούχων, 8) της μη έγκρισης και δημοσίευσης των ετήσιων λογαριασμών στο Μητρώο Εμπορίου και Εταιρειών, 9) της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, 10) της ληστείας με χρήση βίας και απειλών, και 11) των απειλών στο πλαίσιο επίθεσης που τιμωρούνται με ποινική κύρωση με διαταγή/υπό όρους.

Οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται από τους νόμους του Λουξεμβούργου και συγκεκριμένα, από τα άρθρα 196, 197, 327, 461, 468, 469, 491, 493, 496, 506-1 και επ. του λουξεμβουργιανού Ποινικού Κώδικα, το άρθρο 41 του τροποποιημένου νόμου της 10ης Αυγούστου 1991 για το δικηγορικό επάγγελμα, τα άρθρα 1 και 4 παρ. 1 στοιχ. α' του τροποποιημένου νόμου της 31ης Μαΐου 1999 που διέπει την εγκατάσταση των εταιρειών, τα άρθρα 14 και 28-10 του τροποποιημένου νόμου της 5ης Απριλίου 1993 για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως κυρώθηκε από το άρθρο 64 του νόμου αυτού, τα άρθρα 2, 14 και 24-3 του τροποποιημένου νόμου της 5ης Απριλίου 1993 για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως κυρώθηκε από το άρθρο 64 παρ.1 του εν λόγω νόμου, το άρθρο 20 παρ. 1 του νόμου της 13ης Ιανουαρίου 2019 για τη σύσταση Μητρώου πραγματικών δικαιούχων και το άρθρο 1500-2, εδάφιο 2 του τροποποιημένου νόμου της 10ης Αυγούστου 1915 περί εμπορικών εταιρειών.

Τιμωρούνται δε με στερητικές της ελευθερίας ποινές το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 12 μηνών και συγκεκριμένα, η πράξη της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων με ποινή φυλάκισης από 5 έως 10 έτη - άρθρα 196 και 197 του ποινικού κώδικα του Λουξεμβούργου, η πράξη της απάτης ή κατάχρησης εμπιστοσύνης με ποινή φυλάκισης από 1 μήνα έως 5 έτη και πρόστιμο -άρθ.491- και από 4 μήνες έως 5 έτη και πρόστιμο -άρθ.496 του ποινικού κώδικα του Λουξεμβούργου, η πράξη της παράνομης εγκατάστασης εταιρείας με ποινή φυλάκισης 8 ημερών έως 5 ετών ή/και πρόστιμο - άρθρα 1 και 4 του τροποποιημένου νόμου της 31ης Μαΐου 1999 που διέπει την εγκατάσταση των εταιρειών, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με ποινή φυλάκισης από 1 έως 5 έτη ή/ και χρηματική ποινή - άρθρα 506-1 και επ.

του ποινικού κώδικα του Λουξεμβούργου, η πράξη της ληστείας με χρήση βίας και απειλών με ποινή φυλάκισης από 5 έως 10 έτη -άρθρα 461, 468 και 469 του ποινικού κώδικα του Λουξεμβούργου και η πράξη της απειλής στο πλαίσιο επίθεσης με ποινή φυλάκισης από 6 μήνες έως 5 έτη και χρηματική ποινή - άρθρο 327 παρ.1 του ποινικού κώδικα του Λουξεμβούργου.

Το ανωτέρω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία, που προβλέπονται στο άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 3251/2004 για το τυπικό κύρος του, ήτοι ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία του προηγηθέντος εθνικού εντάλματος σύλληψης επί του οποίου στηρίζεται και συγκεκριμένα του από 17-4-2024 Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστικού Επιμελητηρίου του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου υπογεγραμμένο από τον Εισαγγελέα M..G.

E., τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο εγκλημάτων, την περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκαν τα εν λόγω εγκλήματα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στις πράξεις αυτές, ως αυτουργού (και υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου ή πραγματικού διευθυντή, άμεσα ή έμμεσα, των αναφερόμενων δέκα εταιριών, εκ των οποίων οι εννέα εδρεύουν στο Λουξεμβούργο, στη διεύθυνση ..., και η δέκατη στις βρετανικές Παρθένες Νήσους) χωρίς να είναι αναγκαία άλλα στοιχεία, δεδομένου ότι η περαιτέρω αναλυτική και λεπτομερέστερη εξειδίκευση αυτών, θα γίνει από την αιτούσα δικαστική αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, ενόψει του ότι το υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα αφορά την άσκηση ποινικής δίωξης και άρα η ποινική διαδικασία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των ερευνών, πριν την άσκηση αυτής (ΑΠ 240/2023, ΑΠ 1501/2022, ΑΠ 174/2022) και, τέλος, το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για τις αποδιδόμενες στον εκζητούμενο αξιόποινες πράξεις, κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσής του (εντάλματος).

Δεν παραβιάζεται δε η αρχή της ειδικότητας, αφού με την παραπάνω περιγραφή ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται για την ταυτότητα των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων. Περαιτέρω, οι προαναφερόμενες πράξεις είναι αξιόποινες και κατά την ελληνική νομοθεσία και προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 94, 98, 175 παρ.2-1, 216, 333, 380 παρ.3-1 σε συνδ.

με άρθ. 372 παρ.1 και 386 ΠΚ, τα άρθρα 177, 179 του ν.4548/2018 και το άρθρο 39 παρ. 1 του ν.4557/2018, με στερητικές της ελευθερίας ποινές το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 12 μηνών, πλην της αντιποίησης της άσκησης δικηγορίας, για την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 175 παρ.2 ΠΚ, η απειλούμενη ποινή είναι η χρηματική ποινή ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Επειδή όμως πρόκειται για συρροή εγκλημάτων, συμπληρωματικά εφαρμοζόμενου του άρθρου 437 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η έκδοση επιτρέπεται για όλα, αν για ένα από αυτά συντρέχει το όριο ποινής που ορίζουν οι διατάξεις, επιτρέπεται η έκδοση μαζί με τα λοιπά και για το τελευταίο αυτό έγκλημα για το οποίο απειλείται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του υπό εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προκύπτει ότι οι άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ζητείται η εκτέλεσή του έχουν τελεσθεί στο Λουξεμβούργο και στο Schweich της περιοχής ... (η ληστεία με χρήση βίας και απειλών και οι απειλές στο πλαίσιο επίθεσης). Ειδικά όσον αφορά στο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύμφωνα με το εν λόγω ένταλμα, αυτό τελέστηκε στη δικαστική περιφέρεια του Λουξεμβούργου "και πιθανώς, επίσης, στο Schweich της περιοχής ...

καθώς και στο εξωτερικό, ιδίως στο Βέλγιο (...) και στην Ελλάδα". Ειδικότερα, κατά το ως άνω ένταλμα αποδίδεται σχετικώς στον εκζητούμενο ότι, ως δράστης των κύριων αδικημάτων (απάτη, κατάχρηση εμπιστοσύνης), διευκόλυνε την ψευδή αιτιολόγηση της φύσης, της προέλευσης, της τοποθεσίας, της διάθεσης, της διακίνησης ή της κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία αποτελούν το άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο ή προϊόν των αδικημάτων των άρθρων 489 έως 496 του ποινικού κώδικα του Λουξεμβούργου, καθώς και απέκτησε και κατείχε τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν των αδικημάτων αυτών, γνωρίζοντας κατά τον χρόνο που τα έλαβε ότι προέρχονταν από αδίκημα, και εν γνώσει του υποβοήθησε την τοποθέτηση, απόκρυψη, μεταβίβαση και μετατροπή των περιουσιακών αυτών στοιχείων, τοποθετώντας τα, αρχικά, στους τραπεζικούς λογαριασμούς διάφορων αλλοδαπών εταιριών και σε προσωπικούς του λογαριασμούς σε διάφορες αλλοδαπές τραπεζικές εταιρίες, στους οποίους (λογαριασμούς) κατέθετε διάφορα χρηματικά ποσά (συνολικού ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ), ώστε εν γνώσει του διευκόλυνε την ψευδή αιτιολόγηση της φύσης, της προέλευσης, της τοποθέτησης, της διάθεσης, της κίνησης ή της κυριότητας των κεφαλαίων αυτών, και ως εκ τούτου, απέκτησε και κατείχε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, στη συνέχεια δε, πραγματοποίησε πληθώρα συναλλαγών επένδυσης, απόκρυψης, μεταβίβασης και μετατροπής, μεταξύ των οποίων:

α) αναλήψεις μετρητών, για την απόκτηση, μεταξύ άλλων, ενός πίνακα από τη γκαλερί τέχνης "...", για την οικία του (εκζητούμενου) στην Ελλάδα, β) αποστολή εμβασμάτων σε διάφορους δικαιούχους, μεταξύ των οποίων, η ελληνογαλλική Σχολή "..." στην Αθήνα (δίδακτρα για τα τέκνα του), ο Ελληνικός Ιππικός Όμιλος (9.200 ευρώ), πληρωμές προσωπικών δαπανών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, πληρωμές διατροφής στην πρώην σύζυγό του, Μ.

Κ. (συνολικού ποσού 200.000 ευρώ), δηλαδή επανατοποθέτησε τα κεφάλαια σε κλάδους νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας, έτσι ώστε τα εν λόγω κεφάλαια να επιστρέφουν στο χρηματοοικονομικό σύστημα ως καθόλα νόμιμα κεφάλαια. Επομένως, η αποδιδόμενη στον εκζητούμενο πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φέρεται να τελέστηκε εν μέρει στην Ελλάδα, όπου και επήλθαν οι συνέπειες της εγκληματικής δραστηριότητάς του.

Ωστόσο, κατά τις δικονομικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 περ η' του ν. 3251/2004, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4749/23-6-2022, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον οι δικονομικού δικαίου διατάξεις έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών, μέρος αυτών, εκτός αν άλλως ορίζουν, δεν απαγορεύεται πλέον η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αλλά υπάρχει δυνατότητα μη εκτέλεσής του, η οποία απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Εν προκειμένω, ενόψει του στην Ελλάδα τελέσθηκε μόνο ένα μικρό μέρος του αποδιδόμενου στον εκζητούμενο εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος του τελέστηκε στο Λουξεμβούργο, καθώς και, κυρίως, ότι τα βασικά εγκλήματα (απάτη, κατάχρηση εμπιστοσύνης), τελέστηκαν επίσης στο Λουξεμβούργο, η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης θα διευκολυνθεί με την εξ ολοκλήρου έρευνα και εκδίκασή της από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Λουξεμβούργου, και επομένως, δεν συντρέχει λόγος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Επίσης για τον ίδιο λόγο κρίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, κατ` άρθρο 28 παρ.1 του ν.3251/2004, της εκτέλεσης του ένδικου εντάλματος. Οι αντίθετες αιτιάσεις του εκκαλούντος που προβάλλονται με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της έφεσης υποστηρίζοντας ότι συντρέχει λόγος υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του επίδικου εντάλματος, για το λόγο ότι τόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος φέρεται η Ελλάδα και υφίσταται αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, και συνακόλουθα έλλειψη νομιμότητας του εντάλματος, είναι αβάσιμες, καθόσον όπως προεκτέθηκε, μετά την κατάργηση της περ.

ζ' του άρθρου 11 του Ν. 3251/2004, με το άρθρο 30 του Ν. 4947/23-6-2022, δεν απαγορεύεται πλέον η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος και στην περίπτωση που η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί, τελέστηκε εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος της Ελλάδος. Περαιτέρω η έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποτελεί δικαίωμα των αρχών κάθε κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εν προκειμένω των αρχών του Λουξεμβούργου, που μπορούν να το ενεργοποιήσουν οποτεδήποτε, εφ` όσον συντρέχουν οι οριζόμενες για την έκδοσή του προϋποθέσεις, όπως εν προκειμένω, χωρίς να προκύπτει εκ τούτου προσβολή των θεμελιωδών αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή προσβολή της αρχής της αναλογικότητας.

Εξάλλου, τα από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.3 στοιχ. α' και γ' της Σύμβασης της Ρώμης (ν.δ. 53/1974), δικαιώματα γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος κατηγορουμένου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής που ζήτησε την έκδοσή του και την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης, όταν και θα ετοιμάσει την υπεράσπισή του κατά της εναντίον του κατηγορίας.

Τα δικαιώματα δε αυτά του συλληφθέντος και υπό έκδοση κατηγορούμενου δεν μπορεί να ελέγχονται από το κράτος που εκτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά εμπίπτουν στις υποχρεώσεις, ελέγχου για την άσκησή τους ή μη, των δικαστικών αρχών του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εκ των προτέρων, το σύννομο των ενεργειών τους που θα ακολουθήσουν μετά την παράδοση του εκζητούμενου, ιδίως ενόψει του ότι μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στον σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ώστε οποιαδήποτε δυσπιστία στις δικαστικές αρχές του Λουξεμβούργου να είναι αδικαιολόγητη.

Συνακόλουθα οι αιτιάσεις του εκκαλούντος που προβάλλονται με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να αρνηθεί την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, διότι η εκτέλεσή του έρχεται σε αντίθεση με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι δεν του παρασχέθηκε η δυνατότητα κλήτευσης και ακρόασής του και παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, είναι αβάσιμες.

Τέλος, σχετικά με την αναφορά του εκκαλούντος εκζητούμενου στο εφετήριο στη γενική κατάσταση της υγείας του, την οποία δεν συνδέει με κάποιο αίτημα, σημειώνεται ότι η επικαλούμενη χολοκυστεκτομή στην οποία αυτός υποβλήθηκε κατά το έτος 2021, ουδεμία ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, αφενός λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε έκτοτε και αφετέρου διότι, αναμφίβολα, στο Λουξεμβούργο ο εκζητούμενος θα τύχει της όποιας ενδεδειγμένης θεραπείας και ιατρικής παρακολούθησης τυχόν χρειαστεί.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και, αφού περιέχονται στο ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης όλα τα τυπικά, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ν.3251/2004, στοιχεία, δεν αντίκειται αυτό στις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 1 του ίδιου νόμου και συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 5 προϋποθέσεις έκδοσής του, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 11 του ν.3251/2004 όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 30 του ν.4947/2022, περιπτώσεις απαγόρευσης της εκτέλεσής του, ούτε συντρέχει άλλος δυνητικός λόγος μη εκτέλεσής του κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 36 του ν.5108/2024, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του επίδικου ευρωπαικού εντάλματος έκδοσης σε βάρος του μη συναινούντος στην έκδοσή του στις δικαστικές αρχές του Λουξεμβούργου εκζητούμενου - εκκαλούντος, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, καθ'όλα τα σκέλη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα των προαναφερομένων η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος- εκζητουμένου τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον η πρόβλεψη του άρθρου 37 του Ν. 3251/2004, κατά την οποία "Αν από την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην Ελλάδα προκαλούνται δαπάνες επί του ελληνικού εδάφους, αυτές βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο", δεν αφορά και στα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 173/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την με αριθ.1/2025 από 17-1-2025 έφεση του P. S. A. (ον.) W. (επ.) του H. και της C., που γεννήθηκε στις 15-2-1967 στο Λουξεμβούργο, υπηκόου Γαλλίας, κατοίκου Αθηνών, οδός ..., ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού, κατά της με αριθμό 8/16-1-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε και διατάχθηκε η εκτέλεση του με αριθμό φακέλου ... από 17-4-2024 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Δικαστικών Αρχών του Λουξεμβούργου.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα-εκζητούμενο στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2025.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ