Supreme Court allows appeal against labor dispute verdict, ordering restitution of funds paid under voided judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final labor dispute judgment, overturning the lower court's decision to partially accept the plaintiff's counter-claim. The court found the lower court violated substantive law by applying a cap on compensation that rendered the legal review of specific constitutional and civil code articles impossible. Consequently, the court ordered the restitution of 29,381.90 euros paid by the employer to the employee and awarded legal costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 2 of Law 173/1967; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: When a statutory cap on compensation renders the review of substantive law provisions impossible, the lower court's application of such a cap constitutes a procedural violation justifying the annulment of the judgment and the restitution of funds paid under the voided decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 800 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 800/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (….), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου 'Αλκηστης Χριστοφίλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1444/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6609/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 2029/207/2020 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (ΟΤΕ), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6609/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 21.9.2018 και με αριθμ. κατάθ. 7078/2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου - Νικολάου Πολύζου και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1444/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 20.12.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3226/2017) αγωγή του, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κλπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000,00 ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, αναφερόμενη σε ανώνυμες εταιρείες ή κοινωφελείς επιχειρήσεις, προβλέπει, κατά το χρόνο της απομάκρυνσης υπαλλήλων από την εργασία, την καταβολή σε αυτούς και άλλης πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920, η αποζημίωση αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 15% εκείνης που καθορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967.
Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης, που οφείλεται, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, στους υπαλλήλους και εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία, καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερομένων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογουμένους και, στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών (Ολ.
ΑΠ 10/1998, ΑΠ 34/1997), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 174/2019, 614/2018). Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν, κατά κανόνα, κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ.
ΑΠ 20/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με την 6395/1985 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541/16.9.1985), το οποίο, κατά το άρθρο 44 του νέου κανονισμού, εξακολουθεί να ισχύει για το προσωπικό που υπηρετούσε ως μόνιμο ή δόκιμο κατά την 10.6.1999, το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ, όταν απολύεται (αποχωρεί) με αίτησή του, λόγω 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας ή, προκειμένου περί γυναικών, λόγω 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας και εφόσον είναι έγγαμες ή έχουν ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτές, 15ετούς πραγματικής υπηρεσίας, "λαμβάνει την υπό της κειμένης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, ως εκάστοτε ισχύει αύτη, οριζόμενη αποζημίωση".
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της αποζημίωσης στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία (...
ΑΕ), κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία της (ν.δ. 1049/1949, α.ν. 301/1968, άρθρο 54 παρ.1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι, και κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967. Το χαρακτήρα αυτό, ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, δεν απέβαλε από το γεγονός της εξόδου της από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο πρώτο του ν. 2257/1994, σύμφωνα με το οποίο ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ, "ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ. 1049/1949 (ΦΕΚ Α' 195) και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το νόμο 2167/1993 (ΦΕΚ Α' 141), όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, χωρίς να μεταβάλλεται η νομική του προσωπικότητα και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρείας που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας".
Το ότι το ανώτατο όριο αποζημίωσης αυξήθηκε ακολούθως με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν επέφερε κατάργηση του νομοθετικώς θεσπισμένου ορίου, ώστε η οφειλόμενη από τον …… αποζημίωση να έχει πλέον εξομοιωθεί με τη γενικώς προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 (Ολ. ΑΠ 10/1998). Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996 (Εισαγωγή μετοχών του …… στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις), ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α' 189) που αφορούν στο ύψος της οφειλόμενης στο απολυόμενο προσωπικό του ΟΤΕ αποζημίωσης του ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α' 57), όπως ισχύουν, μετά τις υπογραφείσες μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων …. (…….) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εξακολουθούν να ισχύουν".
Επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, σύμφωνα με το οποίο "Η εταιρεία με την επωνυμία ... Ελλάδος ΑΕ ("ΟΤΕ" ή "Εταιρεία") είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία ", αφού δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της, ως ανώνυμης εταιρείας που ασκεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ούτε και από το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006, που ορίζει ότι, από την έναρξη ισχύος του, εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του …..ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της …..ΑΕ, όπως ισχύει, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας κλπ, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Κανονισμού της …….
ΑΕ, με την επιφύλαξη των εκεί αναφερομένων διατάξεων που εξακολουθούν να ισχύουν, το οποίο σαφώς ρυθμίζει μόνο το θέμα εναρμόνισης του κανονισμού προς αυτόν της …… (ΑΠ 675/2014). Τέλος, με τον 9ο όρο της από 25.6.2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ της …….ΑΕ και της ……., ορίζεται ότι "Η πρόσθετη αποζημίωση των τριών (3) μηνιαίων μισθών που χορηγούνται στο απολυόμενο προσωπικό, σύμφωνα με την απόφαση που πάρθηκε στην 2122/7.6.1989 (θ.33) συνεδρίαση του ΔΣ- …..
ΑΕ, η οποία κατέστη όρος της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, αυξάνεται από 2.1.2002 σε πέντε (5) μηνιαίους μισθούς. [όρος 9 της από 25.6.2001 ΕΣΣΕ]". Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση, με τον 6ο όρο της από 30.6.2003 ΕΣΣΕ αυξήθηκε από 2.1.2004 σε επτά (7) μηνιαίους μισθούς και με τον 6ο όρο της από 19.5.2004 ΕΣΣΕ αυξήθηκε από 2.1.2005 σε εννέα (9) μηνιαίους μισθούς (ΑΠ 1314/2020, 614/2018, 597/2017).
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 6609/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη την 14.6.1989 ως διοικητικός υπάλληλος από την εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα ... (……) και την 30.6.2015 αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης, υπογράφοντας σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός του για ένταξη του στο πρόγραμμα αποχώρησης της εναγομένης, που εφάρμοσε η τελευταία το έτος 2015 με τη με αριθμό 427/Δ. 573/22.5.2015 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, είχαν θεμελιώσει δικαίωμα απόληψης της πρόσθετης αποζημίωσης.
Συγκεκριμένα ο ενάγων εντάχθηκε στο πρόγραμμα Α3 1 της ενότητας Πρόγραμμα Οικειοθελούς Αποχώρησης Εργαζομένων και Εμμίσθων δικηγόρων που βρίσκονται κοντά στη Συνταξιοδότηση, το οποίο απευθυνόταν στους εργαζομένους που συνδέονται με την εταιρία με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που σωρευτικά δεν εντάσσονται στα Α1 ΚΑΙ Α2 προγράμματα έχουν ασφαλιστεί πρώτη φορά μέχρι την 31.12.1992 καθώς και θεμελιώνουν μέχρι την 31.12.2020 δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης (πλήρους ή μειωμένης ) από τον ασφαλιστικό φορέα ΟΤΕ, κατ' εφαρμογή υπέρ αυτού της ως άνω ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ' και 2 εδ. γ' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος θεσπίστηκε για το θήλυ προσωπικό της εναγομένης και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ισχύοντος ΕΚΠ-ΟΤΕ, δεδομένου ότι στις 30.6.2015, οπότε αποχώρησε από την εναγομένη, είχε συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία από τον αρχικό του διορισμό στις 14.6.1989, 26 έτη υπηρεσίας.
Πληρούσε δε και τις λοιπές προϋποθέσεις του προγράμματος αποχώρησης της εναγομένης, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την τελευταία, συναγόμενης σχετικής ομολογίας αυτής, κατ' άρθρο 352 ΚΠολΔ. Ωστόσο, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων των ν. 1414/1984 και 3896/2010, η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα έως τις 1.7.2015, ως όφειλε, την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα (9) τακτικών μισθών που καταβάλλεται σε όσους έχουν συμπληρώσει 25ετή προϋπηρεσία από τον αρχικό διορισμό στον ΟΤΕ, και κατέβαλε την αποζημίωση αυτή, κατ' εφαρμογήν της ως άνω διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
γ' και 2 εδ. γ' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, στις γυναίκες υπαλλήλους της, όπως στην Ε. Σ. η οποία είχε συμπληρώσει, ομοίως όπως και ο ενάγων, 25ετή προϋπηρεσία....Περαιτέρω η εναγομένη αρνείται να καταβάλει στον ενάγοντα την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα τακτικών μηνιαίων μισθών, που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19.5.2004 ΕΣΣΕ και δικαιούνται οι κατηγορίες των εργαζομένων της εναγομένης που αποχωρούν με βάση το άρθρο 19 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται το θήλυ προσωπικό μετά τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας στην εναγομένη (άρθρο 19 παρ. 2 εδ.
γ' του ΓΚΠ-ΟΤΕ). Η διάταξη όμως αυτή παραβιάζει την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων και θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής και επί των ανδρών εργαζομένων της εναγομένης εταιρείας, για το οποίο συνέτρεχαν οι αυτές προϋποθέσεις.
Συνεπώς η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, που είχε συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 25 ετών, την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνών των 33.920,19 ευρώ = 9 μήνες x 3.768,91 ευρώ (ήτοι 3.230,50 ευρώ καταβαλλόμενος τακτικός μισθός Ιουνίου 2015 + 538,41 ευρώ (1/6 προσαύξηση δώρων εορτών και επιδόματος αδείας). Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει να καταβάλει τη πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνών κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 13 ν. 3144/2003.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι μη νόμιμος, καθόσον η προαναφερθείσα πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνών (όρος 6 της από 19.5.2004 ΕΣΣΕ), των αποχωρούντων υπαλλήλων της εναγομένης η οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά στη από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, θεσπίστηκε ως κίνητρο για την αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού και την εντεύθεν ανακούφιση της εναγόμενης, δια της απαλλαγής της από τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού και ήταν ανεξάρτητη από την αποζημίωση που καταβαλλόταν στο προσωπικό της εναγομένης που αποχωρούσε λόγω ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τους όρους ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Κατά συνέπεια έστω και αν το κονδύλιο αυτό αναφέρεται ως πρόσθετη αποζημίωση, στο μέτρο που αφορά υπαλλήλους της εναγομένης που αποχωρούν με αίτησή τους και αποτελεί κίνητρο για αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση της εναγομένης, δια της απαλλαγής της από τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού, δεν υπόκειται στο περιορισμό του άρθρου 2 του α.ν 173/ 1967).
Επίσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το ποσό που κατέβαλε στον ενάγοντα υπερκαλύπτει την επίδικη αξίωση, η οποία έχει αποσβεστεί δυνάμει ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, όπου αναφέρεται ότι ο ενάγων συνομολόγησε ότι στο υπέρτερο της νόμιμης αποζημίωσης καταβαλλόμενο σε αυτόν ποσό θα συμψηφίζεται κάθε τυχόν υπάρχουσα χρηματική αξίωση που συνδέεται με το περιστατικό της λύσης της σύμβασης.
εργασίας του. Όμως, η επίδικη απαίτηση του ενάγοντος δεν συνιστά αξίωση που προέρχεται αποκλειστικά από τη λύση εργασίας του ενάγοντα, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της άνω ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, αλλά αξίωση που πηγάζει πρωτίστως εκ της παραβίασης της αρχής της ισότητας, έχει δηλαδή διαφορετικό νομικό και πραγματικό έρεισμα.
Κατά συνέπεια ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσόν των 33.920,19 ευρώ.
Το Μονομελές Εφετείο, με την κρίση ότι η πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνιαίων μισθών του αποχωρούντος με αίτησή του υπαλλήλου της εναγομένης, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στην από 7.3.1990 ΕΣΣΕ και αφορούσε αρχικά πρόσθετη αποζημίωση τριών μηνιαίων μισθών, η οποία αυξήθηκε διαδοχικά σε εννέα μηνιαίους μισθούς, θεσπίσθηκε ως κίνητρο για την αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του ….., ανεξάρτητα της καταβλητέας, κατά τον ΓΚΠ-ΟΤΕ, αποζημίωσης και ότι, αν και αναφέρεται ως πρόσθετη αποζημίωση, στο μέτρο που αφορά αποχωρούντες με αίτησή τους υπαλλήλους του …..
και αποτελεί κίνητρο για αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 [μολονότι, κατά τις παραδοχές, οι ενάγοντες έλαβαν ως κίνητρο οικειοθελούς αποχώρησης, πέραν της αποζημίωσης απόλυσης, και πρόσθετο χρηματικό ποσό (κατά τα ανωτέρω με αρ. 4)], παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 3 του α.ν. 173/1967, 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 618/1970 και τους σχετικούς με την ως άνω αποζημίωση όρους των από 7.3.1990, 25.6.2001, 30.6.2003 και 19.5.2004 ΕΣΣΕ.
Τούτο διότι η εν λόγω παροχή των εννέα μηνιαίων μισθών, όπως αυξήθηκε διαδοχικά με τις προαναφερόμενες ΕΣΣΕ και χορηγείται στο προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ- ΟΤΕ, αποτελεί πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, πέραν αυτής του ν. 2112/1920, η οποία, λόγω του ότι η εναγομένη συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στον περιορισμό που τίθεται με το άρθρο 3 του α.ν. 173/1967.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, και δεύτερος κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ. 4, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015), είναι βάσιμοι.
Ο ίδιος δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον αριθμητικώς απλώς γίνεται επίκληση της διάταξης που τον προβλέπει, χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένου σφάλματος της νόμιμης βάσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατόν να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επίκλησης του συμψηφισμού, πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 633/2015, ΑΠ 1617/2009).
Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται, κατά τους όρους των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.
Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (ΑΚ 174 και 178), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν το συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 782/2014, 1914/2011, 769/2004).
Αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής είναι η απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως από τη στιγμή που θα συνυπάρξουν, η δε επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 411/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφού παραθέτει τον ισχυρισμό της εναγομένης περί συμβατικού συμψηφισμού, συνιστάμενο στο ότι το καταβληθέν στον ενάγοντα χρηματικό ποσό υπερκαλύπτει την επίδικη απαίτηση και, ως εκ τούτου, η αξίωσή του έχει ήδη αποσβεσθεί δυνάμει ρήτρας που περιλαμβάνεται στο καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας, στο οποίο επί λέξει διαλαμβάνεται ότι "...
ο μισθωτός αναγνωρίζει και δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι με την καταβολή του ανωτέρω συνολικού ποσού υπερκαλύπτεται και σε αυτό συμψηφίζεται κάθε τυχόν χρηματική αξίωση του οικειοθελούς αποχωρούντος εργαζομένου έναντι της εταιρίας, που συνδέεται με τη λύση της σύμβασης εργασίας του", δέχθηκε τα εξής: .......
ότι ο ενάγων συνομολόγησε ότι στο υπέρτερο της νόμιμης αποζημίωσης καταβαλλόμενο σε αυτόν ποσό θα συμψηφίζεται κάθε τυχόν υπάρχουσα χρηματική αξίωση που συνδέεται με το περιστατικό της λύσης της σύμβασης εργασίας του. Όμως, η επίδικη απαίτηση του ενάγοντος δεν συνιστά αξίωση που προέρχεται αποκλειστικά από τη λύση εργασίας του ενάγοντα, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της άνω ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, αλλά αξίωση που πηγάζει πρωτίστως εκ της παραβίασης της αρχής της ισότητας, έχει δηλαδή διαφορετικό νομικό και πραγματικό έρεισμα.
Κατά συνέπεια ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός της εναγομένης περί αποσβέσεως της επίδικης αξιώσεως δυνάμει ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω (361, 440, 441, 442 ΑΚ), αφού η συνομολογηθείσα σύμβαση περί συμψηφισμού των πιο πάνω αμοιβαίων απαιτήσεων δεν απαγορεύεται, ούτε αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, τα δε ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, δεν επιτρέπουν να διακριβωθεί αν η έννομη συνέπεια είναι ορθή, ότι δηλαδή αυτά συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Προσέτι δε, ενώ δέχεται την ύπαρξη ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού με ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία (ότι η επίδικη απαίτηση δεν συνιστά αξίωση προερχόμενη από τη λύση της σύμβασης εργασίας, αλλά πρωτίστως από την παραβίαση της αρχής της ισότητας), κατέληξε στο πόρισμα ότι η επίδικη απαίτηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας συμβατικού συμβιβασμού, χωρίς να αιτιολογεί γιατί αυτή δεν είναι απόρροια της λύσης της εργασιακής σχέσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 416, 440, 288 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, είναι βάσιμος.
Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου από τον αριθμό 11γ και τέταρτου λόγου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των άνω λόγων. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, πρέπει να κρατηθεί για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ.
αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013) και στη συνέχεια να απορριφθεί αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσιβλήτου του προαναφερόμενου ποσού, ως μη νόμιμη (ΑΠ 310/2017, 339/2016) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε την 15.11.2021, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 29.381,90 ευρώ, το οποίο κατέβαλε, εκουσίως, προς τον αναιρεσίβλητο, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, για το επιδικασθέν κεφάλαιο και τους επ` αυτού δικονομικούς τόκους. Η καταβολή προαποδεικνύεται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα καταβολής της αναιρεσείουσας.
Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6609/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 20.12.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 611509/3226/2017 αγωγή.
Απορρίπτει αυτή. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα, το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και ενενήντα λεπτών (29.381,90),με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ