Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of facts in a traffic accident case involving a motorcycle and car.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident between a motorcycle and a car. The appellant argued that the lower court erred in finding him solely responsible by ignoring expert testimony and common sense regarding the physics of the collision. The court rejected this, ruling that the lower court properly considered all evidence, including the appellant's own sworn statement, and that the appellant's arguments regarding physical laws did not constitute a violation of common sense under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 559(1)(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not overturn a lower court's finding of facts merely because the appellant disagrees with the application of common sense or scientific principles, provided the lower court has considered all evidence and the appellant's arguments do not constitute a violation of common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 857 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 857/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Λ. Σ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Aνδρέα Στρουγγάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστο Μακρή και δεν κατέθεσε προτάσεις. 2. Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Της εδρεύουσας στην ..., ασφαλιστικής ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ΣΥΝΑΙΤΕΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α. νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σύριο βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 4. Της εδρεύουσας στην ..., ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.Γ.Α. νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5039/2006 μη οριστική και 5524/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 833/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/2/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 23/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 1ου,2ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και την χωρίς όρκο κατάθεση του αναγομένου Μ. Κ. και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου Μ. Κ.. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, είναι αβάσιμος.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψΗ αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούμε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Στις 16-12-2005 και περί ώρα 6.15 ο δεύτερος ενεγόμενος και ήδη αναρεσίβλητος Μ. Κ., οδηγώντας το ... ΔΧΦ αυτοκίνητο μετά ρυμουλκούμενου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΓΑ", εκινείτο επί της οδού Πειραιώς στον Πειραιά, με κατεύθυνση από τον Πειραιά προς Ομόνοια.
Η εν λόγω οδός είναι στο ως αμέσως κατωτέρω καθοριζόμενο τόπο του ένδικου ατυχήματος ευθεία οριζόντια διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 11 μ. Στο ρεύμα προς Αθήνα και πλάτος πεζοδρομίου 5 μ. στο ίδιο ρεύμα, με διαχωριστική νησίδα στο μέσον, ο δε εναγόμενος οδηγούσε το όχημά του στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας του.
Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική, η ορατότητα επαρκής και το όριο ταχύτητας 50 χλμ. την ώρα ως κατοικημένη περιοχή. Την ίδια στιγμή, ο α' εναγόμενος, οδηγώντας το αριθμ. Κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. Αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", εκινείτο στην ίδια οδό, ομόρροπα με τον δεύτερο εναγόμενο, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του και σε μικρά απόσταση πίσω από το φορτηγό.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο ενάγων οδηγώντας το αριθ. Κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του , 125 κ.ε., κατέχοντας διεθνή άδεια οδηγήσεως, εκινείτο στην ίδια οδό στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ομορρόπως με τους δύο πρώτους εναγομένους και αρχικά όπισθεν του φορτηγού αυτοκινήτου. Όταν τα ως άνω οχήματα έφθασαν στη συμβολή της οδού Πειραιώς με την οδό Κατσουλάκου και ενώ το εμπρόσθιο μέρος του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου που οδηγούσε ο α' εναγόμενος βρισκόταν παραλλήλως με το ρυμουλκούμενο του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου, ο ενάγων, προτιθέμενος να προσπεράσει το φορτηγό, ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά και επιχειρώντας να διέλθει μεταξύ των ως άνω οχημάτων, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πλην όμως, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο οπίσθιο δεξιό μέρος (δεξιά γωνία του Ι.Χ.
αυτοκινήτου και στη συνέχεια στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα αυτού. Ακολούθως, το μοτοποδήλατο ανετράπη προς τα δεξιά και σύρθηκε μαζί με τον ενάγοντα στο οδόστρωμα, ο ενάγων απώλεσε την ισορροπία του και επέπεσε στο οδόστρωμα μαζί με το μοτοποδήλατο έμπροσθεν του πίσω αριστερού τροχού του ρυμουλκούμενου του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος αφού παρέσυρε το μοτοποδήλατο περίπου ένα μέτρο, διήλθε πάνω από αυτό και στη συνέχεια πάνω από το σώμα του ενάγοντα, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά και να προκαλέσει εκτεταμένες βλάβες στο όχημά του.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο ίδιος ο ενάγων, διότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν εκινείτο πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος όπως είχε υποχρέωση, επιχείρησε προσπέραση και αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας , εκτελώντας ελιγμούς ανάμεσα σε διερχόμενα αυτοκίνητα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω, μπροστά του, ή ετοιμάζονταν να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του, παρέβη δηλαδή τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 2, 17 παρ. 8,α, β, 21 παρ. 1, 4 Κ.Ο.Κ.
Αντίθετα, καμία υπαιτιότης για το ατύχημα βαρύνει τους δύο πρώτους εναγομένους οδηγούς. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, εκινείτο κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του , με μικρή ταχύτητα κάτω των 40 χλμ. περίπου, όπως συνομολογεί ο ενάγων και προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο αντίγραφο του ταχογράφου, δεν ενεπλάκη στη σύγκρουση του μοτοποδηλάτου με το Ι.Χ.
αυτοκίνητο που οδηγούσε ο α' εναγόμενος, εξ αιτίας δε της αιφνίδιας εκτίναξης του ενάγοντος δεν είχε την χρονική και τοπική δυνατότητα να εκτελέσει αποτελεσματικό αποφευτικό ελιγμό. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε κανονικά το όχημα του εντός των ορίων της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, η δε κυκλοφορία του σε παράλληλη σειρά με το φορτηγό αυτοκίνητο ήταν επιτρεπόμενη, εφόσον πρόκειται για οδό σε κατοικημένη περιοχή, διπλής κατευθύνσεως με δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η κίνηση δε αυτή, δεν θεωρείται ότι αποτελεί προσπέρασμα.
Επίσης, δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι ο α' εναγόμενος εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα πάνω από το επιτρεπόμενο όριο. Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την Πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε τις παραπάνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος (κατά το οικείο μέρος) λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
3. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. (ΑΠ 79/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον (κατά το οικείο μέρος) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το λόγο αυτό το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους εφαρμοζόμενους στην ένδικη διαφορά του άρθρου 681Α ΚΠολΔ ερμηνευτικούς κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων κατά τα προαναφερόμενα περιστατικά που εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη των υπό στοιχ. 1 και 2α λόγων αναιρέσεως.
Την αποδιδόμενη δε πλημμέλεια στο Εφετείο ο αναιρεσείων στηρίζει στο ότι "τα πραγματικά γεγονότα που έλαβε υπό όψει της η προσβαλλόμενη ... κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και ιδία των κανόνων της φυσικής επιστήμης, ότι ευρισκόμεθα ενώπιον ελαστικής κρούσεως δύο σωμάτων (Ι.Χ. και μοτοποδηλάτου), κατά την οποία δεν υπάρχει απώλεια μηχανικής ενέργειας ...
το σώμα μου, μετά την πρόσκρουσιν, θα κατευθύνετο με κίνησιν υπό γωνία 40ο , δηλαδή άνωθεν του Ι.Χ και λοξώς προς τα δεξιά, γεγονός που αποκλείει την κίνησιν του σώματός μου οριζόντια δεξιά και διάνυσιν 6μ. ή 7μ. δια να ευρεθεί εις το σημείο (έμπροσθεν του οπισθίου αριστερού τροχού του ρυμουλκούμενου) -" Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα με αυτόν ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για στήριξη των απόψεων για στήριξη των απόψεών του και, επομένως δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2012 αίτηση του Λ. Σ. για αναίρεση της 833/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε: 1) χίλια οκτακόσια (1.800)ευρώ ως προς τον πρώτο, 2) δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ ως προς τους δεύτερο και τέταρτη και 3) δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ