Legislator Case Law & Legislation
79/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive law regarding common sense teachings.

Case Number 79/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the lower court's judgment on both procedural and substantive grounds. The court held that additional appeal arguments must be filed thirty days before the hearing, not after a postponement, and that the lower court did not violate substantive law by interpreting the contract. Furthermore, the court ruled that violations of common sense teachings only constitute a ground for appeal when they concern the interpretation of legal rules or the application of facts, not the factual findings themselves.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: Additional appeal arguments must be filed thirty days prior to the hearing, and a violation of common sense teachings constitutes a ground for appeal only when it concerns the interpretation of legal rules or the application of facts, not the finding of facts.

Keywords

AI generated
additional appeal arguments thirty day filing period postponement of hearing common sense teachings interpretation of legal rules application of facts finding of facts

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 79 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Απαιτείται κατάθεση δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά την αναβολή ή ματαίωση της , καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, διαφορετικά απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.- Τραπεζική επιταγή. Μόνο η παράδοση της τραπεζικής , δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ , ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής.- Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ 1 εδ β΄του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι τη διαπίστωση αυτών.

ΑΡΙΘΜΟΣ 79/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμ-ματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "G. And M. M. INTERNATIONAL TRANSPORT SPRL" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. θυγ. Γ. Μ., κατοίκου .... Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας εταιρείας και διόρισε τον Δημήτριο Λαζανά, δικηγόρο Αθηνών ως πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η 2η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2499/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 604/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-9-2008 αίτησή τους καθώς και με τους από 5-9-2010 και 13-9-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.ΑΠ 143/84, 266/85).

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με τα από 5-9-2010 και από 13-9-2010 δύο δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-9-2010 και 14-9-2010, αντιστοίχως, όπως προκύπτει από τις 151/7-9-2010 και 154/14-9-2010, αντιστοίχως, πράξεις καταθέσεως του αρμόδιου Γραμματέα.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού η συζήτηση της αναιρέσεως έχει οριστεί για τη δικάσιμο της 28-9-2010, σύμφωνα με την από 28-7-2009 πράξη του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη του Α' Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.

Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.

Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), η οποία ενεργούσε για τον εαυτό της ατομικά αλλά και ως νόμιμη εκπρόσωπος και για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μηνιαίο μισθό 2.000 ευρώ, ο οποίος την 1.1.2005 αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 2.500 ευρώ, πλέον των προβλεπομένων από τον νόμο επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και αποδοχών αδείας, με την ειδικότερη συμφωνία ότι για την καταβολή των ανωτέρω ευθύνονται εις ολόκληρον αμφότεροι οι εναγόμενοι, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του ως προϊστάμενος γραφείου κινήσεως στην επιχείρηση των εναγομένων, η οποία βρίσκεται στην Αθήνα (...

αρ. 101) και έχει αντικείμενο εργασιών την μεταφορά εμπορευμάτων στην ημεδαπή και αλλοδαπή. Η απασχόληση του συμφωνήθηκε να είναι πενθήμερη και ειδικότερα καθημερινές εκτός Σαββάτου και Κυριακής με ωράριο 9 π.μ. μέχρι 5 μ.μ. Ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του πλην όμως οι εναγόμενοι για τον μήνα Σεπτέμβριο 2005 του κατέβαλαν μόνο 1.250 ευρώ αντί 2.500 ευρώ που έπρεπε να του καταβάλλουν, ενώ για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005 δεν του κατέβαλαν τίποτα.

Επίσης δεν του κατέβαλαν το επίδομα Χριστουγέννων 2005 καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του 2005. Οι εναγόμενοι στις 30.11.2005 προέβησαν σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Η εν λόγω όμως καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης του ενάγοντος διότι ο τελευταίος προέβαλε τις προαναφερόμενες νόμιμες αξιώσεις του και έγινε σχετικός διακανονισμός.

Συνεπώς είναι άκυρη λόγω καταχρηστικότητας ως προσκρούουσα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι εναγόμενοι έχουν περιέλθει από την 30.11.2005 σε υπερημερία περί την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντα.

Συνεπώς οι εναγόμενοι του οφείλουν εις ολόκληρον ο καθένας τα εξής ποσά: 1) Για δεδουλευμένους μισθούς Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2005: 6.250 ευρώ (1.250+2.500+2.500), 2) Για μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης απόλυσής του και της μη αποδοχής της προσηκόντως παρεχομένης εργασίας του (ήτοι από 1.12.2005 μέχρι 30.11.2006 δηλ. 12 μήνες Χ 2.500) : 30.000 ευρώ, 3) Για επίδομα Χριστουγέννων 2005: 2500 ευρώ, 4) Για αποδοχές αδείας 2005: 1.750 ευρώ ήτοι 2.500 ευρώ μείον 750 ευρώ που του κατέβαλαν οι εναγόμενοι, 5) Για επίδομα αδείας 2005: 1.250 ευρώ, 6) Για επίδομα Πάσχα 2006 : 1.250 ευρώ, 7) Για επίδομα Χριστουγέννων 2006: 2.500 ευρώ 8) Για αποδοχές αδείας 2006: 2.500 ευρώ, 9) Για επίδομα αδείας 2006: 1.250 ευρώ.

Η ένσταση των εναγομένων του άρθρου 421 ΑΚ και ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί καθόσον ο μεταξύ των διαδίκων διακανονισμός για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος τελούσε υπό την αίρεση της πληρωμής των ληφθέντων στα πλαίσια του εν λόγω διακανονισμού από τον ενάγοντα επιταγών ποσού 5.500 ευρώ η κάθε μία, οι οποίες δεν πληρώθηκαν διότι ήταν ακάλυπτες.

Η σχετική επιφύλαξη αναγράφηκε επί των σωμάτων των επιταγών αυτών και συνεπώς δεν συνάγεται ότι ο ενάγων παρέλαβε τις εν λόγω επιταγές ως υπόσχεση αντί καταβολής επιφέροντας απόσβεση της επίδικης οφειλής. Και τούτο διότι η έκδοση και παράδοση επιταγής δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 419 και 421 ΑΚ αλλά γίνονται πάντοτε χάριν καταβολής (αν δεν προκύπτει σαφής βούληση απόσβεσης)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητείτο να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30-11-2005 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 419 και 421 ΑΚ και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ.

β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγμα-τικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔικ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το λόγο αυτό, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους εφαρμοζόμενους στην ένδικη εργατική διαφορά ερμηνευτικούς κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί επί λέξει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και για το λόγο τούτο πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει του μεγέθους της προσβολής, την συνθηκών τέλεσης και της οικονομικής κατάστασης των μερών.

Δηλαδή συνολικά οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό των 49.750 ευρώ νομιμότοκα, το μεν ποσό των 49.250 ευρώ από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό". Την αποδιδόμενη δε πλημμέλεια στο Εφετείο οι αναιρεσείουσες στηρίζουν στο ότι ο αναιρεσίβλητος όχι μόνο δεν υπέστη οποιασδήποτε μορφής προσβολή της προσωπικότητάς του αλλά ελάμβανε και υπερβολικό μηνιαίο μισθό, ύψους 2.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα με αυτόν ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών για στήριξη των απόψεών τους και, επομένως, δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-09-2008 αίτηση των 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "G. and M. Μ. INTERNATIONAL TRANSPORT SPRL" και 2) Ε. θυγ. Γ. Μ. για αναίρεση της 604/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ