Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds that cited facts are merely denials, not independent claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court accepted unproven facts about a competitive relationship and parallel employment, but the court ruled these were merely denials of the employer's claims rather than independent factual assertions. Consequently, the appeal was rejected because the cited points did not constitute valid grounds for review under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, para. 10 of the Civil Procedure Code; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Civil Procedure Code: Arguments based on the denial of the opposing party's claims are not considered 'facts' for the purpose of Article 559, paragraph 10, and thus do not constitute a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 856/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Υφαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΖΙΝΟ ΡΟΔΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΖΙΝΟ ΡΟΔΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δήμα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4-10-2023 με αριθμ.καταθ. 49/20-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 234/31-8-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί της από 3-6-2020 με αριθ. καταθ. 8/29-1-2021 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθ. 57/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της κατ'ουσία την από 18-2-2019 με αριθμ.καταθ. 114/19-2-2019 αγωγή του, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας, ως καταχρηστικής και αντίθετης στην αρχή της αναλογικότητας, ως και στο αρθ.11 παρ.1 περ.γ'του ν.2643/1998, της από 22-11-2018, καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την απασχόλησή του από την τελευταία με τους ίδιους όρους και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, πλέον επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, αποδοχών και επιδομάτων αδείας του χρονικού διαστήματος 1-12-2018 έως 31-12-2019, ποσού 34.672,35 ευρώ, νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (31-8-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (20-10-2023), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 711/2021, ΑΠ 345/2021, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 179/2016). Εάν ασκηθεί αγωγή από τον απολυθέντα μισθωτό, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, στην αγωγή αυτή ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας (ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 179/2016), ενώ τα περιστατικά που προβάλλονται από τον εναγόμενο-εργοδότη ως δικαιολογούντα την απόλυση, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (δηλαδή του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας) (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 927/2017).
Η καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 906/2022, ΑΠ 1107/2021, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1889/2017).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 652 του ΑΚ και 16 του Ν 146/1914 προκύπτει ότι ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση πίστης προς τον εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση εχεμύθειας και μη διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη του. Τέτοιες πράξεις, πλην άλλων, είναι η άσκηση για δικό του λογαριασμό, με άγνοια του εργοδότη, εμπορικών εργασιών, ομοίων προς τις πράξεις του τελευταίου, ως και η εξυπηρέτηση πελατών του εργοδότη απ' ευθείας από τον μισθωτό (ΟλΑΠ 1/2017, ΑΠ 928/2023, ΑΠ 1285/1984). H απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι βέβαια κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική και συνεπώς έγκυρη τη για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 906/2022).
Στην περίπτωση αυτή, λόγω του κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και μισθωτού από πταίσμα του τελευταίου, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν υπάρχει, πλην εξαιρετικών ίσως περιστάσεων, έδαφος εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας υπό την έννοια της υποχρέωσης του εργοδότη κατά την καλή πίστη να τοποθετήσει το μισθωτό σε άλλη, έστω και υποδεέστερη θέση και να μην προβεί σε καταγγελία της σύμβασης, πολλώ δε μάλλον αν κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο μισθωτός είχε εναντιωθεί στην ως άνω τοποθέτηση, θεωρώντας αυτήν ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εκ μέρους του εργοδότη.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 220/28-9-1998), ορίζονται οι κατηγορίες προσώπων που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται, κατά τη διάταξη της παρ.1 περ. β του ως άνω άρθρου, και "β. Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης(άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)." Η κοινωνική προστασία που παρέχεται από το νόμο αυτό, συνίσταται κυρίως στην επαγγελματική αποκατάσταση των ανωτέρω προσώπων και μάλιστα με τη μορφή της αναγκαστικής τοποθέτησης αυτών σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 2 παρ.8 του νόμου αυτού (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 παρ.1 του ν. 4611/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του εν λόγω ν. 2643/1998, η τοποθέτηση των ανωτέρω προστατευόμενων προσώπων, η οποία είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου αυτού.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2 και 11 παρ.1 του ίδιου νόμου, οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ.1, το οποίο θέτει περιορισμούς αναφορικά με τη λύση της σύμβασης εργασίας των προσώπων που ανήκουν στις κατηγορίες αυτές.
Ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (ν.2643/1998 άρθρο 11 παρ.1) η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται:
α).., β).. γ) Με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή για ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή.
Η ανωτέρω ειδική ρύθμιση της άνω διάταξης του άρθ. 11 παρ.1 περ.γ' του ν.2643/2018, που επάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας του εργοδότη εάν αυτή έγινε χωρίς προηγούμενη θετική απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 (ΑΠ 1334/2021, ΑΠ 510/2020, σχετ. ΑΠ 706/2006), αναφορικά με τις σχέσεις εργασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες, εφαρμόζεται, κατά τη ρητή της διατύπωση, στην παρ.1, στα άτομα αυτά, του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, δηλαδή στα άτομα με ειδικές ανάγκες που είναι γραμμένα κατά το χρόνο πρόσληψής τους, στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), κατά τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη διάταξη του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, στην οποία ρητά παραπέμπει η εν λόγω διάταξη του, και έχουν προσληφθεί, ως προστατευόμενα κατά τις διατάξεις του άνω νόμου, ανεξάρτητα αν η πρόσληψή τους αυτή ήταν υποχρεωτική (κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2) ή όχι.
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη Ανώνυμη Εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί επιχείρηση, με αντικείμενο τη λειτουργία καζίνο στο νησί της Ρόδου και την ανάπτυξη και εκμετάλλευση τουριστικών και ξενοδοχειακών εν γένει επιχειρήσεων και κάθε άλλη δραστηριότητα που συνδέεται ή συνδυάζεται με την επιχείρηση καζίνο.
Στις 08-02-1999, η εναγόμενη προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα], με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως Επιθεωρητή Επιτραπέζιων Παιγνίων ("Inspector"), στις δε 16-12-2006 τον προήγαγε στη θέση του Βοηθού Τμηματάρχη Επιτραπέζιων Παιγνίων ("Assistant Pit Boss"), αναγνωρίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την ποιότητα των υπηρεσιών που παρείχε σε αυτήν.
Δυνάμει του άρθρου 39 του Ν 4002/2011 επιτράπηκε η λειτουργία 35.000 παιγνιομηχανημάτων ("Video Lottery Terminals" · εφεξής VLT's) και προβλέφθηκε ότι η σχετική άδεια εκμετάλλευσής τους θα χορηγηθεί κατ' αποκλειστικότητα στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Ποδοσφαίρου Α.Ε." (Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.), στην οποία είχε ανατεθεί, με τη διάταξη του άρθρου 27 § 9 του Ν 2843/2000, η διαχείριση του κρατικού μονοπωλίου στο χώρο των τυχερών παιχνιδιών, πλην των καζίνο, με την δε από 04- 11-2011 σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ό.Π.- Α.Π.
Α.Ε." εξειδικεύθηκαν οι όροι της άδειας, με την οποία χορηγήθηκε στην τελευταία το αποκλειστικό δικαίωμα εγκατάστασης και λειτουργίας στην ελληνική επικράτεια 35.000 παιγνιομηχανημάτων για χρονικό διάστημα 10 ετών αντί τιμήματος 560.000.000,00 ευρώ (υπ’ αριθ. ... απόφαση του Υπουργού Οικονομικών - Β 2503), ενώ στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. ...-2018 απόφαση του ιδίου Υπουργού, τροποποιήθηκε η άνω απόφαση και χορηγήθηκε στην "Ο.Π.Α.Π.
Α.Ε." άδεια για τη λειτουργία 25.000 παιγνιομηχανημάτων στην ελληνική επικράτεια για χρονικό διάστημα 18 ετών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 του Ν 4002/2011, όπως ίσχυε, με το ίδιο ως άνω τίμημα. Κατ' επίκληση δε της εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 54 του Ν 4002/2011, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 225/2/25-10-2016 κανονιστική απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (Ε.Ε.Ε.Π.), με τίτλο "Τροποποίηση, συμπλήρωση και κωδικοποίηση της με αριθμό 158/4/-05-06-2015 (Β 328) απόφασης της Ε.Ε.Ε.Π.
όπως ισχύει" (Β 3528), με την οποία ρυθμίστηκαν τα ζητήματα που αφορούν στα παίγνια που διενεργούνται μέσω παιγνιομηχανημάτων τύπου VLT και αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 29 § 3, 30 § 1 και 31 § 2 του άνω νόμου. Έτσι, ιδρύθηκε, δυνάμει του από 08-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού, η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ.), με την επωνυμία "ΤΥΧΗ Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο Tycho Ι.Κ.ΕΛ η οποία εδρεύει στη Ρόδο και έχει ως κύριο σκοπό της την πρακτόρευση τυχηρών παιγνίων μέσω παιγνιομηχανημάτων (VLTs), σε συνεργασία με την "Ο.Π.Α.Π.
Α.Ε.", σε αμιγή χώρο (κατάστημα ΌΠΑΠ Play"), συνιδρυτής της οποίας ήταν ο ενάγων, ο οποίος εισέφερε για τη σύσταση της άνω Ι.Κ.Ε. το ποσό των 16.800,00 ευρώ και έλαβε τέσσερα (4) εταιρικά μερίδια (ονομαστικής αξίας εκάστου 4.200,00 ευρώ), επί συνόλου εξήντα (60) εταιρικών μεριδίων, αφού τον προσέγγισαν για το σκοπό αυτό, λόγω της - οφειλομένης στην κατά τα άνω πολυετή απασχόλησή του στο καζίνο της Ρόδου και προ αυτού στο "HYATT CASINO" της Θεσσαλονίκης - αυξημένης εμπειρίας του στη διενέργεια τυχηρών παιγνίων, οι Ε.
Σ. του Ν. και A. G. του N., οι οποίοι συμμετείχαν στην άνω Ι.Κ.Ε., ο πρώτος, που ήταν και ο μοναδικός διαχειριστής της, με μόλις ένα (1) εταιρικό μερίδιο και ο δεύτερος με σαράντα (40) εταιρικά μερίδια, ενώ τα υπόλοιπα δέκα πέντε (15) εταιρικά μερίδια έλαβε, εισφέροντας 63.000,00 ευρώ, ο F. T. του D. Περί τα τέλη του έτους 2017, η εναγόμενη πληροφορήθηκε από πελάτες της ότι ο ενάγων εργαζόταν ταυτοχρόνως και στο κατάστημα Ό.Π.Α.Π.
Play" που ανήκε στην ανωτέρω εταιρεία, πληροφορία που περιήλθε σε αυτήν άλλες δύο φορές, η τελευταία των οποίων ήταν περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2018, οπότε κλήθηκε ο ενάγων από τον τότε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, E. A. του A., παρουσία και του τότε Αντιπροέδρου αυτής, Ι. Κ. του Β., προκειμένου να παράσχει τις απαραίτητες εξηγήσεις σχετικά με τη συμμετοχή του στην άνω εταιρεία, χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερώσει γι' αυτό την εναγομένη, απαντώντας δε στην ερώτηση του Προέδρου της εναγομένης για ποιό λόγο συμμετείχε σε ανταγωνιστική προς την εναγομένη επιχείρηση και μάλιστα εν αγνοία της πρώτης, ο ενάγων προσπάθησε να δικαιολογηθεί, λέγοντας ότι η μόνη συνεισφορά του στην ανωτέρω εταιρεία ήταν συμβουλευτική ως προς τον προμηθευτή, από τον οποίο θα προέρχονταν τα παιγνιομηχανήματα που θα τοποθετούσαν στο κατάστημα, παραβλέποντας ότι τα εν λόγω μηχανήματα προμηθεύεται αποκλειστικά η Ό.Π.Α.Π.
Α.-Ε." και όχι οι εταίροι των αδειοδοτούμενων εταιρειών, γεγονός που του υπέμνησαν ο Πρόεδρος της εναγομένης και ο Αντιπρόεδρος αυτής. Κατόπιν αυτού, ο ενάγων υποβιβάστηκε στη θέση του Επιθεωρητή Επιτραπέζιων Παιγνίων ("Inspector"), την οποία κατείχε πριν την προαγωγή του σε Βοηθό Τμηματάρχη Επιτραπέζιων Παιγνίων ("Assistant Pit Boss"), ενέργεια στην οποία προέβη η εναγόμενη μέχρι να ερευνήσει ενδελεχώς τη βασιμότητα των καταγγελιών, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπο του ενάγοντας, ο οποίος, στη θέση που κατείχε μέχρι τότε είχε πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία των πελατών του καζίνο, την οποία δεν θα είχε στην παλαιότερη θέση του, στην οποία τον επανέφερε.
Παρά ταύτα, ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη την από 12- 11-2018 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε σε αυτήν στις 14-11-2018, με την οποία της δήλωσε ότι αρνείται να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Επιθεωρητής Επιτραπέζιων Παιγνίων και την κάλεσε να τον απασχολήσει εφεξής στη θέση που κατείχε πριν τον υποβιβασμό του, ήτοι ως Βοηθό Τμηματάρχη Επιτραπέζιων Παιγνίων, επεξηγώντας ότι στην 'ΤΥΧΗ Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία" συμμετείχε προσωρινά, "για τις ανάγκες σύστασής της", από τις 14-08-2017 έως τις 09-07-2018, με "τυπική συμμετοχή ως μεριδούχος αυτής" χωρίς ουδέποτε να εμπλακεί στη διαχείριση και εκπροσώπησή της ή στην επίτευξη των σκοπών της και χωρίς η εν λόγω συμμετοχή του στην εταιρεία αυτή να επηρεάσει στο ελάχιστο την εργασιακή του απόδοση στην εναγομένη.
Επί της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, η εναγόμενη απέστειλε την από 14-11-2018 εξώδικη απάντησή της, την οποία επέδωσε στον ενάγοντα στις 16-11-2018, γνωστοποιώντας σε αυτόν ότι "το προηγούμενο χρονικό διάστημα ερευνούσε το εν λόγω θέμα", πλην όμως ότι, μετά τη δήλωση ότι "εργαζόσασταν επί ένα περίπου έτος σε καθαρά ανταγωνιστική επιχείρηση προς τη δική μας, συμμετέχοντας ενεργά, όπως αναφέρετε, στο στήσιμό της, με την παρούσα μας, σας γνωρίζουμε ότι δυστυχώς δεν μας αφήνετε πλέον κανένα άλλο περιθώριο".
Κατόπιν αυτού, η εναγόμενη κατήγγειλε, στις 22-11-2018, την συναφθείσα μεταξύ αυτής και του ενάγοντας σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και του κατέβαλε αυθημερόν αποζημίωση απόλυσης, ύψους 32.360,86 ευρώ. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η συμμετοχή του ενάγοντας στην προρρηθείσα Ι.Κ.Ε. αποτελούσε βλαπτική ενέργεια σε βάρος της εργοδότριάς του-εναγομένης, με την οποία παρέβη την από τη σύμβαση εργασίας του παρεπομένη υποχρέωσή του πίστης προς αυτήν, αφού, εν αγνοία της τελευταίας (εργοδότριας), άσκησε εμπορικές εργασίες όμοιες με τις εργασίες της επιχείρησης της εργοδότριάς του, προβαίνοντας σε πράξεις ανταγωνιστικές προς αυτήν, καθώς και στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1 εδ.
ια του Ν 146/1914 και τούτο διότι τα ηλεκτρονικά τυχερά παιχνίδια (slot machines) που λειτουργούν εντός του καζίνο της Ρόδου, η λειτουργία και εκμετάλλευση του οποίου έχει παραχωρηθεί στην εναγομένη, έχουν ουσιωδώς όμοια χαρακτηριστικά με τα παιγνιομηχανήμστα τύπου VLT, που λειτουργούν εντός των πρακτορείων της Ό.Π.Α.Π.
Α.Ε" (σε ένα εκ των οποίων εργαζόταν, ταυτοχρόνως με την επιχείρηση της εναγομένης, ο ενάγων), εντάσσονται δε στην κατηγορία των τυχηρών παιγνίων, ήτοι των παιγνίων των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται απολύτως από την τύχη, αμφότερες δε οι εν λόγω επιχειρήσεις (καζίνο Ρόδου και κατάστημα της "Tyche Ι.Κ.Ε.* στη Ρόδο) απευθύνονται, στον τομέα των τυχηρών παιγνίων μέσω μηχανημάτων, στον ίδιο κύκλο προσώπων για την παροχή των προσφερομένων από αυτές υπηρεσιών, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι το καζίνο συνιστά επιχείρηση μεγαλυτέρου βεληνεκούς από το ανωτέρω κατάστημα "ΟΠΑΠ Play" και ότι παρέχει τη δυνατότητα στην πελατεία του να στοιχηματίσει, πέραν των ηλεκτρονικών παιγνιομηχανημάτων (slot machines) και σε επιτραπέζια παιχνίδια, όπως ρουλέτα, μπλακ τζάκ, πόκερ κ.ά, μόνη δε η συμμετοχή του ενάγοντος στη σύσταση της ανωτέρω Ι.Κ.Ε., μέσω της από αυτόν εισφοράς μέρους του απαραιτήτου προς τούτο κεφαλαίου, συνιστά πράξη ανταγωνιστική προς τα συμφέροντα της εναγομένης, αφού ήταν καίριας σημασίας για την αδειοδότηση, ίδρυση και λειτουργία του εν λόγω καταστήματός της, στο οποίο και αυτός απασχολήθηκε.
Επομένως, υφίσταται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στον τομέα της διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων μέσω μηχανημάτων, η δε συμμετοχή του ενάγοντος, για δικό του λογαριασμό ως εταίρου, σε μια τέτοια, ανταγωνιστική προς τα συμφέροντα της εναγομένης-εργοδότριάς του, εμπορική δραστηριότητα και, μάλιστα, εν αγνοία της, συνιστά ενέργεια που φέρει χαρακτήρα αθέμιτου ανταγωνισμού κατά της τελευταίας, η οποία κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπο του ενάγοντος, γεγονός το οποίο, αντικειμενικώς, κατέστησε, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από την εργοδότρια την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος του ενάγοντος (που στην προκειμένη πάντως περίπτωση υπήρχε, όπως προκύπτει από την από 26-07-2008 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν 1599/1986 του ενάγοντος, στην οποία δήλωσε ότι "Απαγορεύεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, είτε έναντι ανταλλάγματος είτε όχι, μεμονωμένα ή σε συνεργασία με οποιοδήποτε άλλο, εκτός αν λάβει άδεια ,.,α) Να θέτει σε λειτουργία, διατηρεί ή εκθέτει προς διεξαγωγή παιχνιδιού οποιοδήποτε μέσο ή υλικό διεξαγωγής παιχνιδιού ή μηχάνημα με νομίσματα για την απόκτηση χρηματικού κέρδους"), αφού, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα του εργαζομένου, ήτοι εδώ του ενάγοντος, για την εργασία που συμφωνήθηκε και αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας αυτής, ανεξαρτήτως του αναιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας στην προκειμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν καταχρηστική, αφού δικαιολογείτο από τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του εργοδότριας, λόγω της κατά τα άνω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ενάγοντος, ούτε μπορούσε να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά με ηπιότερα πειθαρχικά μέτρα, ενόψει της δηλωθείσας άρνησης του τελευταίου να συνεχίσει να απασχολείται ως Επιθεωρητής Επιτραπέζιων Παιγνίων και της απαίτησής του να τον επανατοποθετήσει η εναγόμενη στη θέση του Βοηθού Τμηματάρχη Επιτραπέζιων Παιγνίων, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, απορριπτομένων ως αβασίμων των πρώτου, δευτέρου, τετάρτου και πέμπτου λόγων έφεσης, περί εσφαλμένης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίσης ως προς τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς τον ενάγοντα μέσω της πλημμελούς εκτίμησης της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρας της εναγομένης και της μη λήψης υπ' όψιν των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του ενάγοντος (πρώτος λόγος έφεσης), περί μη ύπαρξης σχέσης ανταγωνισμού μεταξύ των καζίνο και των καταστημάτων "ΟΠΑΠ Play" (δεύτερος λόγος έφεσης), περί εσφαλμένης εκτίμησης από το άνω Δικαστήριο ότι αρκούσε και μόνο η συμμετοχή του εκκαλούντος στην προρρηθείσα Ι.Κ.Ε.
για να στοιχειοθετηθεί η ανταγωνιστική προς την εργοδότριά του συμπεριφορά του, ενώ αυτός παρέμεινε στην άνω Ι.Κ.Ε. για μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ουδεμία πράξη ανταγωνισμού διενήργησε, αφού δεν εργάσθηκε στην άνω εταιρεία, ούτε την εκπροσωπούσε, ούτε απέσπασε υλικά μέσα ή πληροφορίες από την εργασία του για να τα χρησιμοποιήσει προκειμένου να προσελκύσει πελάτες από κατάστημα (τέταρτος λόγος έφεσης) και περί μη λήψης ηπιότερων πειθαρχικών μέτρων σε βάρος του από την εναγομένη, όπως την τοποθέτησή του "σε θέση μη ευθύνης" (πέμπτος λόγος έφεσης).
Επίσης, απορριπττέος τυγχάνει και ο τρίτος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο, εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι "η συμμετοχή του εναγομένου ως ιδρυτικό μέλος σε εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται παιγνιομηχανές, σε συνεργασία μάλιστα με τον Ο.Π.Α.Π., αποτελεί άνευ ετέρου πράξη ανταγωνιστική εις βάρος της εναγομένης - εργοδότριας εταιρία", καταλήγοντας στην κρίση του αυτή με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας, τα οποία "δεν αποτελούν από μόνα τους αποδεικτικό μέσο", ιδίως όταν πρόκειται "να κριθεί ένα τόσο ιδιαίτερα εξειδικευμένο ουσιαστικό ζήτημα, όπως είναι αυτό της ύπαρξης ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ επιχειρήσεων καζίνο και επιχειρήσεων ΟΡΑΡ PLAT, και τούτο διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα, χρησιμοποιούνται δε από το Δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν, στην προκειμένη δε περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ορθώς υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου των άρθρων 652,281 και 288 Α,Κ.
και 1 του Ν 146/1914 κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, ο ενάγων πάσχει από νεανικό σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και είναι ινσουλινοεξαρτώμενος, όπως δε γνωμάτευσε η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Νομού Μεσσηνίας στην υπ αριθ. πρωτ. 476/23-10-1998 γνωμάτευσή της, έχει ποσοστό αναπηρίας 67%, την εν λόγω δε γνωμάτευση ζήτησε ο ίδιος ο ενάγων με την από 20-02-1998 αίτησή του, όπως σε αυτήν (γνωμάτευση) αναφέρεται, για το διορισμό του με το Ν 1648/1988 (ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 15 του Ν 2643/1998), καθώς κρίθηκε με αυτήν "ικανός για τα προσόντα που κατέχει", πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), προϋπόθεση αναγκαία, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη τα παρούσας, για να τύχει της προστασίας των ευεργετικών διατάξεων του Ν 2643/1998, αφού μόνο σε εκείνη την περίπτωση θα απαιτείτο, για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, σύμφωνα με το άρθρο 11 § 1 περ.
γ του άνω νόμου, να προηγηθεί απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όχι μόνο δεν έθεσε εαυτόν υπό την προστασία των διατάξεων του νόμου αυτού, αλλά, επί πλέον, απέκρυψε από την εναγομένη το χρόνιο πρόβλημα της υγείας του, το οποίο της αποκάλυψε μόλις στις 28-09- 2010, όταν της παρέδωσε την προρρηθείσα γνωμάτευση (όπως προκύπτει από την στο οπισθόφυλλο αυτής σχετική ενυπόγραφη βεβαίωσή του), κρίση του παρόντος Δικαστηρίου που ενισχύεται από το γεγονός ότι στην από 07-08-1998 αίτηση πρόσληψής του στην εναγομένη, που τότε έφερε το διακριτικό τίτλο "PLAYBOY RODOS", ουδέν πρόβλημα υγείας δήλωσε στην έγγραφη ερώτηση "Είχατε ποτέ κάποια ασθένεια ή κάποιο επανερχόμενο φυσικό ή διανοητικό πρόβλημα;", ανέφερε αντιθέτως ότι στην προηγούμενη εργασία του στο "HYATT CASINO" της Θεσσαλονίκης, όπου εργάσθηκε ως dealer από το 1996 έως το 1998 στην αμερικάνικη ρουλέτα, το μπλακ τζακ και το πούντα μπάνκο, απουσίασε, κατά το τελευταίο έτος της εκεί απασχόλησής του, ήτοι το 1998, επί εννέα (9) ημέρες, ενώ ούτε στην από 08-02-1999 αναγγελία πρόσληψής του προς τον Ο.Α.Ε.Δ.
δηλώθηκε η σχετική αναπηρία του, χωρίς ουδεμία αντίδραση του ενάγοντος ή της αρμόδιας υπηρεσίας του Ο.Α.Ε.Δ. στην παράλειψη αυτή. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ουδεμία ακυρότητα πάσχει λόγω μη τήρησης των επιταγών του Ν 2643/1998, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθώς το άνω νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, απορριπτομένου ως αβασίμου του έκτου λόγου της έφεσης....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε έγκυρη την από 22-11-2018 καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας της ένδικης, 8-2-1999, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, ακολούθως έκρινε στο σύνολό της ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του με αντικείμενο α) την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατ'άρθρον 281 ΑΚ και αντίθεσής της στην αρχή της αναλογικότητας, και ως αντικείμενης στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 περ.γ'του ν.2643/1998, β) την απασχόλησή του με τους ίδιους όρους και γ) την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας από την 1-12-2018 έως και τις 31-1-2019.
Ακολούθως (το Εφετείο) απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ.1 περ.γ' του ν.2643/1998, και 281 ΑΚ, σε συνδ.
με το αρθ.25 παρ.1 Συντ. και με εκείνες των άρθρων 174, 180, 288, 652 ΑΚ, σε συνδ. με αρθ.1 επ. 16 του ν.146/2014, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα το Εφετείο ανελέγκτως έκρινε ότι η από 22-11-2018, έγγραφη καταγγελία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης της από 8-2-1999 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου δυνάμεις της οποίας απασχολούσε τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα στην επιχείρηση Καζίνο που διατηρεί στη Ρόδο 1.
δεν είναι άκυρη λόγω έλλειψης της προβλεπόμενης από τη διάταξη του 11 παρ.1 περ. γ' του ν.2643/1998 απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, διότι ο ενάγων, ως πάσχων από χρόνιο νόσημα με ποσοστό αναπηρίας 67% , δεν ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα ανέργων αναπήρων του ΟΑΕΔ, κατά το χρόνο πρόσληψης αυτού, όπως απαιτείται για να τύχει της προστασίας των ευεργετικών διατάξεων του ν. 2643/1998, όπως η προαναφερόμενη, και δεν προσλήφθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη, από την οποία, αντίθετα, απέκρυψε το χρόνιο νόσημά του και την εξ αυτού αναπηρία του κατά το χρόνο πρόσληψής του στις 8-2-1999 και της το αποκάλυψε μεταγενέστερα (στις 28-9-2010) και 2.
δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, γενόμενη από εμπάθεια μετά την άρνηση του αναιρεσείοντος να δεχθεί τον αυθαίρετο υποβιβασμό του, από την υπεύθυνη θέση του Βοηθού Τμηματάρχη Επιτραπέζιων Παιγνίων στην οποία είχε προαχθεί και κατείχε από τις 16-12-2006, στην υποδεέστερη θέση του Επιθεωρητή Επιτραπέζιων Παιγνίων, αλλά η αναιρεσίβλητη προέβη σε αυτή λόγω της βλαπτικής σε βάρος της ενέργειάς του, της συμμετοχής και εργασίας του, εν αγνοία της, επί 11 μήνες (από 14-8-2017 έως 9-7-2018), ως ιδρυτικό μέλος, σε ανταγωνιστική της επιχείρηση πρακτορείου ΟΠΑΠ Play στη Ρόδο, της εταιρίας με την επωνυμία "Τύχη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία".
Συγκεκριμένα, κατά τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά : α) μεταξύ των επιχειρήσεων, Καζίνο Ρόδου και κατάστημα ΟΠΑΠ Play της "Tύχη IKE" στη Ρόδο, υπάρχει ανταγωνιστική σχέση στον τομέα της διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων μέσω μηχανημάτων-ανεξάρτητα του μεγαλύτερου βεληνεκούς και μεγαλύτερου εύρους τυχηρών παιγνίων της πρώτης έναντι της δεύτερης-καθόσον απευθύνονται στον ίδιο κύκλο προσώπων-πελατών και παρέχουν ίδιες υπηρεσίες στον τομέα των τυχηρών παιγνίων μέσω μηχανημάτων β) η αναιρεσίβλητη, στις αρχές Νοεμβρίου 2018, έχοντας ανεξακρίβωτες πληροφορίες για εργασία του αναιρεσείοντος στην ανωτέρω ανταγωνιστική της επιχείρηση, αρχικά τον απομάκρυνε από την καίρια, για τα συμφέροντά της, θέση του Βοηθού Τμηματάρχη Επιτραπέζιων Παιγνίων, υποβιβάζοντάς τον στη θέση του Επιθεωρητή Επιτραπεζίων Παιγνίων και μεταγενέστερα, όταν βεβαιώθηκε για τη βασιμότητά τους, ως και για τη συμμετοχή του στην ίδρυση και λειτουργίας της επί 11μηνο, με την από 14-11-2018 εξώδικη δήλωση που ο ίδιος της απηύθυνε, κατήγγειλε την εργασιακή τους σχέση, γ) η συμμετοχή του αναιρεσείοντος ως ιδρυτικού μέλους-εταίρου, και με παράλληλη εργασία, επί 11 μήνες στην ανωτέρω επιχείρησης, ανταγωνιστική της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, εν αγνοία της, συνιστά πράξη ανταγωνιστική προς τα συμφέροντα της τελευταίας, αλλά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, με παραβίαση της, από τη σύμβαση εργασίας, παρεπόμενης υποχρέωσής του πίστης προς αυτήν, που κλόνισε την εμπιστοσύνη της προς στο πρόσωπό του και αντικειμενικά, κατέστησε, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης και δ) η δημιουργηθείσα αυτή κατάσταση, σύμφωνα με τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας, δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ηπιότερο μέτρο του υποβιβασμού του στη θέση του Επιθεωρητή Επιτραπέζιων Παιγνίων, λόγω και του ότι τούτο είχε αποκλειστεί και από τον ίδιο, λίγες ημέρες πριν την ένδικη καταγγελία, με την 14-11-2018 δηλωθείσα άρνηση της απασχόλησής του στην ανωτέρω υποδεέστερη θέση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η από 22-11-2018 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν είναι άκυρη, ως καταχρηστική και αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, ούτε λόγω έλλειψης της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 γ' του ν.2643/1998 προηγούμενης απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, αλλά έγκυρη, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό των άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1 περ.γ' του ν.2643/1998, 281 ΑΚ, σε συνδ.
με αρθ.25 Συντ. και εκείνες των άρθρων 174, 180, 288, 652 ΑΚ, 1επ., 16 του ν.146/2014, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955288, και να δικαιολογείται η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος και η απόρριψη της έφεσής του. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για το εσφαλμένο της κρίσης του Εφετείου, με βάση τις δικές του απόψεις α) για την ύπαρξη ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ της επιχείρησης Καζίνο της αναιρεσίβλητης και της επιχείρησης καταστήματος "OΠΑΠ Play" που συμμετείχε ο ίδιος ως ιδρυτικό μέλος για το αναφερόμενο, πολύ βραχύ κατά την άποψή του, χρονικό διάστημα και β) για την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν ιδρύουν τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλει ο αναιρεσείων σχετικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων για το κύρος της ένδικης καταγγελίας, την οποία ανεπίτρεπτα (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) πλήττει, με τις ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010).
Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στην ένδικη περίπτωση για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ των επιχειρήσεων Καζίνο και ΟΠΑΠ Play, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 652, 281, 288 ΑΚ και 1 επ.
του ν.146/1914, δίχως την παράθεση ειδικότερων συγκριτικών στοιχείων των άνω επιχειρήσεων που αφορούν α) στα κόστη διαμόρφωσης και συντήρησης τους β) στο είδος και το περιεχόμενο των προσφερόμενων υπηρεσιών τους γ) στο κόστος συμμετοχής στα παίγνια και στο ύψος συμμετοχής του επιτρεπόμενου στοιχηματισμού και δ) στα γενικότερα στοιχεία κάθε κλάδου στη χώρα και ανά περιοχή, στην επισκεψιμότητά τους, στα αποδιδόμενα κέρδη και τη φορολογία τους, και άλλα παρόμοια στοιχεία, και το Εφετείο κατέληξε αυθαίρετα και αναπόδεικτα στο συμπέρασμα της ανταγωνιστικής σχέσης των ανωτέρω επιχειρήσεων με την επίκληση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Εφετείο για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανταγωνιστικής σχέσης των εν λόγω επιχειρήσεων, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας που προκύπτουν από τα αναφερόμενα, ως παραλειφθέντα, και αναγκαία για την χρησιμοποίησή τους συγκριτικά στοιχεία των επιχειρήσεων, και δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο κατά την εξειδίκευσή της άνω αόριστης νομικής έννοιας.
Οι λοιπές δε αναφερόμενες αιτιάσεις ανάγονται ευθέως στην ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ύπαρξη της ανταγωνιστικής σχέσης των εν λόγω επιχειρήσεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 8/2019). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 928/2019).
Αντίθετα δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 725/2022) έστω και αν συνιστούν λόγους έφεσης (ΑΠ 338/2023, ΑΠ 793/2015) προς θεμελίωση του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου. (ΑΠ 146/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόλυσή του και να απορρίψει τα παραγωγικά αίτια που την προκάλεσαν αντίθετα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δέχθηκε χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο α) την ύπαρξη ανταγωνιστικής σχέσης της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης- εργοδότριά τους και της επιχείρησης ΟΠΑΠ Play, στην ίδρυση της οποίας μετείχε και β) την παράλληλη εργασία του σε κατάστημα της τελευταίας.
Ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, διότι δεν είναι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας για τους αναφερόμενους λόγους, αλλά είναι αρνητικοί της αγωγής του ισχυρισμοί της εναγομένης-αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του και ειδικότερα αιτιολογημένη άρνηση εκ μέρους της της επικαλούμενης, και αποτελούσας ιστορική βάση της αγωγής, καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας της, για τους αναφερόμενους λόγους, σύμφωνα και τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, και συνεπώς, δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2023 (αριθμ.καταθ.49/20-10-2023) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 234/31-8-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ