Legislator Case Law & Legislation
853/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding retrial and substantive grounds on evidence interpretation.

Case Number 853/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment, ruling that the retrial constituted a continuation of the original hearing rather than a new one. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to fully disclose the content of the disputed settlement agreement in the appeal petition, rendering that argument vague. Additionally, the court determined the appeal was baseless regarding the proof of debt settlement, as the lower court had correctly read the document without omitting the appellant's reserved rights.

Legislator headnote

AI generated

Art. 307 K.Pol.D.; Art. 573 para. 1 K.Pol.D.: A retrial ordered under Article 307 of the Code of Civil Procedure constitutes a continuation of the original hearing, not a new one, and the appellant must fully disclose the content of evidence in the appeal petition to avoid inadmissibility due to vagueness.

Keywords

AI generated
retrial procedure continuation of hearing inadmissible appeal vagueness of evidence labor dispute evidence interpretation court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 307 K.Pol.D.
Art. 573 para. 1 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 191 para. 2 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 853 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 853/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Κ., κατοίκου Π.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ασπρούλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 4-9-2020 και συμπληρωματικές στις 12-2-2024.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Βιομηχανικής Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ν.. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Π. Ν.. Π. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ. Π. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Κουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 8-9-2020.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-10-2011 (με αριθμό κατάθεσης 3841/2011) και από 30/3/2015 (με αριθμό κατάθεσης 1053/2015) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Π. και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2019 του Μονομελούς Εφετείου Π.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-10-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε, κατά τη δικάσιμο της 29ης Σεπτεμβρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 346/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 346/2023 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της, από 8-10-2019 και με αριθμ. καταθ. 57/10-10-2019, αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 29-9-2020, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, όπως και κατά την αρχική συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο στις 29-9-2020, κατά την οποία είχαν καταθέσει προτάσεις και επί πλέον, ο αναιρεσείων, ως εκ του περισσού κατέθεσε συμπληρωματικές.

Με την από 8-10-2019 με αριθμ.εκθ.καταθ.57/10-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 320/28-6-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Π., που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί α) της από 27-7-2017 με αριθ.καταθ..../2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 11-4-2018 με αριθμ.καταθ.15/2018 πρόσθετους λόγους της, και β) της από 13-3-2018 με αριθμ.καταθ..../2018 έφεσης, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας, επίσης αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 338/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Π..

Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση, αφού είχαν συνεκδικαστεί α) η από 1-10-2011 με αριθμ.καταθ.3841/4-10-2011 αγωγή και β) η από 30-3-2015 με αριθμ.καταθ.1053/2-4-2015 αγωγή, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, δυνάμει της από 22-11-2006 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για το διάστημα από 8-1-2009 έως 30-9-2011 (α'αγωγή) και από 1-10-2011 έως 31-7-2014 (β'αγωγή), είχε κηρυχθεί καταργημένη η δίκη που ανοίχθηκε με την πρώτη αγωγή λόγω παραίτησης του ενάγοντος από το δικόγραφό της, είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η δεύτερη αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 77.925,09 ευρώ, νομιμοτόκως, ως μισθούς υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων, επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας, μέρους του επιδίκου χρονικού διαστήματος, από 1-10-2011 έως και 26-6-2014, οπότε λύθηκε τότε η σύμβαση με συμφωνία των μερών, κατά παραδοχή του σχετικού, επικουρικού, ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε, όπως προαναφέρθηκε, τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης, δέχθηκε αυτές τυπικά, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, και κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσία την συνεκδικασθείσα δεύτερη, από 30-3-2015, αγωγή.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής αυτής, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή του (εκ του άρθρου 361 ΑΚ) κύριου ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για λύση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 9-1-2009 με συμφωνία των μερών, μεταγενέστερη της τελεσιδίκως κριθείσας ως άκυρης, από 9-10-2008 καταγγελίας της, απορριφθέντος κατ' ουσία του εκ του άρθρου 361, 202, 203 ΑΚ ισχυρισμού του αντιδίκου της περί ανατροπής της άνω συμβατικής λύσης, με αναβίωση της λυθείσας με αυτή σύμβασης εργασίας, λόγω πλήρωσης συμφωνημένης διαλυτικής αίρεσης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 10-9-2019, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Π. Ε. Κ. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών από την άνω επίδοση και συγκεκριμένα στις 10-10-2019 (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του 656 του ΑΚ, υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (ΑΠ 221/2023, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 359/2015).

Η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, λόγω της συνεχιζομένης άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της σύμβασης, η οποία έχει ήδη κριθεί άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και συνεπώς απαραίτητα στοιχεία της αγωγής του μισθωτού, συνιστούν η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού.

Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής. Μόνο εάν ο εργαζόμενος διώκει με την αγωγή του επί πλέον και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας απαιτείται η αναφορά ως στοιχείου της αγωγής των λόγων ακυρότητάς της.

Ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής με αντικείμενο μόνο την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, λόγω προηγούμενης, κριθείσας άκυρης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, καταγγελίας του, για να απαλλαγεί μπορεί να επικαλεστεί κατ' ένσταση τη λύση της σύμβασης, είτε με νέα (δεύτερη) έγκυρη καταγγελία (ΑΠ 1197/2022, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 400/2017), είτε με νεότερη συμφωνία των μερών, κατ'άρθρον 361 ΑΚ.

Ειδικότερα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 του ΑΚ) και για τη συμφωνία αυτή δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου (ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 573/2018). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2219/2014).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1431/2022).

Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016).

Ειδικότερα,. ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).

Δεν ιδρύεται δε ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 906/2022). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1081/2018).

Με τους πρώτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αντίστοιχα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις Α) των άρθρων 8 του ν.2112/1920, 2, 5 παρ.3 εδ.

β' του ν.3198/1955, ως και των άρθρων 3, 174, 648, 679, 680 ΑΚ, Β) του άρθρου 669 παρ. β'ΑΚ, σε συνδ. με των άρθρων 1, 3 και 8 του ν.2112/1920 και αρθ.2 εδ. α' του ν.3198/1995, και αρθ.361, 167, 192 ΑΚ, και Γ) του αρθ. 679 ΑΚ, σε συνδ. με των αρθ. 174 και 180 ΑΚ, ως και των αρθ. 871, 174, 180 ΑΚ, δεχόμενο, αντίστοιχα, λύση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Α) με την από 26-6-2014 έγγραφη άκυρη συμφωνία, περί θεραπείας της από 9-10-2008, άκυρης, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, καταγγελίας της εκ μέρους της αντιδίκου του, όπως είχε κριθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, Β) αναδρομικά, από τις 9-1-2009, με την από 26-6-2014 άκυρη έγγραφη σύμβαση, αντί, της κατ' άρθρο 669 παρ.

β' ΑΚ μόνης νόμιμης λύσης της για το μέλλον, με έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης, ως και Γ) άκυρη, με το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση περιορισμού των ενδίκων εργασιακών του δικαιωμάτων και άκυρη παραίτησή του από τις από 9-1-2009 και εντεύθεν εργασιακές του αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες, στα πλαίσια του από 26-6-2014 εξώδικου "συμβιβασμού" που συνιστά άκυρη άφεση χρέους της αντιδίκου του από αυτές, και επιπρόσθετα με παραβίαση, ευθεία και εκ πλαγίου, και των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εάν το Εφετείο δεν παραβίαζε τις ανωτέρω διατάξεις ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση για το κρίσιμο ζήτημα της λύσης ή μη της ένδικης σύμβασης εργασίας, θα έκρινε αβάσιμη τη σχετική ένσταση της αντιδίκου του-όπως και η εκκαλουμένη απόφαση που του είχε επιδικάσει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1-10-2011 έως 26-6-2014- θα απέρριπτε την έφεσή της κατ'ουσία και κατά παραδοχή της δικής του έφεσης θα έκανε δεκτή ως βάσιμη την άνω αγωγή του και κατά το μέρος του χρονικού διαστήματος, από 26-6-2014 έως 31-7-2014, που είχε απορριφθεί κατ'ουσία πρωτοδίκως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] Χ. Π. του Κ., κάτοικος Π. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Π. εναντίον της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης [ήδη αναιρεσίβλητης] ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.

Ν..Π. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στην Π., η οποία είναι εταιρία παραγωγής βιοκαυσίμων και διατηρεί εγκαταστάσεις στη Βιομηχανική Περιοχή της Π., την 7-1-2009 (αρθ.εκθ.καταθ.30/7-1-2009) εργατική αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 88/2011 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε τόσο ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όσο και την ακυρότητα της καταγγελίας της, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και περαιτέρω υποχρέωσε την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) [....] να του καταβάλει [....] το συνολικό ποσό των 16.477,96 ευρώ , αναλυόμενο ως εξής: 1) για μισθούς υπερημερίας [του χρονικού διαστήματος από 10-10-2008 έως και 7-1-2009] το ποσό των 4.216,86 ευρώ και 2) για διαφορές αποδοχών το συνολικό ποσό των 12.261,10 ευρώ [...], με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση [....].

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Εφετείου Π. την από 23-3-2011 έφεσή της και επ'αυτής και της ασκηθείσας από τον ίδιο (ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο-εκκαλούντα)- αντέφεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 406/17-10-2013 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη και η οποία απέρριψε την ανωτέρω έφεση της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε κατ'ουσίαν την αντέφεση και αφού κράτησε και δίκασε την από 7-1-2009 (αριθμ.εκθ.καταθ.30/7-1-2009) αγωγή του, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.399,44 ευρώ [ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-10-2008 έως 7-1-2009 και διαφορές αποδοχών]-με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ανωτέρω αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την ανωτέρω υπ'αριθμ. 406/2013 απόφαση του Εφετείου Π., κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι "Στις 22-11-2006 με έγγραφη σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ του εκπροσώπου της και του ενάγοντος, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτήρισαν ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να απασχολεί στις εγκαταστάσεις της για αόριστο χρονικό διάστημα τον ενάγοντα που είναι πτυχιούχος χημικός, στον οποίο ανέθεσε τη διενέργεια χημικών αναλύσεων και τη σύνταξη των σχετικών μελετών και αναφορών για την παραγωγή βιοκαυσίμων στη μονάδα της, καθώς και οποιαδήποτε άλλη συναφή προς τις ανωτέρω υπηρεσία.

Ως αμοιβή του καθορίστηκε το ποσό των 22.800 ευρώ ετησίως, διαιρούμενο σε δώδεκα (12) ισόποσες καταβολές, που αναλογούσαν σε 1.900 ευρώ κάθε μήνα [......] η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών [.....]. Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι τις 9-10-2008, οπότε η τελευταία με την από 9-10-2008 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε αυθημερόν στον ενάγοντα [......], κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, χωρίς όμως να προσφερθεί στην καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, γεγονός που συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας [.....]".

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 88/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Π. [.......], με την οποία η εναγόμενη υποχρεωνόταν να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας από 10-10-2008 έως 7-1-2009 [....] (ο ενάγων) επέδωσε εξώδικο έγγραφο στην εναγομένη, καλώντας την να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της και προειδοποιώντας την ότι προτίθεται να ασκήσει εκ νέου αγωγή για μισθούς υπερημερίας επόμενου χρονικού διαστήματος.

Η εναγομένη επέδειξε αδιαφορία ως προς τα αιτήματα του ενάγοντος, ο οποίος κατέθεσε εναντίον της, δεύτερη, την από 1-10-2011 (αριθμ.εκθ.καταθ.3841/4-10-2011) εργατική αγωγή του, αιτούμενος αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8-1-2009 έως 30-9-2011 της οποίας ορίστηκε δικάσιμος αρχικά η 1-11-2012 και μετά από αναβολές η 6-11-2014, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε, διότι α) αφενός μεν ήδη την 5-11-2013, ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη, το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων διακοσίων πενήντα (27....) ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κατά κεφάλαιο ποσού ευρώ (18.400) τόκων ποσού ευρώ (7.700) και δικαστικής δαπάνης ποσού ευρώ (1.150), της υπ'αριθμ. 406/2013 απόφασης του Εφετείου Π., με επιφύλαξή του για τις υπόλοιπες απαιτήσεις του από αποδοχές υπερημερίας για το μετέπειτα της πρώτης αγωγής χρονικό διάστημα και το δικαίωμά του για επαναπρόσληψή του β) αφετέρου δε την 26-6-2014 είχε υπογραφεί μεταξύ των διαδίκων το με ίδια ημερομηνία ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΌ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ, στο οποίο οι διάδικοι, μεταξύ άλλων, ανέφεραν και τα εξής: "Στο σημείο αυτό προς αποφυγή παραπέρα δικαστικών διενέξεων και ερίδων, για την αποκατάσταση κλίματος καλοπιστίας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους προχωρούν στην εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς τους για τις αξιώσεις του 2ου (ενάγοντος) τόσο από την ημεροχρονολογία 1-10-2011 αγωγή, όσο και για τις αξιώσεις για το διάστημα από 1-10-2011 μέχρι σήμερα (26-6-2014), ως ακολούθως:

Τα συμβαλλόμενα μέρη μετά και την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η σύμβαση που τους συνέδεε ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας δηλώνουν και συνομολογούν ότι η σύμβαση αυτή σε κάθε περίπτωση λύθηκε από κοινού στις 9-1-2009 και ο αφετέρου συμβαλλόμενος (ενάγων) δηλώνει και αναγνωρίζει ότι έκτοτε δεν τον συνδέει καμία σχέση με την αφενός συμβαλλομένη (εναγομένη) οιασδήποτε μορφής και ούτε υφίσταται υπερημερία της αφενός περί την αποδοχή της εργασίας του αφετέρου (ενάγοντος).

Κατόπιν τούτου η αφενός συμβαλλόμενη (εναγομένη) υπόσχεται να καταβάλει στον αφετέρου των συμβαλλομένων (ενάγοντα) ενόψει και της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ως αποζημίωσή του, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, χωρίς κρατήσεις ή οποιαδήποτε επιβάρυνσή του, με την υπ'αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως στην Π.

την 26-6-2014 από την εταιρεία Π. Ν..Π. ΑΒΕΕ εις διαταγήν του Χ. Π.. Ο αφετέρου συμβαλλόμενος (ενάγων) δηλώνει ότι, μετά την καταβολή του ως άνω ποσού, δεν έχει ούτε επιφυλάσσει άλλη αξίωση από την παραπάνω αιτία, όπως αποδοχές υπερημερίας για πάσης φύσεως αποδοχές από μισθούς, δώρα, άδειες και επιδόματα αδειών, ασφαλιστικά δικαιώματα για το χρονικό διάστημα από 8-1-2009 αφότου λύθηκε η μεταξύ τους σχέση και μετά, επιδότηση από το ταμείο ανεργίας, αποζημίωση καταγγελίας κλπ., δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται να ασκήσει αμέσως δική του δραστηριότητα, με ενδεχόμενο συνεργασίας και με την ίδια την εταιρεία, και γενικά κάθε αξίωσης που θα είχε σε καθεστώς πραγματικής εργασίας και ότι δεν έχει ούτε επιφυλάσσει άλλη αξίωση που θα είχε σε καθεστώς πραγματικής εργασίας και ότι δεν έχει ούτε επιφυλάσσει άλλη αξίωση από την συμβαλλόμενη εταιρεία.

Επίσης δηλώνει ότι ταυτόχρονα με την καταβολή του άνω ποσού και εντός πενθημέρου θα παραιτηθεί του δικαιώματος και του δικογράφου της από 1-10-2011 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Π., η οποία μετά από αναβολή δικάζεται την 6-11-2014...". Την ίδια ημέρα (26-6-2014) υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων και το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό εσωτερικής οδικής μεταφοράς, τα οποία ουδόλως συνδέονται μεταξύ τους, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη, ούτε εξαρτάτο η μία συμφωνία από την άλλη και σε κάθε περίπτωση δεν συνέχετο η αναβίωση της εργατικής σχέσης από την τήρηση ή την πορεία της συναφθείσης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης μεταφοράς.

Από την απλή δε επισκόπηση των δύο αυτών συμφωνητικών ουδαμού αναφέρεται ότι η λύση της εργασιακής σχέσης και οι εξ αυτής συνέπειες συνέχονται μεταξύ τους και ούτε ότι η μη τήρηση της νέας συμφωνίας του έργου της μεταφοράς θα είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση των οιωνδήποτε συνεπειών εκ της λυθείσης εργασιακής σχέσης.

Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι, βάσει του ανωτέρω συμφωνητικού, από 9-1-2009 λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς, οι ασκούμενες με την από 30-3-2015 (αριθ.εκθ.καταθ.1053/2-4-2015) [ενν. αγωγή] αξιώσεις του ενάγοντος από την επικαλούμενη από αυτόν σύμβαση εργασίας είναι κατ'ουσίαν αβάσιμες.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα αντίθετα και ειδικότερα ότι θεώρησε ενεργή τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος μέχρι την 26-6-2014, [......], επιδικάζοντας [.....] το συνολικό ποσό των 77.925,09 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-8-2014 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.[.....].".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε, αντίθετα με την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, ουσιαστικά βάσιμη την, επαναφερθείσα με τον πρώτο λόγο έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ένστασή της, κατά το κύριο σκέλος της, για συμβατική λύση, στις 9-1-2009- (και όχι στις 26-6-2014 όπως κρίθηκε πρωτοδίκως, κατά παραδοχή του επικουρικού της σκέλους)- της από 22-11-2006 ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ήτοι μεταγενέστερα, της από 9-10-2008 κριθείσας, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, άκυρης καταγγελίας της, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, απορριπτομένης ως αβάσιμης της αντένστασης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για ανατροπή της άνω συμφωνίας με αναβίωση της λυθείσας με αυτή ένδικης σύμβασης εργασίας, λόγω πλήρωσης της συμφωνημένης διαλυτικής αίρεσης, της μη τήρησης των όρων της από 26-6-2014 σύμβασης εσωτερικής οδικής μεταφοράς, απέρριψε κατ'ουσία την από 13-3-2018 έφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή κατ'ουσία την από 27-7-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί κατ'ουσία την από 30-3-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, επιδικάζοντάς του αποδοχές υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-10-2011 έως 26-6-2014, κατά παραδοχή της ανωτέρω εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της αντιδίκου του, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως και πλαγίου, και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις λοιπές αναφερόμενες στους υπό κρίση, πρώτο και έκτο, λόγους αναίρεσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,3 και 8 του ν.2112/1920, 2, 5 παρ.3 εδ.

α' και β'του ν.3198/1955, 3, 361, 167, 192, 173, 200 ΑΚ, 174, 180, 669 παρ. β' 679, 680 ΑΚ, 669 παρ. β' ΑΚ, και 871 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν τις παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, αλλά ούτε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση, και οι ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ως προς όλες τις αιτιάσεις τους προεχόντως ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα παραδοχές λύσης της ένδικης σύμβασης αορίστου χρόνου Α) με την από 26-6-2014 έγγραφη συμφωνία (ιδιωτικό συμφωνητικό) των διαδίκων περί θεραπείας, της από 9-10-2008, κριθείσας άκυρης με την υπ'αριθμ. 406/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Π., καταγγελίας της ένδικης, από 22-11-2006 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, ούτε Β) με το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, αναδρομικά από τις 9-1-2009, αλλά ούτε και (παραδοχές) Γ) συμφωνίας των διαδίκων, με το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, για περιορισμό των ενδίκων εργασιακών αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και για εξώδικο "συμβιβασμό" των μερών με παραίτηση του αναιρεσείοντος από τις ένδικες αξιώσεις του επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και με αντίστοιχη τούτων άφεση χρέους της αντιδίκου του.

Συνακόλουθα και η επικαλούμενη ακυρότητα των ανωτέρω συμβάσεων των διαδίκων, που δεν αποτέλεσαν παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελείς. Αντίθετα το Εφετείο, κατά τα δεκτά γενόμενα, αφού αναγνώρισε την ύπαρξη δεδικασμένου, από την υπ'αριθμ. 406/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Π., για την από 22-11-2006, ένδικη έγγραφη σύμβαση των διαδίκων, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την ακυρότητα της, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, από 9-10-2008 καταγγελίας της, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, ακολούθως δέχθηκε ότι, μεταγενέστερα αυτής, με σύμβαση των διαδίκων, στις 9-1-2009, λύθηκε η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και την από τότε συμβατική λύση της ανέφεραν και οι ίδιοι στο από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό τους.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανελέγκτως έγινε δεκτό, ότι: α) μεταγενέστερα της από 9-10-2008 καταγγελίας της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, που κρίθηκε άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, με ισχύ δεδικασμένου με την υπ'αριθμ. 406/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Π., με σύμβαση των διαδίκων, που καταρτίστηκε στις 9-1-2009, λύθηκε η μεταξύ τους ένδικη, από 22-11-2006, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) κατόπιν όμως προβολής από τον ενάγοντα αξιώσεων εκ της λυθείσας στις 9-1-2009 ένδικης σύμβασης εργασίας, με εξώδικες δηλώσεις του και με έγερση, της από 1-10-2011 με αριθμ.

καταθ.3841/2001 αγωγής του για αποδοχές υπερημερίας του επόμενου της άνω λύσης της χρονικού διαστήματος (από 8-1-2009 έως 30-9-2011), η συζήτηση της οποίας αναβαλλόταν μέχρι που ματαιώθηκε στις 6-11-2014- (ήδη πρωτοδίκως καταργήθηκε η επ'αυτής ανοιγείσα δίκη γενομένης παραίτησης από το δικόγραφό της)-μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπό τον τίτλο "Συμφωνητικό Εξωδικαστικής Επίλυσης", και σε αυτό οι διάδικοι αναφέρθηκαν στην λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με την άνω, από 9-1-2009, συμφωνία τους, δηλώνοντας επίσης ότι αναγνωρίζουν ότι έκτοτε δεν τους συνδέει εξ αυτής καμία σχέση οποιασδήποτε μορφής, ούτε υπάρχει υπερημερία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Έτσι το Εφετείο δέχθηκε κατάρτιση της συμφωνίας των διαδίκων για λύση της μεταξύ τους ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 9-1-2009, και όχι στις 26-6-2014 με το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό τους-όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο αναιρεσείων-το οποίο συνεκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο για τη βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού.

Σημειώνεται ότι η εν λόγω συμφωνία των διαδίκων, θεμελιούμενη στο άρθρο 361 ΑΚ, όπου καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και για το εργατικό δίκαιο, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, δεν είναι άκυρη ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 669 εδ. β' ΑΚ, ούτε προβλέπεται από τη διάταξη αυτή ότι η καταγγελία συνιστά το μοναδικό νόμιμο τρόπο λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης αορίστου χρόνου, όπως η ένδικη, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων υπό το στοιχείο Β των ερευνώμενων λόγων αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω το Εφετείο με τις άνω παραδοχές του δεν διαπίστωσε έστω και εμμέσως ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων διαδίκων, και συνεπώς δεν απαιτείτο η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων , και ορθά δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς το Εφετείο.

Οι αναφορές της προσβαλλόμενης απόφασης στις συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκε η ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων δεν συνιστούν ερμηνεία της δήλωσης βούλησής τους σε αυτή, αλλά αφορούν στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων και της στάσης και συμπεριφοράς τους πριν και μετά την κατάρτισή της, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και προς ενίσχυση της κρίσης του, της κατάρτισης της συμφωνίας τους αυτής.

Η επικαλούμενη δε από τον αναιρεσείοντα παραβίαση των άρθρων 167 και 192 ΑΚ, λόγω παραδοχής της προσβαλλομένης απόφασης για αποδοχή της σχετικής πρότασης για τη συμβατική λύση της σύμβασης εργασίας στις 26-6-2014, με από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, ερείδεται και αυτή σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο καθόσον το Εφετείο, δεχόμενο κατάρτιση της συμβατικής λύσης της στις 9-1-2009, διαλαμβάνει εμμέσως, πλην σαφώς παραδοχή για αποδοχή της σχετικής απευθυντέας πρότασης για τη σύναψή της στις 9-1-2009 και όχι μεταγενέστερα, στις 26-6-2014.

Εξάλλου, γενομένης δεκτής κατά τα ανωτέρω της λύσης και παύσης της ισχύος της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 9-1-2009, και κριθείσας συνακόλουθα της αβασιμότητας των μεταγενέστερων (από 1-10-2011 και εντεύθεν) επιδίκων αξιώσεων για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, ως μηδέποτε γεγεννημένων, οι επικαλούμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για άκυρο συμβατικό περιορισμό τους στο καταβληθέν ως αποζημίωση ποσό των 30.000 ευρώ, για άκυρη παραίτησή του από αυτές, στα πλαίσια "συμβιβασμού" με αντίστοιχη τούτων άκυρη άφεση χρέους της αντιδίκου του, με το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι και για το λόγο αυτό αλυσιτελείς, καθόσον προϋποθέτουν την ύπαρξη των ανωτέρω επιδίκων απαιτήσεών του κατά το χρόνο εκείνο.

Το αναφερόμενο δε στην προσβαλλομένη απόφαση, εντός εισαγωγικών, περιεχόμενο του από 26-6-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπου γίνεται λόγος στην άνω συμφωνία λύσης της ένδικης σύμβασης στις 9-1-2009 και σε άλλη περικοπή του για λύση της από τις 8-1-2009, δεν συνιστά παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης για το χρόνο κατάρτισής της, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων επισημαίνοντας την άνω διαφορά, αλλά περιεχόμενο του άνω αποδεικτικού μέσου που συνεκτιμήθηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση η ανωτέρω διαφορά της μίας ημέρας ουδόλως επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης που αφορά σε μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα με έναρξη την 1-10-2011. Κατόπιν τούτων με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πληρούται το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, όπως η έννοιά του αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και δικαιολογείται, η, βασιμότητα της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για τη λύση της από 22-11-2006 ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με συμφωνία των μερών, νεότερη της τελεσιδίκως κριθείσας ως άκυρης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ακολούθως, η κατά παραδοχή της ένστασης αυτής, απόρριψη της από 30-3-2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας μεταγενέστερου, της άνω λύσης, χρονικού διαστήματος.

Η αναφερόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης έλλειψη μείζονος πρότασης στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να συνέχεται με την ουσιαστική της κρίση για την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης- αναιρεσίβλητης που κρίθηκε βάσιμη, δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, καθόσον το απορριπτικό της αγωγής διατακτικό της, κατά παραδοχή της ένστασης αυτής, που νομικά θεμελιώνεται, αυτεπαγγέλτως, στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, στηρίζεται στις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της και όχι στις νομικές της αναλύσεις.

Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις λοιπές προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον αυτές δεν τύγχαναν εφαρμογής, και τέλος ορθά δεν προσέφυγε και δεν εφάρμοσε τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού δεν διαπίστωσε κενό στη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, για την κατάρτιση της ανωτέρω από 9-1-2009 σύμβασής τους και κατόπιν τούτων δεν παραβίασε ευθέως τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε αυτές των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Τις διατάξεις αυτές, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν παραβίασε το Εφετείο ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων στις 9-1-2009 συμφωνίας για τη λύση της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται στον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, προβάλλοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.

Οι προβαλλόμενες δε στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης διότι δεν διαλαμβάνει περισσότερες και ειδικότερες αιτιολογίες, για τη σύναψη της ανωτέρω συμφωνίας για τη λύση της ένδικης σύμβασης, αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του, διατυπωθέντος με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα προαναφερόμενα, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να μην ιδρύουν τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στους κρινόμενους, πρώτο και έκτο, λόγους αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν την αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων και δη των από 26-6-2014 ιδιωτικών συμφωνητικών, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές υπό την επίφαση συνδρομής των αναιρετικών αυτών λόγων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την κατάρτιση της από 9-1-2009 συμφωνία των διαδίκων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο πρώτος και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 1 και από τον αριθμό 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Επιπρόσθετα το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δέχθηκε ότι με το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό εσωτερικής οδικής μεταφοράς που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων την ίδια ημέρα, δεν συνέχονται η από 9-1-2009 συμφωνία τους για λύση της ένδικης εργασιακής τους σχέσης και οι εξ αυτής συνέπειες, ούτε συμφωνήθηκε ότι η μη τήρηση των όρων του θα είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση της λυθείσας στις 9-1-2009 με κοινή συμφωνία τους, εργασιακής τους σχέσης, απορρίπτοντας έτσι ως αβάσιμη την εκ των άρθρων 361, 202 και 203 ΑΚ, αντένσταση που προέβαλε επικουρικά ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, περί ανατροπής της, από 9-1-2009 συμφωνίας λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας με αναβίωση αυτής, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, της μη τήρησης των όρων της νέας σύμβασης εσωτερικής οδικής μεταφοράς που τους συνέδεε.

Στην αποφατική αυτή κρίση του κατέληξε το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει έστω και εμμέσως ύπαρξη κενού σε οποιαδήποτε δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων διαδίκων, και συνεπώς δεν απαιτείτο η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ούτε προσέφυγε σε αυτούς, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 202 και 203 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και τους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, AΠ 902/2019).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 725/2022, ΑΠ 76/2016), έστω και αν συνιστούν λόγους έφεσης (ΑΠ 338/2023, ΑΠ 793/2015).

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 153/2019.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω παραδεκτά προταθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες ενώπιόν του, με λόγους της έφεσής του και με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος, ισχυρισμούς του, που έχουν ουσιώδη επίδραση της έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη Α) τους διαλαμβανόμενους στην από 30-3-2015 αγωγή του, στην προσθήκη των προτάσεών του επ'αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην έφεση και τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμούς του: 1) περί υπερημερίας της εναγομένης-εργοδότριάς του κατά την αποδοχή των προσφερόμενων σε αυτή υπηρεσιών του, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2011 μέχρι 31-7-2014 που διαρκεί η μεταξύ τους ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι αυτή ουδέποτε καταγγέλθηκε εγκύρως και 2) περί ακυρότητας των όποιων παραιτήσεών του από το ένδικο δικαίωμά του επιδίκασης, κατά την ΑΚ 656 ΑΚ, αποδοχών υπερημερίας, κατ'άρθρον 679 ΑΚ, και σύμφωνα με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 174, 454, 648, 679 και 680 ΑΚ, και πέραν του ότι οι παραιτήσεις του αυτές τελούσαν υπό την μη πληρωθείσα αίρεση της τήρησης των όρων του (από 26-6-2014) δεύτερου ιδιωτικού συμφωνητικού εσωτερικής οδικής μεταφοράς και έγιναν ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε κατάσταση ανάγκης λόγω της ανεργίας του Β) τους προβληθέντες, προς αντίκρουση των επαναφερομένων ενστάσεων της αντιδίκου του εξόφλησης, κατάρτισης εξωδίκου συμβιβασμού και συμβατικής λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας, ισχυρισμούς του: 1) για αβασιμότητα της επικαλούμενης εξόφλησης λόγω ανεπάρκειας του καταβληθέντος στις 26-6-2014 ποσού των 30.000 ευρώ για την ικανοποίηση των προγενέστερων απαιτήσεών του για αποδοχές υπερημερίας και λόγω έλλειψης προσδιορισμού των απαιτήσεών του που αποσβέστηκαν με την καταβολή του 2) για ακυρότητα του (από 26-6-2014) εξωδίκου "συμβιβασμού", κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, καθόσον πρόκειται περί άφεσης χρέους της αντιδίκου-εργοδότριάς του για καταβολή (και) των επιδίκων αποδοχών υπερημερίας σε αντίθεση με τις άνω διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αλλά και με αυτές των άρθρων 2 παρ.1, αρθ.3 παρ.1, αρθ.25 παρ.2 του ν.3239/1955 και ήδη άρθρο 7 παρ.2 του ν.1870/1990 και 3) για την κατάρτιση της επικαλούμενης συμβατικής λύσης της ένδικης εργασιακής σχέσης στις 26-6-2014, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως, διότι τότε έγινε αποδεκτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 167 και 192 ΑΚ, η σχετική πρόταση για τη σύναψή της και όχι στις 9-1-2009, όπως, κυρίως και αβάσιμα, ισχυρίστηκε η αντίδικός του, ως εναγομένη, και ως εκκαλούσα, και τέλος για το νόμιμο της λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, μόνο με καταγγελία κάποιου από τα μέρη, όπως προβλέπεται από το άρθρο 669 ΑΚ, και μάλιστα έγγραφη με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του αρθρ.2 παρ.4 του ν.2556/1997, η οποία δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω.

Από την προαναφερόμενη, παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τους, προκύπτουν τα εξής: Με την από 30-3-2015 (αριθ.εκθ.καταθ.1053/2015) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Π. ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος την από 22-11-2006 έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, υποκρύπτουσα εξαρτημένη εργασία, η οποία με την υπ' αριθμ. 406/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Π.

κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και λυθείσα ακύρως με την από 9-10-2008 καταγγελία της αντιδίκου-εργοδότριάς του, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, όπως ισχυρίστηκε καθ'υποφοράν, και περαιτέρω επικαλούμενος τους όρους της σύμβασης αυτής, ως και την πραγματική και προσήκουσα προσφορά της συμφωνημένης εργασίας του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη που δεν έγινε αποδεκτή από την τελευταία το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 31-7-2014, ζήτησε, με βάση την ανωτέρω ιστορική και νομική αιτία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για το διάστημα αυτό, μισθούς υπερημερίας, μετά των προσαυξήσεων, και επιδόματα εορτών και αδείας, συνολικού ποσού (52.518,25+46.764,75=) 99.283 ευρώ, νομιμοτόκως.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την άνω αγωγή, ως προς την προαναφερόμενη αξίωση, του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, επιδικάζοντάς του ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 77.925,09 ευρώ, και μετά από εξαφάνισή της, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως προαναφέρθηκε, κατά παραδοχή της ένστασης της αντιδίκου του για μεταγενέστερη, της από 9-10-2008 άκυρης, με ισχύ δεδικασμένου, καταγγελίας, συμβατική λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 9-1-2009, ενώ απέρριψε την προβληθείσα εκ των άρθρων 361, 202 και 203 ΑΚ αντένσταση του ιδίου, που επαναφέρθηκε με λόγους της έφεσης του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμους, τους αναφερόμενους στον υπό κρίση λόγο υπό το στοιχείο Α1, αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για υπερημερία της εναγομένης εργοδότριάς του κατά την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών του στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης εργασίας το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 31-7-2014, που θεμελίωναν την ιστορική βάση της άνω, από 30-3-2015, αγωγής του.

Συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης για τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που ελήφθησαν και υπόψη και ρητά απορρίφθηκαν κατ' ουσία, δεν στοιχειοθετείται. Η επικαλούμενη από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο με το ίδιο αγωγικό δικόγραφο ακυρότητα των όποιων παραιτήσεών του από τις επίδικες αξιώσεις του, επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, δεν αποτελεί, απαραίτητο στοιχείο της ιστορικής βάσης της άνω αγωγής του, αξίωσης, κατ'άρθρον 656 ΑΚ, αποδοχών υπερημερίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Διαλαμβανόταν δε στο δικόγραφό της καθ' υποφορά, και επαναλήφθηκε και στις προτάσεις του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, για την περίπτωση που ήθελε προβληθεί από την αντίδικό του ένσταση παραίτησής του από τις επίδικες αξιώσεις του, τέτοια όμως ένσταση δεν προβλήθηκε, αλλά ούτε και έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση.

Με την τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή ένσταση συμβατικής λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 9-1-2009, και συνεπώς έκτοτε και καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα της άνω αγωγής (από 1-10-2011 έως 31-7-2014), λυθείσας της σύμβασης εργασίας, δεν γεννήθηκαν εξ αυτής αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, όπως οι επίδικες αποδοχές υπερημερίας, ώστε να τίθεται ζήτημα παραίτησής του από αυτές και δη ακύρως, κατ' άρθρον 679 ΑΚ και κατά τις λοιπές διατάξεις που αναφέρει, και να συνιστά η επίκλησή της αυτοτελή ισχυρισμό.

Επομένως, ο ανωτέρω, αναφερόμενος στο υπό το στοιχείο Α2 του υπό κρίση λόγου αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της παραίτησής του από τις επίδικες αξιώσεις του, ως και οι λοιπές συνδεόμενες με την ίδια παραίτηση αιτιάσεις (των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή συνομολογήθηκε και της μη πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία αυτή τελούσε), δεν συνιστούν "πράγμα", καθότι δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αλυσιτελείς και συνακόλουθα το Εφετείο δεν υποχρεούτο να απαντήσει.

Τα ίδια ως άνω ισχύουν και για τον ιστορούμενο υπό το στοιχείο Β2 του κρινόμενου λόγου αναίρεσης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθόσον το Εφετείο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ'ουσίαν κατά παραδοχή ένστασης της εναγομένης περί εξώδικου συμβιβασμού, ώστε να συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ακυρότητά του, λόγω της γενόμενης με αυτόν άφεσης χρέους από τις επίδικες εργασιακές αξιώσεις του κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα.

Μετά δε την γενόμενη δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση συμφωνία των διαδίκων για λύση της σύμβασης εργασίας, το επίδικο με την άνω αγωγή χρονικό διάστημα δεν γεννήθηκαν εργασιακές αξιώσεις του ενάγοντος ώστε να τίθεται ζήτημα άφεσης του αντιστοίχου χρέους της αντιδίκου του και συνακόλουθα η επίκληση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της εν λόγω ακυρότητας είναι επίσης αλυσιτελής ισχυρισμός, χωρίς ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, υπό στοιχείο ΒΙ ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, προς αντίκρουση της προβληθείσας επικουρικά από την αντίδικό του ένστασης εξόφλησης, δεν ιδρύουν τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, πρωτίστως διότι είναι αλυσιτελείς, καθόσον με την προσβαλλομένη απόφαση η εν λόγω, επικουρικά προταθείσα, ένσταση απόσβεσης των επιδίκων αποδοχών υπερημερίας απαιτήσεων δεν ερευνήθηκε, μετά την παραδοχή της κυρίως προταθείσας συμβατικής λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 9-1-2009 και τη συνακόλουθη αβασιμότητα των ανωτέρω επιδίκων αξιώσεων.

Τέλος, ούτε οι υπό το στοιχείο Β3 ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκαν προς αντίκρουση της ανωτέρω, εκ του άρθρου 361 ΑΚ, ένστασης της αντιδίκου του, της συμβατικής λύσης της σύμβασης εργασίας, είναι "πράγματα" κατά την έννοια που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του κρινόμενου λόγου, καθόσον κατά το πρώτο σκέλος τους συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της κατάρτισής της στις 9-1-2009 και κατά το δεύτερο σκέλος του συνιστούν άρνηση της νομικής της βασιμότητας ως λόγου λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι ανωτέρω δε πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ως αρνητικοί της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της αντιδίκου του, αντικρούστηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση από το Εφετείο με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών γεγονότων. Κατόπιν όλων των ανωτέρω ο ερευνώμενος από τον αριθ. 8 β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 249/2020).

Για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 422/2022).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017).

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 188/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει, κατά την ουσιαστική έρευνα της από 30-3-2015 αγωγής του, στο αποδεικτικό του πόρισμα για την βασιμότητα της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της αντιδίκου του, περί συμβατικής λύσης της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και την αβασιμότητα της δικής του αντένστασης περί πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η συμφωνία της λύσης της εργασιακής τους σχέσης με αναβίωση αυτής, και, τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε ως ενάγων-εφεσίβλητος προς απόδειξη της άνω αγωγής τους και της αντένστασής του και ανταπόδειξης του άνω ισχυρισμού της αντιδίκου του, με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα: 1) το αντίγραφο δελτίου ανεργίας του από τον 7ο του 2011 σε συνδυασμό με την αριθμ.πρωτ..../20-6-2012 απάντηση του ΟΑΕΔ από τα οποία προκύπτει η έλλειψη ζήτησης από κάποιο εργοδότη για πρόσληψη προς εργασία χημικού 2) την από 7-5-2014 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, νομίμως επιδοθείσα προς την αντίδικό του, για την εξεύρεση λύσης και την ανάθεση από την τελευταία εργασίας στον ίδιο λόγω της ανεργίας του 3) την από 12-5-2014 εξώδικη απάντηση-δήλωση-πρόσκλησής του, νομίμως επιδοθείσα προς την αντίδικό του, με αίτημα χορήγησης εγγράφων συμφωνητικών για ρύθμιση εκκρεμοτήτων και οδικής μεταφοράς και χορήγησης νόμιμης βεβαίωσης αποδοχών του 4) την υπ'αριθμ. 406/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Π., που έχει ισχύ δεδικασμένου, από το συσχετισμό της οποίας με άλλα έγγραφα, με τα οποία δεν συσχετίστηκε, προκύπτει η υπερημερία της αντιδίκου του κατά το διάστημα από 8/2009 έως 6/2011, 5) την από 25-11-2014 εξώδικη διαμαρτυρία-ανταπάντηση-πρόσκλησή του, νομίμως επιδοθείσα στην αντίδικό του, για μη τήρηση των όρων της μεταξύ τους σύμβασης οδικής μεταφοράς και για χορήγηση παραστατικών για την καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ σε εκτέλεση της άνω απόφασης του Εφετείου Π. 6) αντίγραφο του από 27-1-2015 ηλεκτρονικού μηνύματος για λογαριασμό της αντιδίκου του, για μη ύπαρξη δρομολογίου προς εκτέλεση εκ μέρους του στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης οδικής μεταφοράς, 7) τις από 30-1-2015, 12-3-2015 και 11-5-2015 εξώδικες διαμαρτυρίες του , νομίμως επιδοθείσες προς την αντίδικό του, και το από'4-5-2015 ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την ίδια, για τη μη τήρηση των όρων της μεταξύ τους σύμβασης οδικής μεταφοράς, 8) τα από 26-6-2014 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει η αλληλεξάρτησή τους και τις σχετικές με την τελευταία από 3-8-2011, 7-5-2014, 12-5-2014 εξώδικες δηλώσεις του, νομίμως επιδοθείσες προς την αντίδικό του, ως και το από 23-6-2014 ηλεκτρονικό του μήνυμα προς την ίδια και 9) την δικαστική ομολογία της αντιδίκου του, που διαλαμβάνεται στον υπό το στοιχείο VIII λόγο του δικογράφου της κύριας έφεσής της και στην προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μέχρι τις 26-6-2014, οπότε λύθηκε με καταγγελία της, και εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα θα κατέληγε σε αντίθετη ουσιαστική κρίση.

Η υπό το στοιχείο 9 αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ιστορούμενη, με αυξημένη αποδεικτική δύναμη, "δικαστική ομολογία" της αντιδίκου του, είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), του υπό το στοιχείο VIII λόγου της από 27-7-2017 με αριθμ.

καταθ. .../2017 έφεσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και της προσθήκης των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν προκύπτει ομολογία εκ μέρους της, του διαλαμβανόμενου, στην από 30-3-2015 (αριθ.καταθ.1053/2015) ένδικη αγωγή (περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας από την 1-10-2011 έως τις 31-7-2014) ισχυρισμού του αντιδίκου της, για διάρκεια της ένδικης, από 22-11-2006, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το χρονικό διάστημα από την 1-10-2011 έως τις 26-6-2014 (μέρος του επιδίκου).

Αντίθετα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με τον ανωτέρω λόγο της έφεσης και την άνω προσθήκη των προτάσεών της ενέμεινε στον παραδεκτά προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό της για συμβατική λύση της ένδικης εργασιακής σύμβασης στις 9-1-2009 επαναλαμβάνοντας ρητά την παύση της ισχύος της έκτοτε, και μόνο για την περίπτωση απόρριψης του άνω, καταλυτικού της ένδικης αγωγής, ισχυρισμού της, προέβαλε επικουρικά, για την περίπτωση επιδίκασης εντεύθεν μισθών υπερημερίας, ένσταση συμψηφισμού με το αναφερόμενο, καταβληθέν στον ενάγοντα στις 26-6-2014 "ως αποζημίωση", χρηματικό ποσό.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ως ομολογημένο από την αντίδικό του πραγματικό περιστατικό, δεν συνιστά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία της, δηλαδή παραδοχή εκ μέρους της επιζήμιου για την ίδια αγωγικού ισχυρισμού, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, αναφορικά με τα ιστορούμενα στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης έγγραφα, τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (8ο φύλλο) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων ρητά αναφέρθηκαν και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται ειδική αναφορά στα από 26-6-2014 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων (φύλλο 10ο πίσω σελίδα και φύλλο 11ο), σε εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη (φύλλο 10ο πίσω σελίδα), ως και στην υπ'αριθμ. 406/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Π. (πίσω σελίδα 8ου φύλλου)-(σημειωμένου ότι με την τελευταία επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα αποδοχές υπερημερίας, με ισχύ δεδικασμένου, για το προγενέστερο διάστημα, από 10-10-2008 έως 7-1-2009)-και δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα-εκ των οποίων τα υπό στοιχείο 1 δεν αφορούν άμεσα στο αποδεικτέο θέμα-εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αποδεικνυόταν η βασιμότητα της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της αναιρεσίβλητης περί συμβατικής λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στις 9-1-2009, η αβασιμότητα της εκ των άρθρων 361, 202 ΑΚ αντέντστασης του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα η αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, την οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε κατ'ουσία.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ' αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ.340 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτων το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η άποψη δε του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων και ο συσχετισμός τους με άλλα έγγραφα, που δεν συσχετίστηκαν με αυτά, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος .

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Εξάλλου, εάν με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι, εξαιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 του ΚΠολΔ) επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 170/2014).

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, επιτρέπει την αναίρεση όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο . Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.

Α.Π. 963/1985). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και για εσφαλμένη μη απόρριψη λόγου εφέσεως ως απαραδέκτου και αντιστρόφως (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 202/2019, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 803/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ορισμένο και δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο η τελευταία, ζητώντας την παραδοχή της έφεσής της και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που είχε δεχθεί κατ'ουσία την από 30-3-2015 αγωγή του, παραπονείτο ότι, η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τις δικές ενστάσεις και ισχυρισμούς και δέχθηκε την άνω αγωγή, παραλείποντας να αναφέρει τη διάταξη που εφαρμόστηκε εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προέκυψαν τα εξής: Ο αναιρεσείων, με την ανωτέρω, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Π., από 30-3-2015 (αριθμ.εκθ.καταθ.1053/2-4-2015) αγωγή του, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 99.283 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, επιδόματα εορτών, άδειας και επίδομα αδείας, του χρονικού διαστήματος από 1-10-2011 έως και 31-7-2014, νομιμοτόκως.

Με την 338/2017 απόφασή του το ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής αυτής, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 77.925,09 ευρώ, νομιμοτόκως, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως και 26-6-2014, δεχόμενο ότι τότε (26-6-2014) λύθηκε με συμφωνία των μερών η ένδικη εργασιακή σχέση, όπως επικουρικά είχε ισχυριστεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, απορρίπτοντας έτσι ως αβάσιμο, τον κύριο ισχυρισμό της για προγενέστερη συμβατική της λύση στις 9-1-2009.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 27-7-2017 (αριθ.εκθ.καταθ..../2017) έφεση και με τον πρώτο λόγο της παραπονείτο για την κατ'ουσία απόρριψη του άνω ισχυρισμού της, της συμβατικής λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 9-1-2009, με την αιτίαση της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, στον ίδιο δε λόγο έφεσης, παρότι ο εν λόγω ισχυρισμός της δεν είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος, εκ περισσού και άνευ ανάγκης γινόταν απλή αναγραφή του νομικού όρου της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου.

Ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος με την προσβαλλομένη απόφαση, είναι ορισμένος, καθόσον αφορά σε σφάλματα της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και παρότι αρκούσε για το ορισμένο του η μνεία ότι, εξαιτίας της κακής εκτίμησης του υλικού αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αναλυτικά και διεξοδικά διαλαμβάνονται στο εφετήριο τα σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής του αντιδίκου της.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτο τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που, αναφέρονται στο έγγραφο.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. ΚΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, αποδίδοντας στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθά, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 922/2018). Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 2057/2022, ΑΠ 867/2019, ΑΠ 658/2018).

Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενος ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του από 26-6-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς και β) της από 5-11-2013 απόδειξης εξόφλησης, και στηριζόμενο κυρίως στα έγγραφα αυτά κατέληξε στο επιζήμιο για τον ίδιο αποδεικτικό πόρισμα της βασιμότητας του ισχυρισμού της αντιδίκου του για συμβατική λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 9-1-2009, το μεν δεχόμενο ότι το περιεχόμενο του άνω, από 26-6-2014 συμφωνητικού, ήταν η δήθεν από κοινού λύση, στις 9-1-2009, της σύμβασης εργασίας εξαρτημένης εργασίας, ενώ ήταν οι άκυρες παραιτήσεις του από τις πηγάζουσες από τη σύμβαση αυτή ένδικες αξιώσεις του, το δε παραλείποντας, από την άνω, από 5-11-2013, απόδειξη, την ανάγνωση μέρους αυτής και συγκεκριμένα το: " με διατήρηση επιφύλαξής μου για αποδοχές υπερημερίας για το μετέπειτα της αρχικής αγωγής χρονικό διάστημα, δικαίωμα επαναπρόσληψής μου".

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά στο υπό το στοιχείο α'έγγραφο και δη το από 26-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που του αποδίδει ο αναιρεσείων και η κατά την απόψή του ανάγνωση και αξιολόγησή του από το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση.

Αναφορικά δε με το δεύτερο έγγραφο, την από 5-11-2013 απόδειξη εξόφλησης, ο υπό κρίση έβδομος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ανέγνωσε ορθά το περιεχόμενό της, χωρίς να παραλείψει το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα τμήμα της, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα στην πίσω σελίδα του 10ου φύλλου, ότι " την 5-11-2013, ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη, το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων διακοσίων πενήντα (27....) ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κατά κεφάλαιο ποσού ευρώ (18.400) τόκων ποσού ευρώ (7.700) και δικαστικής δαπάνης ποσού ευρώ (1.150), της υπ' αριθμ. 406/2013 απόφασης του Εφετείου Π., με επιφύλαξή του για τις υπόλοιπες απαιτήσεις του από αποδοχές υπερημερίας για το μετέπειτα της πρώτης αγωγής χρονικό διάστημα και το δικαίωμά του για επαναπρόσληψή του" και έτσι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε, κατά την αρχική συζήτηση, προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2019 και με αριθ. καταθ. 57/10-10-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 320/28-6-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Π. (διαδικασίας εργατικών διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ