Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to cite specific contradictory reasons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court failed to consider specific legal arguments regarding contract delivery and payment, claiming a violation of substantive law. The court ruled these arguments inadmissible because they did not constitute distinct 'facts' under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure but rather a denial of the respondent's claim, and the specific allegation of contradictory reasoning was too vague to be substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the contested ground does not constitute a 'fact' as defined by law, or if the allegation of contradictory reasoning lacks sufficient specificity to identify the error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 851 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 851/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη - Μαρία Καχρημάνη. Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζύγου Γ. Π. το γένος Γ. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Λυντέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5303/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3596/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ.ΑΠ10/2011). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 1935/2017,339/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, εξάλλου,η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου(ΑΠ712/2014,545/2013) προκύπτει, ότι αναγνωριστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη (θετική αναγνωριστική αγωγή) ή η ανυπαρξία (αρνητική αναγνωριστική αγωγή) κάποιας έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα.
Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη (ΑΠ 134/2015,712/2014). Κατά κυριολεξία, έννομη σχέση είναι οι έννομες συνέπειες, που ισχύουν μεταξύ του προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προς πράγμα, οι οποίες απορρέουν από ρυθμιζόμενη από το δίκαιο βιοτική σχέση.
Από το συνδυασμό δε, των διατάξεων των άρθρων 70, 216 παρ. 1, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αρνητική αναγνωριστική αγωγή θα πρέπει να εκτίθενται τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το δικαίωμα του ενάγοντος ως θεμελιωτικό του εννόμου συμφέροντος του και, ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί η εκ μέρους του ενάγοντος γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα του εναγομένου .
Αν όμως ο ενάγων δεν αρνείται τα πραγματικά γεγονότα τα παραγωγικά της επίδικης έννομης σχέσης, αλλά ισχυρίζεται την ύπαρξη άλλων περιστατικών, είτε διακωλυτικών είτε αποσβεστικών του προβαλλομένου δικαιώματος, πρέπει ν' αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν την ένσταση, η οποία συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία τα ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής του (ΑΠ1881/2014, 1688/2012, ΑΠ 178/2010).
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338ΚΠολΔ, νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των εκτιθεμένων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει τον νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και από το περιεχόμενο και το αίτημά της προσδίδει στην προβαλλομένη με αυτή έννομη σχέση, την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Επομένως, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επικαλούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου. έστω και αν είναι διαφορετικός από εκείνον που επικαλείται ο ενάγων (ΑΠ734/2Θ11,488/2010,1468/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση(αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ της από 12-5-2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει, ότι η τελευταία εκθέτει,πλην άλλων, που δεν αφορούν την αναιρετική διαδικασία, ότι κατήρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 2-3-2011 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας του ανέθεσε την ανακαίνιση της ευρισκόμενης στην ….οικίας της, συνισταμένης στην εκτέλεση από τον τελευταίο των περιγραφομένων στην από 2-3- 2011 έγγραφη τεχνική και οικονομική προσφορά του εργασιών, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 38.000 ευρώ συν ΦΠΑ 23%,εκ των οποίων 15.000 ευρώ θα δίνονταν ως προκαταβολή, 15.000 ευρώ θα καταβάλονταν δώδεκα ημέρες αργότερα και 8.000 ευρώ θα καταβάλονταν με την παράδοση του έργου, ότι του κατέβαλε το ποσό των 15.000 ευρώ της προκαταβολής ,για το οποίο της χορήγησε απόδειξη καταβολής, ενώ στις 11-3-2011 του κατέβαλε και το επόμενο συμφωνηθέν ποσό των 15.000 ευρώ, για το οποίο, καίτοι του ζήτησε, δεν της χορήγησε απόδειξη, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε μαζί του το πρόχειρο μπλοκ δελτίων παροχής υπηρεσιών, ενώ της υποσχέθηκε ότι θα της δώσει τη9 σχετική απόδειξη την επόμενη ημέρα, κάτι που όχι μόνο δεν έπραξε, αλλά αρνείται ότι έλαβε το ανωτέρω ποσό, όπως και τα ποσά των 3.800 και 900 ευρώ που επίσης του κατέβαλε σε μερική εξόφληση της συμφωνηθείσας αμοιβής του.
Με βάση τα ανωτέρω, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι έχει καταβάλει στον αναιρεσείοντα πλην της προκαταβολής και το ανωτέρω συνολικό ποσό των 19.700 (15.000+3.800+900) ευρώ, που ο τελευταίος παράνομα και κακόβουλα αρνείται ότι έλαβε. Το Εφετείο, εκτίμησε ότι με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα της εν λόγω αγωγής, καίτοι "γραμματικώς διατυπώνεται ως αίτημα αναγνωρίσεως πραγματικού γεγονότος, ήτοι της καταβολής χρηματικού ποσού, πρέπει να ερμηνευθεί ως αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα περί μη οφειλής του αντίστοιχου χρηματικού ποσού, (αρνητική αναγνωριστική αγωγή χρέους)".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο,1) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70ΚΠολΔ,εφόσον με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή του, εφόσον με αυτή εισαγόταν αίτημα αναγνώρισης της ανυπαρξίας της έννομης συνέπειας της οφειλής από την αναιρεσίβλητη του ανωτέρω ποσού, ως μέρους του οφειλόμενου στον αναιρεσείοντα εργολαβικού ανταλλάγματος από την μεταξύ τους έννομη σχέση της εργολαβίας, λόγω εξόφλησής του και 2)δεν έλαβε υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αναιρετικοί λόγοι,1) πρώτος και δεύτερος, με τους οποίους ο αναιρεσείων κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1(και όχι και αριθμ.19)ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 70ΚΠολΔ,διότι με την ένδικη αγωγή εισαγόταν αίτημα αναγνώρισης πραγματικού γεγονότος και το περιεχόμενο της δεν συνάδει με αυτό της αρνητικής αναγνωριστικής χρέους και 2)τρίτος,από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι με την προαναφερθείσα εκτίμηση της αγωγής, την οποία δεν επεκαλείτο η αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί, είναι αβάσιμοι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής(ΑΠ1742/2014).Για να ιδρυθεί όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά, στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ835/2018,597/2015, 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (Ολ.ΑΠ43/1990,ΑΠ119/2014).
Στο ίδιο λόγο της κρινόμενης αίτησης και υπό στοιχείο Β περιλαμβάνεται ειδικότερη αιτίαση για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αγωγής συνεπεία μη αναφοράς του υπόλοιπου χρέους της αναιρεσίβλητης και της τελικής οφειλής της προς αυτόν. Ο λόγος αυτός κατά την ως άνω αιτία είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον στο αναιρετήριο εκτίθεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε (μόνο) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι τον επανέφερε με λόγο εφέσεως, περιορίζεται να ισχυρισθεί ότι εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση αυτή είναι και αβάσιμη, εφόσον η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που αρμόζουν στην εισαγόμενη με αυτή αναγνώριση της ανυπαρξίας της συγκεκριμένης οφειλής. Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη επίσης στον δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι εκτιμώντας το αγωγικό δικόγραφο ως αρνητική αναγνωριστική αγωγή προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία της αληθινής βούλησης της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτη, ως στηριζόμενη σε λανθασμένη προϋπόθεση, εφόσον οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται κατά την ερμηνεία ασαφών δικαιοπραξιών και όχι κατά τη διερεύνηση από το δικαστήριο της νομικής βασιμότητας της αγωγής.
Περαιτέρω, διδάγματα κοινής πείρας είναι γενικές αρχές ,που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα.Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ,μόνο όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων ,που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561παρ.1ΚΠολΔ.
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας ,τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας, ποιος είναι ο κανόνας δικαίου ,στου οποίου την εξειδίκευση εσφαλμένα χρησιμοποιήθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε τι συνίσταται η παράβαση(ΑΠ892/2013,2010).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ήτοι των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττει την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίνεται νομικά βάσιμη ή αβάσιμη, ορισμένη ή αόριστη (Ολ ΑΠ3/1997, ΑΠ 30/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με ειδικότερες αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19 Κ ΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την προαναφερθείσα εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, αντίστοιχα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, της λογικής και τα κρατούντα στον οικείο τομέα συναλλαγών και δεν αιτιολόγησε, άλλως αιτιολόγησε ανεπαρκώς τη σχετική του εκτίμηση. Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, η μεν πρώτη, λόγω αοριστίας εφόσον δεν εκτίθεται ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβίασε το δικαστήριο και σε τι συνίσταται η παραβίαση, η δε δεύτερη, διότι η πληττόμενη σχετικώς περί του νομίμου της αγωγής κρίση του Εφετείου δεν πλήττεται με τον αναιρετικό από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ λόγο.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Ο εκκαλών...εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων)....τυγχάνει εργολάβος.... Η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εφεσίβλητος στο υπό στοιχείο ΙΙ έφεση (ήδη αναιρεσίβλητη)...ενδιαφερόμενη να προβεί σε ανακαίνιση της εξοχικής κατοικίας αυτής, επιφανείας εβδομήντα τετραγωνικών μέτρων (70 τ.μ.), στην περιοχή "..." ...
Κατήρτισε με τον εκκαλούντα....έφεση σύμβαση έργου, στο πλαίσιο της οποίας αυτός ανέλαβε την ανακαίνιση της ως άνω εξοχικής οικίας. Πλέον συγκεκριμένα, ο εκκαλών...υπέβαλε προς την εκκαλούσα.... την από 2.3.2011 έγγραφο " Τεχνική και Οικονομική Προσφορά Έργου ", με το εξής περιεχόμενο " Α. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ".
Στη συνέχεια το Εφετείο αφού αναφέρει αναλυτικά το περιεχόμενο κάθε εργασίας, συνεχίζει: "Β. ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ. Το κόστος των παραπάνω εργασιών ανέρχεται στο ποσό των 38.000 ευρώ. Προκαταβολή 15.000 ευρώ. Μετά από δώδεκα (12) ημέρες 15.000 ευρώ. Με την παράδοση των εργασιών το υπόλοιπο ποσό. Στην παραπάνω τιμή δεν συμπεριλαμβάνεται Φ.Π.Α. 23%".
Την 16.3.2011 και ενώ είχε αρχίσει η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, ο εκκαλών... επανήλθε με συμπληρωματική "Τεχνική και Οικονομική Προσφορά Εργου", η οποία έχει ως εξής: Α" Στη συνέχεια το Εφετείο αφού εκθέτει αναλυτικά το περιεχόμενο κάθε εργασίας, συνεχίζει: "Β. ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ. Το κόστος των παραπάνω εργασιών ανέρχεται στο ποσό των 21.000 ευρώ, το οποίο θα γίνει συνεννόηση και διακανονισμός με την πελάτισσα...".
Τέλος, την 31.3.2011 ο εκκαλών... υπέβαλε και δεύτερη συμπληρωματική προσφορά, με το εξής περιεχόμενο :"Α. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΥΛΙΚΩΝ.ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΑΠΟ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΡΙΤΗΣ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗΣ.". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκθέτει αναλυτικά το περιεχόμενο των εργασιών, συνεχίζει: "Β.
ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ. Το κόστος των παραπάνω εργασιών ανέρχεται στο ποσόν 15.700 ευρώ μετρητά. Στην παραπάνω τιμή δεν περιλαμβάνεται Φ.Π.Α. 23%"....Ο εκκαλών....εργολάβος εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο, όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικώς στις προπαρατιθέμενες τρεις (3) τεχνικές προσφορές και παρέδωσε αυτό στην εκκαλούσα....την 3.4.2011, ότε και αυτή το παρέλαβε...ακολούθως δε ο εκκαλών...εξέδωσε επ' ονόματι της εκκαλούσας....το υπ' αριθμ....τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού....74.700 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% ποσού....17.181 ευρώ και συνολικώς ποσού....91.881 ευρώ....
Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως καταβολής της εργολαβικής αμοιβής εκ μέρους της εκκαλούσας ... αποδεικνύεται ότι αυτή κατέβαλε την 4.3.2011 στον εργολάβο ... το ποσόν των δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΏ ( 15.000 € ), για τη δε καταβολή αυτή η εκκαλούσα... έλαβε πρόχειρο έγγραφο εξοφλητική απόδειξη, όπως άλλωστε συνομολογείται από τον εκκαλούντα...
Η εκκαλούσα... ισχυρίζεται ότι κατέβαλε επιπλέον του ως άνω ποσού : α ) την 11.3.2011 ποσόν δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (15.000 € ), το οποίο ανέλαβε από τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο διατηρεί στο Υποκατάστημα …. της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία " ... Α. Ε. ", και παρέδωσε επιτόπου στον εκκαλούντα..., ο οποίος τη συνόδευε στην Τράπεζα, πλην όμως δεν της χορήγησε σχετική έγγραφο εξοφλητική απόδειξη, προφασιζόμένος ότι δεν είχε μαζί του τα σχετικά στελέχη αποδείξεων, β ) ...γ )...
Καθ' όσον αφορά στο πρώτο των ως άνω ποσών, πράγματι αποδεικνύεται από την προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως κατάσταση κινήσεως του τηρουμένου στην ως άνω Τράπεζα υπ' αριθ. ...08- 50 καταθετικού λογαριασμού με δικαιούχο την εκκαλούσα... ότι η τελευταία προέβη την 11.3.2011 σε ανάληψη ποσού δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥ ΡΩ ( 15.000 € ), ενώ είχε προηγηθεί την 4.3.2011 ανάληψη ετέρου ποσού δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ ( 15.000 € ), για το οποίο συνομολογείται ότι έχει εκδοθεί έγγραφος εξοφλητική απόδειξη.
Τα ποσά των ως άνω αναλήψεων ταυτίζονται με τα συμφωνηθέντα ποσά των μερικών καταβολών του εργολαβικού ανταλλάγματος, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν στην πρώτη από 2.3.2011 "Τεχνική και Οικονομική Προσφορά Έργου ", κατά την οποία : α ) ποσόν δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (15.000 €) συμφωνήθηκε καταβλητέο ως προκαταβολή κατά την αποδοχή της προσφοράς από την εκκαλούσα και β) β) ποσόν δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ ( 15.000 € ) συμφωνήθηκε καταβλητέο μετά πάροδο δώδεκα (12) ημερών από την αποδοχή της προσφοράς, ήτοι το αργότερο μέχρι την 14.3.2011, η δε καταβολή του ποσού αυτού τρεις ημέρες νωρίτερα από την συμφωνηθείσα (απωτάτη) ημερομηνία πληρωμής δεν είναι ασυνήθης στην τρέχουσα συναλλακτική πρακτική.
Εξάλλου, πέραν της επιβεβαιώσεως της καταβολής του ως άνω ποσού από τις υπ' αριθ. 54/8.1.2014 και 55/8.1.2014 ενόρκους βεβαιώσεις των Γ. Π. και Γ. Π., αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία ( καταβολή ), ως υλική πράξη, δεν υπόκειται στους περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ και αποδεικνύεται ελευθέρως δια μαρτύρων (και ενόρκων βεβαιώσεων)..., δεν είναι δυνατή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και κατά τα κρατούντα στον οικείο τομέα συναλλαγών, η πλήρης εκπλήρωση από πλευράς του εκκαλούντος...εργολάβου της ενδίκου συμβάσεως έργου (την οποία ο ίδιος αποτίμησε στο συνολικό ποσόν των ενενήντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα ενός ΕΥΡΩ - 91.881 €) εντός εξαιρετικώς συντόμου χρονικού διαστήματος (χρόνος παραδόσεως του έργου η 3.4.2011) με μόνη την καταβολή της αρχικής προκαταβολής ποσού δεκαπέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (15.000 €), καθ' ο χρόνο, μάλιστα, όπως αυτός ισχυρίζεται, ώφειλε να προβαίνει ο ίδιος σε αγορά - εξ ιδίων κεφαλαίων - των απαραιτήτων υλικών από διαφόρους προμηθευτές και σε καταβολή της αμοιβής των απασχολουμένων στο έργο συνεργείων, κατά τα ανωτέρω στο σκεπτικό εκτιθέμενα.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η εκκαλούσα ...είχε αποδεχθεί εννέα (9) συναλλαγματικές, ποσού χιλίων ΕΥΡΩ (1.000 €) εκάστη, εις διαταγήν του εκκαλούντος..., το ποσόν των οποίων εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς, όπως ο τελευταίος συνομολογεί με τις προτάσεις του. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε τις αντίθετες από 2-10-2014 και 21-10-2014 εφέσεις των διαδίκων και επεκύρωσε την 5303/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αρνητική - αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης περί ανυπαρξίας της οφειλής της του ανωτέρω ποσού των 15.000 ευρώ, ως μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος του αναιρεσείοντος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997,ΑΠ851/2015).
Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 180/2011) ,ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με ειδικότερη αιτίαση του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησής του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι, καίτοι τον είχε προτείνει ενώπιον του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, ότι "συνάδει με το πνεύμα των διατάξεων του ΑΚ 681 σχετικά με τη σύμβαση του έργου, σύμφωνα με την οποία η παράδοση του έργου αποτελεί προϋπόθεση για τη λήψη αμοιβής του εργολάβου, ήτοι σύμφωνα με το άρθρο 681ΑΚ η αμοιβή καταβάλλεται με την παράδοση του έργου".
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ,αλλά άρνηση της περιεχόμενης στην αρνητική αγωγή της αναιρεσίβλητης ένστασης εξόφλησης του επίδικου χρέους. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, εφόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Τέλος και με την επισήμανση ότι η καταβολή, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό του δικογράφου, είναι υλική πράξη και ως εκ τούτου η απόδειξή της δεν υπάγεται στους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 393παρ.1ΚΠολΔ περιορισμούς, οι περιλαμβανόμενες στον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων, κατ' επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο ,για εσφαλμένη και μόνη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, για "χαλαρή" απόδειξη, ως προς την καταβολή του επίμαχου ποσού, πλήττει απαράδεκτα την μη ελεγχόμενη από το παρόν Δικαστήριο επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων με την προσβαλλόμενη απόφαση (αρθρ.561παρ.1ΚΠολΔ).
Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο (τρίτο) ειδικότερη αιτίαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.8(στην πραγματικότητα αριθμ. 19)ΚΠολΔ λόγω αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εκθέτει πού εντοπίζεται η αντίφαση και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της 3596/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ