Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it targets a first-instance decision absorbed by the second-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second-instance judgment and the underlying first-instance decision. The appellant argued that the lower court distorted procedural documents and failed to address specific claims, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that since the second-instance court examined the merits and rejected the appeal, the first-instance decision was legally absorbed and cannot be the subject of a separate cassation appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 552, 553, 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: In cases passing through two degrees of jurisdiction, only the final second-instance judgment is subject to cassation, as the first-instance decision is absorbed into it; appeals targeting the absorbed first-instance decision are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 712 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 712/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1) Ι. - Ι. Σ. του Γ., χήρας Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γκιουλέκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. A. F. F. ή Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Ν., 3) Ν. Ν. και 4) Κ. Ν., κατοίκων ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πάζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρος τους Γεώργιο Κόμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 533/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 900/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/9/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Aσπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των 2ου, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσοτέρων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση, η οποία διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ολΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 900/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της συμπροσβαλλομένης 533/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη κατά το μέρος της που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου.
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όχι εναντίον όλων των διαδίκων, εκτός από της περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας. Κι' αυτό γιατί ο αναιρεσείων, ενόψει του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση μόνο κατά του αντιδίκου του εκείνου ως προς τον οποίο, κατ' εκτίμηση του ιδίου συμφέροντός του, επιθυμεί να επιτύχει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο αντίδικός του δεν μπορεί να έχει ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης, επειδή αυτή δεν απευθύνεται εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος. Έτσι, η ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης που προβλήθηκε με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν μέσα στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ περί του απαραδέκτου της αναίρεσης, γιατί αυτή δεν απευθύνεται και κατά των πέμπτου και έκτης των εφεσιβλήτων, ως προς τους οποίους, όμως, η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή της λόγω αποδοχής της από τους πιο πάνω εφεσιβλήτους (εναγομένους), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ η κατ' εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς αυτού που επικαλείται άμεσο έννομο συμφέρον αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης. Εξάλλου το άρθρο 70 ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 468/2010). Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 119/2011).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 298 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ο εναγόμενος μπορεί να αποδεχθεί την αγωγή, αναγνωρίζοντας ολικά ή μερικά το δικαίωμα που έχει ασκηθεί με αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Αντικείμενο της αποδοχής είναι η δήλωση του εναγομένου ότι αναγνωρίζει την ασκηθείσα με την αγωγή αξίωση, δηλ.
τη διαγνωστέα έννομη συνέπεια (το συμπέρασμα του δικονομικού συλλογισμού). Εφόσον κριθεί ότι η αποδοχή είναι παραδεκτή, δεν καταργείται αυτοδικαίως η δίκη. Το δικαστήριο δεν ερευνά πλέον τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αλλά με βάση την αποδοχή υποχρεούται να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με αυτή.
Το αποτέλεσμα της αποδοχής επέρχεται και αν ακόμη η αγωγή είναι νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ή ελλείπει το έννομο συμφέρον ή είναι αόριστη. Αν υπάρχουν περισσότεροι ομόδικοι, η αποδοχή της αγωγής κρίνεται αυτοτελώς για καθένα από αυτούς. Η δικαστική απόφαση που εκδίδεται με βάση την αποδοχή είναι οριστική και υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, χωρεί αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι ως απαράδεκτο νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ολΑΠ 963/1985).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, με αποτέλεσμα να προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9/1/1967 απεβίωσε ο πατέρας της ενάγουσας Γ. Σ., ο οποίος με την από 21/7/1966 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγο του και μητέρα της ενάγουσας Μ.
Σ., την ενάγουσα και την πρώτη εναγομένη - κόρη της προαποβιωσάσης κόρης του Ι., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθεμία. Στις 30-7-1988, απεβίωσε η μητέρα της ενάγουσας Μ. Σ., η οποία κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς την ενάγουσα και την πρώτη εναγόμενη - εγγονή της. Η ενάγουσα, στις 23-11-1988, αποποιήθηκε νομότυπα την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά της μητέρας της και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 1712/1988 έκθεση αποποιήσεως.
Μετά την αποποίηση της κληρονομιάς, η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα της ενάγουσας από την κληρονομιά της μητέρας της περιήλθε στα τέκνα της πέμπτο και έκτη των εναγομένων. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εν λόγω έκθεση αποποιήσεως κληρονομίας, η ενάγουσα δήλωσε ότι "αποποιείται την κληρονομιά της μητρός της Μ.
Σ., που πέθανε στις Σπέτσες την 30-7-1988, η οποία έχει επαχθεί εξ αδιαθέτου και στην οποία δεν ανεμείχθη μέχρι σήμερα ούτε θα αναμιχθεί στον μέλλον". Στις 4-7-2008, με την επιμέλεια του πέμπτου εναγομένου, δημοσιεύθηκε, με τα υπ' αριθ. 4162/2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 30-7-1988 ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας της ενάγουσας με την οποία εγκαθιστούσε την ενάγουσα μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.
Η ως άνω διαθήκη κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1592/4-7-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η προαναφερόμενη δίπλωση αποποιήσεως της κληρονομιάς καλύπτει κάθε λόγο επαγωγής, δηλαδή τόσο την εξ αδιαθέτου όσο και την εκ διαθήκης διαδοχή. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα αναφέρει ότι δεν αναμείχθηκε στην κληρονομιά ούτε και πρόκειται στο μέλλον να αναμειχθεί.
Από το περιεχόμενο της δήλωσης της αυτής συνάγεται ανενδοίαστα το συμπέρασμα ότι η θέληση της ήταν η αποποίηση της κληρονομιάς να καλύπτει κάθε λόγο επαγωγής. Η ενάγουσα προέβη στη δήλωση αυτή χωρίς να επιφυλαχθεί για τα δικαιώματα της, για την εκ διαθήκης διαδοχή, μολονότι γνώριζε το περιεχόμενο της διαθήκης της μητέρας της, καθόσον, όπως αναφέρει στην αγωγή της, η μητέρα της της είχε καταστήσει γνωστό το περιεχόμενο της διαθήκης της, παραδίδοντας της αντίγραφο αυτής.
Η ενάγουσα, με τις προτάσεις της δικαιολογεί την ενέργειά της αυτή, ισχυριζόμενη ότι προέβη στην εν λόγω αποποίηση της κληρονομιάς της μητέρας της λόγω της εμπλοκής της σε συνεχείς δικαστικούς αγώνες με τις Τράπεζες, που αφορούσαν την αντιδικία με την οικογενειακή επιχείρηση με την επωνυμία "Ελβιν Α.Ε.", στην οποία συμμετείχε και η ίδια και η οποία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την υπ' αριθμ. 1270/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η πτώχευση της εν λόγω εταιρείας περατώθηκε αυτοδικαίως λόγω παρόδου εικοσαετίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 182 παρ.2 και 16 παρ.3 του ν. 3588/2007. Εξάλλου η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στις 29-8-1985 δυνάμει των υπ' αριθ. 310/1985 και 350/1985 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της ενάγουσας για ποσό 61.500.000 δραχμών.
Η ενάγουσα ήθελε η ως άνω Τράπεζα να μην επιληφθεί της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας της και γι' αυτό με την εν λόγω δήλωση αποποίησης, κάλυψε κάθε λόγο επαγωγής αυτής. Η μάρτυρας της ενάγουσας Α. Ι., στην ένορκη βεβαίωσή της, κατέθεσε ότι η ενάγουσα τελικά αποποιήθηκε την κληρονομιά της μητέρας της υπέρ των τέκνων της Ν.
και Κ., ώστε να μη εμπλακεί και αυτή η περιουσία στη δικαστική διαμάχη που είχε τότε με τις Τράπεζες.
Συνεπώς δεν θεμελιώνεται κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας από την ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας της.
Εξάλλου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως εκ περισσού, με επάλληλη σκέψη, δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικά κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού που πρότεινε η πρώτη εναγομένη.
Η ενάγουσα-εκκαλούσα, με σχετικό λόγο εφέσεως, παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι η παραδοχή ότι η αποποίηση καταλαμβάνει και την εκ διαθήκης επαγωγή επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος ο λόγος της εφέσεως σχετικά με το ότι η εκκαλουμένη απόφαση, εκθέτοντας το περιεχόμενο της αγωγής της ενάγουσας δεν ανέφερε, εκ παραδρομής, ότι ο Γ. Σ., πατέρας της ενάγουσας, με τη διαθήκη του, εγκατέστησε και την ενάγουσα κληρονόμο του σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς του, διότι η παράλειψη της αναφοράς αυτής δεν άσκησε καμμία επιρροή στην κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία ορθά διαμορφώθηκε από όλο το αποδεικτικό υλικό.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο λόγος της εφέσεως σχετικά με αντιφατικότητα της εκκαλούμενης αποφάσεως λόγω της εξ ολοκλήρου παραδοχής της κρινόμενης αγωγής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων και την ουσιαστική απόρριψη αυτής ως προς τους τέσσερους πρώτους εναγομένους, διότι οι πέμπτος και έκτη εναγόμενοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τη διενεργηθείσα στις 19-12-2008 υποχρεωτική απόπειρα εξώδικης επίλυσης της προκειμένης διαφοράς και, με δήλωση τους που καταχωρήθηκε στο οικείο πρακτικό, συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς αποδέχθηκαν την αγωγή, κατ' άρθρο 298 Κ.Πολ.Δ. , επί αποδοχής της αγωγής, εκδίδεται απόφαση ανάλογη με την αποδοχή, χωρίς, να εξετάζεται η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον των πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας της αποποίησης της κληρονομιάς της μητέρας της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, και την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος κατά ποσοστό 3/12 εξ αδιαιρέτου στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα, ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής, ενώ δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον των πέμπτου και έκτης των εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), λόγω της αποδοχής της, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ.1, 14 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι η αναιρεσείουσα με το να αποποιηθεί την κληρονομιά της μητέρας της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, κάλυψε και την εκ διαθήκης διαδοχή αυτής και ότι, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση της ένδικης αγωγής, επίσης δε ότι το διατακτικό της απόφασης είναι αντιφατικό, διότι, ενώ το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή για τον προεκτεθέντα λόγο ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, στη συνέχεια δέχθηκε την ίδια αγωγή ως προς τους πέμπτο και έκτο των εναγομένων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή ως προς τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων λόγω της αποδοχής της, ενώ δεν περιέχονται αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1851 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι άκυρη, αν έγινε πριν από την επαγωγή ή από πλάνη ως προς το λόγο επαγωγής. Επίσης, είναι άκυρη αν έγινε υπό αίρεση ή προθεσμία ή για μέρος της κληρονομιάς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ακυρότητα της αποδοχής ή της αποποίησης λόγω πλάνης ως προς το λόγο επαγωγής συντρέχει μόνο αν ο καλούμενος αποδέχθηκε ή αποποιήθηκε την κληρονομιά ενόψει ορισμένου λόγου επαγωγής και όχι όταν η σχετική βούληση του κληρονόμου είναι γενική, δηλαδή καλύπτει κάθε λόγο επαγωγής.
Ειδικότερα, η δήλωση βούλησης του τελευταίου πρέπει να είναι οριστική, αναμφίβολη και αδιαίρετη, ώστε να μην παραμένει μετέωρη η τύχη της κληρονομιάς και να μην έγινε (η δήλωση βούλησης) υπό αίρεση ή υπό προθεσμία (αναβλητική ή διαλυτική) ή για μέρος της κληρονομιάς, διότι αλλιώς είναι άκυρη. Περαιτέρω, αν η αποδοχή ή αποποίηση είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο επαγωγής της κληρονομιάς ή είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής, τότε η σχετική δήλωση βούλησης είναι ακυρώσιμη, σύμφωνα με τις σχετικές για τις δικαιοπραξίες (άρθρο 1857 εδ.β' ΑΚ).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710, 1711, 1846, 1847, 1850, 1851, 1856-1858 ΑΚ, δεν δέχθηκε ότι η γενομένη εκ μέρους της αναιρεσείουσας δήλωση αποποίησης της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της μητέρας της ήταν άκυρη λόγω πλάνης ως προς το λόγο επαγωγής, αλλά δέχθηκε ότι η δήλωση αυτή κάλυπτε τόσο την εξ αδιαθέτου όσο και την εκ διαθήκης επαγωγή της πιο πάνω κληρονομιάς, επειδή η αναιρεσείουσα δεν επιφυλάχθηκε ως προς την τελευταία (εκ διαθήκης επαγωγή) και ότι με την παραδοχή αυτή έκρινε εσφαλμένα ότι είναι επιτρεπτή η αποποίηση της κληρονομιάς με επιφύλαξη (αίρεση).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι η επίμαχη δήλωση αποποίησης της αναιρεσείουσας έγινε οριστικά από κάθε λόγο επαγωγής της κληρονομιάς (εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης) της μητέρας της, μολονότι γνώριζε το περιεχόμενο της από 30/7/1988 ιδιόγραφης διαθήκης της τελευταίας, στην αποδεικτική δε αυτή κρίση κατέληξε το Εφετείο με βάση το περιεχόμενο της πιο πάνω δήλωσης αποποίησης της αναιρεσείουσας.
Η παραδοχή αυτή στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επιδρά σε αυτό η επάλληλη παραδοχή ότι "η ενάγουσα προέβη στη δήλωση αυτή χωρίς να επιφυλαχθεί για τα δικαιώματα της για την εκ διαθήκης διαδοχή".
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις από τους αρ.1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να μη λάβει υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς της για την απόκρουση της ένστασης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την απόκρουση της ένδικης αγωγής ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης για καταχρηστική άσκηση αυτής (άρθρο 281 ΑΚ) έγινε ως εκ περισσού δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, αφού η παραδοχή της ότι η αποποίηση της αναιρεσείουσας καταλαμβάνει και την εκ διαθήκης επαγωγή της κληρονομιάς αρκούσε για τη στήριξη του διατακτικού της. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δεν στήριξε την απορριπτική του κρίση για την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας στην παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ.
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8, 9 και 17 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση, για το ότι: α)δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι αυτή ήταν συγκληρονόμος της όλης κληρονομιαίας περιουσίας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα της, την περιουσία του οποίου κληρονόμησαν κατ' ισομοιρία η ίδια, η σύζυγος του (μητέρα της) και η εγγονή του (πρώτη αναιρεσίβλητη), β) επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητούσε με την ένδικη αγωγή της, αναγνωρίζοντας το κληρονομικό της δικαίωμα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων της μητέρας της, αντί ποσοστού 3/12 που ήταν το αίτημα της αγωγής και γ) δημιουργείται σύγχυση στο διατακτικό της ως προς το αν η αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος αφορά το 1/3 εξ αδιαιρέτου της πατρικής εκ διαθήκης κληρονομιάς της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος: 1) αναφορικά με την υπό στοιχείο α' αιτίαση από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε "διότι δεν ασκούσε καμία επιρροή", 2) αναφορικά με την υπό στοιχείο β' αιτίαση από τον αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, αφενός διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός με λόγο έφεσης και, αφετέρου ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, διότι η αίτηση αναίρεσης δεν στρέφεται κατά των πέμπτου και έκτης των εναγομένων της ένδικης αγωγής ως προς τους οποίους και μόνον αυτή, λόγω της αποδοχής της, έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και 3) αναφορικά με την υπό στοιχείο γ' αιτίαση από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της επικυρωθείσας από το Εφετείο πρωτόδικης απόφασης, δεν προκύπτει ότι περιέχονται αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της που να προκαλούν σύγχυση και αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωσθείσα έννομη σχέση.
Με τους πέμπτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8, 9, 19 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο τις πλημμέλειες: α) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς με τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων, προσθήκη των έγγραφων προτάσεων της), με αποτέλεσμα να λάβει υπόψη του πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά και να της επιδικάσει μεγαλύτερο από το αιτηθέν ποσοστό του κληρονομικού της δικαιώματος στην κληρονομιά της μητέρας της, β) της παραμόρφωσης της προσθήκης-αντίκρουσης των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αναφορικά με τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό και γ) του ότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι από τον πιο πάνω περιορισμό της αγωγής δημιουργείται αοριστία ως προς τα υπόλοιπα αιτήματα αυτής.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι: 1) ως προς τις υπό στοιχείο α' και β' πλημμέλειες, αναφορικά με την παραμόρφωση της προσθήκης στις προτάσεις της αναιρεσείουσας, διότι αυτή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης, και δεν εμπίπτει στην έννοια του εγγράφου της διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ (ΑΠ 980/2003) και αναφορικά με την παραμόρφωση των δηλώσεων του πέμπτου και της έκτης των εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), που περιέχονται στο πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ως προς τις οποίες (δηλώσεις) αυτό (πρακτικό) αποτελεί έγγραφο (ΑΠ 586/1977), διότι ελλείπει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, αφού δεν στρέφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά των πιο πάνω εναγομένων και 2) ως προς τη με στοιχείο γ' αιτίαση διότι αυτή αναφέρεται σε παραβίαση δικονομικής διάταξης (άρθρο 223 ΚΠολΔ), η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/9/2012 αίτηση της Ι.-Ι. Σ. για αναίρεση της 900/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 533/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ