Legislator Case Law & Legislation
850/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on partial acceptance of lawsuit and costs allocation.

Case Number 850/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a partial acceptance of the plaintiff's claim. The appellant argued procedural errors and lack of reasoning for the appellate court's decision to extinguish the first-instance ruling and award specific damages. The court rejected these claims, citing established principles that allow appellate courts to extinguish lower court decisions to ensure the unity of execution when reformatting the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 536, 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court may extinguish the lower court's decision in its entirety to ensure the unity of execution, provided it reformat the case substantively within the scope of the appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unity of execution extinguishment of judgment appellate reform civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 536 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 850 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 850/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 27/11/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2021 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15898/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1204/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/9/2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 6.9.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1204/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 17-1-2023 έφεσης της αναιρεσίβλητης, Α. Κ. και της από 18-1-2023 έφεσης του αναιρεσείοντος, Α. Ο., κατά της υπ' αριθ. 15898/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 22.2.2021 αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-1-2023 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 17-1-2023 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, συμψηφίζοντας εν μέρει τα δικαστικά έξοδα και επιβάλλοντας μέρος των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εναγομένου.

Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 11.9.2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, η οποία έλαβε χώρα την 1.8.2023, όπως τούτο αναφέρεται από τον τελευταίο στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 731/2024), μη συνυπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 2 έως 31 Αυγούστου 2023, κατ' άρθρο 147 § 2 του ΚΠολΔ (άρθρα 552, 553, 556, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 239/2024, ΑΠ 1160/2024).

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β ', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.

Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 980/2023, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1381/2022). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ και στη συνέχεια καταργήθηκε με το άρθρο 341 του Ν. 4512/2018, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του, θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια.

Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 418/2018).

Εξάλλου, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 341 του Ν. 4512/2018 (που άρχισε να ισχύει από 23-1-2018), του άρθρου 24 του ΑΝ 1565/1939, που είχε διατηρηθεί σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης ασθενούς θεμελιώνεται πλέον στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 εδάφιο α', 3 §§ 2 και 3, 10 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 3418/2005, περί "Κώδικος Ιατρικής Δεοντολογίας" (ΑΠ 1161/2020 - ποινική), οι οποίες εκσυγχρονίζουν και εξειδικεύουν πλέον το ζητούμενο πρότυπο της ορθής ιατρικής συμπεριφοράς, ορίζοντας ότι: "Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης" (άρθρο 2 § 3 εδ.

α'). "Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης (άρθρο 3 § 2). "Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας.

Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση" (άρθρο 3 § 3). "Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητάς του" (άρθρο 10 § 1). "Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο τις ιατρικές γνώσεις, αλλά και τις κλινικές δεξιότητες, καθώς και τις ικανότητες συνεργασίας σε ομάδα, οι οποίες είναι απαραίτητες για την παροχή ποιοτικής φροντίδας υγείας....(άρθρο 10 § 2). "Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του" (άρθρο 10 § 3).

Συνεπώς, η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης ή του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το επάγγελμά του, από το νόμο (άρθρα 2 § 3 εδ. α', 3 §§ 2 και 3 και 10 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας") και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Έτσι, ελέγχεται ο ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του, σχετική με την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή αν τήρησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και αν ενήργησε τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή τις κατάλληλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση παρενέργειας ή επιπλοκής που μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς ή ακόμη και το θάνατό του, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, όντας σε γνώση του ιστορικού και των συμπτωμάτων του ασθενούς και έχοντας τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή αυτά συμπτώματα και τις ακολουθούσες βλάβες που εμφανίζουν ασθενείς υποβαλλόμενοι σε ιατρική επέμβαση.

Ακόμη, ο ιατρός ευθύνεται, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά αποδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους, εφόσον η άγνοια, η επιπολαιότητα ή η απρονοησία του τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής του ασθενούς.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η αδυναμία πρόβλεψης του ενδεχόμενου να προκύψει αξιόποινου αποτελέσματος καθίσταται ποινικά κολάσιμο υποκειμενικό μέγεθος, εφόσον ο δράστης όφειλε αντικειμενικά κατά τις περιστάσεις και μπορούσε υποκειμενικά, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες, να προβλέψει το αποτέλεσμα ως δυνατό και να το αποφύγει.

Ειδικότερα, όσον αφορά στην οφειλόμενη από τον ιατρό προσοχή, αυτή δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί σχηματικά και δογματικά εκ προοιμίου, αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του ιατρού δεν είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, δεδομένου ότι κάθε ιατρικό περιστατικό παρουσιάζει μοναδικότητα και ιδιοτυπία, καθοριστική των ενδεδειγμένων ενεργειών του ιατρού και, συνεπώς, προσδιοριστική της επιμέλειας την οποία αυτός πρέπει να καταβάλει.

Η εκτίμηση και η αξιολόγηση των αντικειμενικών δεδομένων εξαρτάται από το βαθμό και την ποιότητα της γνώσης και της εμπειρίας του επιλαμβανόμενου ιατρού. Γενικά, μπορεί να λεχθεί ότι το μέτρο της οφειλόμενης από τις περιστάσεις περίσκεψης του συγκεκριμένου ιατρού πρέπει να είναι η προσοχή την οποία δείχνει κάθε μέσος ιατρός, αν βρεθεί κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες.

Ωστόσο, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες του δράστη (ΑΠ 1128/2022, ΑΠ 326/2021, ΑΠ 1268/2020, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 43/2019, ΑΠ 1209/2019, ΑΠ 114/2018, όλες ποινικές).

Β. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 3/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 74/2024, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1866/2024).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1866/2024, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, ενώ δεν συνιστούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι αρνητικοί, των ουσιωδών σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ισχυρισμών, ισχυρισμοί των διαδίκων ή τα επιχειρήματα αυτών ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, ανεξάρτητα αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, κατέληξε σε, έστω και εσφαλμένη, για τα πράγματα κρίση, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1866/2024, ΑΠ 700/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 213/2024, ΑΠ 201/2024, ΑΠ 144/2024, ΑΠ 132/2024, ΑΠ 105/2024, ΑΠ 47/2023).

Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "Εν προκειμένω από την επανεκτίμηση της υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκης βεβαιώσεως του Δ. Μ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, της υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκης βεβαιώσεως του Δ.

Ο. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Β., οι οποίες ελήφθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, όλων ανεξαιρέτως των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και νέες φωτογραφίες της εναγούσης, ως νέο αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 529 παρ. 1 εδ. α'του ΚΠολ.Δ), λαμβάνοντας υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρ. 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα τυγχάνει αστυνομικός υπάλληλος, με τον βαθμό ανθυπαστυνόμου, έγγαμος, μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων. Ο εναγόμενος Α. Ο. του Λ. τυγχάνει δερματολόγος - αφροδισιολόγος και διατηρεί ιατρείο -κλινική επί των οδών ..., στην ... Τον τελευταίο επεσκέπτετο η ενάγουσα στο Ιατρείο για ένα δερματολογικό πρόβλημα, το οποίο είχε.

Επ' ευκαιρία των επισκέψεων η ενάγουσα τον ενημέρωσε για ένα πρόβλημα (κυτταρίτιδα) στους γλουτούς, γνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος απησχολείτο με υπηρεσίες αισθητικής με την χρήση Laser (βλ. και την από 15-06-2020 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Ο. Α., ΙΑΤΡΟΣ ΔΕΡΜΑΤΟΛΟΓΟΣ-ΑΦΡΟΔΙΣΙΟΛΟΓΟΣ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΜΕ ΛΕΙΖΕΡ).

Ο εναγόμενος διεβεβαίωσε την ενάγουσα ότι η περίπιωσή της ανήκε στο επιστημονικό του πεδίο και ότι θα ανελάμβανε να προχωρήσει στην αφαίρεση λίπους στην περιοχή των γλουτών με τοπική αναισθησία διά της τεχνικής ιατρικής μεθόδου CelluErase (συνηθισμένη και σύγχρονη επέμβαση αφαιρέσεως συσσωρευμένου λίπους, η οποία πραγματοποιείται διά της χρήσεως αιχμηρού μικροχειρουργικού εξαρτήματος, ρομβοειδούς σχήματος).

Πράγματι κατόπιν συμφωνίας τους την 15-06-2020 έλαβε χώρα επίσκεψη στο ιατρείο του επί της οδού ... στην ..., ώστε ο εναγόμενος να προβεί στην χειρουργική επέμβαση αφαιρέσεως λίπους διά της ως άνω ιατρικής τεχνικής μεθόδου CelluErase. Μετά από τοπική αναισθησία με ξυλοκαίνη και κατά την διάρκεια της αφαιρέσεως των λιπωδών ιστών με το ειδικό μικροσκοπικό χειρουργικό εργαλείο (μαχαιρίδιο), από ανεπιτηδειότητα του εναγομένου ως προς την χειρουργική και προεχόντως από τους αδέξιους και εσφαλμένους βίαιους χειρισμούς του χειρουργικού ως άνω εργαλείου εκ μέρους του, απεκόπη τμήμα του χειρουργικού εργαλείου (λεπτή βελόνα διεισδύσεως στους λιπώδεις ιστούς - θραύση τμήματος αυτής), με συνέπεια να παραμείνει στους γλουτούς της εναγούσης και εν συνεχεία να προχωρήσει στο αριστερό μηριαίον οστούν.

Μετά την ολοκλήρωση της ιατροχειρουργικής επεμβάσεως, τούτο έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον εναγόμενο, ο οποίος μάλιστα ομολόγησε το δυσάρεστο αυτό γεγονός στην ενάγουσα και συνέστησε σε αυτήν, μη έχοντας ο ίδιος την δυνατότητα και ικανότητα εντοπισμού του αττοκοπέντος τμήματος και αφαιρέσεώς του, να επισκεφθεί τον πλαστικό χειρουργό Δ.

Ο., ο οποίο διατηρεί ιατρείο επί της οδού ..., με σκοπό τον εντοπισμό και την αφαίρεση του τμήματος αυτού του ιατρικού μικροχειρουργικού εργαλείου, αφαίρεση αναγκαία προς αποφυγή βεβαίων και ανυπολογίστων συνεπειών για την υγεία της εναγούσης. Πράγματι η ενάγουσα μετέβη στο ιατρείο του Δ. Ο., ο οποίος επιβεβαίωσε την ύπαρξη του ιατρικού εργαλείου στο σώμα της.

Μετά την επιβεβαίωση αυτή και με ακτινογραφία, στην οποία υπεβλήθη η ενάγουσα, μετέβη και πάλιν στο ιατρείο του Δ. Ο., ο οποίος δεν επέτυχε την αφαίρεση του από το σώμα της εναγούσης, παρά τις προσπάθειες του πλαστικού αυτού χειρουργού. Τελικώς η ενάγουσα έντρομη και υπό το κράτος ταραχής μετέβη μαζί με την αδελφή της Α.

Κ. στο παρακείμενο διαγνωστικό κέντρο υπό τον τίτλο "EUROMEDICA", όπου υπεβλήθη σε υπερηχογράφημα μαλακών μορίων, το πόρισμα του οποίου είχε ως εξής: "Μεταλλικό ξένο σώμα προβάλλει σε επιφανειακή θέση στο άνω τριτημόριο του αριστερού μηριαίου".. Μετά την νέα άκαρπη προσπάθεια του πλαστικού χειρουργού Δ. Ο. να ανεύρει το χειρουργικό μαχαιρίδιο, η ενάγουσα την 18-06-2020, μετά από προεγχειρητικές εξετάσεις, κατόπιν συστάσεως του ιδίου του εναγομένου, εισήχθη στο χειρουργείο της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", στην περιοχή ..., όπου ο πλαστικός χειρουργός Χ.

Ι., κατόπιν υποβολής της εναγούσης σε γενική αναισθησία, επέτυχε τελικώς να αφαιρέσει το τμήμα αυτό του ιατρικού εργαλείου (μαχαιριδίου), χειρουργική επέμβαση λεπτή και δύσκολη, δοθέντος ότι το αποκοπέν μαχαιρίδιο είχε εισέλθει στο αριστερό μηριαίο οστούν σε βάθος εννέα (9) εκατοστών (βλ. την από 15-06-2020 ακτινογραφία του αριστερού μηριαίου με διάγνωση του ιατρού Α.

Π.: Μεταλλική ακίδα προβάλει στα μαλακά μόρια του πρόσθιου τμήματος του ανώτερου ημίσεος του αριστερού μηριαίου και το από 18-06-2020 φύλλο νοσηλείας της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ"). Μετά τις ταλαιπωρίες αυτές, σωματικές και ψυχικές, λόγω εντόνων ενοχλήσεων στο δέρμα της μηριαίας χώρας, η ενάγουσα την 28-08-2020 υπεβλήθη σε MRI (ΑΡ) ισχίου, η οποία υπέδειξε "Παρουσία υποδορίου οιδήματος και ουλώδους ιστού στο δέρμα και το υποδόριο της ττροσθοπλάγιας ανώτερης μηριαίας χώρας με παρουσία μικρή συλλογής εν τω βάθει.

Διαταραχή εν μέρει της αρχιτεκτονικής και οιδήματος στον τείνων την πλατιά περιτονία και τον έξω πλατύ μυ... Συνιστάται κλινική συνεκτίμηση, βλ. την από 28-08-2020 μαγνητική τομογραφία (αρ) ισχίου και το πόρισμα του ιατρού ακτινολόγου Α. Μ.". Έκτοτε και μέχρι την έγερση της αγωγής και της υπό κρίση υποθέσεως η ενάγουσα ταλαιπωρείται διαρκώς σωματικά και ψυχολογικά, κυρίως ψυχολογικά, από την περιπέτεια την οποία υπέστη λόγω της ανωτέρω εκτεθείσης βαρείας αμελείας του εναγομένου, ο οποίος παραβίασε, όπως προελέχθη, βασικούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι πράγματι ο εναγόμενος επέδειξε προφανή αμέλεια και ανεγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα μόνον το ποσόν των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της επελθούσης ηθικής βλάβης. Λαμβάνοντας όμως υπόψιν την βαρεία αμέλεια του εναγομένου, την επί μακρόν χρονικό διάστημα σωματική και ψυχική ταλαιπωρία της εναγούσης καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, έπρεπε να επιδικάσει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της επελθούσης ηθικής βλάβης (932 του ΑΚ), το ποσόν των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο οικείος λόγος εφέσεως ως βάσιμος κατ' ουσίαν".

Υπό τις προαναφερόμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλάβει σ' αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση εκείνων που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί, οι αιτιολογίες δε αυτές, συνολικά εκτιμώμενες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ.

β, 914, 932 ΑΚ, 2 § 3 εδ. α', 3 §§ 2 και 3 και 10 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 3418/2005, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα και τα οποία δικαιολογούν την αποδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι έχουν αποδειχθεί, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ και το πόρισμα που συνάγεται από τις αποδείξεις και στηρίζεται σ' αυτές, εκτίθεται με σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα και με, κατά λογική ακολουθία, τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με εκείνα που προηγουμένως αναλυτικά έχουν εκτεθεί.

Τούτο δε, διότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι στην προκειμένη περίπτωση α) η ιατρική πράξη της χειρουργικής επέμβασης αφαίρεσης λίπους με την ιατρική τεχνική μέθοδο CelluErase δεν έγινε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές της ιατρικής επιστήμης (lege artis), επειδή από ανεπιτηδειότητα του αναιρεσείοντος ιατρού ως προς την χειρουργική και προεχόντως εξαιτίας των αδέξιων, εσφαλμένων και βίαιων χειρισμών του, κατά την χρησιμοποίηση του ως άνω χειρουργικού εργαλείου, απεκόπη, κατά την διείσδυση του εργαλείου αυτού στον αριστερό γλουτό της αναιρεσίβλητης, τμήμα από αυτό και συγκεκριμένα λεπτή βελόνα διεισδύσεως, με συνέπεια να παραμείνει στον γλουτό της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια να προχωρήσει αυτή στο αριστερό μηριαίο οστούν, β) ο αναιρεσείων όχι μόνο παραβίασε βασικούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αλλά δεν είχε την δυνατότητα ούτε όμως και την ικανότητα εντοπισμού του αποκοπέντος τμήματος του χειρουργικού εργαλείου και αφαιρέσεώς του, με συνέπεια να αναγκασθεί η αναιρεσίβλητη, κατόπιν σύστασής του, να επισκεφθεί έτερο ιατρό - πλαστικό χειρουργό, τον Δ.

Ο., ο οποίος επιβεβαίωσε την ύπαρξη του ιατρικού εργαλείου στο σώμα της αναιρεσίβλητης, και με ακτινογραφία στην οποία υπεβλήθη αυτή, χωρίς όμως τελικά να πετύχει την αφαίρεσή του από το σώμα της, γ) ότι στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη, έντρομη και υπό το κράτος ταραχής, αναγκάσθηκε να επισκεφθεί ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο, στο οποίο υπεβλήθη και σε υπερηχογράφημα μαλακών μορίων, με το οποίο επιβεβαιώθηκε ακόμη μία φορά η ύπαρξη τμήματος του χειρουργικού μαχαιριδίου στο άνω τριτημόριο του αριστερού μηριαίου στον αριστερό γλουτό της, με συνέπεια, την 18-6-2020, μετά από προεγχειρητικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη, να εισαχθεί στο χειρουργείο της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", όπου ο πλαστικός χειρουργός, Χ.

Ι., κατόπιν υποβολής της αναιρεσίβλητης σε γενική αναισθησία, πέτυχε τελικά να της αφαιρέσει το μεταλλικό ξένο σώμα από το σώμα της, δ) ότι μετά τις σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες που είχε ήδη υποστεί, λόγω έντονων ενοχλήσεων στο δέρμα της μηριαίας χώρας του γλουτού της, η αναιρεσίβλητη, την 28-8-2020, υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία του αριστερού ισχίου, η οποία κατέδειξε "παρουσία υποδορίου οιδήματος και ουλώδους ιστού στο δέρμα και το υποδόριο της προσθοπλάγιας ανώτερης μηριαίας χώρας με παρουσία μικρής συλλογής εν των βάθει, διαταραχή εν μέρει της αρχιτεκτονικής και οιδήματος στον τείνων την πλατιά περιτονία και τον έξω πλατύ μυ..." και της συνεστήθη κλινική συνεκτίμηση και ε) ότι η αναιρεσίβλητη μέχρι και την έγερση της αγωγής ταλαιπωρούνταν διαρκώς σωματικά και ψυχολογικά, κυρίως δε ψυχολογικά, από την περιπέτεια την οποία υπέστη λόγω της βαρειάς αμέλειας του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραβίασε βασικούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τυγχάνει αβάσιμος.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών αλλά και αναπόδεικτων πραγματικών περιστατικών ως προς τις παραδοχές της α) περί "ανεπιτηδειότητας του αναιρεσείοντος ως προς την χειρουργική" και "περί αδέξιων και εσφαλμένων βίαιων χειρισμών του χειρουργικού εργαλείου εκ μέρους του" επειδή δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταντο οι αδέξιοι και βίαιοι χειρισμοί του (πχ άσκηση υπερβολικής πίεσης στο εργαλείο ενόψει της αντίστασης - σκληρότητας των διαφραγμάτων, άρα αδέξιος χειρισμός κλπ), β) περί "βαρείας αμέλειάς του", καθόσον δεν την προσδιορίζει, γ) περί του γεγονότος ότι η μη αφαίρεση του χειρουργικού εργαλείου από την ενάγουσα θα είχε "βέβαιες και ανυπολόγιστες συνέπειες για την υγεία της" καθόσον δεν προσδιορίζει ποιες θα ήταν οι τυχόν ανυπολόγιστες ζημίες, δ) περί του γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη υπέστη "επί μακρόν χρονικό διάστημα σωματική και ψυχική ταλαιπωρία" επειδή δεν αναφέρει ποιός ήταν ο συγκεκριμένος λόγος που επέβαλε αναρρωτική άδεια 2,5 μηνών, αν η άδεια ήταν πράγματι αναρρωτική και πως η ενάγουσα εκμεταλλεύθηκε το χρονικό αυτό διάστημα, ε) περί του γεγονότος ότι η ενάγουσα "έκτοτε και μέχρι την έγερση της αγωγής και της υπό κρίση υποθέσεως ταλαιπωρείται διαρκώς σωματικά και ψυχολογικά, κυρίως ψυχολογικά, από την περιπέτεια την οποία υπέστη λόγω της εκτεθείσας βαρείας αμέλειας του εναγομένου..." και στ) περί οικονομικής του ευμάρειας σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, με κριτήριο, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, πρωτίστως το γεγονός ότι ο ίδιος τυγχάνει ιατρός ενώ η αναιρεσίβλητη αστυνομικός, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ανωτέρω φερόμενες ως ανεπάρκειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και πλήρες εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη, λόγω της σωματικής βλάβης που υπέστη από βαριά αμέλεια του αναιρεσείοντος κατά την χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση κυτταρίτιδας από τους γλουτούς της (από ανεπιτηδειότητά του περί την χειρουργική και από τους αδέξιους, εσφαλμένους και βίαιους ισχυρισμούς), ταλαιπωρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα σωματικά και ψυχικά και συνεπώς δικαιούται την, από το άρθρο 932 ΑΚ, προβλεπόμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, την οποία προσδιόρισε στο ποσόν των 40.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την επαγγελματική - κοινωνική - οικονομική κατάσταση των διαδίκων αλλά και την βαρειά αμέλεια του αναιρεσείοντος και την επί μακρό χρονικό διάστημα σωματική και ψυχική ταλαιπωρία της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί ανεπαρκούς και ελλιπούς αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, είναι αβάσιμα.

Επιπλέον, οι προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, δεν συνιστούν - ούτε συνέχονται με "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, αλλά - συνιστούν - πορίσματα του Δικαστηρίου, τα οποία αυτό έχει συναγάγει από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά συνέπεια ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι με αυτήν έγιναν δεκτά "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ήτοι τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω συγκεκριμένες παραδοχές της, είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι πρόδηλο ότι προβάλλονται αιτιάσεις εναντίον της αναιρετικά ανέλεγκτης, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, της αιτιολόγησης, του συσχετισμού και της ανάλυσης των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, ως προς τα ζητήματα αυτά και ειδικότερα ως προς το εάν η χειρουργική επέμβαση έγινε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές της ιατρικής επιστήμης (lege artis) και συνεπεία αυτής (της ιατρικής επέμβασης) η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη εξαιτίας της βαρειάς αμέλειας που επέδειξε ο αναιρεσείων.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Δεν περιλαμβάνεται, όμως, στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 1/2025, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 438/2021).

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πορίσματος της από 15-6-2020 ακτινογραφίας του αριστερού μηριαίου οστού της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από το έγγραφο αυτό και τις συγκεκριμένες αναφορές προκύπτει ότι η ακίδα του χειρουργικού εργαλείου είχε εισχωρήσει στο αριστερό μηριαίο οστούν σε βάθος εννέα (9) εκατοστών, ενώ από την επισκόπηση του εγγράφου αυτού που η αναιρεσίβλητη είχε παραθέσει αυτούσιο σε φωτοτυπία στη σελίδα 21 της αγωγής της, προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρεται ότι η μεταλλική ακίδα προβάλλει στα μαλακά όρια του πρόσθιου τμήματος του ανωτέρω ημίσεος του αριστερού μηριαίου και ως εκ τούτου είναι προφανές ότι εάν η ακίδα είχε εισχωρήσει κατά εννέα (9) εκατοστά μέσα στο μηριαίο οστούν, δεν θα μπορούσε να προβάλει από το μηριαίο οστούν, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι συμπαγές, δηλαδή όχι διαπερατό όπως είναι ένας ιστός, ένας μυς.

Ότι το γεγονός αυτό αναφέρει η αναιρεσίβλητη και στη σελίδα 27 της αγωγής της, λέγοντας ότι κατά την επικοινωνία της με τον χειρουργό Ι., ο οποίος της αφαίρεσε το μεταλλικό αντικείμενο, ανέφερε ότι "Την επόμενη ημέρα, 19-6-2020, επειδή είχα κάποιες συσπάσεις στο μπούτι μου, πήρα τηλέφωνο τον χειρουργό, κ. Ι. Χ., να τον ρωτήσω γιατί μου συνέβαινε αυτό και μου απάντησε ότι το μαχαιρίδιο είχε εισχωρήσει αρκετά βαθιά μέσα στο πόδι μου, για την ακρίβεια 9 εκατοστά, είχε μπει στον κεντρικό μυ του ποδιού μου και χρειάστηκε να το βγάλουν από εκεί και γι' αυτόν τον λόγο είχα συσπάσεις, διότι, όπως μου εξήγησε, ο μυς προσπαθούσε να επανέλθει από την ζημιά" και συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, είναι προφανές ότι η ακίδα του χειρουργικού εργαλείου δεν είχε εισχωρήσει στο μηριαίο οστούν, όπως δέχθηκε εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση και προφανώς επηρεάστηκε από την παραδοχή αυτή για την εκτίμηση της αποζημίωσης που επιδίκασε.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτος, διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων, είναι και αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθόσον τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ενδεικτικά πχ την υπ' αριθ. 1272/2021 ένορκη βεβαίωση του Δ.

Μ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, το υπερηχογράφημα του διαγνωστικού κέντρου "EUROMEDICA" και την μαγνητική τομογραφία στην οποία υπεβλήθη η αναιρεσίβλητη την 28-8-2020), χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, και δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 644/2024, ΑΠ 379/2015), ενώ επί πλέον το γεγονός εάν η μεταλλική ακίδα του χειρουργικού εργαλείου εισχώρησε στο μηριαίο οστούν, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ή στο μηριαίο μυ, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η βλάβη στο σώμα της αναιρεσίβλητης και οι συνέπειες αυτής, εξαιτίας της βαρειάς αμέλειας που επέδειξε ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία για την αφαίρεση του μεταλλικού αντικειμένου και να υποστεί περαιτέρω σωματική και ψυχική ταλαιπωρία είναι δεδομένες.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημόωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 19/2011, ΑΠ 736/2021), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 44/2024, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 736/2021).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 334/2024, ΑΠ 1060/2024, ΑΠ 1097/2024, ΑΠ 254/2023, ΑΠ 1201/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 736/2021). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρο 2 § 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 55/2023).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 44/2024, ΑΠ 309/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 55/2023).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του ΑΚ (ΟλΑΠ 40/1998, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 1043/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν των όσων δέχθηκε ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα ζητήματα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγόμενου ιατρού (ήδη αναιρεσείοντος) και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκληθείσας ζημίας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση της περί της συνδρομής ηθικής βλάβης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Έκτοτε και μέχρι την έγερση της αγωγής και της υπό κρίση υποθέσεως η ενάγουσα ταλαιπωρείται διαρκώς σωματικά και ψυχολογικά, κυρίως ψυχολογικά, από την περιπέτεια την οποία υπέστη λόγω της ανωτέρω εκτεθείσης βαρείας αμελείας του εναγομένου, ο οποίος παραβίασε, όπως προελέχθη, βασικούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι πράγματι ο εναγόμενος επέδειξε προφανή αμέλεια και ανεγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα μόνον το ποσόν των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της επελθούσης ηθικής βλάβης. Λαμβάνοντας όμως υπόψιν την βαρεία αμέλεια του εναγομένου, την επί μακρόν χρονικό διάστημα σωματική και ψυχική ταλαιπωρία της εναγούσης καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, έπρεπε να επιδικάσει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της επελθούσης ηθικής βλάβης (932 του ΑΚ), το ποσόν των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο οικείος λόγος εφέσεως ως βάσιμος κατ' ουσίαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού για την ως άνω αιτία, απέρριψε κατ' ουσίαν, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 15898/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε επιδικάσει, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 15.000 ευρώ, εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως προς το περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αίτημά της για το μεγαλύτερο ποσό των 40.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 εδ. β' ΑΚ, 5 § 1, 25 § 1 εδ. β' Συντάγματος, αφού τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 932 εδ. β' του ΑΚ, δεδομένου ότι για τον προσδιορισμό της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη α) ότι η παθούσα ήταν έγγαμη, μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων, β) τον βαθμό υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ιατρού, ήτοι την βαρειά αμέλεια που επέδειξε αυτός κατά την εκτέλεση της ιατρικής επέμβασης, γ) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, η οποία είναι αστυνομικός με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου και του αναιρεσείοντος, ο οποίος είναι ιατρός που προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ιατρείο του, ενώ ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

Επίσης, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, το συνήθως επιδικαζόμενο σε ανάλογες περιπτώσεις ποσό, όπως αυτό προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περιλαμβανομένων και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης.

Συγκεκριμένα, ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ανωτέρω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ιατρού, αναφέρεται στις αποδειχθείσες συνθήκες της αδικοπραξίας, στο είδος της προσβολής, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω ιατρού και στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση όλων των μερών, ως στοιχεία που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξάλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση αυτό να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς έκαστο από τα στοιχεία αυτά.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτιμάται, πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίθετες περί του ζητήματος αυτού αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, κατ' εκτίμηση αυτού, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της χωρίς αιτιολογία αντί να την μεταρρυθμίσει, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθόσον, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Επίσης, κατά το άρθρο 536 του αυτού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το εφετείο μετά την παραδοχή λόγου έφεσης μπορεί να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, χάριν της ενότητας της εκτέλεσης, ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση, στην οποία περιλαμβάνονται όσα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης παρέμειναν αλώβητα και όσα έχουν μεταρρυθμισθεί στην προκειμένη κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 873/2013, ΑΠ 1279/2004, ΑΠ 748/1984).

V. Κατ` ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που πρόβαλε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, καθόσον, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, κατέστη τούτο άνευ αντικειμένου (ΑΠ 807/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 162/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.9.2023 αίτηση του Α. Ο. του Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1204/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ