Supreme Court dismisses appeal against civil judgment where defendant was acquitted in criminal court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment ordering it to pay €105,960 in damages. The appellant argued the lower court failed to properly interpret the criminal court's acquittal of the defendant's legal representative. The court held that the appeal was inadmissible because the lower court explicitly considered the acquittal and provided sufficient reasoning, rendering the appellant's complaints baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal's consideration of a criminal acquittal does not constitute a procedural error if the civil judgment explicitly weighs that evidence and provides adequate reasoning for its findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 807 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 807/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Β. Δ. Μ. Α. Ε.", που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γκιουλέκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Οικονομίδη και Φλώρα Κατσαρού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις τρεις ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις- παρεμπίπτουσες αγωγές και με αριθμούς κατάθεσης 4…./2017, ……./10321/…../2017 και ……./10315/../2017, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3243/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, 1359/2020 μη οριστική και 1624/2022 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16-9-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθμ. 1359/2020 μη οριστική και 1624/2022 οριστική αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της υπ` αριθμ. 3243/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ` ουσίαν η από 28-6-2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου καθώς και οι από 18-7-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 10-6-2014 αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 105.960 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 23-7-2012. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά τη διάταξη άρθρου 932 AK σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017).
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Η παράλειψη από αμέλεια της τήρησης εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1521/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, ή την προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή της στέρησης της ελευθερίας του ενάγοντος, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).
Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1467/2009).
Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ) (ΑΠ 560/2022).
Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019).
Περαιτέρω, η Σύμβαση της Γενεύης για τις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (C.M.R.), που υπογράφηκε στις 19.5.1956 και κυρώθηκε με το ν. 559/1977, ορίζει στο άρθρ. 1§1 αυτής ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τη διενέργεια αμειβόμενης μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών, εφόσον η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα.
Κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 17§§1, 2 και 18§1 της Σύμβασης αυτής ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων, που συνέβη μεταξύ του χρόνου που παρέλαβε τα εμπορεύματα και του χρόνου της παράδοσής τους, εκτός αν αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων δεν οφείλεται σε εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια δική του ή των προσώπων για τα οποία κατά το άρθρ. 4 της ίδιας Σύμβασης ευθύνεται, αλλά σε εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια ή στις οδηγίες όποιου προβάλλει απαίτηση ή σε κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων ή σε συνθήκες τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και ούτε να προλάβει τις συνέπειές τους (βλ.
και ΑΠ 1518/2001, 826/2004). Πρόκειται για συμβατική ευθύνη του μεταφορέα προς αποζημίωση εκείνου που είχε το δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα και ο οποίος μπορεί να είναι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, αφού ο παραλήπτης, ακόμη και αν δεν συμβλήθηκε στη σύμβαση μεταφοράς, υπεισέρχεται σ` αυτή από τότε που θα ζητήσει την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 12§§1, 2, 3, 13 και 14 της Σύμβασης C.M.R.
Η συμβατική αυτή ευθύνη ενδέχεται να συρρέει με αδικοπρακτική ευθύνη του μεταφορέα, που μπορεί κατά το άρθρ. 914 ΑΚ να υπάρχει έναντι του κυρίου μόνον των εμπορευμάτων, αν η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων, ως πράξη παράνομη, οφείλεται σε υπαιτιότητα του μεταφορέα (ΑΠ 1795/2012, ΑΠ 420/2003, ΑΠ1060/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 822 του Α.Κ.: "Με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί.
Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνο όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του αυτού Κώδικος : "Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την σύμβαση παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη κινητό πράγμα με την υποχρέωση φυλάξεως και αποδόσεως αυτού αυτουσίου, όταν του ζητηθεί.
Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την παράδοση του πράγματος (re) και είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτισθεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθρ. 361 Α.Κ.), ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 1098/2022, ΑΠ 647/2017).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014).
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), προς θεμελίωση της αξίωσής του για αποζημίωση και για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης (αναιρεσείουσας) ισχυρίστηκε, με την από 10-6-2014 αγωγή του, τα εξής:
Ότι μεταξύ της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας (αναιρεσείουσας) και της γκαλερί B. & E., που εδρεύει στο Ντίσελντολφ Γερμανίας καταρτίστηκε σύμβαση διεθνούς μεταφοράς των κινητών πραγμάτων που ανήκαν σε αυτόν, ήτοι 34 έργων τέχνης που είχε σε ατομική έκθεση το φθινόπωρο του 2011 στην ως άνω γκαλερί, η οποία ανέλαβε να του τα αποστείλει στην αποθήκη του στο Μ…….
Θεσσαλονίκης με την εναγομένη μεταφορική εταιρία, που εξειδικεύεται στη μεταφορά και τη φύλαξη έργων τέχνης. Ότι στις 9-2-2012 η εναγομένη παρέλαβε τα έργα του στο Ντίσελντολφ από τη γερμανική εταιρία Art……, που είχε αναλάβει τη συσκευασία αυτών, προκειμένου να τα μεταφέρει στον προορισμό τους. Ότι στις 13-2-2012 επικοινώνησε μαζί του η διευθύντρια του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Σ…..
Θεσσαλονίκης και τον ενημέρωσε ότι τα έργα του είχαν φθάσει από τη Γερμανία στην Ελλάδα και φυλάσσονταν στις αποθηκευτικές της εγκαταστάσεις. Ότι, ενόψει του ότι τα έργα του ενάγοντος επρόκειτο στις αρχές του καλοκαιριού του 2012 να εκτεθούν σε νέα έκθεση στο Ντουμπάι ή στη Νέα Υόρκη, η ως άνω διευθύντρια του πρότεινε και αυτός αποδέχθηκε να μην του παραδοθούν τα έργα, αλλά να κρατηθούν προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, που αναλάμβανε αποθήκευση έργων τέχνης, μέχρι να οριστικοποιηθούν οι συζητήσεις του για τη νέα έκθεση, οπότε η τελευταία θα αναλάμβανε τη μεταφορά των έργων του εκεί, χωρίς επιπλέον χρέωσή του για τη φύλαξη των έργων, αφού θα πληρωνόταν μόνο για τη μεταφορά των έργων στο νέο προορισμό τους.
Ότι στις 15-2-2012 η εναγομένη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην ως άνω γερμανική γκαλερί, που είχε ασφαλίσει τα έργα του για το χρονικό διάστημα της μεταφοράς τους, ότι τα έργα του είχαν φθάσει σε καλή κατάσταση και ότι του είχαν παραδοθεί κι έτσι έπαυσε και η ασφαλιστική κάλυψη αυτών. Ότι στις 18-5-2012 ανακάλυψε πως τα έργα του είχαν καεί ολοσχερώς από πυρκαγιά που ξέσπασε στις 2-5-2012 στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της εναγομένης, λόγω βραχυκυκλώματος του με αριθ.
κυκλοφορίας ΖΥΝ …… ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της εταιρίας ''E…. ΑΕ', που ήταν σταθμευμένο, στον αύλειο χώρο των εγκαταστάσεων, πλησίον της αποθήκης εμβαδού 2.000 τ.μ., η οποία επεκτάθηκε στην εν λόγω αποθήκη, στην αποθήκη εμβαδού 1.643,25 τ.μ. και στους χώρους των γραφείων. Ότι η εναγομένη ευθύνεται για την καταστροφή των έργων του, διότι παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς στον αποθηκευτικό χώρο, με συνέπεια την εξάπλωση της πυρκαγιάς στις δύο μεγάλες αποθήκες και στους χώρους των γραφείων.
Ότι η αμέλειά της συνίσταται στο ότι, ενώ ανακλήθηκε το πιστοποιητικό πυροπροστασίας που διέθετε, δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις της πυροσβεστικής υπηρεσίας να μεταβάλει την υπάρχουσα κατάσταση και να λάβει επιπλέον μέτρα πυρασφαλείας, ώστε να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς σε όλη την έκταση των αποθηκών, δεν προέβη σε τοποθέτηση νέων συστημάτων ασφαλείας και πυρασφάλειας, ενόψει της μεταβολής του πυροθερμικού φορτίου και της κατηγορίας κινδύνου λόγω αποθήκευσης λιπασμάτων και γεωργικών εφοδίων σε αυτές και του κλεισίματος του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των δύο ως άνω αποθηκών, μετατρέποντας αυτόν σε στεγασμένο χώρο προς αποθήκευση εμπορευμάτων, χωρίς να διαχωρίζεται πυράντοχα με τους παρακείμενους χώρους του κτιρίου, αποθήκευε διάφορα είδη εμπορευμάτων - υλικών στον ίδιο χώρο, τοποθετούσε πληθώρα εμπορευμάτων στους αποθήκευσης, με συνέπεια την αδυναμία κάλυψής τους από τα συστήματα πυρόσβεσης σε περίπτωση φωτιάς, και δεν διαχώριζε ούτε αποθήκευε τα εμπορεύματα ανά κατηγορία, ώστε να είναι δυνατή η χρήση του ανάλογου πυροσβεστικού μέσου για κάθε αποθήκη.
Ότι η ζημία του συνίσταται : α) στη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του (θετική ζημία), που αποτιμάται στο ποσό των 41.251,70 ευρώ και αντιστοιχεί στο κόστος παραγωγής των έργων του και στο ποσό των 170.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο κόστος των εργατοωρών παραγωγής του, β) στο προσδοκώμενο κέρδος από την πώληση των έργων τέχνης του (διαφυγόν κέρδος), που αποτιμάται στο ποσό των 86.748,30 ευρώ και γ) στην ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του ψυχικού πόνου και της θλίψης που ένιωσε εξαιτίας της καταστροφής των έργων του και της προσβολής της επαγγελματικής του υπόστασης, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση ποσού 150.000 ευρώ.
Ότι η ανωτέρω περιουσιακή ζημία του συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη παράλειψη της εναγομένης, που ευθύνεται τόσο εξ αδικοπραξίας όσο και συμβατικά, λόγω μη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης περί ασφαλούς φύλαξης των έργων του και αδυναμίας απόδοσής τους εξαιτίας ολοσχερούς καταστροφής τους από υπαιτιότητά της, δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε άτυπη προφορική σύμβαση μη αμειβόμενης παρακαταθήκης.
Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων ζήτησε, αφού έτρεψε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει λόγω αδικοπραξίας, ως αποζημίωση το ποσό των 211.251,70 ευρώ, λόγω μείωσης της υπάρχουσας περιουσίας του (θετική ζημία), το ποσό των 86.746,80 ευρώ λόγω διαφυγόντων κερδών και το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω αδικοπραξίας, άλλως επικουρικά δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης παρακαταθήκης, με τους νόμιμους τόκους.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημά της, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από το νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299 και 932 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα προσδιορίζεται σαφώς η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, που συνίσταται στη μη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων πυρασφάλειας στους χώρους των εγκαταστάσεών της, η επελθούσα ζημία του ενάγοντος και ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων της εναγομένης και της συγκεκριμένης ζημίας του ενάγοντος.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και (επικουρικά) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος καθώς και ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, αναφορικά και με την έτερη βάση της αγωγής, τη θεμελιούμενη στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παρακαταθήκης, είναι αβάσιμοι, καθόσον στην αγωγή αναφέρονται όλα τα αναγκαία στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν αξίωση του ενάγοντος από τη σύμβαση παρακαταθήκης και δη αφενός μεν η κατάρτιση συμφωνίας με την εναγομένη, δυνάμει της οποίας η τελευταία παρέλαβε τα αναφερόμενα έργα τέχνης, με σκοπό να το φυλάει και να τα αποδώσει αυτούσια, όταν τα ζητούσε ο ενάγων, αφετέρου δε η από αμέλεια της εναγομένης αδυναμία αποδόσεως των εν λόγω έργων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) είναι καλλιτέχνης εικαστικών τεχνών και δημιουργός σύνθετων έργων τέχνης με διεθνή αναγνώριση και συμμετοχή σε μεγάλες εκθέσεις. Το φθινόπωρο του έτους 2011 και κατά το χρονικό διάστημα από 2- 9-2011 έως 30-10-2011, είχε ατομική έκθεση των έργων του στη γκαλερί διεθνούς φήμης B.&E. στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας.
Μετά το τέλος της συνεργασίας του με την εν λόγω γκαλερί, οι αρμόδιοι αυτής ανέλαβαν να αποστείλουν στον αποθηκευτικό χώρο που ο ενάγων διαθέτει στην Ελλάδα, τα έργα του, 34 στον αριθμό, που είχαν μείνει αδιάθετα, για τη μεταφορά των οποίων, οι τελευταίοι (υπεύθυνοι της γκαλερί), επέλεξαν την εναγομένη (αναιρεσείουσα) μεταφορική εταιρία.
Η εναγομένη δραστηριοποιείται στις ολοκληρωμένες υπηρεσίες εφοδιαστικής αλυσίδας τρίτων (3ΡL - T.), στις διαμεταφορές εμπορευμάτων, μεταφορές έργων τέχνης και οικοσκευών (αεροπορικές, θαλάσσιες, οδικές), στις συσκευασίες, εκτελωνισμούς, ταχυμεταφορές, αποθηκεύσεις & εκθέσεις, εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής (27 χλμ Π.
Α. - Κ.) και διατηρεί υποκατάστημα και στη Θεσσαλονίκη στη ΒΙ.ΠΕ. Σ…. Την οργάνωση της μεταφοράς και τη συσκευασία ανέλαβε η γερμανική εταιρία Α….., από την οποία η εναγομένη παρέλαβε, την 9-2-2012 τα έργα του ενάγοντος, προκειμένου να τα μεταφέρει στην αποθήκη (depot) του καλλιτέχνη στο Μ…… Θεσσαλονίκης. Τα 34 έργα του ενάγοντος που παραδόθηκαν προς μεταφορά ήταν τα εξής: 1) Τίτλος:
M…… (couple), τεχνοτροπία Χ-Rays. Κατασκευή: C - PrintauDibont, 2010, διαστάσεις 257X180X5 cm, Edition 1/3, 2) ......... Την 13-2-2012 και περί ώρα 14.43', η διευθύντρια του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, Α. Γ., απέστειλε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ενάγοντος (h….@gmail.com), το με επίκληση προσκομιζόμενο από αυτόν, ηλεκτρονικό μήνυμα προκειμένου να τον ενημερώσει για την άφιξη των έργων του, με το εξής περιεχόμενο: "Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι τα έργα σας έχουν φτάσει και είναι ήδη αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις μας.
Οποιαδήποτε στιγμή θελήσετε μπορείτε να έρθετε να τα δείτε. Δεν θα υπάρξει καμία οικονομική επιβάρυνση για την αποθήκευση". Ο ενάγων επρόκειτο να εκθέσει τα έργα του αυτά σε νέα έκθεση στο Ντουμπάι στις αρχές του καλοκαιριού του 2012, πλην όμως εκείνο το χρονικό διάστημα δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί η συνεργασία του.
Ενόψει της επικείμενης μεταφοράς των έργων τέχνης στο Ντουμπάι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης, εκπροσωπούμενης από την Α. Γ., να παραμείνουν τα έργα αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις της μεταφορικής εταιρίας στη Σ.., χωρίς χρέωση, μέχρι τη μεταφορά τους στο νέο τους προορισμό. Έτσι καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, άτυπη προφορική σύμβαση μη αμειβόμενης παρακαταθήκης, σύμφωνα με την οποία συμφωνήθηκε η φύλαξη των έργων τέχνης του ενάγοντος από την εναγομένη, χωρίς αντάλλαγμα και όχι άτυπη σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων καθώς από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για συγκεκριμένη μελλοντική, επ'αμοιβή, διεθνή μεταφορά των έργων του, έχουσα ως παρεπόμενη υποχρέωση την θεωρούμενη ως αμειβόμενη σύμβαση παρακαταθήκης.
Την 14-2-2012 και περί ώρα 5.43', η αρμόδια υπάλληλος της εταιρίας A…… απέστειλε μεταξύ άλλων και στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Α. Γ. (a….@.....gr), το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα, ηλεκτρονικό μήνυμα με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Θα μπορούσατε να στείλετε μία ενημέρωση σχετικά με την παράδοση. Είστε σε επαφή με τον καλλιτέχνη;
Θα μπορούσατε να ελέγξετε την κατάσταση των ευθραύστων έργων τέχνης;" και σε απάντηση αυτού, την 15-2- 2012 και περί ώρα 12.29', η τελευταία (Α. Γ.) μέσω της ίδιας ηλεκτρονικής διεύθυνσης, της απέστειλε, το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα: "Όλα έφτασαν σε καλές συνθήκες και παραδόθηκαν επίσης καλά. Φυσικά ήμασταν σε επαφή με τον καλιτέχνη", με αποτέλεσμα να εισπράξει την αμοιβή της για τη μεταφορά που πραγματοποίησε (βλ.
το υπ' αριθ. ……./13-02-2012 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 1.940 ευρώ) και να παύσει η ασφαλιστική σύμβαση των έργων που είχε συνάψει η γκαλερί και κάλυπτε το χρονικό διάστημα μεταφοράς τους. Την 15-5-2012 και περί ώρα 15.26',ο ενάγων έλαβε στην προαναφερθείσα ηλεκτρονική του διεύθυνση, από την αρμόδια υπάλληλο της γκαλερί B.&E., ηλεκτρονικό μήνυμα με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Μόλις λάβαμε πληροφορίες από τον φορτωτή Β…… ότι τα έργα τέχνης σου τα οποία σου επιστρέψαμε τον Φεβρουάριο είναι πράγματι ακόμη στην αποθήκη τους στη Θεσσαλονίκη και δεν σου παραδόθηκαν παρά την γραπτή τους επιβεβαίωση μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος.
Μπορείς να μου επιβεβαιώσεις εάν παρέλαβες τα έργα ή όχι;" και ο τελευταίος (ενάγων), την 18-05-2012 και περί ώρα 12.39", κοινοποίησε το ανωτέρω μήνυμα στην διευθύντρια του υποκαταστήματος της εναγομένης, Α. Γ., αποστέλλοντας το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα: "Πριν από 3 ημέρες έλαβα αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα από τη γκαλερί μου στη Γερμανία (παραθέτει το μήνυμα).
Πραγματικά δεν καταλαβαίνω την γραπτή σου επιβεβαίωση ότι τα έργα τέχνης παραδόθηκαν; Θα ήθελα να σε ζητήσω να οργανώσεις την μεταφορά στην αποθήκη μου στο Μ…../Λαγκαδά, όπως ήταν προγραμματισμένο. Σε παρακαλώ ενημέρωσέ με ποια μέρα της άλλης εβδομάδας είναι βολική για σένα ώστε να οργανώσω το χρόνο μου".
Στο μεταξύ, την 2-5-2012, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της εναγομένης, με αποτέλεσμα την καταστροφή αγαθών διαφόρων πελατών της επιχείρησης, μεταξύ των οποίων και των έργων τέχνης του ενάγοντος, γεγονός το οποίο αγνοούσε ο ενάγων μέχρι την 18-05-2012. Ειδικότερα, η πυρκαγιά εκδηλώθηκε περί ώρα 00:15 της 2-05-2012, στις εγκαταστάσεις αποθηκών της εναγομένης μεταφορικής εταιρίας στη Σ…, συνολικού εμβαδού 5 περίπου στρεμμάτων, που είχαν ανεγερθεί σε ακίνητο 12 περίπου στρεμμάτων.
Το ακίνητο ήταν περιφραγμένο στις δύο πλευρές του, που συνορεύουν με τους δρόμους Δ… και Ν…, με περίφραξη από τσιμεντένιο τοιχίο και σιδερένιο κιγκλίδωμα ύψους 2,00 περίπου μέτρων, και στις άλλες δύο πλευρές, που συνορεύουν με παρακείμενες ιδιοκτησίες, με περίφραξη από βιομηχανικό σύρμα ύψους 1,50 περίπου μέτρου, στηριγμένο σε μεταλλικούς δοκούς.
Η εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΝ …. ΙΧΦ αυτοκίνητο τύπου Mercedes, ιδιοκτησίας της εταιρίας "Ε. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Τ.", το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στον αύλειο χώρο των εγκαταστάσεων του υποκαταστήματος της εναγομένης. Πρόκειται για εγκαταστάσεις α) τριών (3) αποθηκών συνεχόμενων μεταξύ τους, ήτοι: 1) της αποθήκης Α, εμβαδού 2.000 τ.μ., που κατασκευάστηκε το έτος 1996 και συνορεύει βόρεια με την οδό Δ…., δυτικά με την πίσω αυλή των εγκαταστάσεων και πέραν αυτής με ξένη παρακείμενη ιδιοκτησία, νότια με την αποθήκη Γ, και πέραν αυτής με γειτονική ιδιοκτησία, και ανατολικά με την οδό Ν.., 2) της αποθήκης Γ, εμβαδού 1.643,25 τ.μ., που κατασκευάστηκε το έτος 2002 και συνορεύει βόρεια με την αποθήκη Α, δυτικά με την πίσω αυλή και πέραν αυτής με ξένη παρακείμενη ιδιοκτησία, νότια με παρακείμενη ξένη ιδιοκτησία και ανατολικά με την αποθήκη Β και την μπροστινή αυλή και πέραν αυτής με την οδό Ν…, και 3) της αποθήκης Β, εμβαδού 540,50 τ.μ., που κατασκευάστηκε το έτος 1999 και συνορεύει δυτικά με την αποθήκη Γ, νότια με ξένη παρακείμενη ιδιοκτησία, ανατολικά με την οδό Ν… και βόρεια με την μπροστινή αυλή και πέραν αυτής με την οδό Δ…, και β) ενός χώρου γραφείων, αποτελούμενου από ισόγειο και δύο ορόφους, που συνορεύει στο νοτιοδυτικό του άκρο με την αποθήκη Α, με την οποία επικοινωνεί εσωτερικά, και βόρεια με την οδό Δ…, ανατολικά με την οδό Ν…..
Η πύλη εισόδου στο χώρο του ακινήτου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά επί της οδού Δ…. Στην ανατολική γωνία του ακινήτου, δηλαδή αριστερά της εισόδου βρίσκεται το φυλάκιο και η κατοικία του φύλακα. Στον δεύτερο όροφο του χώρου γραφείων διατηρούσε γραφεία η εταιρία "Ε. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Τ.", φορτηγά αυτοκίνητα της οποίας ήταν σταθμευμένα στον αύλειο χώρο των εγκαταστάσεων της εναγομένης, δυνάμει του από 5-4-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης.
Με το εν λόγω συμφωνητικό μίσθωσης, η εναγομένη εκμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρία, πέραν από το χώρο γραφείων στο δεύτερο όροφο εμβαδού 90 τ.μ., για να χρησιμοποιηθεί ως γραφείο του υποκαταστήματος της, τον αποθηκευτικό χώρο επιφάνειας 250 τ.μ. στην αποθήκη Β, μέρος του κτιρίου συνολικού εμβαδού 540,50 τ.μ., για να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη των εμπορευμάτων της, και συγκεκριμένα άρτου και υλικών διακίνησης του, καθώς επίσης της παραχώρησε το δικαίωμα χρήσης 14 θέσεων στάθμευσης για τα φορτηγά τύπου van στον προαύλιο χώρο της αποθήκης.
Οι αποθήκες ήταν κτισμένες πάνω σε βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα με μεταλλικό φέροντα οργανισμό και πλαγιοκάλυψη και οροφή κατασκευασμένες από πάνελ. Το πάνελ συνίσταται σε δύο φύλλα λαμαρίνας με ενδιάμεση στρώση μονωτικού υλικού (πολυουρεθάνη). Μικρό μέρος της οροφής καλύπτεται με πλαστικά διαφανή φύλλα που εξυπηρετούσαν το φυσικό φωτισμό του χώρου.
Στο φυλάκιο, που βρίσκεται στη βορειονατολική πλευρά του ακινήτου στο ανατολικό άκρο αυτής, αριστερά της κεντρικής εισόδου, διέμενε καθ' όλο το 24ωρο ο φύλακας της επιχείρησης L. P. με τη σύζυγο του. Από το φυλάκιο υπήρχε οπτική επαφή προς τις δύο πλευρές της περίφραξης με το τσιμεντένιο τοιχίο και το σιδερένιο κιγκλίδωμα, που συνορεύουν με τις ανωτέρω οδούς.
Το με αριθμό κυκλοφορίας ΝΥΖ ….ΙΧΦ αυτοκίνητο βρισκόταν σταθμευμένο στο πίσω μέρος της αποθήκης Α και σε επαφή με αυτήν (σε απόσταση περίπου 30 εκ.) στη δυτική πλευρά του ακινήτου. Κατά την αυτοψία που τα αρμόδια όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας διενήργησαν, την 2-5-2012 και περί ώρα 00.40", διαπιστώθηκε η ύπαρξη κατεστραμμένων από τη φωτιά συσκευασιών ψωμιού στην καρότσα του οχήματος και η παρουσία διαρρηγμένων από έκρηξη μεταλλικών φιαλιδίων που περιείχαν διαλυτικό υγρό αυτοκινήτων πλησίον αυτού.
Από την πυρκαγιά κάηκαν, με το περιεχόμενο τους, το ΙΧΦ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΝ …, το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΗ ….. ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο όπισθεν του πρώτου και το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΝ …. ΙΧΦ, που ήταν σταθμευμένο έμπροσθεν του πρώτου. Τα φορτηγά αυτά είχαν σταθμεύσει στο σημείο εκείνο από το μεσημέρι της Δευτέρας 30-4-2012 και δεν είχαν μετακινηθεί έκτοτε, αφού μεσολάβησε και η αργία της Πρωτομαγιάς.
Από την πυρκαγιά καταστράφηκαν οι αποθήκες Α και Γ και το περιεχόμενο τους, αφού τα εμπορεύματα που υπήρχαν σε αυτές είτε καταστράφηκαν ολοσχερώς είτε αλλοιώθηκαν, και προκλήθηκαν ζημίες στο χώρο των γραφείων. Η φωτιά εκδηλώθηκε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του χώρου του κινητήρα του ως άνω οχήματος (ΖΥΝ ….), στο ύψος όπου βρίσκεται ο συσσωρευτής (μπαταρία), επεκτάθηκε προς τα δεξιά του οχήματος, καίγοντας αυτό ολοσχερώς, καθώς και το όχημα που βρισκόταν όπισθεν αυτού, ενώ το όχημα που ήταν σταθμευμένο έμπροσθεν αυτού κάηκε μόνο στο οπίσθιο τμήμα του.
Επεκτάθηκε, επίσης, πλευρικά του οχήματος στην αποθήκη Α, από την οποία μεταδόθηκε και στην αποθήκη Γ και στους χώρους των γραφείων. Η αιτία της πυρκαγιάς οφείλεται σε βραχυκύκλωμα στο σημείο του συσσωρευτή (μπαταρίας) του οχήματος, από όπου διέρχονται οι καλωδιώσεις του εκκινητή (μίζα) και της γεννήτριας και οι οποίες (καλωδιώσεις) διαρρέονται από ρεύμα υψηλής έντασης.
Στο γεγονός ότι η φωτιά ξεκίνησε από το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος συνηγορούν αφενός το ότι το ψυγείο ψύξης του κινητήρα είναι περισσότερο καμένο από την αριστερή πλευρά, όπου βρίσκεται ο συσσωρευτής (μπαταρία), το ότι ο εμπρόσθιος ανεμοθώρακας είχε λιώσει περισσότερο στο κάτω τμήμα του, με κατεύθυνση από την εμπρόσθια αριστερή κολώνα και προς τα δεξιά, και το ότι το τσιμεντένιο τοιχίο των εγκαταστάσεων της εναγομένης, όπου ήταν σταθμευμένο το ζημιογόνο όχημα είχε αποχρωματιστεί περισσότερο στο σημείο αυτό.
Το δε βραχυκύκλωμα προκλήθηκε: α) είτε από τρωκτικό, το οποίο έκοψε κάποια από τις παραπάνω καλωδιώσεις, γεγονός που ενισχύεται από το ότι οι καλωδιώσεις, οι οποίες διέρχονταν από τα σημεία αυτά ήταν εσωτερικά ιδιαίτερα πυρακτωμένες, β) είτε από κάποια άλλη ηλεκτρολογική εργασία, η οποία έγινε στον παραπάνω χώρο, δεδομένου ότι εσωτερικά του οχήματος υπήρχε συσκευή έκδοσης τιμολογίων (εκτυπωτής), πλην όμως, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του οχήματος, δεν είναι δυνατόν να διερευνηθεί αν οι καλωδιώσεις διέρχονταν μέσω ασφαλειοθήκης ή εκτός αυτής ούτε αν η συσκευή του εκτυπωτή είχε τοποθετηθεί με ασφάλεια στο όχημα (βλ.
την από 02-05-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με το υπ' αριθ. 1258/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, πραγματογνώμονος, Φ. Κ., καθηγητή δημόσιας εκπαίδευσης, μηχανολόγου μηχανικού οχημάτων). Η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, ότι η πυρκαγιά προξενήθηκε από εγκληματική ενέργεια αγνώστων δραστών, οι οποίοι έρριψαν εμπρηστικούς-εκρηκτικούς μηχανισμούς προς το ΒΑ σημείο, όπου ευρίσκετο σταθμευμένο το συγκεκριμένο όχημα.
Ο ισχυρισμός της αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης του οχήματος ούτε κάποιος εμπρηστικός μηχανισμός στο χώρο, οι κάμερες ασφαλείας που ήταν τοποθετημένες στον εξωτερικό χώρο της επιχείρησης (8 εξωτερικές κάμερες που καλύπτουν την πρόσοψη και τους εξωτερικούς χώρους του κτιρίου γραφείων, όχι όμως και το πίσω μέρος των αποθηκών) δεν κατέγραψαν τίποτε τέτοιο, και δεν επιβεβαιώνεται τούτο ούτε από το φύλακα, που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η φωτιά και περιγράφει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε.
Σύμφωνα με την από 4-5-2012 ένορκη κατάθεση που ο φύλακας L. P. έδωσε στο πλαίσιο της προανάκρισης που διενήργησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο (δύο "μπαμ" σχεδόν ταυτόχρονα) από το πίσω μέρος του κτιρίου και της αποθήκης, όπου, μόλις μετέβη, είδε φλόγα στο μπροστινό μέρος στο χώρο του κινητήρα με περισσότερη ένταση προς την πλευρά του οδηγού του σταθμευμένου φορτηγού της Ε…., απέδωσε δε την αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς σε βραχυκύκλωμα στο φορτηγό, το φορτίο του οποίου αποτελείτο από ψωμί για τοστ, από κάποιο τρωκτικό που μύρισε την τροφή και εισήλθε στον κινητήρα του οχήματος, τρώγοντας κάποιο καλώδιο, δεδομένου ότι υπάρχουν τρωκτικά στην περιοχή και για το λόγο αυτό έχουν τοποθετηθεί παγίδες σε διάφορα σημεία των εγκαταστάσεων.
Ο φύλακας, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τη φωτιά, ειδοποίησε περί ώρα 00:20 την Πυροσβεστική Υπηρεσία και προσπάθησε να την σβήσει, πλην όμως, χωρίς αποτέλεσμα, λόγω της έντασης που είχε λάβει. Εξαπλώθηκε στην αποθήκη Α, και μάλιστα σε μεγάλο μέρος αυτής, με αποτέλεσμα να έχει υποχωρήσει μεγάλο τμήμα της οροφής και πλαϊνά τμήματα πάνελ μέχρι την άφιξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας...
η οποία κατέφθασε περί ώρα 00:28 και δεν μπόρεσε να εμποδίσει την εξάπλωση της πυρκαγιάς ούτε στην αποθήκη Γ, που χρονικά τοποθετείται περί ώρα 01:30. Η φωτιά τέθηκε υπό έλεγχο περί ώρα 04:00 και η κατάσβεση συνεχίστηκε και τις επόμενες ώρες, με αποτέλεσμα τη διάσωση της αποθήκης Β, αλλά την ολοσχερή καταστροφή των αποθηκών Α και Γ και του περιεχομένου τους και την πρόκληση υλικών ζημιών στο κτίριο γραφείων.
Ο υπάλληλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, Ε. Κ., που μετέβη πρώτος στο σημείο προς κατάσβεση της πυρκαγιάς, αποδίδει την ταχύτατη εξάπλωση της φωτιάς στη φύση των υλικών που ήταν αποθηκευμένα εντός των αποθηκών (οικοσκευές, έργα τέχνης, ηλεκτρικά είδη, χρώματα, βερνίκια, υλικά βαφής αυτοκινήτων, θερμάστρες υγραερίου, ελαστικά, φαρμακευτικά προϊόντα, λιπαντικά, ανταλλακτικά αυτοκινήτων κλπ) και στη φορά και την ένταση του ανέμου (βλ.
την από 12-2- 2012 προανακριτική του κατάθεση). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 01-07- 2011 ανακλήθηκε το υπ' αριθ. …..Φ.701.27/…./27-05-2011 πιστοποιητικό πυροπροστασίας του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Σίνδο, διότι σε έκτακτο έλεγχο της 27-6-2011 διαπιστώθηκε ότι α) στην αποθήκη εμβαδού 1.643 τ.μ. αποθηκεύονταν λιπάσματα σε μεγάλες ποσότητες, που δεν αναφέρονταν στη μελέτη πυροπροστασίας, πράγμα που καθιστούσε αναγκαίο τον επανυπολογισμό του πυροθερμικού φορτίου και την εκ νέου κατηγοριοποίηση της επιχείρησης από πλευράς παθητικής πυροπροστασίας, διότι τα λιπάσματα δεν είναι κατηγορίας χαμηλού βαθμού κινδύνου (Ζ1) και ο υπολογισμός του πυροθερμικού φορτίου στη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας είχε γίνει για υλικά μεταφορικής εταιρίας (υαλικά, χαρτικά, ηλεκτρικές συσκευές, αναψυκτικά, μπύρες κλπ.).
Οι αποθήκες υπάγονται σε κατηγορίες από άποψη κινδύνου πυρκαγιάς ανάλογα με τα αποθηκευμένα υλικά. Οι συγκεκριμένες αποθήκες είχαν κατηγοριοποιηθεί ως χαμηλού βαθμού κινδύνου Ζ1 με πυροθερμικό φορτίο < 1000 Μj/m2. Σε αυτές αποθηκεύονταν λιπάσματα που δεν κατατάσσονται στα υλικά χαμηλού βαθμού κινδύνου, αλλά μεσαίου βαθμού κινδύνου με πυροθερμικό φορτίο 1000 ΜJ/m2 - 2000 ΜJ/M2, η δε σχετική κατηγοριοποίηση ως προς τον κίνδυνο πυρκαϊάς λαμβάνει χώρα αναλόγως του είδους των αποθηκευμένων υλικών, β) η μη ύπαρξη της εξόδου κινδύνου στην υπάρχουσα αποθήκη εμβαδού 2000 τ.μ., επιβάλλει την τοποθέτηση sprinklers, διότι πλέον με μία έξοδο υπάρχει υπέρβαση της μέγιστης επιτρεπόμενης όδευσης διαφυγής (35μ.
πραγματική και 25μ. άμεση) για κατηγορία Ζ1, ενώ, αν τελικά αλλάξει η κατηγορία κινδύνου (λόγω λιπασμάτων) οι ανωτέρω αποστάσεις μειώνονται περαιτέρω, γ) ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ των δύο αποθηκών Α (εμβαδού 1.643 τ.μ.) και Γ (εμβαδού 2.000 τ.μ.) κλείστηκε περιμετρικά με αποτέλεσμα η μετατροπή του σε στεγασμένο να επηρεάζει τις οδεύσεις διαφυγής και δ) το λεβητοστάσιο δεν είναι στον προβλεπόμενο χώρο, αλλά σε υπόγειο χώρο, ο οποίος δεν προβλέπεται από την εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας.
Παρά την κοινοποίηση στην εναγομένη της ανάκλησης του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, αυτή δεν προέβη μέχρι την εκδήλωση της πυρκαγιάς σε κατάθεση νέας μελέτης πυροπροστασίας προς έγκριση, που να συμπεριλαμβάνει τη νέα κατάσταση στην επιχείρηση και δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα και μέσα πυροπροστασίας, όπως όφειλε να πράξει αμέσως μετά την κοινοποίηση της εν λόγω ανάκλησης, σύμφωνα και με την από 7-1- 2016 ένορκη κατάθεση του Πυροσβεστικού Υπαλλήλου, Σ.
Ι., που εδόθη στο πλαίσιο της προανάκρισης ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Σε δεύτερο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε την 2- 4-2012 από την Πυροσβεστική Υπηρεσία διαπιστώθηκαν παραβάσεις εκ μέρους της εναγομένης για τις οποίες ενημερώθηκε η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή Κ. Ε.. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι ο χώρος μεταξύ των αποθηκών Α και Γ είχε στεγαστεί με μεταλλικό σκέπαστρο και αποτελούσε πλέον κλειστό στεγασμένο χώρο.
Μέρος του κλειστού στεγασμένου χώρου, εμβαδού 20 τ.μ., στην πρόσοψη του ακινήτου, χρησιμοποιούνταν από την εταιρία "Ο. Τ. Α.Ε.", θυγατρική εταιρία του ομίλου Β……, καθώς και χώρος εμβαδού 16 τ.μ. στο ισόγειο των γραφείων που χρησιμοποιούνταν από την ίδια ως άνω εταιρία, χωρίς να υπάρχει πυράντοχος διαχωρισμός των χώρων αυτών από τους παρακείμενους χώρους του κτιρίου, ο δε χώρος της αποθήκης (εμβαδού 20 τ.μ.) ήταν ανοιχτός με πλέγμα στην πίσω πλευρά που βλέπει προς το αντλιοστάσιο της επιχείρησης.
Το κλείσιμο περιμετρικά του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των αποθηκών Α και Γ και η κατασκευή νέας αποθήκης εμβαδού 20 τ.μ. μπροστά από το αντλιοστάσιο, χωρίς να προβλέπονται από τη μελέτη πυροπροστασίας κατέστησε ουσιαστικά τις δύο αποθήκες που επλήγησαν από την πυρκαγιά σε άμεση επικοινωνία μεταξύ τους, κι έτσι δεν υπήρχε η απόσταση των 5,5 μέτρων περίπου της μίας αποθήκης από την άλλη, που αποτελεί το όριο της πραγματικής απόστασης απροστάτευτης όδευσης για την κατηγορία του κτιρίου, όπως περί αυτού κατέθεσε ο προαναφερθείς μάρτυρας Ι.
Σ. στην από 7-1-2016 ένορκη κατάθεσή του. Περί του γεγονότος αυτού βεβαίωσε και η αρμόδια πυροσβεστική υπηρεσία (Περιφερειακή Διοίκηση Π.Υ. Κεντρικής Μακεδονίας, 2° Γραφείο Πυρασφάλειας), στο υπ'αριθμ. πρωτ. …./ Φ.701.27/ ……/ 29-3-2012, προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα, έγγραφο της, απευθυνόμενο προς την Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.) Θεσσαλονίκης, όπου ανέφερε ότι η εκμετάλλευση και χρήση των συγκεκριμένων χώρων (αποθήκη 20 τ.μ.
και γραφείο 16 τ.μ.) από την εταιρία "Ο. Τ. ΑΕ", δεν προβλέπεται στις εγκεκριμένες μελέτες ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας του κτιρίου που υπάρχουν στο αρχείο της υπηρεσίας τους και επιπρόσθετα ότι η αποθήκη των 20 τ.μ., στεγάζεται σε χώρο που δεν προβλέπεται να είναι στεγασμένος στις προαναφερόμενες μελέτες, όπως και δεν προβλέπεται να είναι στεγασμένος και ο διάδρομος μεταξύ των αποθηκών 1 και 3.
Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο φορτηγό αυτοκίνητο της Ε….., που ήταν σταθμευμένο στον αύλειο χώρο πίσω από την αποθήκη Α, εμβαδού 2.000 τ.μ., από την πλευρά της εταιρίας Μ……, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, Χ. Ν. στην από 6-6- 2012 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, εξαπλώθηκε στην αποθήκη Α από τις οπές που άνοιξαν στα πάνελς του δυτικού τμήματος αυτής, λόγω των ρωγμών που προκλήθηκαν από το ωστικό κύμα της έκρηξης, που εκδηλώθηκε στον κινητήρα του φορτηγού, και μεταδόθηκε πολύ γρήγορα στο εσωτερικό της, καίγοντας ολοσχερώς τα πράγματα που υπήρχαν μέσα σε αυτήν.
Στη δε αποθήκη Γ, εμβαδού 1.643 τ.μ. μεταδόθηκε από την αποθήκη Α, λόγω του οι δύο όμορες αποθήκες είχαν καταστεί σε άμεση επικοινωνία με το κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι τα έργα τέχνης του ενάγοντος, ήταν αποθηκευμένα στην αποθήκη Α και εκ του λόγου αυτού, οι πλημμέλειες που εντοπίστηκαν και οδήγησαν στην ανάκληση του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, που αφορούσαν το κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των Α και Γ αποθηκών και το μη πυράντοχο του διαχωρισμού του από τους παρακείμενους χώρους, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την καταστροφή τους, αφού οι ενέργειες αυτές συνετέλεσαν στην εξάπλωση της πυρκαγιάς στην αποθήκη Γ και όχι στην αποθήκη Α.
Για την απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού προσκομίζει ένα διάγραμμα των αποθηκευμένων εμπορευμάτων της στις αποθήκες Α και Γ, στο οποίο αναγράφονται χειρόγραφα οι θέσεις των εμπορευμάτων (αποθήκη Α: οικοσκευές-διάφορα, διάφορα, οικιακά διάφορα, διαθερμικά, υλικά συσκευασίας, αποθήκη Β: διαθερμικά, διάφορα), με συνοδάσε κάποιες απ'αυτές, επώνυμα και επωνυμίες των ιδιοκτητών (αποθήκη Α:
ΙΒΜ, G. E., Α., Θ., ΗΑΙFΑ, αποθήκη Β: Α…., R…., ΗΑΙFΑ). Από τούτο, όμως, ουδέν αποδεικνύεται σχετικά με την αποθήκευση των έργων τέχνης του ενάγοντος στην αποθήκη Α, αφού σε καμία θέση δεν αναγράφεται το επώνυμο αυτού, ενώ το γεγονός και μόνο ότι σ'αυτήν υπάρχουν αναγεγραμμένες οι ενδείξεις "οικοσκευές", "οικιακά διάφορα", που, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, παραπέμπουν στην ένταξή τους σ'αυτή την κατηγορία, δεν είναι ικανό για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε σχετική δικανική κρίση, τούτο δε σε συνδυασμό με την από 8-1-2013 ένορκη κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρος Χ.
Ν., ενώπιον των ιδίων ως άνω υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, όπου σε σχετική ερώτηση: "Υπήρχε συγκεκριμένος τρόπος βάσει του οποίου κατανέμονταν τα εμπορεύματα- αντικείμενα στην κάθε αποθήκη; Στα πλαίσια της συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας και των πελατών της διευκρινίζονταν το ακριβές σημείο τοποθέτησης των εμπορευμάτων-αντικειμένων;", απάντησε "Όχι δεν υπήρχε συγκεκριμένος τρόπος.
Τα εμπορεύματα τοποθετούνταν εντός της αποθήκης, ανάλογα με τον ελεύθερο χώρο που υπήρχε και προέκυπτε κάθε φορά. Προς τούτο μάλιστα δεν υπήρχε κάποια συμφωνία με τους πελάτες μας στα πλαίσια της συμβατικής μας σχέσης".
Συνεπώς, αφού από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε η ακριβής θέση όπου τα έργα του ενάγοντος ήταν αποθηκευμένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί αυτού. Όμως, η κατωτέρω προσδιοριζόμενη αμελής συμπεριφορά της εναγομένης, δημιούργησε τον ίδιο βαθμό επικινδυνότητας και στις δύο αποθήκες, με αποτέλεσμα, οι παράνομες και υπαίτιες, κατά τα κατωτέρω, παραλείψεις της, να συνδέονται αιτιωδώς με την εξάπλωση της πυρκαγιάς και τη συνακόλουθη καταστροφή τους, σε οποιονδήποτε εκ των δύο χώρων, είχαν αυτά αποθηκευθεί.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο από την εναγομένη διάγραμμα των αποθηκευμένων εμπορευμάτων της, στην αποθήκη Α ήταν αποθηκευμένα λιπάσματα και γεωργικά εφόδια της εταιρίας Η….Α, όπως και στην αποθήκη Γ, λόγος, άλλωστε, που μεταξύ των άλλων, οδήγησε στην ανάκληση του ως άνω πιστοποιητικού πυροπροστασίας.
Η εναγομένη, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι τα εν λόγω προϊόντα (λιπάσματα και γεωργικά εφόδια) που βρέθηκαν στις αποθήκες της δεν ήταν εύφλεκτα, προσκομίζει μετ' επικλήσεως, τα από 30-12-2010 δύο (2) έγγραφα του Γενικού Διευθυντή της εταιρίας με την επωνυμία "Η…..Α ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕ", στα οποία βεβαιώνεται ότι τα προϊόντα της εν λόγω εταιρίας δεν είναι εύφλεκτα και δεν μεταφέρουν την φωτιά και ότι αυτά δεν περιέχουν βεζινέλαιο, ανθρακασβέστιο, βενζίνη, γκαζολίνη, νάφθα, βαμβακοπυρίτιδα, νιτρογλυκερίνη.
Τη βεβαίωση αυτή την είχε στην κατοχή της, αφού είχε ήδη εκδοθεί (30-12-2010), όταν την 27-6-2011, πραγματοποιήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, έκτακτος έλεγχος στις εγκαταστάσεις της και διαπιστώθηκε η μη τήρηση όλων των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρων, μεταξύ αυτών και η αποθήκευση στην αποθήκη Γ λιπασμάτων-γεωργικών εφοδίων, που ήταν μεγαλύτερου βαθμού επικινδυνότητας χωρίς να καλύπτεται από το πυροθερμικό φορτίο στη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας που είχε γίνει για υλικά μεταφορικής εταιρίας, λόγο, μεταξύ των άλλων, για τον οποίο προέβησαν στην ανάκληση του πιστοποιητικού πυροπροστασίας και παρ'όλα αυτά δεν την επέδειξε στους αρμόδιους υπαλλήλους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προκειμένου ν' αποδείξει ότι αυτά δεν ήταν εύφλεκτα και δεν απαιτείτο η αλλαγή κατηγορίας κινδύνου και η λήψη επιπλέον μέτρων πυροπροστασίας, ώστε ν'αποφευχθεί η ανάκληση του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, τούτο δε δεν έπραξε ούτε και κατά τον δεύτερο έλεγχο της 2-4-2012.
Τα ως άνω έγγραφα, που ως προελέχθη εκδόθηκαν δύο χρόνια πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς και δεν απευθύνονται στην εναγομένη εταιρία αλλά "προς κάθε ενδιαφερόμενο" και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αφορούν τα εμπορεύματα (λιπάσματα-γεωργικά εφόδια) που βρέθηκαν αποθηκευμένα κατά τη διάρκεια αυτής (πυρκαγιάς) και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, παρέμειναν άκαυστα, έρχονται σε πλήρη αντίφαση με όσα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που διενήργησαν τους ελέγχους και έχοντες επαγγελματική εμπειρία να διακρίνουν εάν ένα προϊόν είναι υδατοδιαλυτό ή μη, διεπίστωσαν, ήτοι, ότι τα λιπάσματα που ήταν αποθηκευμένα ήταν υψηλότερου κινδύνου και απαίτησαν τον νέο υπολογισμό πυροθερμικού φορτίου για να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται η αλλαγή κατηγορίας κινδύνου.
Τέτοιου είδους εμπορεύματα (λιπάσματα-γεωργικά εφόδια), υπήρχαν αποθηκευμένα τόσο στην αποθήκη Α όσο και στην αποθήκη Γ. Περαιτέρω, στην αποθήκη Α (όπως και στην αποθήκη Γ), πλέον των εμπορευμάτων, υλικά μεταφορικής εταιρίας (υαλικά, χαρτικά, ηλεκτρικές συσκευές, αναψυκτικά, μπύρεςκ.λ.ττ.), για τα οποία υπήρχε εγκεκριμένη μελέτη ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας και με βάση το πυροθερμικό φορτίο αυτών, η εναγομένη είχε λάβει μέτρα πυροπροστασίας, υπήρχαν αποθηκευμένα και εύφλεκτα αντικείμενα, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του θερμικού φορτίου της εν λόγω αποθήκης (Α) και τα οποία, όπως αποδείχθηκε εξερράγησαν, εκτοξεύθηκαν και μέρος αυτών βρέθηκε εκτός της αποθήκης και πλησίον του οχήματος που κάηκε διαπερνώντας τα πυράντοχα πάνελ της αποθήκης.
Συγκεκριμένα, φυλάσσονταν μεταξύ των άλλων και μεταλλικά φιαλίδια, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Α. Κ.! Σ. ΕΕ", που περιείχαν διαλυτικό υγρό αυτοκινήτων. Αυτά (μεταλλικά φιαλίδια) ήταν αποθηκευμένα και στις δύο αποθήκες, όπως τούτο προκύπτει από το επικαλούμενο από την εναγομένη ως άνω διάγραμμα των αποθηκευμένων εμπορευμάτων της, όπου σε σχετική θέση της αποθήκης Α αναγράφεται η ένδειξη "ΔΙΑΦΟΡΑ (Α….Σ)" και σε αντίστοιχη θέση της αποθήκης Γ αναγράφεται η ένδειξη "Α……Σ" και βρέθηκαν, επίσης, πλησίον του φορτηγού αυτοκινήτου όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, διαρρηγμένα από έκρηξη (βλ.
έκθεση αυτοψίας) αλλά και από την 11-8-2012 ένορκη κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρος Χ. Ν., όπου σε σχετική ερώτηση του προανακριτικού υπαλλήλου: "Σε εκείνο το σημείο (επαφής του φορτηγού που κάηκε με την αποθήκη) βρέθηκαν πολλά φιαλίδια γυαλιστικών αυτοκινήτων τα οποία σκάγανε και έπεφταν πλησίον του φορτηγού...Πού ακριβώς ήταν αυτά τα εμπορεύματα;", ανέφερε: "Αυτά βρισκόταν προς το μέσο και δεξιά της αποθήκης όπως βρίσκονται τα φορτηγά".
Συνεπώς, η αποθήκευση των συγκεκριμένων φιαλιδίων με διαλυτικά υγρά αυτοκινήτων, συνέβαλε στην αύξηση του πυροθερμικού φορτίου και στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, γεγονός το οποίο θα απαιτούσε να ληφθούν με βεβαιότητα και άλλα πρόσθετα μέσα πυρόσβεσης και πυρασφάλειας. Πρέπει να επισημανθεί ότι στον έλεγχο που διενεργήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, την 27-6-2011, όταν και ανακλήθηκε το πιστοποιητικό πυρασφάλειας, διαπιστώθηκε μόνο η ύπαρξη λιπασμάτων, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην εγκεκριμένη μελέτη και όχι και τα ανωτέρω εμπορεύματα (φιαλίδια με διαλυτικό υγρό) καθώς η σύμβαση αποθήκευσης της εναγομένης με την εταιρία "Α.
Α. Κ. Σ. Ε.", δυνάμει της οποίας η τελευταία αποθήκευε στους χώρους της τα εν λόγω εμπορεύματα, έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο, ήτοι την 9-11-2011 (βλ. το από 9-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αποθήκευσης και διακίνησης εμπορευμάτων, ενσωματωμένο στην με επίκληση προσκομισθείσα από την εναγομένη συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εκτιμητή- πραγματογνώμονα, Θ.
Μ.). Ως εκ τούτου, η εναγομένη, σε κάθε περίπτωση, ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε νέα μελέτη πυροπροστασίας περιλαμβάνοντας και τα εν λόγω αντικείμενα, καθώς τα προτεινόμενα μέτρα πυροπροστασίας είναι ανάλογα με τα αντικείμενα που αποθηκεύονται. Στην εκτίμηση περί του ότι τα υφιστάμενα μέτρα πυροπροστασίας δεν υπήρξαν τελικά επαρκή και αποτελεσματικά λόγω της φύσης των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, προέβη, άλλωστε, και ο Πυροσβεστικός Υπάλληλος, Ε.
Κ., στην από 12-12-2012 ένορκη κατάθεση, που έδωσε ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων. Η μη κατάθεση νέας μελέτης με επανυπολογισμό του πυροθερμικού φορτίου, ώστε να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται ή όχι να αλλάξουν κατηγορία κινδύνου οι αποθήκες και να ληφθούν επιπλέον μέτρα πυροπροστασίας, ενόψει της αποθήκευσης λιπασμάτων, γεωργικών εφοδίων και διαλυτικών υγρών αυτοκινήτου, αποτελεί παράνομη και υπαίτια παράλειψη της εναγομένης, αφού η υποχρέωσή της να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προς έκδοση πιστοποιητικού ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΠΔ 71/1988.
Το δε πιστοποιητικό πυροπροστασίας που ανακλήθηκε κάλυπτε όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας και κατά συνέπεια τους χώρους που κάηκαν (αποθήκες Α και Γ), όπως περί αυτού κατέθεσε ο προαναφερθείς μάρτυρας Ι. Σ., στην από 18-12-2012 προανακριτική του ένορκη κατάθεση. Η κρίση δε ότι επανυπολογισμός του πυροθερμικού φορτίου των αντικειμένων των αποθηκών, ήταν αναγκαίος, ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε μικρό χρονικό διάστημα, ήτοι σε περίπου είκοσι λεπτά από την έναρξη της πυρκαγιάς, πυρακτώθηκαν τόσο τα πλαϊνά πάνελς της αποθήκης Α που η πυράκτωση αυτή οδήγησε στην υποχώρηση της οροφής της αποθήκης Α, γεγονός που καταδεικνύει ότι και πληθώρα αντικειμένων ετερόκλιτων υπήρχε στην εν λόγω αποθήκη και αυτά ανέπτυσσαν υψηλή θερμοκρασία.
Περαιτέρω, αναφορικά με το σημείο στάθμευσης του ζημιογόνου οχήματος, ιδιοκτησίας της εταιρίας "Ε. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Τ." και την ευθύνη της εναγομένης σχετικά με αυτό, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, στο δικόγραφο της προς την "Ε. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Τ." απευθυνόμενης, υπ'αριθμ. 4…../2017, προσεπίκλησης- παρεμπίπτουσας αγωγής, ανέφερε, αυτολεξεί, τα εξής: (σελ. 31 αυτής) "Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν έπρεπε να ευρίσκεται σταθμευμένο σε εκείνο το σημείο, εφαπτόμενο με την αποθήκη μας, αλλά έπρεπε να ευρίσκεται σταθμευμένο στον ειδικό χώρο στάθμευσης των φορτηγών, στον αύλειο χώρο μακράν των κτιρίων των εν λόγω αποθηκών, που είχαμε επιδείξει, υποδείξει και είχαμε παραχωρήσει στην αντίδικο με την ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως, για την στάθμευση των φορτηγών της..." και (σελ. 32 αυτής) "Είναι λοιπόν σαφές ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, η συγκεκριμένη πυρκαγιά οφείλεται σε παράλειψη της εδώ εναγομένης, καθόσον, εάν η αντίδικος είχε προβεί στην σωστή συντήρηση του αυτοκινήτου της ή - και εάν θεωρηθεί ότι ήταν εμπρηστική ενέργεια-σε κάθε περίπτωση εάν δεν είχε σταθμευμένο στο σημείο εκείνο το συγκεκριμένο αυτοκίνητο της, αλλά το είχε σταθμευμένο στον ειδικό χώρο και σε απόσταση από τα κτίρια των αποθηκών, όπως θα έπρεπε και της είχαμε υποδείξει και ήταν υποχρεωμένη προς τούτο, δεν θα επεκτεινόταν η πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις μας...
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά...υποχρεούται η εναγομένη...ως παραβιάσασα τις από την μεταξύ μας σύμβαση μισθώσεως υποχρεώσεις της, όπως συμμορφώνεται με τις υποδείξεις μας και κάνει καλή χρήση των μισθίων χώρων χωρίς να προκαλεί κινδύνους για τις εγκαταστάσεις μας...". Επίσης, η ίδια αναγνωρίζει στις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της της προηγούμενης συζήτησης (σελ. 73 αυτών, στίχοι 11-16) ότι "...εάν δεν είχε σταθμευμένο στο σημείο εκείνο το συγκεκριμένο αυτοκίνητο της, αλλά το είχε σταθμευμένο και ασφαλισμένο στον ειδικό χώρο και σε απόσταση από τα κτίρια των αποθηκών, όπως θα έπρεπε και της είχαμε υποδείξει και ήταν υποχρεωμένη προς τούτο, δεν θα επεκτεινόταν η πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις μας.." ενώ η εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια της εναγομένης, μάρτυρας Α.
Γ., ανέφερε ότι "...Από όσες φορές είδα εγώ, στάθμευαν εκεί που τους είχαμε υποδείξει... Στον φράκτη μακριά από το τείχος της αποθήκης... Όπως και τα δικά μας φορτοταξί απαγορεύονταν να σταθμεύσουν δίπλα στην αποθήκη..." και ο εξετασθείς, με επιμέλεια της ιδίας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Σ., μάρτυρας Χ.
Ν., επιβεβαίωσε τον ως άνω ισχυρισμό της (βλ. υπ'αριθμ. …../20-9-2017 ένορκη κατάθεση). Όμως από το συνταχθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης προκύπτει ότι δεν είχαν προσδιορισθεί συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης των 14 οχημάτων της μισθώτριας εταιρίας ενώ κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο (σχεδιάγραμμα των συγκεκριμένων θέσεων) δεν προσκομίσθηκε από το οποίο να προκύπτει ότι πράγματι καθορίσθηκαν αριθμημένες θέσεις μακράν των αποθηκών (στον οπίσθιο αύλιο χώρο, όπως αναφέρει στις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της, στον αύλιο χώρο, όπως αναφέρει στην ως άνω προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή).
Συνεπώς, ήταν προσιτός στην μισθώτρια εταιρία, οποιοσδήποτε χώρος (αύλιος) των εγκαταστάσεων της εναγομένης προς στάθμευση των φορτηγών αυτοκινήτων της, εν γνώσει τελούσας περί αυτού της εναγομένης. Επομένως, ενώ η τελευταία αποδέχεται με τις παραπάνω ομολογίες της ότι η στάθμευση των οχημάτων πλησίον των αποθηκών και μάλιστα σε επαφή με αυτές, όπως εν προκειμένω, δημιουργεί κινδύνους για την ασφάλεια των εγκαταστάσεών της, αντιλαμβανόμενη τον ενδεχόμενο κίνδυνο από την αντικανονική στάθμευση αυτών, δεν φρόντισε, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια, που συνήθως καταβάλει και στις δικές της υποθέσεις, να δώσει, δια των νομίμων οργάνων της, σχετικές οδηγίες προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της για διαρκή έλεγχο προκειμένου να μην σταθμεύουν οχήματα πλησίον των αποθηκών της και ειδικότερα, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, να δώσει σχετικές οδηγίες προς τον φύλακα των εγκαταστάσεών της, ο οποίος, μετά βεβαιότητας, διεπίστωσε την επι διήμερον παράνομη στάθμευση των συγκεκριμένων φορτηγών αυτοκινήτων, ώστε να φροντίσει για την άμεση απομάκρυνσή τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, μετά την πυρκαγιά, βρέθηκε σε αδυναμία να αποδώσει τα κινητά πράγματα του ενάγοντος, που της παρέδωσε, δυνάμει άτυπης σύμβασης μη αμειβόμενης παρακαταθήκης, προς αποθήκευση και τούτο οφείλεται σε υπαιτιότητά της (ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια) καθώς δεν κατέβαλε την επιμέλεια που συνήθως καταβάλει στις δικές της υποθέσεις, ήτοι να διατηρεί ασφαλή τα προς φύλαξη εναποτεθέντα στις αποθήκες της εμπορεύματα, αφού παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας προς αποτροπή του κινδύνου εξάπλωσης της πυρκαϊάς στις αποθηκευτικές της εγκαταστάσεις, απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγομένης για την απαλλαγή της από την ευθύνη, χωρίς αυτή να προβάλει περαιτέρω ισχυρισμό, κατ'ένσταση, περί του ότι και στις δικές της υποθέσεις δεν ήταν επιμελέστερη.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ ισχυρισμός της εναγομένης, που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της της προηγούμενης συζήτησης, περί συνδρομής ιδίου πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση και έκταση της ζημίας του, συνιστά άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών καθώς, όπως η ίδια επικαλείται, αναφέροντας αυτολεξεί: (σελ. 64, στοιχ. 16-18 προτάσεών της) "...μόνον πταίσμα του αντιδίκου συνέτρεξε και ουδέν άλλο, που να αποδίδει έστω και μία σταγόνα υπαιτιότητας στην εταιρία μας", από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος επήλθε η ζημία του, και ως τέτοιος αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο για τη συναγωγή της ως άνω κρίσης του.
Επίσης εκτός από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης αποδείχθηκε, για τις ίδιες πράξεις τελούμενες δια παραλείψεως του νομίμου εκπροσώπου της και παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει και ευθύνη της από αδικοπραξία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Ο.
Μ. - Β., που παραπέμφθηκε με το υπ'αριθμ. …../2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια δια παραλείψεως (άρθρ. 15, 28, 264 περ. α', 266 παρ. 1 ΠΚ), με την υπ' αριθ. 12027/19-6-2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ήδη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος.
Η κρίση του ποινικού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω απόφασης, στηρίχθηκε σε εν μέρει διάφορα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι το κλείσιμο περιμετρικά του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των δύο αποθηκών (Α και Γ) δεν συντέλεσε στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, αφού ακόμη κι αν υπήρχε η απόσταση των 5,5 μέτρων μεταξύ των αποθηκών, η ένταση της φωτιάς που προκλήθηκε από το φορτηγό, ιδιοκτησίας της Ε….., ήταν τέτοιου μεγέθους, που θα ήταν αδύνατο να εμποδιστεί η εξάπλωσή της, ότι ένα μήνα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς η εναγομένη επέδειξε επιμέλεια, συμμορφούμενη στις υποδείξεις πυρασφάλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για ληψη των προβλεπόμενων μέτρων και μέσων ενεργητικής πυροπροστασίας, το δε κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου αφορούσε την παθητική πυροπροστασία, με την οποία ασχολείται και εγκρίνει η Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία είχε ενημερωθεί, και ότι η παράλειψη του κατηγορουμένου να καταθέσει νέα μελέτη πυροπροστασίας δεν οδήγησε άμεσα ή έμμεσα στην εκδήλωση της πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα η έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας να μη βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκδήλωση ούτε με την επέκταση αυτής, αφού το κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου ήταν ζήτημα πλέον της Πολεοδομικής και όχι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.
Από το προαναφερόμενο σκεπτικό της ποινικής απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του ως άνω Δικαστηρίου, το εάν συνετέλεσε στην επέκταση της πυρκαγιάς, η παράλειψη του κατηγορουμένου να καταθέσει νέα μελέτη πυρασφάλειας, περιλαμβάνοντας όλα τα είδη των αποθηκευμένων πραγμάτων, ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα πυρασφάλειας, ανάλογα με το πυροθερμικό φορτίο των αποθηκευμένων πραγμάτων καθώς και η παράλειψή της, ν' αποτρέψει τη στάθμευση του ζημιογόνου οχήματος στο σημείο της εκδήλωσης της πυρκαγιάς, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το εξετασθέν κατηγορητήριο, η φερόμενη παράλειψη του κατηγορουμένου νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, αφορούσε την έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας που να καλύπτει το περιμετρικό κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των αποθηκών Α και Γ.
Από την παρατιθέμενη κρίση του ποινικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν υφίσταται ταύτιση με τα εδώ ερευνώμενα πραγματικά περιστατικά. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα η εναγομένη βαρύνεται με την προπεριγραφείσα υπαιτιότητα, για τη θετική ζημία που ο ενάγων υπέστη, απορριφθέντος ήδη του κονδυλίου διαφυγόντων κερδών, ως αόριστου, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της 1359/2020 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, και έχει υποχρέωση αποζημίωσης αυτού.
Ο ενάγων, επικαλούμενος ότι υπέστη θετική ζημία λόγω της καταστροφής των τριάντα τεσσάρων (34) έργων του, συνιστάμενη στην αξία αυτών, προς την οποία μειώθηκε αντίστοιχα η υπάρχουσα περιουσία του, αιτείται α) το ποσό των 10.598,2 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος παραγωγής, όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται, των τριών (3) έργων της σειράς "Μ….s" και το ποσό των 30.653,5 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος παραγωγής, όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται, των τριάντα (30) έργων της σειράς "Β..s" και ενός (1) της σειράς "Η..t" και β) το ποσό των 170.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος των εργατοωρών που κατανάλωσε για την παραγωγή των 34 καταστραφέντων έργων του, όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται.
Η εναγομένη, αντίστοιχα, προσκομίζει την από 12-9-2017 έκθεση-γνωμοδότηση του ιστορικού τέχνης, Θ. Κ., με την οποία ο συντάκτης της αναβιβάζει το κόστος αναπαραγωγής των επίμαχων έργων του ενάγοντος, συλλήβδην, στο ποσό των 15.000,00 ευρώ, περίπου. Επί των παραπάνω ζητημάτων διετάχθη η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με την ως άνω 1359/2020 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Η ορισθείσα πραγματογνώμονας Μ. Δ., εικαστικός - ιστορικός τέχνης, με την από 7-10-2020 έκθεση της, η οποία δεν πάσχει από ακυρότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της ως μη νόμιμου, δεδομένου ότι η απαγόρευση του τεχνικού της συμβούλου να μεταβεί στο ιδιωτικό εργαστήριο του εκκαλούντος, όπου θα μετέβαινε η πραγματογνώμονας για "αυτοψία", δεν παραβίασε κανένα εκ των δικαιωμάτων της εφεσίβλητης, καθώς δεν επρόκειτο για παρουσία σε διαδικαστική πράξη (.....) αλλά για μία εκ των περισσοτέρων ενεργειών της προς συλλογή πληροφοριών, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα : "7.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις μου όπως αυτές αναφέρονται αναλυτικά στην παρούσα έκθεση και στα αντίστοιχα προσαρτήματα της, από τα στοιχεία που μου έχουν τεθεί υπόψη για τον υπολογισμό του κόστους παραγωγής εκάστου των τριάντα τεσσάρων (34) έργων τέχνης του ενάγοντος και το κόστος εργατοωρών παραγωγής αυτών, μετά από αντικειμενικότητα, αμεροληψία και αιτιολογημένη βεβαιότητα, καταλήγω στα παρακάτω:
Ερώτηση Α. Κόστος παραγωγής εκάστου έργου εκ των τριάντα τεσσάρων(34) έργων. Απάντηση Α. Το κόστος παραγωγής εκάστου έργου, κατά το έτος 2010, είναι όπως αυτό αναγράφεται αναλυτικά στον Πίνακα 3. Το δε συνολικό κόστος παραγωγής των τριάντα τεσσάρων έργων (34), αντιστοιχεί στο ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξη ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών, (21.266,71 ευρώ).
Ερώτηση Β. Κόστος εργατοωρών παραγωγής των τριάντα τεσσάρων έργων. Απάντηση Β. Εκ των γνώσεων μου ως ιστορικός τέχνης θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί επακριβώς, διότι ένα καλλιτεχνικό έργο δεν αποτελεί ένα απλό εμπορικό προϊόν παραγωγής, αλλά μια καλλιτεχνική δημιουργία. Ως εκ τούτου είναι διαφορετικοί οι παράγοντες που διαμορφώνουν την αξία του.
Μερικοί ενδεικτικοί παράγοντες είναι, η σπανιότητα της καλλιτεχνικής ιδέας, η μοναδικότητα ενός έργου, ο περιορισμένος αριθμός αντιτύπων, η καλλιτεχνική πορεία και φήμη ενός καλλιτέχνη, οι τιμές πώλησης έργων του σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τα υλικά κατασκευής, ο χρόνος εκτέλεσης, το μέγεθος, η ύπαρξη έργων του σε συλλογές συλλεκτών, η παρουσία του σε διεθνείς εκθέσεις και γκαλερί, οι δημοσιεύσεις σχετικά με το καλλιτεχνικό έργο σε έγκυρα έντυπα Τέχνης, και γενικώς η ποιότητα του έργου στο σύνολο του.
Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπ' οψη ως οροφή αξίας την εμπορική αξία πώλησης των εξεταζόμενων έργων( δηλ. το ποσό των 298.000 ευρώ, βλέπε Πίνακας 1), εκτιμώ ότι κατ' ελάχιστο το 25% αυτού του ποσού αφορά το κόστος εργατοωρών παραγωγής ή ποσό 298.00 X 25%= 74.500 ευρώ (Εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων και πεντακοσίων ευρώ). Ο εξετασθείς ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρας στην τεχνική έκθεση που συνέταξε προσδιορίζει συλλήβδην το κόστος παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εργατοωρών σε 15,000 ευρώ.
Η άποψη αυτή όμως δεν είναι ορθή γιατί δεν συνεκτιμά τις ειδικές συνθήκες παραγωγής των έργων του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, ο οποίος, για τη δημιουργία των έργων της σειράς brains, από την οποία καταστράφηκαν 30 έργα, και της σειράς hearts, από την οποία καταστράφηκε ένα έργο, εφάρμοσε μια νέα τεχνοτροπία παραγωγής και επεξεργασίας εικόνας, με τη χρήση της τεχνολογίας της μαγνητικής τομογραφίας.
Η παραπάνω τεχνική, που δεν εφαρμόζεται από άλλον καλλιτέχνη παγκοσμίως, συνέβαλε στην ευρύτερη καταξίωσή του στον χώρο της μοντέρνας τέχνης, επιτρέποντάς του να συμμετάσχει σε κορυφαίες εκθέσεις έργων τέχνης παγκοσμίως και να έλξει το αγοραστικό ενδιαφέρον γνωστών συλλεκτών. Η μέθοδος που προαναφέρθηκε δεν έχει το κόστος μιας απλής εκτύπωσης, αφού προϋποθέτει την χρήση μαγνητικών τομογράφων.
Πρόκειται για μία σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία, που περιλαμβάνει την αρχική δημιουργία εικόνων μέσω των μαγνητικών τομογράφων, την επεξεργασία των εικόνων αυτών με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και στη συνέχεια με το χέρι, εν συνεχεία μεταφορά του γραμμικού σχεδίου σε λεπτά φιλμς, που τυπώνονται με τη μέθοδο της μεταξοτυπίας πάνω σε καθρέφτη, που διαμόρφωνε ο ίδιος ως προς το σχήμα και μέγεθος, και τέλος την σταθεροποίηση του έργου με κάδρα αλουμινίου, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητα και η ασφαλής μεταφορά τους.
Η σειρά moonfloawers, τρια έργα της οποίας καταστράφηκαν, δημιουργήθηκε με την εκτύπωση της τελικής φωτογραφίας, την επεξεργασία με την τεχνοτροπία diasec (τοποθέτηση της φωτογραφίας ανάμεσα από ειδικά στρώματα αλουμινίου, πλεξιγκλάς και υγρής σιλικόνης) και, τέλος, τοποθέτηση πλαισίου στο έργο. Το κόστος κατασκευής των έργων, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, ανέρχεται ειδικότερα στα εξής ποσά για το καθένα, λαμβανομένων υπόψη των διαστάσεών τους : 1) Τίτλος:
M…r (couple), τεχνοτροπία Χ-Rays. Κατασκευή: C - PrintauDibont, 2010, διαστάσεις 257X180X5 cm, Edition 1/3, κόστος κατασκευής 500 ευρώ, 2) ........... Συνολικά επομένως ανέρχεται σε 21.560 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την κατασκευή των καταστραφέντων έργων ο ενάγων εργάσθηκε επί συνολικά 120 ώρες για το καθένα από τα 31 έργα που καταστράφηκαν.
Η αξία της εργατοώρας, λαμβανομένης υπόψη της αναγνώρισης της καλλιτεχνικής αξίας του ενάγοντος, ανέρχεται σε 20 ευρώ. Επομένως η αξία του συνόλου των εργατοωρών ανέρχεται σε (20 ευρώ Χ 120 Χ 31 =) 74.400 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά, κατά τα οποία ζημιώθηκε ο ενάγων εξαιτίας της καταστροφής των έργων του, οφείλει να του καταβάλει η εναγομένη, όπως κρίθηκε ανωτέρω.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, του είδους και της έκτασης της προσβολής, της υπαιτιότητας της εναγομένης, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να του επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό είναι εύλογο, (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2,10 παρ.2 της ΕΣΔΑ), για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. ..... ''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να διεξαχθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη καθώς και να εξετασθεί ως μάρτυρας ο Θ.
Κ., διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης , επιμελητής συλλογών έργων τέχνης και εκθέσεων, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 105.960 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 23-7-2012. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822επ.
του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 5 παρ. 1, 6, 9 παρ. 1, 12 παρ. 5, 13 παρ. 1, 17, 18, 20 παρ. 1, 23 παρ. 1, 2, 26, 27, 28 και 34-40 της από 19-5-1956 διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης ''επί του συμβολαίου δια την διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (CMR)'', η οποία κυρώθηκε με το Ν. 559/1977, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήσαν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συμβάσεως μη αμειβόμενης παρακαταθήκης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διάδικοι μετά την εκτέλεση της σύμβασης μεταφοράς, συμφώνησαν μόνο τη φύλαξη των έργων τέχνης του αναιρεσίβλητου στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας, μέχρι τη μεταφορά τους στον νέο τους προορισμό, ο οποίος δεν ήταν χρονικά προσδιορισμένος, ούτε έλαβε χώρα συμφωνία των διαδίκων για μελλοντική, επ' αμοιβή, διεθνή μεταφορά των έργων του, τα περιστατικά δε αυτά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 822 ΑΚ και δικαιολογούν τη μη εφαρμογή των διατάξεων της από 19-5-1956 διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης.
Επομένως, το Εφετείο, προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης, υπαγάγοντας σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της σύμβασης, στην έννοια της πιο πάνω διάταξης και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί της ευθύνης της αναιρεσείουσας για την εκδήλωση πυρκαγιάς στις εγκαταστάσεις της, που είχε ως συνέπεια την καταστροφή των έργων τέχνης του αναιρεσίβλητου σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι, κατά τη νοηματική εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, σαφώς δέχεται ότι η αναιρεσείουσα α) δεν τήρησε όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα πυροπροστασίας ενόψει της αποθήκευσης στις αποθήκες της Α και Γ, στις οποίες εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, λιπασμάτων, γεωργικών εφοδίων της εταιρίας H….A , που ήταν μεγαλύτερου βαθμού επικινδυνότητας σε σχέση με τα λοιπά αποθηκευμένα εμπορεύματα καθώς και μεταλλικών φιαλιδίων της εταιρίας ‘Α.’ Α.
Κ. Σ. ΑΕ'', που περιείχαν διαλυτικό υγρό αυτοκινήτων, τα οποία λόγω της πυρκαγιάς εξερράγησαν, εκτοξεύτηκαν και μέρος αυτών βρέθηκε εκτός αποθηκών, διαπερνώντας τα πυράντοχα πάνελ αυτών (αποθηκών), και τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του θερμικού φορτίου των αποθηκών, για το οποίο απαιτούνταν επιπλέον μέτρα πυροπροστασίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα μέχρι την ημερομηνία που έλαβε χώρα η επίδικη πυρκαγιά ( 2-5-12), αν και ήδη από 1-7-2011 είχε ανακληθεί το πιστοποιητικό πυροπροστασίας των εγκαταστάσεων της, δεν φρόντισε για την κατάθεση νέας μελέτης με επανυπολογισμό του πυροθερμικού φορτίου των εγκαταστάσεών της και έκδοση νέου πιστοποιητικού ενεργητικής και παθητικής πυροποροστασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΠΔ 71/1988, β) δεν φρόντισε να δώσει προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της οδηγίες για διαρκή έλεγχο ως προς τη στάθμευση των οχημάτων στους χώρους των εγκαταστάσεών της ώστε να αποφευχθεί η αντικανονική στάθμευση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, πλησίον των αποθηκών και όχι στον ειδικό χώρο στάθμευσης των φορτηγών, στον αύλειο χώρο των εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας και μακριά από τις αποθήκες αυτής, γ) απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η πρόκληση της ένδικης πυρκαγιάς οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια αγνώστου δράστη, ο οποίος πέτυχε να πετάξει εκρηκτικό αυτοσχέδιο μηχανισμό πλησίον της αποθήκης, με αποτέλεσμα την πρόκληση της πυρκαγιάς και την επέκτασή της, διαλαμβάνοντας ότι τούτο ήταν αδύνατο να συμβεί αφού δεν βρέθηκε κάποιος εμπρηστικός μηχανισμός στο χώρο της πυρκαγιάς, οι κάμερες ασφαλείας που ήταν τοποθετημένες στον εξωτερικό χώρο της επιχείρησης δεν κατέγραψαν τέτοιο γεγονός και δεν επιβεβαιώνεται τούτο από το φύλακα που βρισκόταν στο χώρο κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, δεν αποτελούν αιτιολογία αλλά επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης άλλων δικαστικών αποφάσεων, επί αγωγών τρίτων εναντίον της τελευταίας, για το ίδιο περιστατικό (πυρκαγιά), που έκριναν ότι δεν υφίσταται ευθύνη αυτής για τούτο, δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον η διάταξη αυτή αφορά την αιτιολόγηση του πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι την αντίθεσή της με άλλες δικαστικές αποφάσεις.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Περαιτέρω, ο ορθός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 20, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2049/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στην περιεχόμενη στην επίμαχη σύμβαση δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά αντίθετα εκτιμώντας το περιεχόμενο της ένδικης προφορικής σύμβασης, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η τελευταία είναι άτυπη προφορική σύμβαση μη αμειβόμενης παρακαταθήκης.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην επίδικη σύμβαση, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ενώ αν θεωρηθεί ότι εφάρμοσε τούτους σιωπηρά, αξιολόγησε τα αποδειχθέντα κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές κρίσεις περιστατικά, με τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι αβάσιμος.
Επί αγωγής αποζημιώσεως, από αδικοπραξία ή σύμβαση, που βάση έχει το πταίσμα του εναγομένου (ΑΠ 576/2017), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ίδιου, ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν μπορεί να θεωρηθεί περιεχόμενος στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και για το λόγο αυτόν πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν, όπως τούτο επιβάλλεται από το πιο πάνω άρθρο 262 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 423/85, ΑΠ 251/2022, ΑΠ 446/2012, ΑΠ 53/2006).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμότητα της σχετικής ενστάσεως υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όταν δε αυτή ερευνήθηκε στην ουσία της και κατά τις διατάξεις του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (βλ.
και ΑΠ 266/2021, 414/2019, 655/2019, 1633/2018, 210/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω ευθείας, άλλως εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, συνιστάμενης στην κρίση του Εφετείου, ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε προς θεμελίωση της ενστάσεώς της περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου, ήτοι η αδιαφορία αυτού να παραλάβει τα αντικείμενά του έγκαιρα και η μη ασφάλιση αυτών κατά το χρόνο αποθήκευσής τους στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας, παρόλο που η αξία τους ήταν μεγάλη, δεν στοιχειοθετούν συνυπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση της ζημίας του που προήλθε από την πυρκαγιά και θεμελιώνουν εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ ισχυρισμός της εναγομένης, που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της της προηγούμενης συζήτησης, περί συνδρομής ιδίου πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση και έκταση της ζημίας του, συνιστά άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών καθώς, όπως η ίδια επικαλείται, αναφέροντας αυτολεξεί: (σελ. 64, στιχ. 16-18 προτάσεών της) "...μόνον πταίσμα του αντιδίκου συνέτρεξε και ουδέν άλλο, που να αποδίδει έστω και μία σταγόνα υπαιτιότητας στην εταιρία μας", από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος επήλθε η ζημία του, και ως τέτοιος αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο για τη συναγωγή της ως άνω κρίσης του''.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, ως ιστορούμενα, από την αναιρεσείουσα εναγομένη, προς θεμελίωση του επίμαχου ισχυρισμού της, συνιστούν άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής και όχι ένσταση, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας δεν περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη .
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).
Εξάλλου κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια. Οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγεται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ ΑΠ 111/1981).
Για την ταυτότητα δε του λόγου στην ίδια ρύθμιση υπόκεινται και οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, όταν συντάσσονται εγγράφως κατά το άρθρο 392 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, και συγκεκριμένα:
α) την μελέτη Πυρασφαλείας των εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας, η οποία είχε υποβληθεί και ελεγχεί από την Πυροσβεστική στις 11-6-2001 και η οποία συντάχθηκε σύμφωνα με το ΠΔ 71/1988 ''ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΤΙΡΙΩΝ (ΦΕΚ 32 τεύχος Α της 17/2/1988 ΑΡΘΡ.11'', β) την έκθεση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας που συντάχθηκε μετά την εκδήλωση της επίμαχης πυρκαγιάς καθώς και μεταγενέστερη έκθεση της ανωτέρω Υπηρεσίας, που συντάχθηκε στις 7-1-2016 και γ) την προανακριτική κατάθεση του υπαλλήλου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ι.
Σ., που δόθηκε στα πλαίσια προανάκρισης που διατάχθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για το αδίκημα του εμπρησμού από αμέλεια συνεπεία της επίμαχης πυρκαγιάς στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί μη παράβασης εκ μέρους της οποιασδήποτε διάταξης νόμου σχετικά με τη στάθμευση των φορτηγών αυτοκινήτων πλησίον των αποθηκών στους χώρους των εγκαταστάσεων της, προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω δεύτερος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Α.
Τ., εκτιμητή έργων τέχνης, που διόρισε νομίμως η αναιρεσείουσα, και αφορά την αξία των έργων του αναιρεσίβλητου, επηρεάζει δε το ύψος της επιδικασθείσας σε αυτόν αποζημίωσης. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που αφορούν την αξία των τριάντα τεσσάρων έργων τέχνης του αναιρεσίβλητου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ως άνω έκθεση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής.
Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με το νόμο 4586/2019.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (Ολ ΑΠ 4/2020).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς όμως να αποκλείεται, η απόφαση του δικαστηρίου, να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ` ΚΠολΔ, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 895/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και τον συναφή τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αμφότεροι από τον αριθμό 1 (και όχι αριθ. 20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και πρόσβαλε το τεκμήριο αθωότητάς του νομίμου εκπροσώπου της , που πηγάζει από την με αριθμό 12027/19-6-2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο τελευταίος αθωώθηκε αμετάκλητα για την αποδιδόμενη σ` αυτόν πράξη του εμπρησμού από αμέλεια, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά της με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη της για την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο.
Ειδικότερα παραπονείται: α) ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού δέχθηκε ότι η ανωτέρω κρίση του ποινικού Δικαστηρίου στηρίχθηκε σε εν μέρει διαφορετικά γεγονότα και ειδικότερα μόνο στην παράλειψη του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενου που αφορούσε την έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας που να καλύπτει το περιμετρικό κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των αποθηκών Α και Γ, γεγονός που συνετέλεσε στην πρόκληση της ένδικης πυρκαγιάς και την επέκτασή της, ενώ δεν αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του ποινικού Δικαστηρίου το εάν συνετέλεσε σε αυτή (πυρκαγιά) η παράλειψη του κατηγορουμένου να καταθέσει νέα μελέτη πυρασφάλειας, περιλαμβάνοντας όλα τα είδη των αποθηκευμένων πραγμάτων, ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα πυρασφάλειας, ανάλογα με το πυροθερμικό φορτίο των αποθηκευμένων πραγμάτων καθώς και η παράλειψή του να αποτρέψει με κατάλληλες οδηγίες τη στάθμευση του ζημιογόνου αυτοκινήτου πλησίον των αποθηκών, παρά το γεγονός ότι από το σκεπτικό της ως άνω ποινικής απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ένα μήνα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς επέδειξε κάθε δυνατή επιμέλεια, συμμορφούμενη στις υποδείξεις πυρασφάλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για λήψη των προβλεπόμενων μέτρων ενεργητικής πυροπροστασίας, ήτοι η κρίση της προσβαλλόμενης δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την αθώωση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και αποδυναμώνει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), β) δεν έλαβε υπόψη της τις ως άνω παραδοχές της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου περί συμμόρφωσης της αναιρεσείουσας στις υποδείξεις πυρασφάλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, σε συνδυασμό με την από 2-4-2012 έκθεση της πυροσβεστικής περί πλήρους συμμόρφωσης της αναιρεσείουσας στα υποδεικνυόμενα μέτρα ενεργητικής πυροπροστασίας (άρθρο 559 αριθμ. 11γ` ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως αποδεικτική βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση αυτή δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου - νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του, εκ της αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγομένου, τεκμηρίου αθωότητάς του για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.
Εξ άλλου, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, την οποία θεωρεί ότι στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα, ούτε εξέτασε τα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη του αλλά ούτε και χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση.
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την αθωωτική απόφαση και την συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και την ως άνω από 2-4-2012 έκθεση της πυροσβεστικής, διαλαμβάνοντας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Τέλος, με τον συναφές τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί την απόκλιση της προσβαλλόμενης απόφασης από τις παραδοχές της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αφορά την αιτιολόγηση του πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι την αντίθεσή της με άλλη δικαστική απόφαση και εν προκειμένω την ποινική.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, καθόσον, μετά την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως, κατέστη τούτο άνευ αντικειμένου .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 16-9-2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘Ο.’ Β. Δ. Μ. Α. Ε.'' για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1359/2020 μη οριστικής και της υπ' αριθ. 1624/2022 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση . -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ