Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's finding of indefinite-term employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the nature of an employment contract. The appellant argued the court failed to consider an IKA document proving simultaneous work for another employer, claiming this should have established a single indefinite-term contract. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court explicitly stated it had considered all evidence, including the disputed document, and the appellant's specific complaint did not constitute a valid ground for review under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it considered all evidence, and the appellant's complaint fails to demonstrate a specific legal error affecting the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 850 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 850/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." (....) που κατοικοεδρεύει στην ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λάλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις .
Του αναιρεσίβλητου: Α. Χ. του Μ., κατοίκου …., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 179/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1521/2009 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 26-9-2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 933/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, με άλλη σύνθεση.
Εκδόθηκε η 2986/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.6.2017 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 4542/405/2017 αίτηση αναίρεσης του ... ως καθολικού διαδόχου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της ΟΙΚ2/11.6.2013 ΚΥΑ του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, της καταργηθείσας την 11.3.2013 ΕΡΤ Α.Ε. προσβάλλεται η 2986/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν• στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, στη σύμβαση έργου (άρθρο 681 του ΑΚ) οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος, χωρίς ο εργολάβος να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 412/2019).
Οι ανωτέρω συνθήκες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη ή ο νόμος (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987, ιδρύθηκε η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (παρ. 1), είναι δημόσια επιχείρηση που ανήκει στο δημόσιο τομέα (ν. 1256/1982) και ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος (παρ. 3).
Με το άρθρο 15 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι σε όλους τους απασχολούμενους σε οργανικές θέσεις στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., απαγορεύεται: α. να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, β. να ασκούν εμπορία και γ.
να μετέχουν σε κερδοσκοπικούς συνεταιρισμούς ή σε προσωπικές εταιρείες ή σε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή να έχουν μετοχές ανωνύμων εταιρειών, εφόσον οι παραπάνω συνεταιρισμοί ή εταιρείες έχουν αντικείμενο συναφές με το αντικείμενό της. Αν οι προηγούμενες διατάξεις παραβιασθούν, η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο.
Με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι μέχρι την 3η Ιουνίου κάθε έτους, όλοι οι εργαζόμενοι στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., σε οποιαδήποτε κατηγορία ή ειδικότητα και αν ανήκουν, οφείλουν να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνουν: α. ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι πιο πάνω απαγορεύσεις και β.
το σύνολο των ως άνω αποδοχών τους. Αν δεν υποβάλουν ή υποβάλουν ανακριβή δήλωση, "ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις", θεωρείται ότι ο εργαζόμενος έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, από τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας. Οι "ποινικές κυρώσεις", αν δεν υποβάλουν την παραπάνω δήλωση, είναι ότι τιμωρούνται, κατά το άρθρο 458 ΠΚ.
Τέλος, με την παράγραφο 7 προβλέπεται ότι, κατ' εξαίρεση, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Διευθυντή, μπορεί να αναθέτει την εκτέλεση ορισμένου έργου σε δημοσιογράφο, που ασχολείται ήδη σε άλλο ελληνικό ή ξένο μέσο επικοινωνίας και ενημέρωσης, σε επιστήμονες, λογοτέχνες ή άλλους καλλιτέχνες, που μετέχουν σε επιτροπή προγράμματος ή αξιολόγησης προγραμμάτων, σεναρίων ή άλλων αντικειμένων ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, καθώς και σε συντελεστή παραγωγής ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, που προσφέρει ήδη υπηρεσία, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
Ο χρόνος εκτέλεσης του έργου καθορίζεται πάντοτε με τη σύμβαση και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη. Στον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1730/1987 (άρθρα 10, 19 παρ.4), εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ορίζεται και ότι:
Ο ΓΚΠ. - Ε.Ρ.Τ Α.Ε. καθορίζει τους όρους και τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, την υπηρεσιακή, γενικά, κατάσταση του, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στα εργασιακά θέματα λειτουργίας και παραγωγής καθώς και τις εν γένει σχέσεις του με την Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. Τα θέματα του ΓΚΠ ρυθμίζονται με τη διαδικασία της υπογραφής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με την Π.Ο.Σ.Π.Ε.Ρ.Τ.
Το προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. συνδέεται μετ' αυτής, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό υπάγεται στις διατάξεις του ΓΚΠ. και καλύπτει αντίστοιχες οργανικές θέσεις τακτικού προσωπικού. Ο υποψήφιος για πρόσληψη σε θέση τακτικού προσωπικού, πρέπει να μην κατέχει έμμισθη θέση ή απασχόληση στο Δημόσιο τομέα, "σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.4 ν. 1730/1987".
Ο επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει την εργασία του στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., σύμφωνα με τους όρους του ΓΚΠ., των Ειδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και των Διαιτητικών Αποφάσεων, που ισχύουν για το προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και να αναλάβει υπηρεσία μέσα σε 30 ημέρες από τη γνωστοποίηση του εγγράφου της σειράς κατάταξής του.
Αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη (άρθρα 1, 5, 6, 2 παρ. 1 και 2). Οι θέσεις του τακτικού προσωπικού κατανέμονται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., σε κλάδους, βαθμούς και ειδικότητες (άρθρ. 8, 9, 18). Όλοι οι υπάλληλοι εντάσσονται σε 12 μισθολογικές κατηγορίες, καθεμία των οποίων εξελίσσεται σε 19 μισθολογικά κλιμάκια (άρθρ. 12).
Το προσωπικό, που θα ενταχθεί, "σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Π.δ. 164/2004", σε κλάδους και ειδικότητες τακτικού προσωπικού, εντάσσεται στα σχετικά μισθολογικά κλιμάκια και λαμβάνει τα οικεία βασικά και ειδικά επιδόματα και τις σχετικές προσαυξήσεις. Το προσωπικό, που ασκούσε καθήκοντα χορωδού και έχει τις προϋποθέσεις να ενταχθεί σε θέσεις τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με το Π.Δ. 164/2004, εντάσσεται στις ειδικότητες ΚΤΕΠ-11 και ΚΤΕΠ-12 (άρθρα 12, 13, 14, 53, 54, 55, 56).
Οι εξωτερικοί συνεργάτες προγράμματος δεν αποτελούν προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και δεν υπάγονται στον ΓΚΠ. Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών προγράμματος με την Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. διέπονται, αποκλειστικά, από τη συγκεκριμένη έγγραφη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ (άρθρ. 3). Ο ΓΚΠ - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., επί των προηγουμένων θεμάτων του προσωπικού, άρχισε να ισχύει "από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", ήτοι από την 1.5.1989 (άρθρο 58). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι α) υπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου η διάγνωση της σχέσης που συνδέει τους διαδίκους, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που προσέδωσαν σε αυτήν τα μέρη, ακόμη και αν ο χαρακτηρισμός αυτός γίνεται κατ' εφαρμογή διατάξεως που έχει ισχύ νόμου, όπως ο ΓΚΠ - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. (πρβλ. ΑΠ 62/2015), β) η απαγόρευση κατάληψης δεύτερης θέσης αναφέρεται στο τακτικό και όχι στο έκτακτο προσωπικό της ΕΡΤ, αφού ως προϋπόθεση τίθεται η κατάληψη οργανικής θέσης και γ) οι κυρώσεις που προβλέπονται (ποινικές ή δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από την ΕΡΤ χωρίς καταβολή αποζημιώσεως) συνιστούν συνέπειες που δεν δεσμεύουν την κρίση του δικαστηρίου σχετικά με το χαρακτηρισμό της σχέσης με την οποία απασχολείται το προσωπικό της, αλλά θεσπίστηκαν για άλλους λόγους, όπως για την πάταξη του φαινομένου της "διπλοθεσίας".
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε εναντίον της ΕΡΤ Α.Ε., καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη, μετά την κατάργησή της, το αναιρεσείον, την από 9.1.2004 και με αριθμό κατάθεσης 5456/100/2004 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Στην αγωγή αυτή, την οποία άσκησε από κοινού με άλλους ενάγοντες μη διαδίκους στη δίκη αυτή, ιστορούσε ότι όπως όλοι οι ενάγοντες, απασχολήθηκε από την ΕΡΤ Α.Ε. ως χορωδός με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις έργου, η πρώτη από τις οποίες είχε έναρξη την 15.3.1993 και ότι η απασχόληση του διήρκεσε ανελλιπώς μέχρι την 31.7.1999, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η τελευταία σύμβαση χωρίς να ανανεωθεί, οι δε συμβάσεις έργου συνιστούσαν στην πραγματικότητα μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού ζητούσε να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ότι με την εναγομένη τον συνέδεσε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καθώς και να του καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 179/2009 οριστική απόφαση του, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη για όλους τους ενάγοντες πλην του αναιρεσιβλήτου, για τον οποίον απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, επειδή έκρινε ότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955.
Ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1521/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η απόφαση εξαφανίσθηκε και η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς το δικαστήριο χαρακτήρισε τις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ως συμβάσεις έργου. Μετά από αναίρεση που άσκησε ο νυν αναιρεσίβλητος εκδόθηκε η 933/2013 απόφαση με την οποία η αναίρεση έγινε δεκτή για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Το τελευταίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι μεταξύ της ΕΡΤ και του τότε εκκαλούντος αναιρεσιβλήτου υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σε εκτέλεση της οποίας ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε από την 15.3.1993 έως την 31.7.1993 και ότι η αποσβεστική προθεσμία του άρθρ. 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, η οποία είχε συμπληρωθεί, επηρέαζε μόνο το αίτημα του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και όχι το αίτημά του να αναγνωριστεί ο πραγματικός χαρακτήρας των συμβάσεων έργου που είχε συνάψει με την ΕΡΤ Α.Ε.
ως μιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για το λόγο δε αυτό, δέχθηκε την αγωγή ως προς το ως άνω αίτημα και την απέρριψε κατά τα λοιπά. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το εφετείο έλαβε υπόψη τους τις συνθήκες υπό τις οποίες είχαν παρασχεθεί οι υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου κατά τον διαδραμόντα χρόνο, για τις οποίες έκρινε ότι άρμοζαν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να δεσμευτεί από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 1730/198 και του ΓΚΠ - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. Με την κρίση του αυτή το εφετείο ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, όπως δεν παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 4 και 6 του ν. 1730/1987 και 3 του ΓΚΠ - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., τις οποίες δεν εφήρμοσε, αφού ορθά έκρινε ότι δεν δεσμεύουν την κρίση του ως προς τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης με το πρώτο σκέλος του οποίου το αναιρεσείον επικαλείται ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, επειδή οι συμβάσεις με τον αναιρεσίβλητο μόνο ως συμβάσεις έργου θα μπορούσαν να καταρτιστούν νομίμως, λόγω του νομοθετικού πλαισίου υπό το οποίο η ΕΡΤ Α.Ε.
λειτουργούσε, παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου το αναιρεσείον επικαλείται παραβίαση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 15 του ν. 1730/1987 που απαγόρευε την παράλληλη απασχόληση του προσωπικού της ΕΡΤ και σε άλλον εργοδότη, αν και αποδεδειγμένα ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του στον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1996 και Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1999 έχοντας πραγματοποιήσει 32, 18, 26, 41 και 70 ημέρες εργασίας, αντίστοιχα, όπως αυτό αποδεικνύεται από το 1955/25.2.2013 έγγραφο του ΙΚΑ, το οποίο το αναιρεσείον νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε στην κατ' έφεση δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση α) ότι η ρύθμιση αυτή αφορούσε στον αναιρεσίβλητο παρά τη ρητή αναφορά της σε προσωπικό που κατέχει οργανική θέση (την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε) και β) ότι η σχετική απαγόρευση δεσμεύει το δικαστήριο στον ορθό χαρακτηρισμό της σύμβασης, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 621/2016), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.
Με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, επικαλούμενο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του στον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1996 και Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1999 έχοντας πραγματοποιήσει 32, 18, 26, 41 και 70 ημέρες εργασίας, αντίστοιχα, όπως αυτός αποδεικνύεται από το 1955/25.2.2013 έγγραφο του ΙΚΑ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί το επικαλούμενο δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν επιφέρει τις συνέπειες που το αναιρεσείον τού προσδίδει, δηλαδή την απαγόρευση να χαρακτηριστούν οι διαδοχικές συμβάσεις έργου του αναιρεσιβλήτου ως μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με τον από το άρθρο 559 αριθ . 11 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι για να καταλήξει στην κρίση της για τη φύση της σύμβασης με την οποία απασχολήθηκε ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το ως άνω έγγραφο του ΙΚΑ το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση στο εφετείο, από το οποίο προέκυπτε η ταυτόχρονη απασχόληση του αναιρεσιβλήτου και σε άλλον εργοδότη και συγκεκριμένα στον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής κατά τον αναφερόμενο στο έγγραφο αριθμό ημερών σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση τούτου.
Συνακόλουθα και επειδή δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον που ηττάται στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 άρθρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση κατά της 2986/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.
O ANTΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ