Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment, rejecting claims of diagnostic error and document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against a final judgment of the Single Court of Appeal in Kerkyra regarding insurance liability. The appellant argued the lower court committed a diagnostic error by misinterpreting specific documents and distorted their content. The court rejected these claims, ruling that the lower court's evaluation of evidence was a matter of judicial discretion not subject to appellate review and that the documents were considered alongside other evidence without distortion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts cannot review the lower court's evaluation of evidence or its interpretation of document content, as such assessments fall within the exclusive domain of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 848 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 848/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Ε., 2) Θ. Π. του Ε., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2016 αίτησή του και τους από 12-2-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 21/2016 αίτηση αναιρέσεως και τον, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντα και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντα, από 12.2.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2018 πρόσθετο σ’ αυτήν λόγο, που πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ’ αριθμ. 79/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες ... /10.10.2017, ... /12.2.2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας, με έδρα στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας, Δ. Τ., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα των κρινομένων αιτήσεως αναιρέσεως και προσθέτων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16.3.2018) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, ύστερα από γραπτή παραγγελία του Δικηγόρου Αθηνών Βασιλείου Χειρδάρη, πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Κ. Π. και Θ. Π., αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. συνάγεται, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση. Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΑΠ 674/ 2013, ΑΠ 666/2010). Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά- ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, η οποία αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξελίξεως της υγείας του και της αιτιώδους συναφείας της με την αδικοπραξία (ΑΠ 2174/2013, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 118/2010, ΑΠ 2/2010, ΑΠ 233/2007, ΑΠ 940/2001).
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 ορίζεται ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι η εν λόγω διετής παραγραφή, που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος, αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 του Α.Κ., από την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 Κ.Πολ.Δικ.), δηλαδή κατάθεση στην γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνεται μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία, αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση της αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνομένου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. (ΑΠ 1993/2013). Η ως άνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση (της απρόβλεπτης ζημίας) η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξελίξεως της υγείας του παθόντος (ΑΠ 604/2010).
Για την ως άνω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα ως προς την διακοπή (άρθρο 255 επ. Α.Κ.) και αναστολή της παραγραφής (άρθρο 260 επ. Α.Κ.). Ειδικά με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής (άρθρο 261 Α.Κ.) (ΑΠ 957/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011, ΑΠ 938/2010).
Η παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 489/1976 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007 και ορίσθηκε ότι "2. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Η νέα ρύθμιση που προβλέπει επιμήκυνση του χρόνου της διετούς παραγραφής σε πενταετή δεν περιέχει ειδικές μεταβατικές διατάξεις.
Συνεπώς, θα πρέπει να εφαρμοστούν αναλογικά οι γενικές μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ., με τις οποίες ορίζεται ότι "οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του.
Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής, κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν, που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν.
Όταν όμως ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου". Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του ΕισΝ.Α.Κ., οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου, που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά απηχούν γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του Α.Κ.
και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεότερου νόμου, συνάγεται ότι όταν οι διατάξεις νεότερου νόμου ορίζουν μακρύτερο χρόνο παραγραφής σε σχέση με το χρόνο παραγραφής, που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, επί των αξιώσεων, που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγούμενου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι, αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων (ΑΠ 1051/2002, ΑΠ 258/2002, ΑΠ 1061/ 2002), πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 3557/2007.
Έτσι, αν η διετής παραγραφή άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14-5-2007) και συμπληρώθηκε μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία, δεν καθίσταται πενταετής (ΑΠ 1063/2013), ενώ αν η διετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3557/2007, τότε η προθεσμία αυτής επιμηκύνεται σε πενταετή και υπολογίζεται και ο χρόνος που διανύθηκε κατά το προϊσχύσαν δίκαιο.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι από την προγενέστερη υπ’ αριθμ. 210/2004 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε (κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως) επί της αρχικής (από 10.9.2001) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των ιδίων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος, που συνέβη στις 10.12.2000 και είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, στη συνέχεια δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα, μεταφέρθηκε, συνεπεία του τραυματισμού του, στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κέρκυρας, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα κοτύλης και αριστερό, κεντρικό και οπίσθιο εξάρθρημα αριστερού ισχίου.
Προς αποκατάσταση των τραυμάτων του νοσηλεύθηκε μέχρι 29-12-2000 στο άνω Νοσοκομείο και εξήλθε με οδηγίες απολύτου κλινοστατισμού επί 3μηνο. Όμως, η κατάσταση της υγείας του δεν παρουσίασε βελτίωση και επανεισήχθη, στις 2-4-2001, στο άνω Νοσοκομείο, από το οποίο, λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεώς του, στις 6-4-2001, διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων για περαιτέρω έλεγχο, από το οποίο εξήλθε στις 7-4-2001.
Στις 31-5-2001 δε, εξετασθείς από την Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, βεβαιώθηκε ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση αναπηρίας σε ποσοστό άνω των 67% για δύο (2) έτη (βλ. την ...31-5-2001 βεβαίωση της άνω Επιτροπής). Ωστόσο, ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος, εκτός από τα τραύματα που προαναφέρθηκαν στην κοτύλη και στο αριστερό ισχίο, υπέστη, επιπλέον, και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξαιτίας της οποίας εμφάνισε σημαντικές λειτουργικές διαταραχές με επεισόδια έντονης κεφαλαλγίας, ιλίγγους, αστάθεια βάδισης, αϋπνίες και διαταραχές μνήμης και συμπεριφοράς (βλ.
την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16-5-2002 βεβαίωση του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κέρκυρας). Έτσι, όταν εξετάσθηκε εκ νέου στις 27-2-2003 από την Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή Περιφέρειας Ιονίων Νήσων επαναβεβαιώθηκε η αναπηρία του σε ποσοστό άνω του 67% για δύο (2) έτη, τόσο λόγω της μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας του αριστερού ισχίου που υπέστη, όσο και των προεκτεθεισών λειτουργικών διαταραχών λόγω της κρανιοεγκεφαλικής του κάκωσης (βλ.
την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2-2003 βεβαίωση της άνω Επιτροπής). Η κατάσταση δε του ενάγοντος με την πάροδο του χρόνου εμφάνισε προοδευτική επιδείνωση. Ως εκ τούτου, παρουσίασε χωλότητα βάδισης με σαφή περιορισμό της κίνησης του αριστερού ισχίου και άλγος κατά την ορθοστασία και την βάδιση και βράχυνση του αριστερού κάτω άκρου κατά 2,5 cm, πέραν της μετατραυματικής αρθρίτιδας που είχε εμφανίσει, ενώ εκτός από τις λειτουργικές διαταραχές, λόγω της κρανιοεγκεφαλικής του κάκωσης, παρουσίασε και εγκεφαλική ατροφία.
Τα ανωτέρω βεβαίωσε και η Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή Περιφέρειας Ιονίων Νήσων κατά την εξέταση του ενάγοντος στις 26-2-2004 και στις 11-3-2004, πιστοποιώντας εκ νέου ότι το ποσοστό της αναπηρίας του υπερέβαινε το 67% για τα προσεχή δύο (2) έτη (βλ. τις υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2-2004 και ...3-2004 βεβαιώσεις της άνω Επιτροπής).
Ωστόσο, ο χειρουργός - ορθοπεδικός, Σ. -Κ. Π., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την 353/2002 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της προγενεστέρας ως άνω δίκης μεταξύ των διαδίκων, εξέδωσε την από 17-1-2003 γνωμάτευση, βάσει της οποίας η κατάσταση του ενάγοντος χρήζει απαραιτήτως επέμβασης ολικής αποκατάστασης του ισχίου, μετά την οποία, αν δεν υπάρξουν επιπλοκές, αυτός θα είναι δυνατόν να επανέλθει στην εργασία του και να ανταποκριθεί πλήρως στις ανάγκες αυτής μετά παρέλευση έξι (6) περίπου μηνών (βλ.
την ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση του προεκτεθέντος πραγματογνώμονος). Όμως, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας δεν έλαβε υπόψη του την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ο ενάγων από το ατύχημα και τις από αυτήν διαταραχές της εγκεφαλικής λειτουργίας τούτου, που προαναφέρθηκαν, ενώ, στη συνέχεια, ο ενάγων παρουσίασε στηθάγχη προσπάθειας, στεφανιαία νόσο, βαριά μη ρυθμιζόμενη κακοήθη αρτηριακή υπέρταση και ισχαιμία μυοκαρδίου που δεν επέτρεπαν την υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση, με αποτέλεσμα να βεβαιωθεί η εξακολούθηση της αναπηρίας του σε ποσοστό άνω του 67% για τρία (3) ακόμη έτη από 8-12-2005, με το υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../8-12-2005 έγγραφο της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (βλ. και τις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../22-9-2004 και ...13-6-2006 βεβαιώσεις του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κέρκυρας, τις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../18-5-2005 και ...11-11-2005 του ιδίου Νοσοκομείου, το από 26-6-2006 έγγραφο του Νεφρολογικού Τμήματος του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." και τις υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../24-3-2011 και .../30-8-2013 ιατρικές βεβαιώσεις του Δ/ντη της Καρδιολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας Α. - Φ. Δ.). Μετά δε την ανωτέρω βεβαίωση, επακολούθησε η υπ’ αριθμ. πρωτ. ...2.2009 βεβαίωση ομοίου περιεχομένου της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων με την οποία πιστοποιήθηκε η ύπαρξη αναπηρίας του ενάγοντος σε ποσοστό άνω του 67% και για την επομένη μετά την 4-12-2008 τριετία.
Η κατάσταση, όμως, της υγείας του ενάγοντος επιδεινώθηκε εκ νέου και νοσηλεύθηκε από 13-2-2010 έως 30-3-2010 στο Ψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός", ως πάσχων από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο με σημαντικές διαταραχές από τις ανωτέρω γνωστικές λειτουργίες, λόγω της ανωτέρω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα (βλ.
την από 30-3-2010 ιατρική γνωμάτευση του άνω Νοσοκομείου). Παράλληλα δε αυτός εμφάνισε προχωρημένη εκφυλιστική οστεοαρθρίτιδα αριστερού ισχίου επί εδάφους συντριπτικού κατάγματος κοτύλης και λαγονίου, και χωλότητα βάδισης, με συνέπεια την επαναβεβαίωση της αναπηρίας του, σε ποσοστό άνω του 67% για δύο (2) έτη από 10-12-2010, με το υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...17-12-2010 έγγραφο της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, και από 20-10-2009 έως 31-10-2011, με την 8/20-5-2010 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΟΑΕΕ. Τέλος, ο ενάγων παρουσίασε πλήρη κατάργηση κινητικότητας αριστερού ισχίου επί εδάφους μετατραυματικής αρθρίτιδας και μετρίου βαθμού δυσκαμψία αριστερού γόνατος.
Η δε Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ που διαπίστωσε τούτο, όπως και ότι αυτός εξακολουθούσε να παρουσιάζει οργανικό ψυχοσύνδρομο, λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, και επιληπτικές κρίσεις, κακοήθη υπέρταση, καθώς και υπερτασική καρδιοπάθεια, βεβαίωσε ότι εμφανίζει αναπηρία σε ποσοστό 85%, η οποία κατά ιατρική πρόβλεψη θα διαρκέσει από 1-11-2013 έως 31-10-2016.
Κατ’ ακολουθίαν, ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-5-2011, είχε ήδη περιέλθει, λόγω των ανωτέρω σωματικών του βλαβών, σε κατάσταση μόνιμης εφ’ όρου ζωής αναπηρίας και ως εκ τούτου είχε καταστεί ανίκανος για εργασία, με συνέπεια να απολέσει τα εισοδήματα που με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε προ του ατυχήματος, δεδομένου ότι ήταν φωτογράφος, έχοντας ατομική επιχείρηση με δύο καταστήματα, τα οποία διατηρούσε στην περιοχή "..." και εντός της πόλεως Κέρκυρας.
Συνεπώς, υπέστη αποθετική ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως αποζημίωση τα διαφυγόντα από την επιχειρηματική του δραστηριότητα εισοδήματα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. [.........]. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, σε σχέση με το ζήτημα της μονιμότητας της αναπηρίας του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με την 210/2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που ως άνω εκδόθηκε στα πλαίσια της προγενεστέρας δίκης μεταξύ των διαδίκων από την επίμαχη αδικοπραξία, κρίθηκε ότι η αναπηρία αυτή του ενάγοντος είναι προσωρινή.
Και τούτο, διότι στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην προεκτεθείσα από 17-1-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού - ορθοπεδικού, Σ. - Κ. Π., βάσει της οποίας ήταν δυνατή η πλήρης αποκατάσταση της σωματικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, λόγω του κατάγματος κοτύλης και του εξαρθρήματος του αριστερού του ισχίου, αν αυτός υπεβάλετο σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, στη συνέχεια, και δη μετά την 22-9-2004, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από στηθάγχη, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και βαριά μη ρυθμιζόμενη κακοήθη αρτηριακή πίεση, ασθένειες, οι οποίες, σε συνδυασμό και με τις διαταραχές της εγκεφαλικής του λειτουργίας, λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που, επίσης, υπέστη κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, δεν επέτρεπαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση του άνω κατάγματος της κοτύλης και του εξαρθρήματος του αριστερού του ισχίου.
Συνεπώς, επήλθε δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος που ως άνω οδήγησε στη μόνιμη αναπηρία του, η οποία (εξέλιξη) έλαβε χώρα μετά την άσκηση της προγενεστέρας αγωγής του και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από το Δικαστήριο τούτο κατά την έκδοση της ως άνω απόφασής του επί της τελευταίας. Ως εκ τούτου, το δεδικασμένο από την άνω απόφαση δε δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, το οποίο δύναται να δεχθεί την ως άνω προκύψασα μόνιμη αναπηρία που υπέστη ο ενάγων, ως συνέπεια των ανωτέρω σωματικών του βλαβών και δη του κατάγματος κοτύλης και του εξαρθρήματος του αριστερού του ισχίου, καθόσον πρόκειται για απρόβλεπτη ζημία. Άλλωστε, η αναπηρία αυτή προέκυψε συγχρόνως και ως συνέπεια της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη, ομοίως, ο ενάγων κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, η εν λόγω δε σωματική βλάβη δεν ετέθη υπόψη του Δικαστηρίου τούτου και δεν εξετάσθηκε με την άνω τελεσίδικη απόφασή του, καθόσον δεν την είχε επικαλεσθεί ο ενάγων με την προγενεστέρα αγωγή του.
Συνεπώς, το δεδικασμένο από την άνω απόφαση δεν εκτείνεται και στη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την εν λόγω σωματική βλάβη. Μετά ταύτα, λόγω της ανήκεστης βλάβης της υγείας του ενάγοντος και της μόνιμης αναπηρίας του, κατέστη αυτός ανίκανος για κάθε εργασία και αδυνατεί να αναπτύξει οποιαδήποτε δραστηριότητα, η οποία θα του εξασφάλιζε οικονομική και κοινωνική πρόοδο, ενώ συγχρόνως είναι αναγκασμένος να απέχει από τις κοινωνικές δραστηριότητες που συμμετείχε στο παρελθόν και ζει απομονωμένος, λόγω του ότι μειονεκτεί έναντι των ατόμων του κοινωνικού του περίγυρου. Ως εκ τούτου, δικαιούται ευλόγου αποζημιώσεως, κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., διότι η εφ’ όρου ζωής αναπηρία, που υπέστη ως άνω, αποδείχθηκε ότι θα έχει δυσμενή επίδραση στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το σχετικό αίτημά της, ως απαράδεκτη, δεχόμενο ότι υφίσταται δεδικασμένο από την ως άνω με αριθμό 210/2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε το αντίστοιχο αίτημα της προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων.
Συνεπώς, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση κατά το συναφές σκέλος της, να εξαφανισθεί, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου και της έφεσης στο σύνολό της κατ’ ουσίαν. Αφού δε διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο πρέπει η ανωτέρω ένσταση δεδικασμένου που προέβαλαν οι εναγόμενοι, να απορριφθεί και να εξετασθεί η αγωγή περαιτέρω κατ’ ουσίαν και ως προς το αίτημά της για καταβολή, κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., στον ενάγοντα, ευλόγου αποζημιώσεως, μαζί με το αίτημά της για καταβολή σ’ αυτόν αποζημίωσης προς αποκατάσταση της άνω αποθετικής ζημίας που υπέστη, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία (σημείωση:
διαφυγόντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 31.5.2011, αίτημα που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστο). Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο τούτο είναι αρμόδιο να ερευνήσει και τις καταχρηστικές καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις που επανέφεραν οι εναγόμενοι, τις οποίες προέβαλαν πρωτοδίκως και δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω απόρριψης της αγωγής, δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποκαθιστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στα δικαιώματά του και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει και επιλύσει όλα τα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς αναγκαία ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, δεδομένου ότι δεν ερευνάται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή...".
Ακολούθως και σε σχέση με την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα ενώπιόν του ένσταση των εναγομένων περί παραγραφής των ανωτέρω αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος που κρίθηκαν βάσιμες και ειδικότερα της αξιώσεως αποζημιώσεως τούτου για διαφυγόντα εισοδήματα του από 1.1.2006 έως 31.5.2011 χρονικού διαστήματος, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία και της αξιώσεως αποζημιώσεώς του, κατ’ άρθρο 931 του Α.Κ., δέχθηκε τα ακόλουθα: "......με τις εκδοθείσες προ της 210/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου βεβαιώσεις της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, με αριθμ.
πρωτ. ...31-5-2001, ...-2-2003, ...-2-2004 και ...3-2004, από τις οποίες οι δύο πρώτες συνεκτιμήθηκαν για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, πιστοποιήθηκε ότι ο ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του, περιήλθε σε κατάσταση αναπηρίας, κατά ποσοστό άνω του 67%, λόγω αφενός του κατάγματος κοτύλης και της εξάρθρωσης του αριστερού του ισχίου και αφετέρου της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, χωρίς να προκύπτει από τις ως άνω βεβαιώσεις αν θα μπορούσε κάθε μία από τις εν λόγω σωματικές βλάβες, ανεξάρτητα από την άλλη, να επιφέρει από μόνη της το αποτέλεσμα της βεβαιωθείσας αναπηρίας.
Ωστόσο, στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που εξέδωσε ο χειρουργός - ορθοπεδικός Σ. - Κ. Π., περιέχεται γνωμάτευση ότι η εν λόγω κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είναι δυνατόν να αναστραφεί και να αποκατασταθεί πλήρως, αν αυτός υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής του ισχίου.
Έτσι, με βάση την γνωμάτευση αυτή με την 210/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος δεν είναι μόνιμη, αλλά προσωρινή. Στη συνέχεια, όμως, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 22-9-2004, .../18-5-2005 και ...11-11-2005 βεβαιώσεις του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κέρκυρας ο ενάγων υπέστη βαριά μη ρυθμιζόμενη κακοήθη αρτηριακή υπέρταση, στηθάγχη, στεφανιαία νόσο και καρδιακή ανεπάρκεια που δεν επέτρεπαν την υποβολή του ενάγοντος σε χειρουργική επέμβαση, με αποτέλεσμα η κατάσταση της υγείας του να γίνει μη αναστρέψιμη και να επέλθει δυσμενής απρόβλεπτη εξέλιξη αυτής.
Η δυσμενής αυτή εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, η οποία ήταν αποτέλεσμα της μη αναστρεψιμότητας αυτής κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο και ήγε στην μόνιμη πλέον αναπηρία του, κατέστη δυνατόν να περιέλθει σε γνώση του αφότου εκδόθηκε η με αριθμό .../8-12-2005 βεβαίωση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία λαμβάνοντας πλέον υπόψη της και την καρδιακή ανεπάρκεια του ενάγοντος, λόγω της στεφανιαίας νόσου και της ισχαιμίας του μυοκαρδίου τούτου, επαναβεβαίωσε την αναπηρία του κατά ποσοστό 67%, πράγμα που επανέλαβαν και οι λοιπές ως άνω εκδοθείσες στην συνέχεια βεβαιώσεις της ίδιας Επιτροπής, αποτυπώνοντας την προοδευτική επιδείνωση της υγείας του, που ήταν αναμενόμενη, με αποκορύφωμα την υπ’ αριθμ. .../9-1-2014 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕΠΑ που προσδιόρισε την αναπηρία του σε ποσοστό 85%.
Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για απρόβλεπτη ζημία, της οποίας έλαβε γνώση ο ενάγων κατά την έκδοση της με αριθμό πρωτ. .../8-12-2005 βεβαίωσης της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, από την επομένη της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής, και δη από 9-12-2005 άρχισε τόσο η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., όσο και η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 489/1976.
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι κατά τη διαδρομή της προθεσμίας της τελευταίας, η οποία θα έπρεπε να συμπληρωθεί στις 9-12-2007, εκδόθηκε ο Ν. 3557/2007, με το άρθρο 7 του οποίου επιμηκύνθηκε η διετής παραγραφή σε πενταετή, διότι μέχρι την έναρξη ισχύος του (14.5.2007) η προθεσμία των δύο ετών για την αξίωση αποζημιώσεως του ενάγοντος κατά της τρίτης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί και, ως εκ τούτου, ίσχυσε ο νεότερος ως άνω νόμος, με τον οποίο η διετής παραγραφή μετετράπη σε πενταετή.
Τόσο, όμως, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ. που εφαρμόζεται για τις αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος κατά των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων, όσο και η ανωτέρω πενταετής παραγραφή του άρθρου 7 του Ν. 3557/2007, που εφαρμόζεται για τις αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος κατά της τρίτης των εναγομένων, ασφαλιστικής εταιρίας, συμπληρώθηκε στις 9-12-2010, προτού δηλαδή να ασκηθεί η υπό κρίση από 27-4-2011 (και με αριθ.
καταθ. ...-6-2011) αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε στους πρώτο και δεύτερο εναγόμενους, στις 14-7-2011, και στην τρίτη εναγομένη, στις 8-7-2011 (όπως τούτο προκύπτει από τις επισημειωματικές βεβαιώσεις επί του σώματος του αντιγράφου της αγωγής που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, των δικαστικών επιμελητών, Α. Σ. Τ. του Πρωτοδικείου Κέρκυρας και Κ.
Δ. του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτές και ως βάσιμες κατ’ ουσίαν οι ενστάσεις παραγραφής των ανωτέρω θεμελιουμένων στην επίδικη αδικοπραξία αγωγικών αξιώσεων αποζημιώσεως του ενάγοντος, τις οποίες (ενστάσεις) προέβαλαν οι εναγόμενοι...". Έκρινε, επομένως, το Εφετείο ότι: α) με τις εκδοθείσες προ της 210/2004 αποφάσεώς του βεβαιώσεις της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, με αριθμ.
πρωτ. ...31-5-2001, ...-2-2003, ...-2-2004 και ...3-2004, πιστοποιήθηκε ότι ο ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του, περιήλθε σε κατάσταση αναπηρίας, κατά ποσοστό άνω του 67%, λόγω αφενός του κατάγματος κοτύλης και της εξάρθρωσης του αριστερού του ισχίου και αφετέρου της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, β) στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο πραγματογνώμονας γνωματεύει ότι η εν λόγω κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είναι δυνατόν να αναστραφεί και να αποκατασταθεί πλήρως, αν αυτός υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής του ισχίου, γ) για τον λόγο αυτό με την πρότερον εκδοθείσα απόφασή του κρίθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος δεν είναι μόνιμη, αλλά προσωρινή, δ) μετά την 22-9-2004, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από στηθάγχη, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και βαριά μη ρυθμιζόμενη κακοήθη αρτηριακή πίεση, ασθένειες, οι οποίες, σε συνδυασμό και με τις διαταραχές της εγκεφαλικής του λειτουργίας, λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, που, επίσης, υπέστη κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, δεν επέτρεπαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση του άνω κατάγματος της κοτύλης και του εξαρθρήματος του αριστερού του ισχίου, με αποτέλεσμα η κατάσταση της υγείας του να γίνει μη αναστρέψιμη και να επέλθει δυσμενής απρόβλεπτη εξέλιξη αυτής, η οποία ήταν αποτέλεσμα της μη αναστρεψιμότητας αυτής κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο και ήγε στην μόνιμη πλέον αναπηρία του, ε) ο ενάγων έλαβε γνώση της ως άνω απρόβλεπτης δυσμενούς εξελίξεως της υγείας του, αφότου εκδόθηκε η με αριθμό .../8-12-2005 βεβαίωση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία λαμβάνοντας πλέον υπόψη της και την καρδιακή ανεπάρκεια του ενάγοντος, λόγω της στεφανιαίας νόσου και της ισχαιμίας του μυοκαρδίου τούτου, επαναβεβαίωσε την αναπηρία του κατά ποσοστό 67% και στ) από την επομένη της ημερομηνίας εκδόσεως της αμέσως παραπάνω αναφερομένης βεβαιώσεως, ήτοι από τις 9.12.2005, άρχισε τόσον η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., όσο και η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976, η οποία, εν προκειμένω, επιμηκύνθηκε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, σε πενταετή, που συμπληρώθηκαν στις 9.12.2010, πριν δηλαδή ασκηθεί η ένδικη αγωγή.
Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, αφενός μεν του άρθρου 937 του Α.Κ. για τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, οδηγό και ιδιοκτήτη, αντίστοιχα, του ζημιογόνου οχήματος, αφετέρου δε του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 για την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της σχετικής ενστάσεώς τους και στην συνέχεια, έχοντας δεχθεί ως και κατ’ ουσίαν βασίμους σχετικούς λόγους της ασκηθείσας εκ μέρους του ενάγοντος εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και, συνακολούθως, εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη ως άνω αγωγή κατά μεν το αίτημά της περί αποζημιώσεως του ενάγοντος, λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων του, του ενδίκου χρονικού διαστήματος, ως αόριστη και κατά το αίτημα περί αποζημιώσεως αυτού (ενάγοντος), κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., ως απαράδεκτη, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση ως προς τους ίδιους διαδίκους, απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την ένδικη από 27.4.2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 279/2011 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά τα παραπάνω αιτήματά της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, μετά τις ανέλεγκτες παραδοχές ότι πρόκειται περί απρόβλεπτης ζημίας, της οποίας ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έλαβε γνώση στις 8.12.2005, προσδιορίζοντας επακριβώς το σημείο ενάρξεως της παραγραφής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 του Α.Κ.
και 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976, όπως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007. Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένως λήφθηκε υπόψη ως χρόνος ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής η επομένη της εκ μέρους του αναιρεσείοντος γνώσεως της απρόβλεπτης δυσμενούς εξελίξεως της υγείας του, δηλαδή η 9.12.2005, ενώ έπρεπε να ληφθεί υπόψη η 9.1.2014, οπότε, με την προαναφερόμενη απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕΠΑ, η αναπηρία του προσδιορίστηκε σε ποσοστό 85%, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κρίσιμος χρόνος για την έναρξη της νέας πενταετούς παραγραφής στην περίπτωση της απρόβλεπτης δυσμενούς εξελίξεως της υγείας του παθόντος τυγχάνει ο χρόνος κατά τον οποίο ο παθών λαμβάνει γνώση αυτής και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο η, ούτως εκδηλωθείσα, απρόβλεπτη μέχρι τότε, δυσμενής εξέλιξη επιδεινώνεται προοδευτικά, με συνέπεια την επαύξηση του αρχικά προσδιορισθέντος ποσοστού αναπηρίας από 67% σε 85%.
Εξ άλλου, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, συνακολούθως δε ο συναφής δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και το πρώτο μέρος του προσθέτου λόγου αυτής από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών του σχετικώς "με τον προσδιορισμό του χρόνου, κατά τον οποίο αυτός (αναιρεσείων) πληροφορήθηκε την επέλευση της σε βάρος του ανεπανόρθωτης βλάβης".
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: 1) την με αριθμό πρωτ. .../9.1.2014 απόφαση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του ΚΕΠΑ, με την οποία προσδιορίστηκε η αναπηρία του σε ποσοστό 85%. 2) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...13.2.2006 ιατρική βεβαίωση του Νευρολογικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας, η οποία βεβαιώνει ότι πάσχει από βαρειάς δυσρύθμισης αρτηριακή υπέρταση. 3) Το από 26-6-2006 έγγραφο του νευρολογικού τμήματος του περιφερειακού γενικού νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.", από το οποίο προκύπτει ότι νοσηλεύτηκε από 15-6-2006 έως 26-6-2006 λόγω της βαρειάς μη ρυθμιζόμενης αρτηριακής υπέρτασης. 4) Την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...29-11-2006 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, επί της οποίας υπάρχει η ιατρική εκτίμηση του Διευθυντή Σ. Α. για την κατάστασή του ως "Κατάσταση προοδευτικά επιδεινούμενη. Ανίκανος για εργασία". 5) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../23-7-2008 ιατρική βεβαίωση -γνωμάτευση του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, με όμοιο συμπέρασμα ("Κατάσταση προοδευτικά επιδεινούμενη.
Δεν είναι ικανός για εργασία)". 6) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../4-11-2008 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, με όμοιο συμπέρασμα, ότι είναι ανίκανος για εργασία. 7) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../24-11-2008 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση, μετά από εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι πάσχει από στηθάγχη προσπάθειας, ισχαιμία μυοκαρδίου, στεφανιαία νόσο, βαρειά αρτηριακή υπέρταση μη ρυθμιζόμενη, συνεπεία των οποίων δεν δύναται να εργασθεί. 8) Την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...2-2009 βεβαίωση της Α’ βάθμιας υγειονομικής επιτροπής Κέρκυρας, στην οποία διαπιστώνεται ανικανότητά του προς εργασία για τρία χρόνια. 9) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...3-2009 ιατρική βεβαίωση -γνωμάτευση, με συμπέρασμα ότι χρήζει μόνιμης φαρμακευτικής αγωγής και είναι ανίκανος προς εργασία. 10) Την υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../18-6-2009 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση, του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, στην οποία αναφέρεται ότι η κατάστασή του ήταν προοδευτικά επιδεινούμενη. 11) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ... 16-11-2010 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση, του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, στην οποία αναφέρεται ότι "Η κατάσταση της υγείας του ασθενούς δεν παρουσίασε ουδεμία βελτίωση στο χρονικό διάστημα από το 2007 και εντεύθεν, αντίθετα θεωρείται περισσότερο επιβαρυμένη, παρά την ιδιαίτερα έντονη φαρμακευτική αγωγή". 12) Την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...-12-2009 βεβαίωση της Α/βάθμιας υγειονομικής επιτροπής Κέρκυρας, στην οποία διαπιστώνεται ανικανότητά του προς εργασία για δύο χρόνια. 12) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2011 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση, του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, στην οποία η κατάστασή του περιγράφεται ως προοδευτικά επιδεινούμενη και 13) Την υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../24-3-2011 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση, του γενικού νοσοκομείου Κέρκυρας, με την οποία βεβαιώνεται ότι η ορθοπεδικής φύσεως πάθησή του είχε καταστεί ανεγχείρητη, η αναπηρία του βαρύτατη και η ανικανότητά του προς εργασία μόνιμη. Υπό αυτό το περιεχόμενο οι ερευνώμενοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι και τούτο διότι υπό το πρόσχημα της παραβάσεως εκ μέρους του Εφετείου της διατάξεως του αριθμού 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, έλαβε υπόψη, εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο ο ήδη αναιρεσείων και τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, άλλα με γενική αναφορά και άλλα με ειδική, όπως η με αριθμό πρωτ. .../9.1.2014 απόφαση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του ΚΕΠΑ, με την οποία προσδιορίστηκε η αναπηρία του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 85%.
Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στην διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 861/2014).
Με το δεύτερο μέρος του προσθέτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στον αμέσως παραπάνω ερευνηθέντα αναιρετικό λόγο εγγράφων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ’ όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή ο αναιρεσείων.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να στηρίξει την κρίση του μόνο σ’ αυτά ή κυρίως σ’ αυτά.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, που ερημοδίκησαν δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ’ όσον δεν υποβλήθηκαν σ’ αυτά, ούτε βέβαια υπέβαλαν σχετικό αίτημα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 30.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2016 αίτηση για αναίρεση της 79/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας και τον από 12.2.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2018 πρόσθετο σ’ αυτήν λόγο.
Απορρίπτει την αναίρεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης τρίτης των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ