Legislator Case Law & Legislation
861/2014 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against bank judgment, remanding specific claims for retrial while dismissing others.

Case Number 861/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment involving two banks. The appellant argued for the reversal of the lower court's dismissal of his claims based on specific legal grounds. The court rejected arguments regarding the successor bank but found merit in the appeal against the other bank's rejection of the main bases of the lawsuit, ordering a remand for further trial on those specific points.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal by rejecting certain grounds while remanding the case for retrial on other grounds where the appeal is admissible.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remand for retrial successor bank liability dismissal of claims court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of the Code of Civil Procedure
Article 200 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 118, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 861 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 861/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πασπαλά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας που φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", η οποία εξομοιούται λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη και 2. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε" (πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4657/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7175/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-11-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 7175/2009 του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους λόγους της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως <<αίτηση>> νοείται οποιαδήποτε αυτοτελής αίτηση διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας κάθε μορφής, η οποία δημιουργεί! εκκρεμοδικία, όπως είναι ιδίως η αγωγή, η κύρια παρέμβαση, τα ένδικα μέσα κλπ., καθώς και η μη αυτοτελής αίτηση διαδίκου κατά τη διαδρομή δικαστικού αγώνα, εφόσον αυτή προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Αντίθετα, ως "αίτηση" δεν νοείται η ένσταση ή η αντένσταση ή ο λόγος έφεσης και γενικά κάθε ισχυρισμός, ο οποίος περιέχει αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης για πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες ως προς ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό αυτόν (8).

Επίσης ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνεται αν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται σιωπηρή απόρριψη του ή αν το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναίρεσης, ώστε να συνάγεται από αυτόν σε ποιον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ εμπίπτει, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου απαιτείται, τις παραδοχές αυτής, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν προσάπτεται στην απόφαση η αιτίαση ότι άφησε αίτηση αδίκαστη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν κάνει καμία μνεία ως προς την αίτηση που φέρεται ως αδίκαστη, καθώς επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αίτησης που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή ήταν παραδεκτή και νόμιμη και, ως εκ τούτου, ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.

Ακόμη, όπως προκύπτει από το άρθρο 522 ΚΠολΔ, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση αγωγής και (ρητά ή σιωπηρά) την επικουρική βάση αυτής, ο εκκαλών - ενάγων πρέπει να προσβάλει με ειδικό λόγο έφεσης και το απορριπτικό κεφάλαιο της επικουρικής αγωγικής βάσης. Διαφορετικά, η υπόθεση δεν μεταβιβάζεται στο εφετείο ως προς την επικουρική βάση και η αντίστοιχη αξίωση - αίτηση δεν ήταν ερευνητέα με την έννοια του "πράγματος" από αυτό, έστω και αν έγινε δεκτός ο λόγος έφεσης που πλήττει την κύρια αγωγική βάση και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς το σχετικό κεφάλαιο.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά την νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό, που στήριξε την επικουρική βάση της αγωγής του για αποζημίωση λόγω υπεξαίρεσης από τα όργανα της 2ης εναγόμενης της αξίας τριών τραπεζικών επιταγών συνολικού ποσού 41.194 ευρώ, που προτάθηκε και με τον 5° λόγο της έφεσης του, καθώς και ότι άφησε αδίκαστη την επικουρική αγωγική βάση, την οποία, κατ' αυτόν, όφειλε να ερευνήσει και να δεχτεί ως νόμιμη και βάσιμη το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη ως αβάσιμης της κύριας αγωγής.

Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αγωγής, έφεσης, πρωτόδικης και εφετειακής απόφασης), η επικουρική βάση της αγωγής (για αποζημίωση λόγω υπεξαίρεσης) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το σχετικό κεφάλαιο της απόφασης δεν προσβλήθηκε με την έφεση και δεν εξετάστηκε από την εφετειακή απόφαση, η οποία διέλαβε ειδική σκέψη ότι η εν λόγω επικουρική βάση δεν πλήττεται με κάποιον λόγο έφεσης (βλ.

φύλλο 2 πίσω σελ. αυτής). Σημειώνεται σχετικά ότι ο αναιρεσείων στον 5° λόγο της έφεσης του σελ. 16 αναφέρει κατά λέξη "...Πραγματικά, κατά την κρατούσα άποψη και για τους λόγους που η εκκαλουμένη μνημονεύει στο σκεπτικό της, το γεγονός ότι η εφεσίβλητος προέβη στις ανωτέρω πράξεις της αρνούμενη να καταβάλει σε μένα τα προρρηθέντα ποσά δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της υπεξαίρεσης, πλην όμως η εκκαλουμένη όφειλε να εξετάσει την (ενοχική) αξίωση μου η οποία εμπεριέχεται εννοιολογικά σαν κάτι λιγότερο στον ισχυρισμό μου περί υπεξαιρέσεως...", εννοώντας προδήλως την αξίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη.

Δηλαδή ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών μέμφεται την πρωτόδικη απόφαση, όχι επειδή απέρριψε την επικουρική αξίωση του από την υπεξαίρεση, αλλά επειδή δεν ερεύνησε και δεν επιδίκασε το ίδιο ποσό με άλλη νομική και πραγματική θεμελίωση (ενδοσυμβατική ευθύνη), την οποία όμως δεν είχε επικαλεστεί στην αγωγή του και, συνεπώς, δεν ήταν αξιολογητέα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε αποτέλεσε κεφάλαιο της απόφασης του.

Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν προσέβαλε με ειδικό λόγο έφεσης την επικουρική βάση της αγωγής του ως προς τη 2η εναγόμενη -αναιρεσίβλητη, η εφετειακή απόφαση ορθά έκρινε ότι το σχετικό απορριπτικό κεφάλαιο της πρωτόδικης δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο, το οποίο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει την αντίστοιχη αίτηση της επικουρικής βάσης, ούτε όφειλε να αξιολογήσει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό - αιτίαση του αναιρεσείοντος, για επιδίκαση του ίδιου ποσού από ενδοσυμβατική ευθύνη, που ήταν απαράδεκτος.

Συνακολούθως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην εφετειακή απόφαση ότι κατέληξε στις παραδοχές ότι οι τρεις τραπεζικές επιταγές συνολικής αξίας 41.194 ευρώ, που εκδόθηκαν από τον Χ. Λ. σε διαταγή του αναιρεσείοντος και κατατέθηκαν από αυτόν στις 24-3-2005 στη 2η αναιρεσίβλητη προς πίστωση σχετικού τραπεζικού λογαριασμού του σ' αυτή, αφού παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από κανέναν διάδικο και χωρίς αυτά να έχουν αποδειχτεί, ως προς την εμπρόθεσμη εμφάνιση και τη σύννομη σφράγιση αυτών. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προσάπτει στην απόφαση ότι, ενώ η 2η εναγόμενη - αναιρεσίβλητη είχε ισχυριστεί στον πρώτο και δεύτερο βαθμό της δίκης ότι η σφράγιση των επιταγών έγινε την επόμενη ημέρα της προθεσμίας για εμφάνιση τους (29-3-2005), επειδή η τελευταία ημέρα αυτής (28-3-2005) ήταν ειδική τραπεζική αργία, το Εφετείο δέχτηκε, χωρίς απόδειξη, ότι η 2η εναγόμενη, ως κομίστρια λόγω πληρεξουσιότητας και προς εκτέλεση της μεταξύ αυτής και του ενάγοντος σύμβασης εντολής, εμφάνισε στις 24-3-2005 τις επιταγές για πληρωμή στο συμψηφιστικό γραφείο, αλλά αυτές δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρίσματος στον λογαριασμό του εκδότη τους, όπως βεβαιώθηκε με σχετική σημείωση του αρμόδιου υπαλλήλου της στα σώματα των επιταγών με ημεροχρονολογία βεβαίωσης 29-3-2005.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών δικογράφων των διαδίκων, ο αναιρεσείων θεμελίωσε τις κύριες βάσεις της αγωγής του κατά της 2ης αναιρεσίβλητης, αδικοπρακτική και ενδοσυμβατική, μεταξύ άλλων, και στον πραγματικό ισχυρισμό ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής υπαιτίως δεν φρόντισαν για την εμπρόθεσμη εμφάνιση] των επιταγών προς πληρωμή και για τη σύννομη σφράγιση τους, με συνέπεια ο αναιρεσείων να εκπέσει από το δικαίωμα αναγωγής κατά του εκδότη τους και να απολέσει το δικαίωμα υποβολής έγκλησης κατά του τελευταίου για το αδίκημα έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και έτσι να υποστεί αντίστοιχη ζημία.

Ο εν λόγω ισχυρισμός, της εκπρόθεσμης εμφάνισης και μη σύννομης σφράγισης των επιταγών, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, αναγκαίο για τη νομική θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τη βασιμότητα του οποίου η 2η εναγόμενη αρνήθηκε με τις προτάσεις της στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, στις οποίες διέλαβε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι η σφράγιση των επιταγών έγινε εμπρόθεσμα στις 29-3-2005, επειδή η 28/3/2005 ήταν ειδική τραπεζική αργία και άλλους αρνητικούς ισχυρισμούς για την απόκρουση των λοιπών στοιχείων της αγωγής, οι οποίοι δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την εφετειακή απόφαση, το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμο τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και απέρριψε τις κύριες βάσεις της αγωγής του, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (βλ. φύλλα 9 επ. αυτής).

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται και είναι απορριπτέος ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη το 05051115301735/9-5-2005 έγγραφο της 2ης αναιρεσίβλητης, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις του στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, στο οποίο περιέχεται εξώδικη ομολογία του αγωγικού ισχυρισμού, της εκπρόθεσμης εμφάνισης και μη σύννομης σφράγισης των επιταγών, από μέρους της 2ης αναιρεσίβλητης (τη δεύτερη και όχι την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη συμπλήρωση οκτώ ημερών από τον χρόνο έκδοσης τους) και στο οποίο έγγραφο αναφέρονται τα εξής "Σε απάντηση του από 14-4-2005 αιτήματος σας, σας γνωρίζουμε ότι οι εν θέματι επιταγές που καταθέσατε προς είσπραξη στον λογαριασμό που τηρείτε στην Τράπεζα μας την 24-3-2005, συμψηφίστηκαν αυθημερόν μέσω Ηλεκτρονικού Συμψηφισμού αλλά λάβαμε απάντηση για την απόκρουση τους από την πληρώτρια, Εμπορική Τράπεζα, την 2η εργάσιμη δηλαδή 30/3/2005, οπότε και σφραγίστηκαν ελλείψει υπολοίπου λόγο) εμπροθέσμου εμφανίσεως των στο Γραφείο Συμψηφισμού.

Σημειώνουμε ότι μεταξύ της ημέρας κατάθεσης και επιστροφής των Ηλεκτρονικών Αρχείων μεσολαβούσαν αργίες (25/03, 26/03, 27/03 και 28/03 Ειδική Τραπεζική Αργία), γεγονός που αιτιολογεί τα προαναφερθέντα. Βάσει των ανωτέρω, ενεργήσαμε τα δέοντα για την είσπραξη και σφράγιση των εν θέματι επιταγών εντός της νομίμου προθεσμίας".

Στην εφετειακή απόφαση υπάρχει η γενική βεβαίωση ότι, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (εκτός από μία ένορκη βεβαίωση που ρητά εξαιρείται). Όμως, από το όλο περιεχόμενο και ιδίως από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία δεν γίνεται καμία ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου παρά την αποδεικτική βαρύτητα του ως προς τον χρόνο σφράγισης των επιταγών, προκαλείται αβεβαιότητα αν συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις και αυτό το έγγραφο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίχτηκε η απορριπτική κρίση του Εφετείου για τις δύο κύριες βάσεις της αγωγής (από αδικοπραξία και από υπαίτια αθέτηση εντολής) ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ, 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 20 ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τριών επιταγών, με βάση τις οποίες, ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο, αυτή, αποδίδοντας στις επιταγές περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχουν (στην πίσω όψη τους), έκρινε ότι η εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή και η βεβαίωση μη πληρωμής τους έγιναν εμπρόθεσμα και σύννομα στις 24/3/2005 και 29/3/2005, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον ίδιο και να απορρίψει ως αβάσιμες τις κύριες βάσεις της αγωγής του.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εν λόγω τραπεζικών επιταγών, στην πίσω όψη τους, εκτός από την οπισθογράφησή τους από τον αναιρεσείοντα προς τη 2η αναιρεσίβλητη περιέχονται και τα εξής: Κάτω από το σημείο της οπισθογράφησης υπάρχει αποτύπωμα σφραγίδας με τις ενδείξεις "ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ ΣΥΜΨΗΦΙΣΤΙΚΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ - 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2005 - ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS - ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΟΔ.

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ ΣΠΑΡΤΗΣ 153...", με μονογραφή αγνώστου στη μία επιταγή και χωρίς μονογραφή ή υπογραφή στις λοιπές. Αμέσως δε κάτω από αυτή υπάρχει αποτύπωμα σφραγίδας της 2ης αναιρεσίβλητης με τις ενδείξεις "Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε σήμερα 24-3-2005 και δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως υπολοίπου όπως διαπιστώθηκε από το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας - Ημερομηνία 29-3-2005 - Τράπεζα EFG EUROBANK AE - Κατάστημα Σπάρτης 153", με υπογραφές δύο υπαλλήλων της τελευταίας.

Σχετικά με το εδώ ενδιαφέρον ζήτημα η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η Τράπεζα E.F.G. EUROBANK ERGASIAS, ως κομίστρια λόγω πληρεξουσιότητας και προς εκτέλεση τής εντολής που της έδωσε ο ενάγων Ν. Δ., εμφάνισε στις 24-3-2005 και τις τρεις (3) επίμαχες επιταγές για πληρωμή στο συμψηφιστικό γραφείο, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη τους Χ.

Λ., όπως βεβαιώθηκε με σχετική σημείωση, με ημερομηνία 29-3-2005, του αρμόδιου υπαλλήλου στο σώμα κάθε επιταγής. Σημειώνεται εδώ, ότι η βεβαίωση μη πληρωμής των επίδικων επιταγών από την Τράπεζα E.F.G. EUROBANK ERGASIAS έγινε, όπως αναφέρεται στις από 29-3-2005 βεβαιώσεις, ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας Εμπορικής Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 40 περ.2 του Ν.5960/1933 και με την με αριθμό 6617/Β104 της 11.14/2/1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Εμπορίου "Βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ.2 του ν.1969/1991 ΦΕΚ Β/100", κατά την οποία η βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 88 του Ν.1969/1991, συντάσσεται μετά από σχετικές πληροφορίες και προκειμένου για διαφορετικές τράπεζες μετά και από εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας, επιτρεπομένης και επικοινωνίας και παροχής εξουσιοδοτήσεως και με ηλεκτρονικούς μηχανογραφικούς τρόπους.

Η βεβαίωση γίνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν.Δ. 1325/1972 με μνεία της σχετικής εξουσιοδότησης, όπου απαιτείται (βλ. σχετικά Ι .Μάρκου, ό.π., υπό το άρθρο 40, σελ301, ΕΑ 8851/2005 Χρ. Ιδ. Δικ. 6.913). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 41 του Ν.5960/1933, τόσο το διαμαρτυρικό, όσο και η ισοδύναμη με αυτό βεβαίωση περί μη πληρωμής, γίνονται πριν από την εκπνοή της οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεως.

Η βεβαίωση περί μη πληρωμής δεν απαιτείται να γίνεται κατά την ημέρα της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, εφόσον δεν έληξε η προθεσμία εμφανίσεως προς πληρωμή (παρ. 1). Αν η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή έγινε την τελευταία ημέρα της προθεσμίας εμφανίσεως, το διαμαρτυρικό ή η ισοδύναμη βεβαίωση μπορούν να γίνουν και εκτός της ως άνω προθεσμίας, οπωσδήποτε όμως την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα (παρ. 2).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 εδ. α' του Ν.5960/1933, η εμφάνιση της επιταγής σε συμψηφιστικό γραφείο ισοδυναμεί με εμφάνιση προς πληρωμή.".

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα για εμπρόθεσμη εμφάνιση των τραπεζικών επιταγών προς πληρωμή στις 24-3-2005 σε συμψηφιστικό γραφείο και για τη μη πληρωμή αυτών, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη τους, από σχετική βεβαίωση του αρμόδιου υπαλλήλου της 2ης αναιρεσίβλητης κομίστριας τράπεζας με ημερομηνία 29-3-2005 στο σώμα καθεμίας επιταγής.

Επίσης το Εφετείο δέχεται ότι η βεβαίωση μη πληρωμής των ενδίκων επιταγών από την ίδια αναιρεσίβλητη έγινε ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση της 1ης αναιρεσίβλητης πληρώτρια τράπεζας, όπως αναφέρεται στις από 29-3-2005 βεβαιώσεις. Όμως, στην προαναφερόμενη πίσω όψη των τριών επιταγών, δεν περιέχεται βεβαίωση αρμοδίου υπαλλήλου της 2ης αναιρεσίβλητης ότι αυτές προσκομίστηκαν για πληρωμή στις 24-3-2005 σε συμψηφιστικό γραφείο, ούτε περιέχεται σημείωση ότι η σχετική βεβαίωση μη πληρωμής στις 29-3-2005 έγινε μετά από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας.

Ούτε, εξάλλου, συνδέεται η επίμαχη παραδοχή με βεβαιώσεις μη πληρωμής των επιταγών επί ιδίου (αυτοτελούς) εγγράφου με ημεροχρονολογία 29-3-2005 και μνεία ανάλογης εξουσιοδότησης, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η σχετική κρίση του Εφετείου βασίστηκε και σε συνεκτίμηση τέτοιων βεβαιώσεων, όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ. 1325/1972, του άρθρου 88 παρ. 1-2 του ν. 1969/1991 και του άρθρου μόνου παρ. 1 της Υ.Α. 6617/Β 104/11.14/2/1992 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου.

Η δε προαναφερόμενη περικοπή "... στις από 29-3-2005 βεβαιώσεις...", που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 11 πρώτη σελίδα δύο τελευταίες σειρές) προφανώς αναφέρεται στις σχετικές βεβαιώσεις που υπάρχουν επί του σώματος των επιταγών, και όχι σε βεβαιώσεις επί αυτοτελών εγγράφων, αφού δεν υπήρξε επίκληση και προσκόμιση τέτοιων εγγράφων ούτε με τις προτάσεις της αναιρετικής δίκης.

Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε ότι η 2η αναιρεσίβλητη, κομίστρια τράπεζα των επιταγών με εντολή από τον αναιρεσείοντα για την είσπραξη τους, εμφάνισε και σφράγισε εμπρόθεσμα και σύννομα τις επιταγές, στηριζόμενο στο περιεχόμενο της πίσω όψης των τριών επιταγών, στο οποίο απέδωσε πραγματικά περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει, υποπίπτοντας έτσι σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αποδεικτέο και ουσιώδες αγωγικό γεγονός, της μη εμπρόθεσμης εμφάνισης και μη σύννομης σφράγισης των επιταγών από τα αρμόδια όργανα της 2ης αναιρεσίβλητης.

Συνακολούθως ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου των ενδίκων επιταγών από το Εφετείο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υπάρχει, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα η εφαρμοστέα ουσιαστική διάταξη απαιτεί για τη θεμελίωση του διαγνωστέου δικαιώματος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν περιέχονται στην αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό σκέλος της εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του διαγνωστέου δικαιώματος και του αιτήματος της αγωγής. Σ' αυτή την περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται με τους λόγους αναίρεσης από τους αρ. 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος λόγους αναίρεσης από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα έκρινε ως αόριστη την αγωγή του ως προς την 1η αναιρεσίβλητη και την απέρριψε ως απαράδεκτη, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα, απαιτεί ο νόμος (914 ΑΚ), για να είναι ορισμένη, καθώς και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που διέλαβε στην αγωγή του και επανέλαβε στους λόγους έφεσης του, ότι αυτός πείστηκε και δέχτηκε τις τρεις τραπεζικές επιταγές προς κάλυψη τιμήματος από πώληση ελαιοκάρπου προς τον εκδότη τους Χ. Λ., αφού έλαβε τη διαβεβαίωση για την εμπορική του φερεγγυότητα από τα όργανα της 1ης αναιρεσίβλητης και ότι η αγωγική ζημία του οφείλεται σε βαριά αμέλεια, αν όχι σε δόλο, των προστηθέντων υπαλλήλων της.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 914 ΑΚ, για τη θεμελίωση ενοχής από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη και υπαίτια πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) προσώπου, β) ζημία άλλου προσώπου και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης και της ζημίας. Επίσης, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει στο δικόγραφο της σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωση της διαγνωστέας αγωγικής αξίωσης και νομιμοποιούν τον ενάγοντα στην άσκηση της κατά του εναγόμενου.

Ειδικότερα, για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπρακτική απάτη, απαιτείται και αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση αυτού από πλάνη, που προκλήθηκε με δόλο του δράστη. Σ' αυτή την περίπτωση δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια να ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης και της συνακόλουθης ζημίας, η δε τυχόν συνδρομή και άλλων αιτίων, όπως η αμέλεια ή απειρία του παθόντος, δεν αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραπλανητικής πράξης και της ζημίας.

Από τα προαναφερόμενα παρέπεται ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημίωσης από αδικοπρακτική απάτη, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την παραπλανητική πράξη του δράστη, την υπαιτιότητα αυτού σε βαθμό δόλου, τη ζημία του παθόντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραπλανητικής πράξης και ζημίας.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 20-7-2005 αγωγή του, κατά το εδώ ενδιαφέρον μέρος της, εξέθετε τα ακόλουθα : "1)Είμαι έμπορος ελιών και στα πλαίσια της δραστηριότητας μου, την 2/11/2004 συμφώνησα και πώλησα στον Χ. Λ. τις ποσότητες που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 41/2-11-2004 τιμολόγιο" μου και συγκεκριμένα 14.900 κιλά ελιές αντί του συνολικού τιμήματος των πενήντα μία χιλιάδων και τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων Ευρώ (51.494€).

Μέρος του τιμήματος, ήτοι δέκα χιλιάδες τριακόσια Ευρώ (10.300€), καλύφθηκε με μετρητά και το υπόλοιπο ποσό των 41.194€ με τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... τρεις επιταγές ποσού δεκαπέντε χιλιάδων Ευρώ (15.000€) κάθε μία των δύο πρώτων και έντεκα χιλιάδων εκατόν ενενήντα τεσσάρων Ευρώ (11.1946) της τρίτης, πληρωτέες στο υποκατάστημα Βέροιας της α' εναγομένης, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ...

λογαριασμού του εκδότη στην πρώτη των εναγομένων, τις οποίες εξέδωσε αυτός σε διαταγή μου με τόπο εκδόσεως την Βέροια και με ημερομηνία 20/3/2005.

Πριν λάβω τις επιταγές αυτές, προσήλθα στο υποκατάστημα Σπάρτης της πρώτης των εναγομένων και ζήτησα πληροφορίες για την φερεγγυότητα του εκδότη των επιταγών, και μάλιστα εγγυητική επιστολή για την διασφάλιση των χρημάτων μου, πλην όμως έλαβα την απόλυτα καθησυχαστική διαβεβαίωση ότι είναι όντως φερέγγυο πρόσωπο, πολύ καλός έμπορος και ουδέποτε έχει δώσει δικαίωμα. Έτσι δέχτηκα να λάβω τις επιταγές αυτές και να παραδώσω στον Χ. Λ. το εμπόρευμα μου.

1.1)Στις 21/3/2005, προσήλθα στο άνω υποκατάστημα Σπάρτης της πρώτης των εναγομένων, το οποίο είναι συνδεδεμένο με το κατάστημα πληρωμής μέσω τερματικών σταθμών του ιδίου ηλεκτρονικού υπολογιστή, για να εισπράξω τις προρρηθείσες επιταγές. Με ενημέρωσαν αμέσως ότι δεν υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του πελάτη της (Χ. Λ.) παρά μόνο 2.1006 και μου ζήτησαν να επανέλθω μετά μία-δύο ημέρες μήπως και αυτός τοποθετήσει στο λογαριασμό του το υπόλοιπο ποσό, και προφανώς για να ε7Π.κοινωνήσουν μαζί του προκειμένου να φροντίσει να έχει επαρκές υπόλοιπο ο λογαριασμός του. Στις 23/3/2005 επανήλθα στο προρρηθέν υποκατάστημα της πρώτης των εναγομένων και αφού διαπιστώθηκε και πάλι ότι στο λογαριασμό του εκδότη υπάρχει μόνο το υπόλοιπο των δύο χιλιάδων εκατό Ευρώ (2.100€) με προέτρεψαν δια του υποδιευθυντού του υποκαταστήματος να απευθυνθώ σε άλλη Τράπεζα με την αιτιολογία ότι με τον τρόπο αυτό θα ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση στον εκδότη και από τις δύο (2) Τράπεζες, για να καταθέσει αυτός το ποσό των επιταγών στο λογαριασμό του ώστε να πληρωθούν.

1.2)Κατόπιν αυτών στις 24/3/2005 προσήλθα στο υποκατάστημα Σπάρτης της δεύτερης των εναγομένων, στην οποία τηρούσα τον υπ' αριθμ. ...-... λογαριασμό ταμιευτηρίου, κοινό μετά της συζύγου μου, Π. Δ., τους εξιστόρησα τα πραγματικά γεγονότα, τους παρέδωσα τις προρρηθείσες τρεις (3) επιταγές, μου ζήτησαν να τις οπισθογραφήσω, πράγμα που έκανα, τις παρέλαβαν ανεπιφύλακτα και κατετέθησαν στον άνω λογαριασμό.

Έτσι καταρτίστηκε μεταξύ εμένα και της β' εναγομένης σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ανέλαβε (η β' εναγομένη) την υποχρέωση να προβεί στη νόμιμη σφράγιση των επιταγών, εφόσον δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στον λογαριασμό του εκδότη τους και σε διαφορετική περίπτωση στην πληρωμή τους. Δεδομένου ότι η 28/3/2005 ήταν η τελευταία ημέρα που έπρεπε να σφραγιστούν οι επιταγές (εμπρόθεσμη εμφάνιση), τηλεφώνησα στη δεύτερη των εναγομένων προκειμένου να ενημερωθώ για τις ενέργειες της.

Έλαβα την καθησυχαστική απάντηση να μην ανησυχώ και να προσέλθω στο κατάστημα την 31/3/2005 οπότε είτε θα πάρω τα χρήματα μου είτε τις επιταγές σφραγισμένες. Την 30/3/2005 προσήλθα στο υποκατάστημα Σπάρτης της δεύτερης των εναγομένων για άλλη συναλλαγή και επί τη ευκαιρία ζήτησα να με πληροφορήσουν για τις ανωτέρω επιταγές.

Η απάντηση ήταν ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο στο λογαριασμό του εκδότη και ο υπάλληλος με παρέπεμψε στον υπεύθυνο των επιταγών κ. Β., ο οποίος με πληροφόρησε ότι "έχετε άλλη μία ημέρα προθεσμία, η Τράπεζα θα τις ξαναγοράσει, δίνοντας μία ακόμη ευκαιρία στον εκδότη. Μην στεναχωριέστε. Αφήστε τα σε εμένα". Την 31/3/2005 επανήλθα στο υποκατάστημα της δεύτερης των εναγομένων και η απάντηση που πήρα ήταν ότι"Δεν είναι εδώ οι επιταγές, και εάν δεν πληρωθούν θα έλθουν αύριο σφραγισμένες από την Τράπεζα Ελλάδος".

Την 1/4/2005 στις 8 π. μ. ήλθα στο υποκατάστημα της δεύτερης των εναγομένων όπου και μου ζητήθηκε να ξαναπεράσω στις 9 π. μ., "που ανοίγει η Τράπεζα της Ελλάδος, για να πάρω ης επιταγές σφραγισμένες" όπως μου είπαν. Στις 9 π.μ. μου απάντησαν ότι "δεν ήλθαν οι επιταγές σφραγισμένες γιατί η κατάθεση έγινε στις 24/3/2005", ρώτησα τότε εάν είμαι μέσα στην 8ήμερη προθεσμία, και η απάντηση τους ήταν ότι "Ναι, αλλά η Τράπεζα της Ελλάδος μέσω της Eurobank, δεν μπόρεσε να μας δώσει τις επιταγές σφραγισμένες" και θέλησαν να μου παραδώσουν τις επιταγές ασφράγιστες. Γεμάτος αγανάκτηση τους είπα ότι: "Δεν παίρνω τις επιταγές ασφράγιστες, θα καλέσω τον Εισαγγελέα τώρα". Η υπάλληλος της εναγομένης, που προφανώς αντικαθιστούσε τον Διευθυντή, με κάλεσε να πάω στο γραφείο της και μου είπε ότι θα επικοινωνήσει με τα Κεντρικά και θα κάνει κάθε προσπάθεια για να με εξυπηρετήσει και μου ζήτησε να επανέλθω το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, αλλά και το μεσημέρι που επανήλθα η απάντηση ήταν "Να μην ανησυχείτε, οι επιταγές θα έλθουν κανονικά σφραγισμένες". Ήμουν πλέον βέβαιος ότι με ενέπαιζαν, δεδομένου ότι είχε ήδη παρέλθει η οκταήμερη προθεσμία και οι επιταγές ήταν ασφράγιστες- Έκτοτε οι επιταγές είναι στα χέρια της δεύτερης των εναγομένων.

2)Εξαιτίας λοιπόν της άνω παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας των, απώλεσα α)το εκ της επιταγής δικαίωμα κατά του εκδότη των επιταγών, β)το δικαίωμα εγκλήσεώς του ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης και την βεβαία καταδίκη του εκ της σφραγίσεως των ακαλύπτων επιταγών, με αποτέλεσμα να υποστώ ζημία 41.194€, δηλαδή το ποσό των επιταγών. Εάν οι επιταγές σφραγίζονταν έγκαιρα, ο εκδότης θα μεριμνούσε να καταβάλλει το ποσό των επιταγών (41.194€) , δεν θα επερχόταν έκπτωση από τα ως άνω δικαιώματα μου και συνεπεία της εκπτώσεως αυτής να ζημιωθώ το ανωτέρω ποσό, αφού η δεύτερη των εναγομένων, ανέλαβε το καταβληθέν και καταχωρηθέν στο λογαριασμό μου ποσό των 41.194€, όπως πιο κάτω, στην επικουρική βάση της αγωγής μου, με λεπτομέρεια θα αναλύσω.

2.1)Η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων συνίσταται : α)Η πρώτη εναγομένη όφειλε τη στιγμή κατά την οποία εμφάνισα τις επιταγές για πληρωμή (21/3/2005) ή σε κάθε περίπτωση στις 23/3/2005 που μου είπαν να επανέλθω, να προβεί στην σφράγιση τους και όχι να με αποτρέψει, όπως έπραξε στέλνοντας με σε άλλη Τράπεζα, παραπείθοντάς με ότι έτσι δήθεν θα επιτυγχάνετο με πιο αποτελεσματικό τρόπο η πληρωμή τους. β)Η δεύτερη των εναγομένων αν και παρέλαβε τις επιταγές ανεπιφύλακτα στις 24/3/2005. πιστώνοντας τον λογαριασμό μου με την αξία τους, τήρησε απέναντι μου την προρρηθείσα συμπεριφορά που είναι παράνομη και απατηλή, και δεν συνάδει σε συμπεριφορά πιστωτικού ιδρύματος, και έτσι δεν εξετέλεσε την εντολή που ανέλαβε ανεπιφύλακτα, μη μεριμνώντας για την εμπρόθεσμη σφράγιση των ενδίκων επιταγών.".

Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά της 1ης αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια την απέρριψε ως αόριστη με τις ακόλουθες σκέψεις :" Δεν επικαλείται ο ενάγων στο δικόγραφο αυτής, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας αυτής τον διαβεβαίωσαν στις αρχές Νοεμβρίου 2004, που αυτός επισκέφθηκε το υποκατάστημα της στη Σπάρτη, για τη φερεγγυότητα και την καλή φήμη, στην αγορά του εκδότη των επιταγών Χ.

Λ., εν γνώσει της αφερεγγυότητας του τελευταίου κατά το χρόνο αυτό (Νοέμβριος 2004) και, περαιτέρω, ότι η από μέρους του λήψη των επίδικων επιταγών και η εντεύθεν ζημία του οφείλεται σε πλάνη αυτού, η οποία προκλήθηκε σε αυτόν από την απατηλή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της παραπάνω εναγομένης (βλ.

ΑΠ 16/2005 Ελ. Δ/νη 46.734 ως προς το ζήτημα των στοιχείων που απαιτείται να περιλαμβάνει η αγωγή από αδικοπραξία, η οποία τελείται με απάτη). Δηλαδή, ουδόλως αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του, ότι, κατά τον παραπάνω χρόνο της διαβεβαίωσης, ο εκδότης των επιταγών ήταν αφερέγγυος και το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης με κάποιο τρόπο, όπως π.χ.

με κάποια εγγραφή σε βάρος του δυσμενών στοιχείων στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ". Περαιτέρω, στο ίδιο δικόγραφο, δεν αναφέρει ο ενάγων ότι στις 23 και 24 Μαρτίου 2005, που μετέβη στο κατάστημα Σπάρτης της Εμπορικής Τράπεζας για να εισπράξει τις επίμαχες επιταγές, ζήτησε από τους προστηθέντες υπαλλήλους αυτής να σφραγίσουν τις επιταγές αυτές, αφού, όπως διατείνεται στην αγωγή, διαπίστωσαν οι εν λόγω υπάλληλοι, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της τράπεζας, ότι ο λογαριασμός του εκδότη των επιταγών κατά τις ημερομηνίες αυτές είχε μόνο 2.100 ευρώ, και αν αυτοί ρητά αρνήθηκαν να προβούν στη σφράγιση των επιταγών.

Ούτε, εξάλλου, αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του περιστατικά επαρκή για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της άδικης πράξης και της ζημίας που επικαλείται, τα οποία (περιστατικά) να ήταν ικανά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, και να μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, καθόσον τέτοια περιστατικά δεν αποτελούν αυτά που επικαλείται, ότι, δηλαδή, τον προέτρεψαν οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης να εμφανίσει τις επιταγές και σε άλλη τράπεζα, ούτως ώστε.

να ασκηθεί με τον τρόπο αυτό πρόσθετη πίεση στον εκδότη τους για να καλύψει τα ποσά αυτών.".

Με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, που εκτίθεται κατά τα ουσιώδη μέρη του και στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή εμφανίζει πράγματι τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν από το Εφετείο (ως προς την παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της 1ης αναιρεσίβλητης, την υπαιτιότητα αυτών και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς τους και της πλάνης του αναιρεσείοντος, που επέφερε την αγωγική ζημία), το οποίο ορθά την απέρριψε ως αόριστη, αφού προηγουμένως εξαφάνισε κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης την πρωτόδικη], που την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, και (επίσης ορθά) υπεισήλθε στην αυτεπάγγελτη έρευνα της παραδεκτής ή μη άσκησης της.

Επομένως, ο δωδέκατος λόγος αναίρεσης, που εμπίπτει στη ρύθμιση του αρ. 14 (και όχι 1 ή 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο συναφής με αυτόν 12Α λόγος αναίρεσης, με το πρώτο μέρος του οποίου ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αγωγικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 200, 288 και 914 ΑΚ και 118 παρ. 4 και 216 ΚΠολΔ και κατά την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης.

Τέλος, ο ίδιος λόγος, ως προς το μέρος που ο αναιρεσείων, επικαλούμενος περικοπές από το νομικό σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτει σ' αυτή παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής, αφού ούτε ο αναιρεσείων επικαλέστηκε οποιαδήποτε δικαιοπραξία μεταξύ αυτού και της 1ης αναιρεσίβλητης για τη θεμελίωση της αγωγής του, ούτε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του κρίση για ερμηνεία δικαιοπραξιών, ούτε όφειλε να έχει προβεί σε τέτοια κρίση για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης του.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το μέρος που ασκείται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία υποκαταστάθηκε νόμιμα στη δίκη από τη καθολική διάδοχο της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, λόγω της ήττας του. Επίσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που ασκείται κατά της 2ης αναιρεσίβλητης και αφορά τα κεφάλαια αυτής που απορρίπτουν τις κύριες βάσεις της αγωγής ως αβάσιμες, κατά παραδοχή των αναιρετικών λόγων έκτου και εβδόμου, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που πλήττουν τα κεφάλαια αυτά, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο και να καταδικαστεί η 2η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παράβολου, που αυτός κατέβαλε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2012 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 7175/2009 του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που ασκείται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία υποκαταστάθηκε νόμιμα στη δίκη από την καθολική διάδοχο της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την προαναφερόμενη 7175/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της 2ης αναιρεσίβλητης ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK - ERGASIAS ΑΕ και αφορά τα απορριπτικά κεφάλαια των κυρίων βάσεων της αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την 2η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που αυτός κατέβαλε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ