Supreme Court dismisses appeal on procedural inadmissibility and substantive failure regarding debt allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Single Judge Court of Appeal's decision. The appellants argued that payments made since December 2009 should be allocated to a specific debt based on a unilateral determination, while the appellee contended the payments were for a different contractual obligation. The court rejected the appeal because the lower court's factual finding that the payments were for a distinct debt contract logically excluded the application of the relevant article, rendering the appeal's legal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623, 624, 628, 632, 633, 422, 173, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning effectively refutes the appellant's legal arguments, and the appeal is baseless if the factual findings regarding the nature of payments exclude the application of the contested legal provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 847 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 847/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Χ. του Λ., κατοίκου ... 2) Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ... 3) υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. και Δ. Λ. Χ. Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Χ. Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. Χ.. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΦΟΙ Χ. Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Καραμπατζό.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Ε. Γ. Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "Μ. Α..Ε..", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τετώρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2014 ανακοπή και τους από 10-5-2017 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 862/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5498/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 913/2020, ΑΠ 1102/2008).
Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 913/2020, ΑΠ 51/2020).
Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης (ΑΠ 913/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 368/2019).
Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019).Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με τέτοιο σκοπό, δηλαδή με σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας, που θεσπίζεται με το άρθρο 361 ΑΚ. Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 260 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 1259/2021, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 51/2020).
Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος, αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους, μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 913/2020). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (αρθρ. 437 ΑΚ) (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 1259/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 913/2020).
Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 873 και 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τέτοια έγγραφη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (873 ΑΚ) ή σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρ. 361 ΑΚ) (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 60/2005). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ... με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 8098/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., διατάχθηκαν οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) να καταβάλουν στην εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 845.988,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1.12.2019 (πλέον δικαστικών εξόδων ποσού 17.000 ευρώ).
Το ποσό αυτό ήταν το αντικείμενο της με ημερομηνία 30.11.2009 σύμβασης αναγνώρισης χρέους μεταξύ της εφεσίβλητης - δανείστριας (τότε με την επωνυμία "Κ. Μ. Α. Ε. Γ. Ε., Ε. Ε. Ε. Κ. Ε.") και της τρίτης των εκκαλούντων - οφειλέτριας (ήδη τρίτης αναιρεσείουσας) - υπέρ της οποίας... εγγυήθηκαν στην ίδια σύμβαση οι λοιποί εκκαλούντες (ήδη λοιποί αναιρεσείοντες) - και είχε προκύψει μέχρι τότε από τη λειτουργία της με ημερομηνία 21.2.2005 σύμβασης δικαιόχρησης μεταξύ της εφεσίβλητης (δικαιοπαρόχου) και της τρίτης εκκαλούσας (δικαιοδόχου).
Τα έγγραφα των προαναφερόμενων συμβάσεων, ήτοι της αναγνώρισης χρέους και της δικαιόχρησης, προσκομίσθηκαν από την εφεσίβλητη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και αναφέρονται στο κείμενο της τελευταίας (πλέον των ΦΕΚ - τ. ΑΕ και ΕΠΕ υπ' αριθ. 7019/11.7.2008 και 9528/11.9.2012, που αφορούσαν τροποποιήσεις του καταστατικού της εφεσίβλητης και των εκθέσεων τακτικού ελέγχου φ.π.α.
της εφεσίβλητης για τις χρήσεις 2006-2009, τα οποία επίσης προσκομίσθηκαν από εκείνη και αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής). Στη συνέχεια, αντίγραφο του απογράφου της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, με την από 9.4.2014 επιταγή της εφεσίβλητης προς εκτέλεση, επιδόθηκε την ίδια ημέρα στους εκκαλούντες και οι τελευταίοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση...και πρόσθετους λόγους ανακοπής... Επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους, κατ' αυτής δε, παραπονούνται ήδη οι ανακόπτοντες και νυν εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους...
Με τους πρώτο (ενν. δεύτερο) και πέμπτο λόγους της ανακοπής, κατά το μέρος τους που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης, οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι η διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς εκτέλεση ήταν άκυρες, επειδή από τη με ημερομηνία 30.11.2019 σύμβαση αναγνώρισης χρέους δεν προέκυπτε εγγράφως η απαίτηση της εφεσίβλητης σε βάρος τους και ότι η απαίτηση αυτή δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, βέβαιη και εκκαθαρισμένη, επειδή η εφεσίβλητη δεν είχε προσκομίσει ταυτόχρονα το παράρτημα Α', που συνόδευε την προαναφερόμενη σύμβαση και όριζε την καταβολή του παραπάνω ποσού της αναγνώρισης σε δόσεις, ούτε είχε προσκομίσει η εφεσίβλητη την καρτέλα της μεταξύ τους συνεργασίας, στην οποία εμφανίζονταν οι καταβολές τους προς την αντίδικό τους και με τις οποίες είχαν εξοφλήσει το αναγνωρισθέν ποσό, ενώ οι επιπλέον οφειλές δημιουργήθηκαν από τη μετέπειτα συνεργασία τους με την εφεσίβλητη.
Οι ανακόπτοντες περιλαμβάνουν στην ανακοπή έναν πίνακα, αποτελούμενο από τρεις κάθετες στήλες με τις ενδείξεις "Περίοδος", "Παραγγελίες σε ευρώ" και "Καταθέσεις σε ευρώ", ενώ η κάθε στήλη αποτελείται από επτά οριζόντιες σειρές. Στην 1η από τις σειρές αυτές αναγράφονται οι ενδείξεις 30.11.2019 και 845.988,81 ευρώ (με κενή την ένδειξη των καταθέσεων), στη 2η 1.12.2009-31.12.2009, 101.235,21 ευρώ και 40.064,36 ευρώ, στην 3η 2010, 1.020.389,17 ευρώ και 1.053.659,14 ευρώ, στην 4η 2011, 788.259,96 ευρώ και 821.736,20 ευρώ, στην 5η 2012, 446.649,14 ευρώ και 431.441,96 ευρώ, στην 6η 2013 και 114.652,56 ευρώ (με κενή την ένδειξη των καταθέσεων) και στην 7η αναγράφεται ως σύνολο παραγγελιών 3.317.364,85 ευρώ και ως σύνολο καταθέσεων 2.346.901.66 ευρώ.
Οι πιο πάνω λόγοι της ανακοπής είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού το παράρτημα Α', που μνημονεύεται στον όρο υπ' αριθ. 4 της σύμβασης αναγνώρισης χρέους - το οποίο, πάντως, ουδείς των διαδίκων προσκομίζει - αφορούσε μεν (όπως προκύπτει από το κείμενο της σύμβασης) στον τρόπο (μετρητά και επιταγές) και στις δόσεις εξόφλησης της απαίτησης της εφεσίβλητης σε βάρος των εκκαλούντων, πλην όμως, με την ίδια σύμβαση ορίσθηκε παράλληλα, στον όρο υπ' αριθ. 7, ότι η απαίτηση είναι "ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή ήδη από 31.10.2009" και ότι η εφεσίβλητη έχει δικαίωμα να αναζητήσει αμέσως την ολοσχερή εξόφλησή της ["7.
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν ότι το παρόν συμφωνητικό αφορά ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή ήδη από την 31.10.2009 οφειλή, αποδέχονται δε ότι η παρούσα ουδόλως συνεπάγεται παραίτηση ούτε αναιρεί τα δικαιώματα της ΚΑΡΦΟΥΡ για αναζήτηση από αυτήν σε πρώτη ζήτηση ολόκληρου του ποσού της αναγνωρισθείσας με το παρόν οφειλής (ή σε περίπτωση εξόφλησης στο μεταξύ τμήματος αυτής του εναπομένοντος ανεξόφλητου υπολοίπου αυτής) μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας, λοιπών προβλεπόμενων τόκων και κάθε αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, από την επομένη που το ως άνω κατέστη ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή οφειλή και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του ..."].
Επομένως, η αξίωση της εφεσίβλητης δεν εξαρτιόταν από αίρεση, όρο ή προθεσμία, ήταν απαιτητή και συνακόλουθα βέβαιη (και εκκαθαρισμένη) κατά την έννοια του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ και ικανή να οδηγήσει στον εξοπλισμό της με διαταγή πληρωμής. Τέλος, δεν ήταν αναγκαία, για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η προσκόμιση, εκ μέρους της εφεσίβλητης, της φερόμενης καρτέλας της συνεργασίας της με την τρίτη εκκαλούσα και η μνεία των τυχών καταβολών της τελευταίας, αφού οι όποιες καταβολές αποτελούσαν βάση ένστασης των εκκαλούντων και όχι στοιχείο που επηρέαζε τη βεβαιότητα της απαίτησης της εφεσίβλητης και τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής...Σημειώνεται, ότι, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η με ημερομηνία 30.11.2009 σύμβαση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής, είχε το χαρακτήρα της αιτιώδους σύμβασης αναγνώρισης χρέους, με την οποία οι συμβαλλόμενοι επιθυμούσαν να δημιουργήσουν νέα και αυτοτελή ενοχή, για τη συγκεκριμένη δε κρίση της εκκαλουμένης απόφασης δεν παραπονούνται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους αλλά, αντίθετα, αποδέχονται τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της σύμβασης (βλ.
σελ. 6 της έφεσης στο τέλος και σελ. 7 στην αρχή: "... η απαίτηση που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι η αναγνωρισθείσα απαίτηση δυνάμει της αιτιώδους σύμβασης αναγνώρισης χρέους, με την οποία δημιουργήθηκε νέα ενοχή σε αντικατάσταση της παλαιάς και ήδη ληξιπρόθεσμης, ήτοι της απαίτησης ποσού 845.988,81 ευρώ προερχόμενη από τις από 17.2.2005 και 21.2.2005 Συμβάσεις Δικαιόχρησης και ως εκ τούτου η εν λόγω αναγνωρισθείσα απαίτηση διαφέρει από την παλαιά την οποία αντικατέστησε, με την οποία δεν πρέπει να συγχέεται ...").
Συνακόλουθα, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση στη διαταγή πληρωμής των περιστατικών που αφορούσαν την αρχική ενοχή...δηλαδή των δοσοληψιών των διαδίκων στο πλαίσιο της δικαιόχρησης, από τις οποίες προέκυψε το, αναγνωρισθέν με τη μεταγενέστερη σύμβαση, ποσό απαίτησης της εφεσίβλητης σε βάρος των εκκαλούντων, ύψους 845.988,81 ευρώ.
Επομένως, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τους παραπάνω λόγους ανακοπής και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τους ανωτέρω δεύτερο και πέμπτο λόγους ανακοπής, κατά το μέρος αυτών που είχε επαναφερθεί προς εξέταση ενώπιον του με τον πρώτο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, στους οποίους λόγους οι ανακόπτοντες - ήδη αναιρεσείοντες είχαν προβάλει ότι ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και επισπεύδεται σε βάρος τους βάσει αυτής αναγκαστική εκτέλεση με την επίδοση σε αυτούς αντιγράφου κάτω από πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής με επιταγή εκτέλεσης, γιατί από τα προσκομισθέντα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα δεν αποδεικνυόταν τόσον η κατ' αυτών απαίτηση της αναιρεσίβλητης, όσο και το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής, σύμφωνα με τον νόμο ενήργησε και δεν ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, γιατί οι ουσιαστικές παραδοχές του ότι από τον προσκομισθέν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής από 30/11/2009 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, αποδεικνύεται:
α) ότι η τρίτη αναιρεσείουσα αναγνώρισε ότι οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 845.988,81 ευρώ από τη λειτουργία της από 21/2/2005 σύμβασης δικαιόχρησης, που είχε συναφθεί μεταξύ τους, το οποίο ποσό "αφορά ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή ήδη από 31/10/2009 οφειλή" την οποία η αναιρεσίβλητη δικαιούται να απαιτήσει "σε πρώτη ζήτηση", β) ότι οι λοιποί αναιρεσείοντες εγγυήθηκαν υπέρ της τρίτης αναιρεσείουσας την εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής της και γ) ότι με τη συμφωνία αυτή οι συμβαλλόμενοι επιθυμούσαν τη δημιουργία μιας νέας και αυτοτελούς ενοχής, ανεξάρτητης από την ενοχή που πηγάζει από την από 21/5/2005 σύμβαση δικαιόχρησης, που αποτέλεσε την αιτία σύναψης του από 30/11/2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, δικαιολογούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι από μόνο το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προέκυπτε βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων ποσού 845.988,81 ευρώ και συνεπώς εγκύρως εκδόθηκε για το ποσό αυτό η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης άκυρης της διαταγής πληρωμής, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη απολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται λοιπόν η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1464/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω, πρώτο, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, ομοίως, η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης άκυρης της διαταγής πληρωμής, καθόσον από τα προσκομισθέντα για την έκδοσή της έγγραφα δεν προέκυπτε και το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης, αφού δεν προσκομίσθηκε και το αναφερόμενο στο ιδιωτικό συμφωνητικό παράρτημα Α αυτού, που καθορίζει τις δόσεις εξόφλησης της αναγνωρισθείσας με το συμφωνητικό οφειλής και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε η ανωτέρω αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Όμως, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και των προσθέτων αυτής λόγων προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων, που συνιστούσε ένσταση κατά της ανακοπείσας διαταγής πληρωμής, δεν περιλαμβανόταν στους ανωτέρω δεύτερο και πέμπτο λόγους ανακοπής ούτε και αποτελούσε περιεχόμενο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, αλλά προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους.
Επομένως, ο ισχυρισμός - λόγος ανακοπής αυτός απαραδέκτως προτάθηκε το πρώτον στο Εφετείο, χωρίς να εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Ενόψει αυτών, το Εφετείο, αν και εσφαλμένως προέβη σε εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και έκρινε τον ανωτέρω λόγο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κατέληξε ωστόσο σε ορθό διατακτικό και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης άκυρης της διαταγής πληρωμής είναι απορριπτέος κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ.
ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16, 17 παρ. 1 και 2 και 18 παρ. 1 Ν.3190/1955 "Περί Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης", όπως η τελευταία τούτων τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Π.Δ.419/1986 "Προσαρμογή του Ν. 3190/1955...προς τις διατάξεις της Πρώτης Οδηγίας 68/151/ΕΟΚ της Τετάρτης Οδηγίας 78/660/ΕΟΚ, και, μερικώς της Εβδόμης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.-(Α` 197)", οι οποίες ορίζουν ότι "Η διαχείρισις των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπησις της εταιρείας ανήκει, εάν δεν συνεφωνήθη άλλως, εις όλους τους εταίρους δρώντας συλλογικώς" (άρθρο 16), "1.
Διά του καταστατικού ή δι` αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, η διαχείρησις των εταιρικών υποθέσεων και η εκροσώπησις της εταιρείας δύναται να ανατεθή εις ένα η πλείονας εταίρους ή μη εταίρους επί ωρισμένον χρόνον ή μη. 2. Εάν η κατά την προηγουμένην παράγραφον διαχείρησις ανετέθη εις πλείονας και δεν ωρίσθη άλλως οι διαχειρισταί δρώσι συλλογικώς. 3)..." (άρθρο 17) και "1.
Οι διαχειριστές εκπροσωπούν την Εταιρεία και ενεργούν στο όνομά της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρείας. Πράξεις των διαχειριστών, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την Εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν η Εταιρεία αποδείξει ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει.
Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το Καταστατικό ή τις τροποποιήσεις του. Περιορισμοί της εξουσίας των διαχειριστών της Εταιρείας, που προκύπτουν από το Καταστατικό ή από απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8" (άρθρο 18 παρ.1) συνάγεται, α) ότι εφόσον δια του καταστατικού η δια αποφάσεως των εταίρων της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης(ΕΠΕ), διορισθούν διαχειριστές αυτής, οι πράξεις που ενεργούν στο όνομά της δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στου τρίτους, ακόμη και αν κείνται εκτός του εταιρικού σκοπού, εκτός αν η εταιρεία επικαλεσθεί κατ' ένσταση και αποδείξει ότι ο τρίτος, είτε γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού από τον διαχειριστή, είτε όφειλε να τη γνωρίζει, και β) ότι με την διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 18 θεσπίζεται γενική απαγόρευση της αντιταξιμότητας έναντι τρίτων των περιορισμών της εξουσίας του διαχειριστή, που απορρέουν από το Καταστατικό ή από απόφαση της συνέλευσης των εταίρων.
Οι διατάξεις αυτές του άρθρου 18 παρ. 1 έχουν τεθεί για την ασφάλεια των συναλλαγών και για την προστασία του καλόπιστου τρίτου, που συναλλάσσεται με την ΕΠΕ. Η τελευταία, για το ορισμένο της ανωτέρω ένστασής της πρέπει να προσδιορίσει σε αυτήν τον εταιρικό σκοπό της και να επικαλεσθεί ότι ο τρίτος, που προβάλλει δικαίωμα κατ' αυτής από πράξη, που τέλεσε ο διαχειριστής της στο όνομά της, είτε γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού της από τον διαχειριστή κατά την εκτέλεση της πράξης, είτε όφειλε να τη γνωρίζει.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, η τέταρτη ανακόπτουσα (ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, γιατί δεν δεσμεύεται από την εγγύηση που παρέσχε, στο όνομά της, ο διαχειριστής της στην από 30.11.2019 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, επειδή η εγγύηση δόθηκε χωρίς να υπάρχει η προς τούτο απαιτούμενη, κατά το άρθρο 14 του καταστατικού, απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων της, καθώς επίσης, επειδή η εγγύηση συνιστούσε υπέρβαση του εταιρικού σκοπού της.
Μετά την απόρριψη και του λόγου αυτού πρωτοδίκως, η τέταρτη αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της κατά της απόφασης αυτής, επανέφερε τον παραπάνω λόγο ανακοπής μόνο κατά το δεύτερο σκέλος, παραπονούμενη για την απόρριψή του σκέλους αυτού (της υπέρβασης του εταιρικού σκοπού) και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το σκέλος αυτό, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο παραπάνω λόγος της ανακοπής (κατά το μεταβιβαζόμενο κατ' έφεση δεύτερο σκέλος του), είναι καταρχάς αόριστος, αφού δεν περιγράφεται στην ανακοπή ο σκοπός της τέταρτης ανακόπτουσας, ούτε και πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία η εγγύηση θα ήταν ξένη προς τον σκοπό αυτό...Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος (κατά το δεύτερο σκέλος του) είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η παροχή εγγύησης από την τέταρτη ανακόπτουσα υπέρ της τρίτης ανακόπτουσας...
συνιστούσε στην προκειμένη περίπτωση υπέρβαση του εταιρικού σκοπού της τέταρτης ανακόπτουσας. Αντίθετα, μάλιστα, προέκυψε ότι η τέταρτη ανακόπτουσα (εγγυήτρια) και η τρίτη ανακόπτουσα (υπέρ ης η εγγύηση) βρίσκονταν σε στενή εμπορική συνεργασία και η εγγύηση δόθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας τους και εντός της όλης οικονομικής δραστηριότητας της εγγυήτριας - επομένως δεν ήταν εκτός του εμπορικού σκοπού της τελευταίας - αφού αμφότερες οι παραπάνω εταιρίες έχουν ως εταίρους τους δεύτερο και τρίτο των ανακοπτόντων (ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων), αδελφούς Δ.
Χ. και Σ. Χ. (η Ε.Π.Ε. έχει ως επιπλέον εταίρο και τη Μ. Χ., μητέρα των προαναφερομένων), καθώς επίσης αμφότερες οι εταιρίες έχουν ως διαχειριστή τον Σ. Χ. (στη Ο.Ε. διαχειριστής, ενεργώντας από κοινού ή χωριστά είναι και ο Δ. Χ.), ο δε Σ. Χ. ήταν αυτός μάλιστα που εκπροσώπησε την κάθε εταιρία και υπέγραψε για λογαριασμό της στην επίδικη σύμβαση αναγνώρισης χρέους.
Επομένως, ορθά κατ' αποτέλεσμα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε (σιωπηρά) τον παραπάνω τρίτο λόγο ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του-με αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης... και ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος ανακοπής είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, διότι η τέταρτη αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει στον λόγο αυτόν τον εταιρικό σκοπό της, ούτε επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη, είτε γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού της από τον διαχειριστή της δεύτερο αναιρεσείοντα, κατά την σύναψη του ιδιωτικού συμφωνητικού, είτε όφειλε να τη γνωρίζει.
Συνεπώς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αν και με ελλιπή αιτιολογία, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και γι' αυτό, αφού συμπληρωθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο κατά την ελλιπή αιτιολογία της, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η τέταρτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ανωτέρω από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο απόρριψης ως απαραδέκτου του τρίτου, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγου ανακοπής. Μετά την απόρριψη του λόγου αυτού καθίσταται αλυσιτελής και συνεπώς είναι αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η τέταρτη αναιρεσείουσα πλήττει την επικουρική αιτιολογία απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμου του ιδίου τρίτου κατά το δεύτερο σκέλος λόγου ανακοπής, αφού την απόρριψη του λόγου αυτού στηρίζει αυτοτελώς η κύρια αιτιολογία απόρριψής του ως απαράδεκτου, η οποία δεν επλήγη αποτελεσματικά με τον απορριφθέντα τέταρτο λόγο αναίρεσης.
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση(ΑΠ 80/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 666/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, "Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί.
Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που περιέχει τη μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο.
Αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα". Η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και γι` αυτό ο καταλογισμός μπορεί να ρυθμιστεί διαφορετικά, με συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ρητή ή σιωπηρή, είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή (ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1342/2022). Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης, όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 ΑΚ, αλλά κατά τη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 του ιδίου Κώδικα(ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1147/2020), αυτός δε, που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού, αποδεικνύει αυτήν (ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1147/2020).
Έτσι υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογιστεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1093/2017).
Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α` του άρθρου 422 ΑΚ μονομερές προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β` του ίδιου άρθρου κριτήρια, κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ.
β` του άρθ. 422 ΑΚ (ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 666/2020), το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, όχι μόνο, όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1147/2020). Έτσι, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν ο εναγόμενος οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, ισχυρισθεί, κατ` ένσταση, ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη.
Ο δανειστής, αποδεχόμενος την καταβολή, αμυνόμενος, μπορεί, κατ` αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, στην περίπτωση δε αυτή, ο δανειστής, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται, είναι υποχρεωμένος ν` αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα.
Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνων σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε, είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού μονομερούς δικαιώματος επιλογής, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.
β` ΑΚ σειρά (ΑΠ 559/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 666/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι οι τρείς πρώτοι τούτων είχαν εμπορική συνεργασία με την αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της από 21.2.2005 σύμβασης δικαιόχρησης και ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, η αναιρεσίβλητη συνέχισε να τους προμηθεύει εμπορεύματα και μετά την σύναψη της από 30.11.2009 σύμβασης αναγνώρισης χρέους και οι ίδιοι να προβαίνουν σε καταβολές προς αυτήν.
Οι αναιρεσείοντες περιέλαβαν στο κείμενο του παραπάνω λόγου της ανακοπής τον πίνακα που αναφέρθηκε ανωτέρω στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και με βάση το ιστορικό αυτό ισχυρίσθηκαν ότι, όπως προέκυπτε από τις καταβολές του πίνακα αυτού, οι ίδιοι είχαν εξοφλήσει, και μάλιστα εντός του επόμενου έτους από εκείνο της κατάρτισης της από 30/11/2009 σύμβασης αναγνώρισης χρέους, την απαίτηση της καθ' ης από τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες προσέβαλλαν την απόρριψη αυτή με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο έφεσης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει τον πρώτο λόγο ανακοπής ως απαράδεκτο, εξετάζοντας ακολούθως τον πρώτο λόγο ανακοπής, τον απέρριψε κατά παραδοχή αντένστασης της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη δεν αρνήθηκε καθεαυτές τις καταβολές των εκκαλούντων, που περιγράφονται στον πίνακα της ανακοπής, πλην όμως ισχυρίσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της (και επαναλαμβάνει κατ' έφεση), ότι οι καταβολές αυτές δεν αφορούσαν το επίδικο αλλά άλλα ληξιπρόθεσμα χρέη των εκκαλούντων και ειδικότερα χρέη από μεταγενέστερες (της αναγνώρισης του επίδικου χρέους) παραγγελίες εμπορευμάτων προς την εφεσίβλητη από τον 12ο/2009 μέχρι και το έτος 2013, οι οποίες είναι αυτές που κατ' έτος αναφέρονται και από την ίδια την εφεσίβλητη στο δικόγραφο της ανακοπής.
Οι εκκαλούντες, από τη μεριά τους, ισχυρίσθηκαν εμμέσως με την ανακοπή και την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους και ήδη σαφέστερα με την έφεση, ότι οι καταβολές τους αφορούσαν και απόσβεσαν χρονικά το παλαιότερο χρέος, που ήταν εκείνο από την αναγνώριση χρέους. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς, εκείνος της εφεσίβλητης εκτιμάται ως αντένσταση στην ένσταση εξόφλησης των εκκαλούντων και εκείνος των εκκαλούντων ως επαντένσταση στην αντένσταση της εφεσίβλητης.
Η αντένσταση της εφεσίβλητης είναι ουσιαστικά βάσιμη, αφού, μάλιστα, καθεαυτή την ύπαρξη των άλλων ως άνω χρεών ομολογούν και οι ίδιοι οι εκκαλούντες στο δικόγραφο της ανακοπής, όπου και παραθέτουν τα ποσά κατ' έτος των παραγγελιών τους προς την εφεσίβλητη στον εκεί πίνακα. Η επαντένσταση όμως των εκκαλούντων, την οποία αρνείται η εφεσίβλητη, δεν είναι ουσιαστικά βάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος καταλογισμού των καταβολών των εκκαλούντων στο επίδικο χρέος.
Αντίθετα, εκείνο που προέκυψε είναι ότι οι καταβολές των εκκαλούντων από τον 12ο/2009 και μετέπειτα, που αναφέρονται στην ανακοπή, γίνονταν με τη βούληση των ιδίων (όχι για το επίδικο χρέος αλλά) για τα άλλα παραπάνω χρέη τους προς την εφεσίβλητη. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι εκκαλούντες δεν είχαν ορίσει ότι οι καταβολές τους θα γίνονταν στα άλλα χρέη, η εφεσίβλητη, πάντως, σε εκείνα καταλόγιζε τις καταβολές τους και οι εκκαλούντες δεν προέβαλαν αντιρρήσεις και σιωπηρά είχαν συμφωνήσει τότε στον καταλογισμό αυτόν.
Τα παραπάνω συμπεράσματα ενισχύονται επιπλέον και από το γεγονός, ότι οι καταβολές για την εξόφληση του χρέους από τη σύμβαση αναγνώρισης είχαν οριστεί με την ίδια σύμβαση ως συγκεκριμένες και σε δόσεις και μάλιστα, με μετρητά ή επιταγές και δεν επρόκειτο γενικά για καταβολές οποτεδήποτε και οποιουδήποτε ποσού στη διάρκεια των ετών συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων.
Με βάση τα προεκτιθέμενα, η ανακοπή, ως προς τον πρώτο λόγο της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το κύριο, το επικουρικό και το επικουρικότερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την επάλληλη αιτιολογία της, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η επαντένσταση τους, στην οποία ισχυρίστηκαν ότι, οι αναφερόμενες στον πρώτο λόγο ανακοπής τους καταβολές τους προς την αναιρεσίβλητη, που έγιναν μετά τη σύναψη του από 30/11/2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, καταλογίστηκαν, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 422 Α.Κ.
στο χρέος τους, που προέκυπτε από το συμφωνητικό αυτό, καθόσον εσφαλμένα έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι υπήρχε σιωπηρά συναφθείσα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων οι καταβολές αυτές να καταλογίζονται στο χρέος της τρίτης αναιρεσείουσας από τη συνεχιζόμενη λειτουργία της σύμβασης δικαιόχρησης, που τη συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, προβάλλοντας οι αναιρεσείοντες τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεων των ιδίων και της αναιρεσίβλητης για τη σύναψη της σιωπηρής αυτής συμφωνίας, "επειδή (το Εφετείο) παρέλειψε να εφαρμόσει τους κανόνες περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών" και "σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι προέβη τελικώς σε ερμηνεία, ουδέν πραγματικό στοιχείο παρέθεσε από το οποίο να προκύπτει η εφαρμογή των άρθρων 173 και 200ΑΚ" (κύριο σκέλος του λόγου αναίρεσης), άλλως, εφ' όσον θεωρηθεί ότι αποτελεί προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.
η αναφορά στην απόφαση ότι με το από 30/11/2009 ιδιωτικό συμφωνητικό οι καταβολές, που είχαν οριστεί με αυτό συμφωνήθηκε να γίνουν σε συγκεκριμένες δόσεις και δεν επρόκειτο γενικά για καταβολές οποτεδήποτε και οποιουδήποτε ποσού, προβάλλουν τις αιτιάσεις της ευθείας παραβιάσεως των ιδίων διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (επικουρικό σκέλος του λόγου αναίρεσης) και της εκ πλαγίου παραβίασης αυτών (επικουρικότερο σκέλος του λόγου αναίρεσης).
Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, τόσο κατά το κύριο όσο και κατά τα επικουρικά σκέλη του, είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σε αυτόν ότι το Εφετείο, κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, δια των οποίων δέχεται ότι συνήφθη η σιωπηρή συμφωνία καταλογισμού των καταβολών στις οφειλές της τρίτης αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη από τη σύμβαση δικαιόχρησης, διαπίστωσε έστω και εμμέσως κενό ή αμφιβολία, ώστε να υπάρχει ανάγκη να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 Α.Κ.
Σε κάθε περίπτωση, από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σιωπηρή συμφωνία για τον καταλογισμό των καταβολών, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, και ειδικότερα, στη περιγραφόμενη συμπεριφορά αυτών, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη καταλόγιζε τις επίμαχες καταβολές σε άλλα (μη επίδικα) χρέη και οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν αντιρρήσεις, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών ερμηνεύοντας την εν λόγω συμπεριφορά, η πιο πάνω δε κρίση του δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των άνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).
Το γεγονός ότι, στη συνέχεια, το Εφετείο προς επίρρωση του ανωτέρω σαφούς πορίσματός του διατυπώνει και το επιχείρημα, ότι οι καταβολές για την εξόφληση του χρέους από τη σύμβαση αναγνώρισης είχαν οριστεί με την ίδια σύμβαση ως συγκεκριμένες και σε δόσεις και μάλιστα, με μετρητά ή επιταγές και δεν επρόκειτο γενικά για καταβολές οποτεδήποτε και οποιουδήποτε ποσού στη διάρκεια των ετών συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, δεν υποδηλώνει, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, ερμηνευτική προσέγγιση της κατάρτισης της σιωπηρής αυτής σύμβασης και του περιεχομένου της, ως έμμεση παραδοχή της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κύρια αιτιολογία απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ανωτέρω επαντένστασής τους, δια της οποίας αιτιολογίας έγινε δεκτό ότι οι καταβολές των αναιρεσειόντων από τον μήνα Δεκέμβριο του 2009 και εφεξής γινόταν με τη βούλησή τους όχι στο επίδικο χρέος αλλά στα χρέη της τρίτης αναιρεσείουσας από τη σύμβαση δικαιόχρησης, προβάλλοντας την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 422 Α.Κ.
λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας των ειδικότερων συνθηκών κάτω από τις οποίες εχώρησε από τους αναιρεσείοντες ο ανωτέρω μονομερής προσδιορισμός από αυτούς του χρέους, στο οποίο έπρεπε να καταλογισθεί κάθε καταβολή (κύριο σκέλος του λόγου αναιρέσεως) και την από τους αρ. 1 και 19 του ιδίου άρθρου του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
κατά την ερμηνεία της μονομερούς δήλωσης βουλήσεώς τους για προσδιορισμό του χρέους, στο οποίο έπρεπε να καταλογισθεί κάθε καταβολή. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό σκέλος του, μετά την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης, κατέστη αλυσιτελής και συνεπώς είναι αβάσιμος, γιατί την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ανωτέρω επαντένστασης των αναιρεσειόντων στηρίζει αυτοτελώς η ανωτέρω η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου (περί σιωπηρής συμφωνίας καταλογισμού), η οποία δεν επλήγη αποτελεσματικά με τον απορριφθέντα τρίτο λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος, είναι και αβάσιμος, γιατί η σαφής, επαρκής και χωρίς αντίφαση ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου ότι οι χρηματικές καταβολές των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη από τον μήνα Δεκέμβριο του 2009 και εφεξής γίνονταν, με τη βούλησή τους, όχι για το χρέος τους προς την αναιρεσίβλητη, που προερχόταν από το από 30/11/2009 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, αλλά για τα χρέη της τρίτης αναιρεσείουσας από την από 21/2/2005 σύμβαση δικαιόχρησης, που είχε συνάψει αυτή με την αναιρεσίβλητη, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι υπήρξε μονομερής προσδιορισμός από τους αναιρεσείοντες του χρέους, στο οποίο θέλουν να καταλογισθούν οι καταβολές αυτές και συνεπώς δικαιολογούν τη μη εφαρμογή του άρθρου 422 Α.Κ., το οποίο επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με την επαντένστασή τους, αφού ο μονομερής αυτός προσδιορισμός αποκλείει την εφαρμογή του, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη.
Συνεπώς το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο αυτό μη εφαρμόζοντάς το. Επίσης, σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος, είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σε αυτόν ότι το Εφετείο, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των αναιρεσειόντων περί μονομερούς προσδιορισμού του χρέους, στο οποίο θα γινόταν ο καταλογισμός των χρηματικών καταβολών τους, διαπίστωσε έστω και εμμέσως κενό, ώστε να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 Α.Κ., ενώ, ακόμα και αν κριθεί ορισμένος είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των αναιρεσειόντων για τον μονομερή αυτόν προσδιορισμό, δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως κενό, ώστε να υπάρξει ανάγκη να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 Α.Κ.
IV) Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2020 αίτηση των 1) Δ. Χ., 2) Σ. Χ., 3) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. και Δ.Λ. Χ. Ο.Ε." και 4) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Αφοι Χ. Ε.Π.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 5498/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ