Legislator Case Law & Legislation
913/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for misapplication of stamp duty law regarding debt recognition agreements.

Case Number 913/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment, finding a violation of substantive law regarding stamp duty obligations. The appellant argued that a debt recognition agreement arising from a terminated employment relationship did not require proportional stamping, while the lower court had incorrectly applied tax code provisions. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision and remitted the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12, 13, 14, 15, 62 of the Customs and Stamp Code; Article 2 of Law 2990/2002: A debt recognition agreement stemming from a terminated employment relationship is not subject to proportional stamp duty if it concerns the recognition of owed wages.

Keywords

AI generated
stamp duty law debt recognition agreement employment relationship appeal procedure substantive law violation remittal for retrial tax code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 12, 13, 14, 15, 62 of the Customs and Stamp Code
Article 2 of Law 2990/2002
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 913 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 913/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάσχο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 4) Β. Π. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 994/2019).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

ΑΠ 43/2005, ΑΠ 1567/2017, ΑΠ 1102/2008). Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014).

Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017). Αν το δικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 933/2011, ΑΠ 665/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔικ για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Έτσι, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (873 ΑΚ) ή σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρ. 361 ΑΚ) (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 60/2005).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).

Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.

Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 1086/12017, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρ. 437 ΑΚ) (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).

Περαιτέρω, στα άρθρα 12, 13 παρ. 1α, 14 παρ. 1 και 15 παρ. 1α του π.δ. της 28ης Ιουλίου 1931 "περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου" ορίζονται τα εξής: "Επί των συμβολαίων και των εγγράφων, των κατονομαζομένων εν τω επομένω άρθ. 13, το τέλος ορίζεται εις 3% της εν αυτοίς διαλαμβανομένης αξίας εις δραχμάς" (άρθρο 12), "Eις το κατά την παράγραφον 1 του προηγουμένου άρθρου 12 τέλος υπόκεινται: 1.α) Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτομένη είτε απ' ευθείας, είτε διά δημοσίου συναγωνισμού, ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφόσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε διά δημοσίου, είτε δι' ιδιωτικού καθ' οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου.

Eξαιρούνται: A.... B. Aι συμβάσεις, εξοφλήσεις και αποδείξεις, αίτινες, κατά ρητάς διατάξεις του παρόντος νόμου, υπόκεινται εις ελαφρότερον τέλος χαρτοσήμου (άρθρο 13 παρ. 1α), "Eπί των εμπορικών και λοιπών εγγράφων και πράξεων, των κατονομαζομένων εν τω επομένω άρθρω 15, το τέλος ορίζεται εις δύο επί τοις εκατόν (2%) της εν αυτοίς διαλαμβανομένης αξίας εις δραχμάς" (άρθρο 14 παρ. 1), "Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτομένη είτε απ`ευθείας, είτε διά δημοσίου συναγωνισμού μεταξύ εμπόρων, μεταξύ εμπόρου και εμπορικής εταιρίας πάσης φύσεως, μεταξύ εμπορικών εταιριών πάσης φύσεως, αφορώσα αποκλειστικώς εις την ασκουμένην υπ` αυτών εμπορίαν και μεταξύ τρίτου εν γένει και ανωνύμου εταιρίας ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφ` όσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε δια δημοσίου είτε δι` ιδιωτικού καθ` οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου.

Εξαιρούνται: Α) .... Β...." (άρθρο 15 παρ. 1α). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 51 παρ. 2 και 62 του ως άνω π.δ/τος συνάγεται ότι κάθε σύμβαση (εκτός απ' όσες εξαιρούνται ρητά) οποιουδήποτε αντικειμένου, εφόσον καταρτίζεται εγγράφως, υπόκειται σε αναλογικό τέλος κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1α (επί αστικών εγγράφων) και 14 και 15 παρ. 1α (επί εμπορικών εγγράφων).

Επίσης, στο ως άνω τέλος υπόκειται και κάθε εξόφληση συμβάσεως ή σχετική με τη σύμβαση απόδειξη, εφόσον καταρτίζονται εγγράφως. Ειδικά η χαρτοσήμανση των παρεπόμενων συμφώνων ρυθμίζεται από τα άρθρα 13 παρ. ε και 15 παρ. γ, επί αστικών και εμπορικών συμβάσεων αντίστοιχα, του ίδιου ΚΤΧ, από τα οποία προκύπτει, εκτός άλλων, ότι το παρεπόμενο σύμφωνο που καταρτίζεται με ξεχωριστό έγγραφο, εφόσον μεν υποβλήθηκε στο προσήκον αναλογικό τέλος η κυρία σύμβαση, υπόκειται μόνον σε πάγιο τέλος, ενώ, αντιθέτως, υποβάλλεται σε αναλογικό τέλος, αν η κυρία σύμβαση δεν υποβλήθηκε στο εν λόγω τέλος (βλ.

ΑΠ 553/2000). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι σε περίπτωση που προσκομιστεί το έγγραφο της υποκείμενης σε τέλος χαρτοσήμου σύμβασης στο δικαστήριο, χωρίς να έχει υποβληθεί στο τέλος αυτό, δεν επιτρέπεται να γίνει δεκτό (ΑΠ 1300/2012, ΑΠ 1667/1995). Με το άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 2873/2000 ορίστηκε ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και στα άρθρα 26 και 27 (που αφορούν στις άδειες κυκλοφορίας και στις μεταβιβάσεις οχημάτων), τα άρθρα 21 έως 29 του π.δ.

της 28ης Ιουλίου 1931 καταργούνται, με εξαίρεση το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 27 (που αφορά στην αναλογική χαρτοσήμανση ενόρκων βεβαιώσεων, όπου ομολογείται η λήψη χρηματικού ποσού) και την παράγραφο 9 του άρθρου 28 (που αναφέρεται στα τέλη της ποινικής διαδικασίας). Επίσης, ορίστηκε ότι, με την ίδια επιφύλαξη, καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από τις λοιπές διατάξεις τού ανωτέρω προεδρικού διατάγματος ή από άλλες διατάξεις, ότι δεν θίγονται μόνο τα τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15α του ανωτέρω π.δ/τος, που αφορούν στην αναλογική σήμανση συναλλαγματικών και γραμματίων σε διαταγή (που καταργήθηκαν στη συνέχεια με την κατωτέρω αναφερόμενη ΠΝΠ της 21.12.2001) και ότι η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι η χρήση κινητού επισήματος, για είσπραξη οποιουδήποτε αναλογικού ή παγίου τέλους χαρτοσήμου, καταργείται.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2990/2002 (Κύρωση της από 21 Δεκεμβρίου 2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου) από 1.1.2002 καταργούνται τα τέλη χαρτοσήμου που επιβάλλονται στις κατωτέρω περιπτώσεις: α) στις εξοφλήσεις κάθε είδους αποδοχών από μίσθωση εργασίας για απασχόληση με οποιαδήποτε μορφή και οπωσδήποτε αμειβόμενη, περιλαμβανομένων και των εκτός έδρας αποζημιώσεων ή εξόδων κίνησης, β) στις εξοφλήσεις κάθε είδους αμοιβών για απασχόληση με οποιαδήποτε νομική σχέση που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης ως προς τους όρους απασχόλησης ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη, περιλαμβανομένων και των εκτός έδρας αποζημιώσεων ή εξόδων κίνησης, γ)..., δ) στις εξοφλήσεις αποζημιώσεων από εργατικό ατύχημα ή λόγω λύσης της σχέσης εργασίας".

Με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2990/2002 καταργήθηκαν τα τέλη χαρτοσήμου μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες σ' αυτές περιπτώσεις, ενώ άλλα τέλη χαρτοσήμου, που δεν αφορούν τις περιπτώσεις αυτές, δεν θίγονται και εξακολουθούν να επιβάλλονται, όπως και πριν την έναρξη ισχύος των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, η υπό στοιχ.

α' περίπτωση αφορά αποδοχές και αμοιβές προσώπων που έχουν προσληφθεί με μίσθωση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ορισμένου ή αόριστου χρόνου), κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 648 επ του ΑΚ, ενώ η υπό στοιχ. β'περίπτωση αφορά αποδοχές και αμοιβές προσώπων από οποιαδήποτε νομική σχέση, κυρίως σύμβαση έργου, που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης ως προς τους όρους απασχόλησης ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη.

Η κατάργηση του τέλους χαρτοσήμου αφορά γενικά τις αποδοχές, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού τους, έστω και αν καταβάλλονται πέραν του ορίου που προβλέπει ο νόμος ή οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Έτσι, στην έννοια των αποδοχών της πρώτης περίπτωσης εμπίπτουν κάθε είδους παροχές (μισθός, υπερωριακή ή πρόσθετη αμοιβή, επιδόματα κλπ), τις οποίες λαμβάνει ο μισθωτός ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτόν εργασίας.

Και οι δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις αφορούν σχέσεις που βρίσκονται εκτός του πεδίου του ΦΠΑ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του ν. 1642/1986 "Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλες διατάξεις", όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 1676/1986 και ισχύει μετά από κωδικοποίηση των διατάξεων με το ν. 2859/2000, αντικείμενο του φόρου είναι:

α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στην ελληνική επικράτεια, από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, β) η εισαγωγή αγαθών στην ελληνική επικράτεια. Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 εδ.β` του ίδιου νόμου (άρθρο 63 ν. 2859/2000), από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις "για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα του σύμφωνα ...", στην παράγραφο δε 1 του άρθρου 57 ορίζονται τα εξής: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις :

α) ... β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενά τους σύμφωνα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής στις περιπτώσεις "του παρεπόμενου συμφώνου", που απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής τελών χαρτοσήμου, περιλαμβάνεται και η αναγνώριση οφειλής από συναλλαγή υποκείμενη σε αναλογικό Φ.Π.Α.

που αποτελούσε και τη γενεσιουργό αιτία της αναγνώρισης, αφού διαφορετικά θα υπέκειτο περίπτωση ανεπιθύμητης για το νομοθέτη διπλής φορολόγησης (ΑΠ 713/2012). Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, σε τέλη υπόκεινται κατά κανόνα τα έγγραφα περί συνάψεως των συμβάσεων (ΣτΕ 124/2014, 3178-3179/2013, 190/2009) και όχι απλώς οι συνομολογούμενες συμβάσεις (ΣτΕ 1966/1998, 1368/1989).

Επομένως, για την υποχρέωση χαρτοσήμανσης μιας σύμβασης απαιτείται αφενός να πρόκειται για σύμβαση υποκείμενη σε αναλογικό τέλος, αφετέρου δε να αποτυπώνεται η κατάρτιση αυτής σε έγγραφο, β) Με το άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 2873/2000, καταργήθηκε από 1.1.2001 το κινητό επίσημα, αλλά και το πάγιο τέλος χαρτοσήμου, ως τρόπος εισπράξεως δημοσίων εσόδων, πλην, όμως, παρέμεινε σε ισχύ το αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, που αφορά και τις προαναφερθείσες συμβάσεις, εξοφλήσεις και αποδείξεις των άρθρων 13 παρ. 1α και 15 παρ. 1α του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, γ) Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2990/2002 καταργήθηκαν από 1.1.2002, μεταξύ άλλων, τα τέλη χαρτοσήμου που επιβάλλονταν στις εξοφλήσεις κάθε είδους αποδοχών από μίσθωση εργασίας για απασχόληση με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και στις εξοφλήσεις αποζημιώσεων λόγω λύσης της σχέσης εργασίας.

Η κατάργηση δεν αφορά μόνο την πλήρη εξόφληση αποδοχών, αλλά και κάθε σχετικό με τη σύμβαση εργασίας έγγραφο, που έχει ως αντικείμενο ακόμη και μερική εξόφληση των εν λόγων αποδοχών, δ) Η εγγράφως καταρτιζόμενη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 361 ΑΚ) υπόκειται κατ' αρχήν σε τέλος χαρτοσήμου κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1α ή 15 παρ. 1α του κώδικα χαρτοσήμου.

Σε περίπτωση, όμως, που η σύμβαση αυτή έχει ως γενεσιουργό αιτία σύμβαση μισθώσεως εργασίας (της οποίας αποτελεί παρεπόμενο σύμφωνο) και αντικείμενο την αναγνώριση κάθε είδους αποδοχών από την εν λόγω εργασιακή σχέση ή αποζημίωση λόγω λύσεως αυτής, με ταυτόχρονη μερική εξόφληση των οφειλόμενων αποδοχών, στο πλαίσιο καθορισμού τμηματικής καταβολής αυτών σε δόσεις, δεν υπόκειται από 1-1-2002 σε τέλος χαρτοσήμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 06-09-2011 έγγραφο "συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους-τμηματικής αποπληρωμής", που καταρτίστηκε μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσείοντος) και της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας (πρώτης αναιρεσίβλητης, της οποίας οι λοιποί αναιρεσίβλητοι είναι ομόρρυθμα μέλη), συμφωνήθηκαν τα εξής: 1) ότι ένεκα της εργασιακής σχέσης του πρώτου των συμβαλλομένων με τη δεύτερη αυτών, από την οποία απολύθηκε,...

υφίσταται οφειλόμενο υπόλοιπο ποσού 19.500 ευρώ, το οποίο οφείλει να καταβάλει συμβαλλόμενη εταιρία σε αυτόν, 2) ότι το ως άνω ποσό αποτελεί το συνολικά οφειλόμενο εκ πάσης αιτίας οφειλόμενο από την ομόρρυθμη εταιρία στον καθ' ου η ανακοπή ποσό, πέραν του οποίου δηλώνεται ότι ουδέν οφείλεται, 3) ότι κατά την συμφωνία των μερών, η ομόρρυθμη εταιρία ανέλαβε την καταβολή του ποσού ως ακολούθως:

α) ποσό 1.500 ευρώ κατά την υπογραφή του συμφωνητικού, ποσό 500 ευρώ στις 14-09-2011 και ποσό 1.165 ευρώ στις 25-09-2011 και β) ποσό 3.265 ευρώ στις 25-10-2011, 25-11-2011, 25-12-2011, 25-012012 και 25-02-2012, 4) ότι τα ανωτέρω ισχύουν εφόσον η συμβαλλόμενη εταιρία είναι συνεπής στην καταβολή των χρηματικών ποσών κατά τις ανωτέρω ημερομηνίας και 5) ότι στις 07-09-2011 ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, θα λάβει χώρα επίλυση της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και ο πρώτος συμβαλλόμενος θα προχωρήσει σε δήλωση ότι η υπόθεση έχει επιλυθεί με την επιφύλαξη τηρήσεως των όρων του συμφωνητικού και ότι ουδέν πέραν των αναφερόμενων σε αυτό δικαιούται από οποιαδήποτε αιτία (εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία κ.λ.π,) καθώς και ότι ο πρώτος συμβαλλόμενος οφείλει εντός δύο ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού να επιστρέψει στη δεύτερη συμβαλλόμενη ένα ταχύμετρο ιδιοκτησίας της".

Σε εκτέλεση του συμφωνητικού η ανακόπτουσα εταιρία κατέβαλε στον καθού η ανακοπή: α) στις 06-09-2011 το ποσό των 1.500 ευρώ, β) στο χρονικό διάστημα από 06-09-2011 έως 18-11-2011 το ποσό των 500 ευρώ, προς εξόφληση της καταβλητέας στις 14-09-2011 δόσης και το ποσό των 600 ευρώ προς εξόφληση μέρους της καταβλητέας στις 25-09-2011 δόσης, χωρίς έκτοτε να είναι συνεπής στην καταβολή των δόσεων.

Ακολούθως, ο καθ' ου η ανακοπή-δανειστής, υπέβαλε προς τον Ειρηνοδίκη Τρικάλων την από 30-09-2013... αίτησή του κατά των ήδη ανακοπτόντων (αναιρεσιβλήτων), για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Στην αίτησή του αυτή εξέθετε το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, το οποίο προσκόμισε, δηλαδή την από 06-09-2011 σύμβαση αναγνώρισης χρέους - τμηματικής αποπληρωμής, επικαλούμενος ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ιδρύθηκε με αυτή αφ' εαυτής ενοχική υποχρέωση οφειλής της ανακόπτουσας εταιρίας, καθώς και τα λοιπά αναφερόμενα, νομιμοποιητικά της καθ' ης η αίτηση εταιρίας έγγραφα.

Με βάση τα παραπάνω έγγραφα, η Ειρηνοδίκης Τρικάλων δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την απαίτηση του αιτούντος...καθ' ου η ανακοπή και εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 119/2013 διαταγή πληρωμής, με την οποία οι καθ' ων η αίτηση, και ήδη ανακόπτοντες, διατάχθηκαν να καταβάλουν στον αιτούντα, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό κεφαλαίου των 16.900 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της λήξεως της προθεσμίας για την καταβολή εκάστης των δόσεων...

καθώς και ποσό 534 ευρώ για δικαστικά έξοδα.... Ως προκύπτει από το περιεχόμενο του από 06-09-2011 συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους και τμηματικής αποπληρωμής, καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και του καθ' ου η ανακοπή αιτιώδης αναγνώριση χρέους,... υπό την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία αποτελεί, κατά τη σαφή βούλησή τους, αυτοτελή βάση ενοχής.

Το αιτιώδες εξάγεται από την αναφορά της αιτίας, δηλαδή την μεταξύ τους εργασιακή σχέση και τη λύση αυτής. Η βούληση των συμβαλλομένων, η σύμβαση δηλαδή αυτή να μην αποτελεί απλώς επιβεβαίωση προϋπάρχουσας ενοχής ή εξώδικη ομολογία οφειλής, αλλά να ιδρυθεί νέα ενοχική σχέση, συνάγεται, αναμφίβολα, από το περιεχόμενο της σύμβασης, η διαμόρφωση του οποίου δεν θα ήταν απαραίτητη σε διαφορετική περίπτωση, αλλά και από το γεγονός ότι τούτο επικαλείται στην υποβληθείσα προς έκδοση διαταγής πληρωμής αίτηση του καθ' ου η ανακοπή.

Η με αριθμό 119/30-01-2013 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Τρικάλων, εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω αναφερόμενη από 06-09-2011 σύμβαση αναγνώρισης χρέους. Όπως προκύπτει από την ίδια την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και δεν αμφισβητείται από τον καθ' ου η ανακοπή, το παραπάνω ιδιωτικό έγγραφο που προσκομίσθηκε για την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής δεν είχε υποβληθεί εξ αρχής στο αναλογικό τέλος χαρτοσήμου 3%, αλλά ούτε εκ των υστέρων κατά την προσαγωγή του στο δικαστήριο υποβλήθηκε στο ως άνω αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1α του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, αν και αποτελεί μεταξύ της ανακόπτουσας και του καθ' ου η ανακοπή συναφθείσα σύμβαση, καταρτισθείσα με ιδιωτικό έγγραφο.

Η διάταξη του άρθρου 2 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου 288/21-12-2001 (η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2990/2002), με την οποία καταργήθηκαν τα τέλη χαρτοσήμου που επιβάλλονται στις κατωτέρω περιπτώσεις: α) στις εξοφλήσεις κάθε είδους αποδοχών από μίσθωση εργασίας για απασχόληση με οποιαδήποτε μορφή και οπωσδήποτε αμειβόμενη, περιλαμβανομένων και των εκτός έδρας αποζημιώσεων ή εξόδων κίνησης, β) στις εξοφλήσεις κάθε είδους αμοιβών για απασχόληση με οποιαδήποτε νομική σχέση που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης ως προς τους όρους απασχόλησης ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη, περιλαμβανομένων και των εκτός έδρας αποζημιώσεων ή εξόδων κίνησης, γ). . .

και δ) στις εξοφλήσεις αποζημιώσεων από εργατικό ατύχημα ή λόγω λύσης της σχέσης εργασίας, δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω, διότι αφενός πρόκειται περί κατάρτιση συμβάσεως με αυτοτελή βάση ενοχής, που ιδρύει νέα ενοχή και αφετέρου o καθορισμός του τρόπου εξοφλήσεως, δεν ισοδυναμεί με εξόφληση, η οποία και δεν έλαβε χώρα.

Περαιτέρω, ενόψει του ότι για την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά) αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο και πρέπει αυτά να είναι έγκυρα, έπεται ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφενός μεν άλλα αποδεικτικά μέσα (λ.χ. μάρτυρες) και αφετέρου αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν του όρους του νόμου...., απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του καθ' ου η ανακοπή.

Ως εκ τούτου το ανωτέρω ιδιωτικό έγγραφο αναγνώρισης χρέους, δεν αποτελούσε νόμιμο αποδεικτικό μέσον, ώστε να ληφθεί υπόψη ως έγγραφο από την Ειρηνοδίκη που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής. Αφού λοιπόν δεν συνέτρεχε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής η προς τούτο απαραίτητη προϋπόθεση της αποδείξεως εγγράφως της προς πληρωμή απαιτήσεως, ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο αυτοί προέβαλαν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής λόγω μη χαρτοσήμανσης του πιο πάνω εγγράφου αναγνώρισης χρέους, δέχθηκε την έφεσή τους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε την ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος τους διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12, 13 παρ.1α, 14, 15 παρ.1α και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου (βλ. ΑΠ 1855/2009, ΑΠ 1857/2009, ΑΠ 1667/1995) και 2 του ν. 2990/2002, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ του αναιρεσείοντος (καθού η ανακοπή) και της πρώτης αναιρεσίβλητης (πρώτης ανακόπτουσας) σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους α) έχει ως γενεσιουργό αιτία την προϋφισταμένη μεταξύ τους και στη συνέχεια λυθείσα εργασιακή σχέση και β) αντικείμενο αυτής είναι η αναγνώριση οφειλόμενων αποδοχών προς τον αναιρεσείοντα από την εν λόγω εργασιακή σχέση συνολικού ποσού 19.500 ευρώ, με παράλληλη συμφωνία τμηματικής καταβολής των οφειλομένων σε δόσεις και ταυτόχρονη εξόφληση της πρώτης εξ αυτών ποσού 1.500 ευρώ και, συνεπώς, ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να χαρτοσημάνει αναλογικά το ένδικο από 6-9-2011 έγγραφο "συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους - τμηματικής αποπληρωμής", το οποίο αποτελεί παρεπόμενο σύμφωνο της προαναφερόμενης εργασιακής σχέσης. Επομένως, εγκύρως εκδόθηκε με βάση το εν λόγω συμφωνητικό η ένδικη διαταγή πληρωμής και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτίαση, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 108/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ