Supreme Court dismisses appeal on protest against promissory note due to improper evidence admissibility in credit title proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the promissory note issuer against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellants argued that the lower court improperly considered unsigned, undated, and non-stamped private documents regarding their business transactions. The court ruled that in credit title proceedings, judges have the discretion to consider such irregular documents without violating evidence rules, thereby rejecting the procedural complaints.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 12, 14, 22, 28 of Law 5960/1933; Articles 632, 633 of the Code of Civil Procedure; Article 650(1) of the Code of Civil Procedure: In proceedings concerning credit titles, courts may freely consider evidence not meeting strict legal formalities, and appeals based on violations of evidence rules regarding such documents are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 651 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aπόφαση 651/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. της ομόρρυθμης εταιρείας με έδρα τα ... υπό την επωνυμία "Ι. Χ. - Κ. Π. Ο.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης, 2. Χ. Ι. του Σ., κατοίκου ... και 3. Π. Κ. του Α., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ζαχαριάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χαραμίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Αυγούστου 2005 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2174/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία εκδόσεως της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ.
ΑΚ), επειδή η αιτία εκδόσεως της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρεώσεως από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (αρθρ. 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου χωρίς νόμιμη αιτία την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό.
Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση" στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 12-7-2006 έφεσης των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 209/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που απέρριψε, την από 20-9-2005 ανακοπή τους κατά της υπ' αριθμ. 48/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε με βάση τραπεζικές επιταγές, και κρίνοντας επί των λόγων της ανακοπής, περί του ότι αυτές καλύπτουν ανύπαρκτο χρέος τους προς τον καθού, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: " Ο καθού η ανακοπή (αναιρεσίβλητος) διατηρεί από πολλά χρόνια τυροκομείο στη ...
και εμπορεύεται τα προϊόντα παραγωγής του. Ο δεύτερος των ανακοπτόντων (δεύτερος αναιρεσείων) Χ. Ι. του Σ. από το 1998 έως τον Μάρτιο του 2004 εργαζόταν στην επιχείρηση του καθού απασχολούμενος αποδοτικά σε όλους τους τομείς αυτής. Παράλληλα το έτος 1999 είχε ανοίξει κατάστημα εμπορίας τυριών επ' ονόματι του στα ..., στο οποίο διέθετε τυριά παραγωγής του καθού.
Τον Μάρτιο του 2004 συστήθηκε η πρώτη ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρία (πρώτη αναιρεσείουσα) από τους λοιπούς ανακόπτοντες (δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων), με σκοπό την εμπορία τυροκομικών προϊόντων και η νεοσύστατη αυτή εταιρία πέραν του άνω καταστήματος που λειτουργούσε πλέον επ' ονόματι της αγόρασε από τον καθού το ευρισκόμενο στην ...
υποκατάστημα πώλησης τυροκομικών, που διατηρούσε εκείνος, ο οποίος πλέον άρχισε να προμηθεύει με τα τυριά της παραγωγής του την εν λόγω εταιρία, η οποία αρχικά διέθετε στα δύο καταστήματα της μόνο τυροκομικά παραγωγής του καθού. Η πληρωμή των απαιτήσεων του καθού η ανακοπή από τις πωλήσεις προϊόντων του προς την πρώτη ανακόπτουσα, γινόταν από αυτή τμηματικά, είτε με μετρητά, είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της, οι οποίες δίδονταν χάριν καταβολής και πληρώνονταν κατά τον φερόμενο χρόνο έκδοσης τους.
Οι καταβολές γίνονταν από την πρώτη ανακόπτουσα συνήθως έναντι της οφειλής της, αλλά μερικές φορές δόθηκαν επιταγές που υπερκάλυπταν τις οφειλές της πρώτης ανακόπτουσας. Για ήδη υπάρχουσες απαιτήσεις του καθού η ανακοπή από πωλήσεις προϊόντων προς την πρώτη ανακόπτουσα, εκείνη εξέδωσε τις με αριθμούς ..., ...
και ... επιταγές, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 10-6-2005, την 30-6-2005 και 30-7-2005, αντίστοιχα, ποσού 10.000 ευρώ κάθε μία από τις δύο πρώτες και 15.000 ευρώ η τρίτη από αυτές. Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν εις διαταγήν του καθού η ανακοπή και ήταν πληρωτέες από τον με αριθμό ... λογαριασμό που η εταιρία τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., παραδόθηκαν δε σ' αυτόν αρχές Ιανουαρίου του έτους 2005.
Ο τελευταίος, στις 4-1-2005, μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου τις δύο πρώτες από τις παραπάνω επιταγές στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και την τρίτη από αυτές στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. Επειδή, όμως, δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για την πληρωμή τους στο λογαριασμό της εκδότριας, τα σώματα των επιταγών επιστράφηκαν στον καθού η ανακοπή, ο οποίος και εμφάνισε τις επιταγές προς πληρωμή, στην ενεργούσα κατά ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
στις 5-7-2005, την πρώτη, στις 7-7-2005, τη δεύτερη και στις 8-8-2005, την τρίτη. Οι τίτλοι, όμως, δεν πληρώθηκαν, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας. Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων διακόπηκαν οριστικά στα μέσα Μαρτίου 2005 εξαιτίας διαφωνίας τους, η οποία δεν είχε σχέση με τις πληρωμές.
Οι ισχυρισμοί των ανακοπτόντων ότι η πρώτη από αυτούς έχει εξοφλήσει όλο το υπόλοιπο της οφειλής της προς τον καθού, το οποίο κατά τη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας ανέρχονταν σε 22.646,39 ευρώ και ότι οι ένδικες επιταγές εκδόθηκαν ως προκαταβολή για μελλοντικές πωλήσεις προϊόντων του καθού η ανακοπή οι οποίες τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν, δεν αποδείχθηκε απ' αυτούς, οι οποίοι έφεραν το βάρος της αποδείξεως.
Ειδικότερα, το δικαστήριο πείσθηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Σ. Π. του Η., ο οποίος είναι εξωτερικός λογιστής της επιχείρησης του καθού η ανακοπή, ότι οι εγγραφές υπό τις ενδείξεις "προηγ. υπόλοιπο και νέο υπόλοιπο" στα τιμολόγια πώλησης, που εξέδιδε ο καθού η ανακοπή για τις συναλλαγές του με την πρώτη ανακόπτουσα, δεν εκφράζουν το πραγματικό ανεξόφλητο υπόλοιπο των μεταξύ τους συναλλαγών, αλλά ότι το πραγματικό ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλής της αγοράστριας ανακόπτουσας εταιρίας προερχόμενο από συναλλαγές, για τις οποίες με συμφωνία των συμβαλλομένων διαδίκων δεν εκδίδονταν τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, η δε παραγγελία και παράδοση γίνονταν προφορικά χωρίς παραστατικά έγγραφα.
Ο μάρτυρας αποδείξεως Σ. Ι., πατέρας του δεύτερου από τους ανακόπτοντες, ερωτηθείς εάν γίνονταν συναλλαγές χωρίς παραστατικά, απάντησε αορίστως "δεν γνωρίζω να υπήρξαν συναλλαγές χωρίς τιμολόγια". Επομένως, το υπόλοιπο οφειλής της πρώτης ανακόπτουσας το οποίο εμφανίζεται στο τελευταίο τιμολόγιο, με αριθ. 4/7-4-2005 (στο οποίο καταγράφεται μόνο επιστροφή τυριού 423 ευρώ) και ανέρχεται σε 22.646,39 ευρώ, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες κατάθεση ποσού 11.000 ευρώ (κατά τους ισχυρισμούς της ανακοπής), που έγινε την 4-2-2005 από τον δεύτερο των ανακοπτόντων στον τηρούμενο από το Θ. Μ. λογαριασμό στην ALPHA BANK (κατάστημα ...), αφορούσε εξόφληση χρέους του καθού η ανακοπή προς τον Θ. Μ., ούτε με την εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας εξόφληση της υπ' αριθ. ...
μεταχρονολογημένης επιταγής ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέας εις διαταγήν του καθού από την Τράπεζα Πειραιώς, το υπόλοιπο οφειλής της προς τον καθού έχει μειωθεί κάτω από 35.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το επιδικασθέν με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής κεφάλαιο, το οποίο όπως ανωτέρω έγινε δεκτό, αφορά πραγματική οφειλή της πρώτης ανακόπτουσας.
Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι ανακόπτοντες, μολονότι κατά τους ισχυρισμούς της ανακοπής τους οι τρεις ένδικες μεταχρονολογημένες επιταγές δεν αφορούσαν καμιά συναλλαγή, δεν προέβησαν σε ανάκληση αυτών, παρόλο που οι φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης τους και συνεπώς ο χρόνος εμφάνισης και πληρωμής τους, επακολούθησε του χρόνου διακοπής της συνεργασίας μεταξύ τους, αφού, όπως αναφέρεται ανωτέρω, η μεν συνεργασία μεταξύ των διαδίκων διακόπηκε οριστικά τον Μάρτιο του 2005, οι δε επιταγές έφεραν ημερομηνίες έκδοσης 10-6-2005, 30-6-2005 και 30-7-2005".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού δέχθηκε, ότι και οι δύο λόγοι της ανακοπής, οι οποίοι θεμελιώνονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, στο ότι οι ένδικες επιταγές εκδόθηκαν για ανύπαρκτο χρέος τους προς τον καθού, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, ακολούθως απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή των αναιρεσίβλητων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, και είχε επικυρώσει την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Τα παραπάνω δεκτά γενόμενα ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι ένδικες τραπεζικές επιταγές, δεν εκδόθηκαν για ανύπαρκτη αιτία, αλλά τα ενσωματούμενα σ' αυτές ποσά κάλυπταν πιστωθέν τίμημα από πραγματοποιηθείσες πωλήσεις προϊόντων του καθού η ανακοπή προς την πρώτη ανακόπτουσα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς νομικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με το ζήτημα, αν οι επίδικες τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν για ανύπαρκτη αιτία, γεγονός καθοριστικό για την ενέργεια της ενοχής από τις επιταγές αυτές, τους κανόνες δε αυτούς δεν παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου με αντιφατικές οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα το Εφετείο, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, περιέλαβε στην απόφαση του, σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεχόμενο ότι οι επίδικες τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν αντί καταβολής του τιμήματος για πραγματοποιηθείσες πωλήσεις τυροκομικών προϊόντων του αναιρεσίβλητου προς την πρώτη αναιρεσείουσα, για τις οποίες δεν εκδόθηκαν παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια-δελτία αποστολής) και δεν είχαν εκδοθεί προς κάλυψη του τιμήματος για μέλλουσες να πραγματοποιηθούν μεταξύ των διαδίκων πωλήσεις τέτοιων προϊόντων, που δεν πραγματοποιήθηκαν, και επομένως η έκδοση των επιταγών αυτών έγινε για την πιο πάνω αιτία και όχι για αιτία που δεν επακολούθησε.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που πλήττεται μ' αυτόν η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 643 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ. 12 γ' του ν. 2479/1997, και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την άνω ειδική διαδικασία, λαμβάνει υπ" όψιν του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Έτσι, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα, αχαρτοσήμαντα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικόν τύπον, ανεξάρτητα από ποιον από τους διαδίκους προσκομίζονται, χωρίς να ιδρύονται συνεπεία τούτου οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α', και 12 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στο Εφετείο, η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη του επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα, α) την καρτέλα συναλλαγών "Χ.
Ι.-Π.Κ. Ο.Ε", η οποία δεν έφερε υπογραφή του εκδότη της και δεν ήταν νόμιμα χαρτοσημασμένη και β) φωτοαντίγραφο σελίδων τετραδίου στο οποίο δήθεν καταχωρούνταν οι μεταξύ τους συναλλαγές αγοραπωλησίας χωρίς νόμιμα παραστατικά, το οποίο, εκτός του ότι προσκομίζεται σε φωτοτυπία και όχι στο πρωτότυπο, δεν έφερε βεβαία χρονολογία, υπογραφή του συντάξαντος και ημεροχρονολογία εκδόσεως, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στο Εφετείο, η από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη του τα παραπάνω ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία δεν ανήκουν στα εμπορικά βιβλία του άρθρου 444 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να παράσχουν απόδειξη υπέρ του εκδότη τους (αναιρεσίβλητου), εφόσον δεν προσκομίσθηκαν από τον αντίδικο του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, κατά την άνω ειδική διαδικασία η οποία εφαρμόσθηκε και ενώπιον του Εφετείου, αφενός μεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων του ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων, αφετέρου δε κατά τη διαδικασία αυτή δεν υποχρεούται το δικαστήριο να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2174/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ