Legislator Case Law & Legislation
838/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of payment defense in construction contract dispute.

Case Number 838/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision in a construction contract dispute. The appellant argued the appellate court erred by accepting facts without proof and failed to address the appellant's payment defense regarding the contract's scope. The court ruled the appeal inadmissible because the appellate court's substantive findings on the contract's separability and the lack of proof for the payment claim were not arbitrary errors subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the acceptance of facts without proof is inadmissible if the lower court's substantive decision on the contract's scope and the burden of proof for payment defenses constitutes a non-reviewable exercise of judicial discretion.

Keywords

AI generated
construction contract payment defense scope of work appeal inadmissibility Code of Civil Procedure burden of proof substantive decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 838 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 838/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... της περιφερειακής ενότητας …….και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Κίτσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14799/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2686/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2686/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 14799/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30/12/2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 1287/2018).Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.

Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία .....έχει σύμφωνα με το καταστατικό της, ως σκοπό, μεταξύ άλλων, τις μελέτες βιομηχανιών (προγραμματισμό, σχεδιασμό, λειτουργία), συντάξεις και καταθέσεις φακέλων για την ένταξη επιχειρήσεων σε επιδοτούμενα εθνικά και κοινοτικά προγράμματα επιδοτήσεων, το σχεδιασμό, μελέτη, υποστήριξη συστημάτων διασφάλισης ποιότητας και, από το έτος 2011 και μετά, που τροποποιήθηκε το καταστατικό της, την εκπαίδευση προσωπικού επιχειρήσεων τροφίμων.....

Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) δραστηριοποιείται στον τομέα της εισαγωγής, εμπορίας, αντιπροσωπείας και τυποποίησης τροφίμων. Απευθύνθηκε στην ενάγουσα, προκειμένου να ενταχθεί σε πρόγραμμα επιδοτήσεων του επενδυτικού νόμου 3299/2004. Αντικείμενο του επενδυτικού σχεδίου ήταν η ίδρυση μονάδας κοπής και τυποποίησης κρέατος, παραγωγής κρεατοσκευασμάτων καθώς και μονάδας τεμαχισμού και ανασυσκευασίας κατεψυγμένων αλιευμάτων στην έδρα της εναγομένης ...

στο .... Στις 2-2-2008 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε. Α) τη μελέτη και υποβολή επενδυτικού σχεδίου προς χρηματοδότηση στο πλαίσιο του αναπτυξιακού νόμου 3299, και ειδικότερα: Α1) το συντονισμό συλλογής - έλεγχο δικαιολογητικών, Α2) την εκπόνηση οικονομοτεχνικής μελέτης - επιχειρηματικού σχεδίου, και Β) τη διαχείριση, οργάνωση και παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης και χρηματοδότησης του έργου, και ειδικότερα:

Β1) το σχεδιασμό και οργάνωση όλων των απαραίτητων διαδικασιών και εργασιών για την ομαλή εκτέλεση του προγράμματος, Β2) τη διαρκή ενημέρωση για τους όρους και τους κανόνες υλοποίησης, ώστε να επιτευχθεί η ομαλή χρηματοδότηση της επένδυσης, Β3) τη συμπλήρωση και υποβολή όλων των απαραίτητων εγγράφων, εντύπων, φακέλων, αιτήσεων κ.λ.π.

που απαιτούνται κατά την υλοποίηση του προγράμματος και Β4) τη συνεχή παρακολούθηση και έλεγχο της πορείας του έργου και των εκταμιεύσεων. Για τα έργα αυτά, που εκτελέστηκαν προσηκόντως, όπως συνομολογείται από την εναγόμενη, συμφωνήθηκε ως αμοιβή αφενός το ποσό των 5.980,00 ευρώ για τη διαμόρφωση και υποβολή του επενδυτικού σχεδίου, ....

και αφετέρου ποσοστό 5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού για τη διαχείριση και υποστήριξη του όλου έργου, που θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα μετά την εκταμίευση των επιδοτήσεων. Την 1-7-2009 καταρτίστηκε ανάμεσα στους διαδίκους δεύτερη σύμβαση έργου, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την εγκατάσταση συστήματος διασφάλισης ποιότητας, και ειδικότερα τη μελέτη, το σχεδιασμό, την εγκατάσταση και εκπαίδευση του προσωπικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας, σύμφωνα με το πρότυπο ..., για τη μονάδα κοπής και τυποποίησης κρέατος παραγωγής κρεατοσκευασμάτων και μονάδα τεμαχισμού και ανασυσκευασίας κατεψυγμένων αλιευμάτων.

Η υλοποίηση του έργου περιλάμβανε τα παρακάτω στάδια: 1) Αρχική μελέτη - διάγνωση προαπαιτούμενων GHP & GMP, 2) Εκπόνηση εγχειριδίου, οργανογράμματος, περιγραφών θέσεων εργασίας, 3) Διακριβώσεις οργάνων- μηχανολογικού εξοπλισμού 4) Μελέτη γραμμών παραγωγής, προϊόντων, ανάλυσης κινδύνων, 5) Μελέτη κρίσιμων σημείων ελέγχου (HACCP)-EK 852, άρθρο 5. 6) Κωδικοποίηση προϊόντων, μελέτη και εφαρμογή συστήματος ιχνηλασιμότητας - ΕΚ 178 άρθρο 18. 7) Προδιαγραφές προϊόντων (διατροφική αξία - αλλεργιογόνα - GMO). 8) Μελέτη συσκευασίας προιόντων - σημάνσεις - διατροφικές επισημάνσεις - διατροφικοί ισχυρισμοί - ΕΚ 1924. 9) Μελέτη διαχείρισης κρίσεων - διαδικασιών ανάκλησης. 10) Εκπαίδευση προσωπικού - εφαρμογή του συστήματος. 11) Επιθεώρηση - 1η ανασκόπηση του συστήματος - διορθωτικές ενέργειες. 12) Επιθεώρηση από το φορέα - απονομή πιστοποιητικού.

Ως αμοιβή του έργου αυτού, που εκτελέστηκε προσηκόντως, όπως συνομολογείται από την εναγομένη, συμφωνήθηκε το ποσό των 19.800,00 ευρώ,..... Για το έργο αυτό μάλιστα εκδόθηκε από την ενάγουσα και το υπ' αριθμ. 62/03-10-2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16%, 22.968,00 ευρώ. Την 1-7-2011 καταρτίστηκε ανάμεσα στους διαδίκους τρίτη σύμβαση έργου, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε τη μελέτη και εφαρμογή συστήματος ιχνηλασιμότητας της μονάδας επεξεργασίας κρέατος και παρασκευασμάτων με βάση το κρέας, έναντι αμοιβής ποσού 2.360,00 ευρώ (πέραν του ΦΠΑ), που συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ολοκλήρωση των εργασιών.

Για το έργο αυτό εκδόθηκε από την ενάγουσα το υπ' αριθμ. 63/3-10-2011 τιμολόγιο συνολικού ποσού μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16% 2.737,60 ευρώ. Στις 2-7-2011 καταρτίστηκε ανάμεσα στους διαδίκους τέταρτη σύμβαση έργου, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την υποστήριξη και την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου μονάδας μεταποίησης, που υποβλήθηκε στο πλαίσιο του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004, έναντι αμοιβής ποσού 22.600,00 ευρώ (πέραν του ΦΠΑ), που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά κατά την εξέλιξη των εργασιών.

Για το έργο αυτό εκδόθηκε από την ενάγουσα το υπ' αριθμ. 64/10-10-2011 τιμολόγιο συνολικού ποσού μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16%, 26.216,00 ευρώ. Στις 8-9-2008 η ενάγουσα υπέβαλε ηλεκτρονικά αίτημα υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου, κόστους 2.400.000,00 ευρώ, στο Ν. 3299/2004, μαζί με την οικονομοτεχνική μελέτη. Στις 15-11-2008 εκδόθηκε βεβαίωση επιλεξιμότητας του επενδυτικού σχεδίου από το Τμήμα Αξιολόγησης και Έγκρισης επενδυτικών Σχεδίων της Διεύθυνσης Έγκρισης και Ελέγχου Ιδιωτικών Επενδύσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για το επενδυτικό σχέδιο και στις 28-12-2010, με την υπ' αριθ. 60015/ΥΠΕ/5/01398/Ε/Ν.3299/04/28-12-2010 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β'753/06-05-2011, εγκρίθηκε η υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 της εναγομένης επιχείρησης για την ενίσχυση του επενδυτικού σχεδίου με το κίνητρο της επιχορήγησης, συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης ποσού 1.568.921,00 ευρώ, με ποσοστό επιχορήγησης 41% δηλαδή με επιχορήγηση ποσού 643.257,00 ευρώ.

Με την απόφαση αυτή τμήμα του επενδυτικού σχεδίου ποσού 46.500,00 ευρώ, που αφορά τις δαπάνες μελετών και αμοιβές συμβούλων, υπάγεται στο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων για συμβουλευτικές υπηρεσίες σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Ν. 3299/2004 και περιλήφθηκε στις ενισχυόμενες δαπάνες, δηλαδή συνυπολογίστηκε για την αποτίμηση της συνολικά ενισχυόμενης δαπάνης ποσού 1.568.921,00 ευρώ.

Στις 13-10-2011 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση ελέγχου επενδυτικού σχεδίου Ν. 3299/2004, προς πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας, στην οποία συμπεριέλαβε τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών 62/03-10-2011, 63/03-10-2011 και 64/10-10-2011, συνολικής καθαρής αξίας (19.800,00 + 2.360,00 + 22.600,00=) 44.760,00 ευρώ, ως δαπάνες μελετών - αμοιβές συμβούλων, τα οποία ελέγχθηκαν για επιχορήγηση από το κεντρικό όργανο ελέγχου ιδιωτικών επενδύσεων του άρθρου 7 του Ν. 3299/2004.

Τα τιμολόγια αυτά φαίνονται ανεξόφλητα στο σχετικό φάκελο, αφού δεν συνοδεύονται από τα αντίστοιχα παραστατικά εξόφλησης. Με την υπ' αριθμ. 43028/ΥΠΕ/5/1398/Ε/Ν.3299/2004/03-09-2014 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 2412/10-09-2014, πιστοποιήθηκε η ολοκλήρωση - οριστικοποίηση του κόστους και η έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης, με την οριστικοποίηση του κόστους της επένδυσης στο ποσό του 1.511.921,00 ευρώ και εγκρίθηκε η καταβολή της επιχορήγησης ποσού 619.887,61 ευρώ, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 46726/23-09-2014 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, σύμφωνα με την οποία το συνολικό οριστικοποιούμενο και ενισχυόμενο κόστος της επένδυσης ανέρχεται τελικά σε 1.491.921,00 στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι δαπάνες μελετητών- αμοιβές συμβούλων ποσού 46.500,00 ευρώ, και εγκρίνεται η καταβολή της επιχορήγησης ποσού 611.687,61 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εργασίες, που αναφέρονται στην από 2-7-2011 (τέταρτη) σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, περιέχονται στο από 2-2-2008 (αρχικό) ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης και είχαν κοστολογηθεί σε ποσοστό 5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού. Ωστόσο, για να περιληφθούν στις ενισχυόμενες δαπάνες - μελετών συμβούλων, για τις οποίες είχε εγκριθεί το ποσό των 46.500,00 ευρώ, και να επιδοτηθούν, οι ελεγκτές απαίτησαν, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, την ύπαρξη ξεχωριστής έγγραφης συμφωνίας για κάθε τιμολογημένη εργασία και την ακριβή κοστολόγηση αυτής.

Ειδικότερα, ζήτησαν την ακριβή κοστολόγηση της ως άνω εργασίας, διότι από την απλή αναφορά του ποσοστού 5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού δεν προέκυπτε η ακριβής αξία της εν λόγω υπηρεσίας. Έτσι, το ίδιο έργο της υποστήριξης και υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου επανακοστολογήθηκε με την από 2-7-2011 νεότερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία τροποποίησε την αρχική τους συμφωνία ως προς το συγκεκριμένο έργο και την αμοιβή της εργολάβου, και η αμοιβή της ενάγουσας προσδιορίστηκε στο ποσό των 22.600,00 ευρώ, για το οποίο (έργο) εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 64/10-10-2011 τιμολόγιο, ποσού μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16% 26.216,00 ευρώ, το οποίο υποβλήθηκε με την αίτηση ελέγχου, στις 13-10-2011, προς πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας.

Οι υπόλοιπες εργασίες που αναφέρονται στις από 1-7-2009 και 1-7-2011 συμβάσεις αποτελούν διαφορετικά έργα, που δεν περιέχονται στην από 2-2-2008 αρχική σύμβαση, αφού αφορούν διαφορετικό αντικείμενο από τη μελέτη και υποβολή επενδυτικού σχεδίου και την διαχείριση, οργάνωση και παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης και χρηματοδότησης του έργου, και συγκεκριμένα αφορούν την εγκατάσταση συστήματος διασφάλισης ποιότητας και τη μελέτη και εφαρμογή συστήματος ιχνηλασιμότητας, τα οποία ανέλαβε να εκτελέσει η ενάγουσα, διότι αφενός ήταν προαπαιτούμενα για την υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου στο Ν. 3299/2004 και αφετέρου είχε την τεχνογνωσία για να τα ολοκληρώσει.

Μάλιστα η από 2-7-2009 σύμβαση, με αντικείμενο την εγκατάσταση συστήματος διασφάλισης ποιότητας και συμφωνηθείσα αμοιβή ποσού 19.800,00 ευρώ, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σε προγενέστερο της έγκρισης υπαγωγής της επιχείρησης της εναγομένης στο Ν. 3299/2004 και τιμολογήθηκε τόσο αυτή όσο και η από 1-7-2011 σύμβαση στις 3-10-2011, προκειμένου οι δαπάνες αυτές να περιληφθούν στις ενισχυόμενες δαπάνες μελετών - αμοιβές συμβούλων, για τις οποίες είχε εγκριθεί το ποσό των 46.500,00 ευρώ, για να επιδοτηθούν.

Επομένως, η συνολική απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 57.901,60 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα παρακάτω κονδύλια: 1) Το ποσό των 5.980,00 ευρώ, που συμφωνήθηκε ως αμοιβή για τη μελέτη και υποβολή επενδυτικού σχεδίου, και όχι το ποσό των 6.877,00 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο αναλογούν ΦΠΑ, διότι προϋπόθεση για να αξιώσει το ποσό που αντιστοιχεί στον ΦΠΑ είναι η προηγούμενη έκδοση του αντίστοιχου παραστατικού ...

και στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εκδοθεί τιμολόγιο ή απόδειξη παροχής υπηρεσιών για την εργασία αυτή από την ενάγουσα. 2) Το ποσό των 22.968,00 ευρώ, που συμφωνήθηκε ως αμοιβή για το έργο της εγκατάστασης συστήματος διασφάλισης ποιότητας, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16% .......3) Το ποσό των 2.737,60 ευρώ, που συμφωνήθηκε ως αμοιβή για το έργο της μελέτης και εφαρμογής συστήματος ιχνηλασιμότητας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16% ......4) Το ποσό των 26.216,00 ευρώ, που συμφωνήθηκε ως αμοιβή για την υποστήριξη και υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 16%......

Η ενάγουσα, δηλαδή δεν δικαιούται την αμοιβή ποσοστού 5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού, που είχε προβλεφθεί με την από 2-2-2008 σύμβαση, διότι με νεότερη συμφωνία η καθαρή αμοιβή της για το συγκεκριμένο έργο προσδιορίστηκε στο ποσό των 22.600,00 ευρώ (και 26.216,00 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 16% ). Η εναγόμενη έναντι της ως άνω οφειλής της παρέδωσε την 16-12-2011 στην ενάγουσα την υπ' αριθμ. 30956375-5 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 7.500 ευρώ που εκδόθηκε, με αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης την 17-03-2012, από την εναγομένη σε διαταγή της ενάγουσας χάριν καταβολής, η οποία πληρώθηκε.

Η καταβολή αυτή καταλογίστηκε στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και αφορά το πρόγραμμα επιδότησης, όπως σημειώθηκε στη σχετική απόδειξη είσπραξης με αριθμό 255/16-12-2011. Επομένως, πρέπει να καταλογιστεί στο αρχαιότερο τιμολόγιο, ήτοι στο υπ'αριθμ. 62/03-10-2011 τιμολόγιο, ποσού 22.968,00 ευρώ, το οποίο εξοφλείται μερικά με εναπομείναν υπόλοιπο ποσού 15.468,00 ευρώ (22.968,00-7.500,00).

Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί μερικής εξόφλησης της επίδικης οφειλής με την καταβολή χρηματικού ποσού 15.299,00 ευρώ, που αποτυπώνεται στην προσκομιζόμενη στήλη υπόλοιπο την 31-07-2011 της καρτέλας ισοζυγίου γενικού και αναλυτικών καθολικών ...., το οποίο καταλογίζει στις οφειλές της από τα ως άνω τιμολόγια, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταβολή αυτή αφορά το συγκεκριμένο χρέος, δεδομένου ότι υπήρχε και άλλη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων.

Και συγκεκριμένα η εναγομένη της είχε αναθέσει τη μελέτη και υποβολή επενδυτικού σχεδίου προς υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, καθώς και την υποστήριξη και υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου, με αντικείμενο την ίδρυση μονάδας εφοδιαστικής αλυσίδας για την εμπορική της δραστηριότητα που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 56192/ΥΠΕ/5/00292/Ε/Ν.3299/2004/04-12-2008 απόφαση του αρμοδίου τμήματος του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, και επιχορηγήθηκε με το ποσό των 490.535,58 ευρώ, ήτοι με ποσοστό 50,925% συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης 963.255,45 ευρώ.

Από τις αποδείξεις είσπραξης, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη (πλην της υπ'αριθμ. 255/16-12-2011, ποσού 7.500,00 ευρώ, που καταλογίστηκε στο πρώτο τιμολόγιο), δεν προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σε αυτές καταβολές αφορούν τα επίδικα χρέη, ενόψει και του γεγονότος ότι από το φάκελο με αριθμό ΥΠΕ/5/01398/Ε, που υποβλήθηκε στις 13-10-2011 προς πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του επενδυτικού ελέγχου, τα επίδικα τιμολόγια φαίνονται ανεξόφλητα.

Ειδικότερα, οι υπ' αριθμ. 5/24-10-2006, 36/14-04-2008, 118/22-04-2010 και 157 αποδείξεις είσπραξης ποσού 4.000,00 ευρώ, 4.000,00 ευρώ, 10.600,00 ευρώ και 45.800,00 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικού ποσού...64.400,00 ευρώ, καταλογίστηκαν στο έργο της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 10720/04-07-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25013/2015 προσκομιζόμενης αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης, η οποία (απόφαση) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι αποτελεί πραγματικό γεγονός στο δικαστήριο από άλλη δικαστική του ενέργεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Οι υπ' αριθμ. 2280/09-01-2007, 2379/28-02-2017, 38/23-04-2008, 49/28-07-2008, 72/20-01-2009, 73/02-02-2009, 74/02-02-2009, 75/02-02-2009, 76/02-02-2009, 80/24-04-2009, 81/24-04-2009, 89/22-07-2009, 90/22-07-2009, 91/22-07-2009, 22-03-2011 και 156 αποδείξεις είσπραξης ποσού 20.000,00 ευρώ, 10.00,00 ευρώ, 4.200,00 ευρώ 10.00,00 ευρώ, 6.000,00 ευρώ, 31.815,45 ευρώ, 30.217,20 ευρώ, 773,03 ευρώ, 10.000,00 ευρώ, 29.549,50 ευρώ, 32.442,30 ευρώ, 3.000,00 ευρώ, 1.657,06 ευρώ, 4.520,00 ευρώ, 80,39 ευρώ, 13.870,50 ευρώ, αντίστοιχα, εκδόθηκαν για άλλη αιτία, ήτοι προς εξόφληση ή έναντι λογαριασμού, για τη μελέτη και οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας, για προκαταβολή, έναντι τιμολογίου 5/1-1-2009, για εξόφληση τιμολογίου - δελτίου αποστολής Νο 5, Νο 4, Νο 3, έναντι τιμολογίου - δελτίου αποστολής Νο 4, για εξόφληση τιμολογίου Νο 5 (ΔΑ 15), Νο 4 (ΔΑ 14), για προκαταβολή εφοδιαστικής αλυσίδας, για εξόφληση τιμολογίων Νο 6, Νο 7, και Νο9, για προκαταβολή μηχανημάτων, για εξόφληση τιμολογίου ΔΑ Νο 80, για εξόφληση τιμολογίου παροχής υπηρεσιών Νο 39, ενώ ούτε και η καταβολή των 10.00,00 ευρώ στις 11-8-2008 με το παραστατικό της Τράπεζας Πειραιώς αφορά τα επίδικα χρέη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 50.401,60 ευρώ, ως υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της από τις ως άνω συμβάσεις έργου-παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη προσηκόντως εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τις εργασίες, που η τελευταία της είχε αναθέσει, δυνάμει των από 2-2-2008, 1-7-2009 και 1-7-2011 συμβάσεων έργου, έναντι συμφωνηθείσας ξεχωριστής για κάθε έργο αμοιβής, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι οι εργασίες που αναφέρονται στις δύο τελευταίες ως άνω συμβάσεις αποτελούν διαφορετικά έργα και δεν περιέχονται σ' αυτό που συμφωνήθηκε με την αρχική από 2-2-2008 σύμβαση και, συνακόλουθα, η αναιρεσίβλητη δικαιούται το αναφερόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής.

Eπομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι η αναιρεσείουσα, προκειμένου να ενταχθεί σε πρόγραμμα επιδοτήσεων του επενδυτικού νόμου 3299/2004 κατήρτισε με την αναιρεσίβλητη την από 2-2-2008 σύμβαση έργου, με την οποία ανέθεσε σ' αυτή τη μελέτη και την υποβολή επενδυτικού σχεδίου προς χρηματοδότηση, το συντονισμό συλλογής - έλεγχο δικαιολογητικών, την εκπόνηση οικονομοτεχνικής μελέτης - επιχειρηματικού σχεδίου, καθώς και τη διαχείριση, οργάνωση και παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης και χρηματοδότησης του έργου, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 5.980,00 ευρώ, για τη διαμόρφωση και υποβολή του επενδυτικού σχεδίου, και ποσοστού 5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού για τη διαχείριση και υποστήριξη του όλου έργου, β) ότι οι άλλες δύο συμβάσεις έργου, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων την 1-7-2009 και την 1-7-2011, δεν περιέχονται στην από 2-2-2008 αρχική σύμβαση, αλλά αφορούν έργα με διαφορετικό αντικείμενο από τη μελέτη και υποβολή επενδυτικού σχεδίου και την διαχείριση, οργάνωση και παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης και χρηματοδότησης του έργου, και συγκεκριμένα αφορούν η από 1-7-2009 σύμβαση την εγκατάσταση συστήματος διασφάλισης ποιότητας και η από 1-7-2011 σύμβαση τη μελέτη και εφαρμογή συστήματος ιχνηλασιμότητας, τα οποία ανέλαβε να εκτελέσει η ενάγουσα, αντί αμοιβής 19.800 ευρώ και 2.360 ευρώ, αντίστοιχα, γ) ότι στις 28-12-2010, με σχετική υπουργική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β'753/06-05-2011, εγκρίθηκε η υπαγωγή της επιχείρησης της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, δ) ότι προκειμένου οι αναφερόμενες στην από 2-2-2008 αρχική σύμβαση εργασίες, που είχαν κοστολογηθεί σε ποσοστό 5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού, να περιληφθούν στις ενισχυόμενες δαπάνες - μελετών συμβούλων και να επιδοτηθούν, κατ' απαίτηση των αρμοδίων ελεγκτών, οι οποίοι ζήτησαν την ύπαρξη ξεχωριστής έγγραφης συμφωνίας για κάθε τιμολογημένη εργασία και την ακριβή κοστολόγηση αυτής, καταρτίστηκε και η από 2-7-2011 (τέταρτη) σύμβαση, με την οποία το ίδιο έργο της υποστήριξης και υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου, που ανατέθηκε στην αναιρεσίβλητη με το από 2-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, επανακοστολογήθηκε και η αμοιβή αυτής προσδιορίστηκε στο ποσό των 22.600,00 ευρώ, ε) ότι, με βάση τις ανωτέρω τρεις συμβάσεις, η συνολική απαίτηση της αναιρεσίβλητης ανήλθε, μαζί με τον αναλογούντα ΦΠΑ, στο συνολικό ποσό των 57.901,60 ευρώ, έναντι της οποίας η αναιρεσείουσα έχει καταβάλει μόνο το ποσό των 7.500 ευρώ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτής περί καταβολής επί πλέον ποσού 15.299 ευρώ, αφού οι σχετικές καταβολές αφορούσαν άλλο χρέος από ξεχωριστή συνεργασία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τη μελέτη και οργάνωση εφοδιαστικής αλυσίδας της αναιρεσείουσας.

Η παραδοχή ως προς το αντικείμενο της αρχικής σύμβασης έργου, ότι δηλαδή ανατέθηκε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό έργο της υποβολής προς έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή ότι οι από 1-7-2009 και 1-7-2011 συμβάσεις αφορούν την εκτέλεση διαφορετικού έργου, αφού σαφώς διακρίνεται το αντικείμενο εκάστης των τριών αυτών συμβάσεων.

Επίσης, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι εργασίες των από 1-7-2009 και 1-7-2011 συμβάσεων ήταν προαπαιτούμενα για την υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου στο ν. 3299/2004 και η ανωτέρω παραδοχή ότι οι εν λόγω συμβάσεις αποτελούν διαφορετικά έργα δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα επικαλούμενη ότι η από 1-7-2011 σύμβαση καταρτίστηκε μετά την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου στις 28-12-2010, καθόσον μόνον η δεύτερη από τις ως άνω παραδοχές, ήτοι ότι πρόκειται για διαφορετικά έργα, στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για το κρίσιμο ζήτημα του αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης προς καταβολή ξεχωριστής αμοιβής για τις παραπάνω δύο συμβάσεις, ενώ η πρώτη παραδοχή δεν περιέχει ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνει στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά συνιστά πραγματικό επιχείρημα προς ενίσχυση της κρίσης του δικαστηρίου ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν διαφορετικό αντικείμενο, το οποίο συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με το λόγο, για τον οποίο η αναιρεσείουσα ανέθεσε και τις εργασίες αυτές στην αναιρεσίβλητη, και συνεπώς η σχετική αναφορά δεν αποτελεί αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα καταβολές έγιναν στο πλαίσιο άλλης σύμβασης έργου, που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, με αντικείμενο την ίδρυση μονάδας εφοδιαστικής αλυσίδας της αναιρεσείουσας. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και δεύτερος λόγος, με τους οποίους προσάπτεται η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, αφού με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.).

Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2020, ΑΠ 694/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω, πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 8 και αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση εξόφλησης, που προέβαλε και επίσης δεν έλαβε υπόψη την αναλυτική κατάσταση του συνόλου των χρεώσεων και πιστώσεων της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη, την οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσεκόμισε και έτσι απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και δη ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ. Πολ. Δ. γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε κατ' ουσίαν την ένσταση εξόφλησης και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ'Κ. Πολ. Δ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάσταση χρεώσεων και πιστώσεων κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης, αφού σχολιάζει μία προς μία τις ειδικότερες καταχωρήσεις στην κατάσταση αυτή.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ. Πολ. Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ. Πολ. Δ., δηλαδή θεωρούνται οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 486/2017).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός ,που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδραση του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.

Πολ. Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη τα γεγονότα της ελάσσονος πρότασης του συλλογισμού του, τα οποία αποτελούν αυθαίρετο συμπέρασμα που δεν προκύπτουν από κανένα νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά μόνο από τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και των αμφιβόλου αξιοπιστίας μαρτύρων της, χωρίς να γίνουν δεκτοί οι δικοί της ισχυρισμοί περί ενιαίας σύμβασης και περί εξόφλησης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ. Πολ. Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι η δεύτερη και η τρίτη των επίδικων συμβάσεων έργου δεν περιέχονται στην πρώτη σύμβαση, καθόσον αφορούν την εκτέλεση διαφορετικών έργων, και ότι δεν αποδείχθηκε η ένσταση εξόφλησης της αναιρεσείουσας για ποσό 15.299,01 ευρώ, αφού οι σχετικές καταβολές αφορούσαν άλλο χρέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 5/2/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2686/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διαττάσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ