Legislator Case Law & Legislation
838/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, ruling the lower court correctly rejected the claim for lack of specificity.

Case Number 838/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Regional Court of Western Macedonia's decision to reject an expropriation compensation claim as lacking specificity. The Government argued the claim failed to meet statutory criteria, but the Court found the claim sufficiently defined by its reference to specific agricultural properties and the public road construction. Consequently, the Court upheld the lower court's ruling that the claim was valid and the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33 of Law 2971/2001; Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: A claim for the reversal of the presumption of benefit is admissible if it sufficiently identifies the properties and facts challenging the presumption, without requiring separate reference to every specific property or detailed comparative data.

Keywords

AI generated
expropriation compensation presumption of benefit lack of specificity admissibility of appeal agricultural land regional court statutory criteria

Cited Legislation

AI generated
Article 33 of Law 2971/2001
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568, paragraphs 2-4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 838 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 838/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Γ., 2) Μ. Ν. του Π., κατοίκων …, 3) Δήμου Καστοριάς, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της πρώην Κοινότητας Ιεροπηγής Καστοριάς και 4) Α. Μ. του Κ., κατοίκου …, εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιo δικηγόρο του Όλγα Πάτσιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2015 αίτηση (άρθρου 33 Ν. 2971/2001) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.

Εκδόθηκε η 21/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η κρινόμενη από 18-06-2019 (με αριθμό καταχώρησης στο βιβλίο αναιρέσεων 14/21-06-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ` αριθμ. 21/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο (21-01-2021), με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ` Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 - 4 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη δικάσιμο αυτή και όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο παραστάθηκαν το αναιρεσείον και ο τρίτος αναιρεσίβλητος, ενώ δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι, οπότε το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως αν αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον τη συζήτηση της υπόθεσης την επέσπευσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Από τις υπ' αριθμ. 4190/10-07-2020, 4188/08-07-2020 και 4189/08-07-2020 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Καστοριάς Μ. Γ. - Κ., τις οποίες προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου (παρέδρου του Ν.Σ.Κ.) του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 18-06-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 21/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-01-2021) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 1, 126 παρ. 1α και 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

στους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσίβλητων. Κατά συνέπεια, αφού οι αμέσως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από δικαστικό πληρεξούσιο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 περ.

α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, υπ' αριθμ. 21/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Με την από 19/10/2015 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και ειδικότερα να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει ωφέλεια για τμήματα των ιδιοκτησιών τους, που απέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης, η οποία κηρύχτηκε με την 1144753/6265/Δ0010/9-5-2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, υπέρ του καθ' ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του, για την εκτέλεση του έργου "Ιεροπηγή- Κρυσταλλοπηγή" (κατασκευή κάθετου άξονα επί της Εγνατίας οδού), για την οποία καθορίστηκε ήδη προσωρινή τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης με την υπ' αριθμ. 98/2005 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Επί της αίτησης αυτής και αφού τηρήθηκε η διαδικασία της σύνταξης σχετικής έκθεσης από την αρμόδια τριμελή επιτροπή του άρθρου 33 παρ. 3 και 4 του Ν. 2971/2001, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 21/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχθηκε την αίτηση, αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα των αναιρεσίβλητων, ούτε υποχρέωση για αυταποζημίωση και αποζημίωση τρίτων ιδιοκτητών σε βάρος των αναιρεσίβλητων και διέταξε τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα κατά το μέρος που οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι φέρονται ως υπόχρεοι αυταποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτητών για τα παραπάνω ακίνητα.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα [ ήτοι, εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β` του Ν. 2882/2001 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 33 παρ. 6 του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1613/2017), από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 21/2018 απόφασης του Εφετείου και δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής, όπως άλλωστε και το αναιρεσείον αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ] και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.

και 33 παρ. 6 εδ. τελευταίο Ν. 2971/2001) και επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Στο άρθρο 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών...". ορίζονται τα εξής: "1. Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δέκα πέντε μέτρων, διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων... 3.

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών. 4. Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων...".

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό (Ολ. ΑΠ 7/2013). Αυτό προβλέπεται ρητά πλέον από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-01-2002 και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτρίωσης.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή της απόφασης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.

Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αίτησης. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.

Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (ΑΠ 500/2020, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 1363/2015, ΑΠ 34/2015).

Περαιτέρω, με το άρθρο 10 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζονται τα εξής: "1. Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον, που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο.....3.

Η αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων.....μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 60 ημερών, όπως νόμος ορίζει.....". Ακολούθως, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Κ.Δ.Δ., Ν. 2690/1999), όπως ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1.

α. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών, εφόσον από ειδικές διατάξεις δεν προβλέπονται μικρότερες προθεσμίες.

Η προθεσμία αρχίζει από την κατάθεση της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία και την υποβολή ή συγκέντρωση του συνόλου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, πιστοποιητικών ή στοιχείων. Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή οφείλει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο.

Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία αρχίζει από τότε που περιήλθε η αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία. Για υποθέσεις αρμοδιότητας περισσότερων υπηρεσιών, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου παρατείνεται κατά δέκα (10), ακόμη, ημέρες. β. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζεται, κατά περίπτωση, διαφορετική προθεσμία για τη διεκπεραίωση υποθέσεων, εφόσον το επιβάλλουν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται ρητώς σ` αυτήν ", ενώ με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Οι υπηρεσίες απαλλάσσονται από τις κατά την παράγραφο 1 υποχρεώσεις αν το αίτημα είναι εμφανώς παράλoγo, αόριστο, ακατάληπτο ή επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό".

Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Κ.Δ.Δ.), το οποίο αποτελεί εκτελεστικό νόμο των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, ο νομοθέτης θέσπισε κανόνες που αποβλέπουν προεχόντως στη λειτουργική αποτελεσματικότητα της Διοικήσεως και στην ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών της, ειδικότερα δε στη δραστηριοποίηση των διοικητικών υπηρεσιών για την ταχεία και αποτελεσματική εξυπηρέτηση των διοικουμένων (Ολομ.

ΣτΕ 3004/2010, ΣτΕ 1187/2019, ΣτΕ 92/2016). Οι διατάξεις αυτές του Κώδικα, ερμηνευόμενες υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 10 του Συντάγματος, έχουν την έννοια ότι ως "ενδιαφερόμενος" νοείται οποιοσδήποτε μπορεί, με βάση ορισμένη ιδιότητά του, να επικαλεσθεί το εύλογο ενδιαφέρον του για την υποβολή αιτήματος κατά το άρθρο 4 του ΚΔΔ.

Ως "εύλογο" δε ενδιαφέρον νοείται εκείνο που προκύπτει κατά τρόπο αντικειμενικό από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης, προσωπικής έννομης σχέσης με το υποβαλλόμενο αίτημα. Οι ανωτέρω, εξάλλου, διατάξεις του άρθρου 10 Συντάγματος και του άρθρου 4 του ΚΔΔ ρυθμίζουν ατομικό δικαίωμα, υποκείμενα του οποίου είναι φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία υπόκεινται στην εξουσία που ασκεί το Κράτος ή άλλοι φορείς δημόσιας εξουσίας ( ΣτΕ 1187/2019 ).

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου κατά την οποία, αίτηση απευθυνόμενη σε αναρμόδιο όργανο, παραπέμπεται στο αρμόδιο, αποτελεί ήδη ρητή ρύθμιση του ως άνω άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο πολίτη σε αναρμόδια υπηρεσία, ενόψει και της αρχής της ενότητας της Διοικήσεως, θεσπίζεται ρητή υποχρέωση της αναρμόδιας υπηρεσίας ("η υπηρεσία αυτή οφείλει"), να διαβιβάσει την εν λόγω αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία και μάλιστα εντός ορισμένης προθεσμίας και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο ( βλ.

ΣτΕ 238/2019, ΣτΕ 1953/2017, ΣτΕ 1412/2016, ΣτΕ 751/2015, ΣτΕ 392/2014), ενώ αντίθετα δεν προβλέπεται ακυρότητα ή απαράδεκτο εκ του λόγου ότι η αίτηση κατατέθηκε σε αναρμόδια υπηρεσία. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου ανωτέρω άρθρου 4 του ΚΔΔ, οι υπηρεσίες απαλλάσσονται από τις κατά την παράγραφο 1 υποχρεώσεις τους μόνο αν το αίτημα είναι εμφανώς παράλoγo, αόριστο, ακατάληπτο ή επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, από το οποίο οι ακυρότητες ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 1735/2008). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη.

Επίσης πρέπει να ιστορείται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, καθοριζόμενου συγχρόνως του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού ( ΑΠ 231/2020, ΑΠ 390/2020, ΑΠ 387/2011, ΑΠ 1705/2008 ). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ( ΑΠ 191/2019, ΑΠ 582/2018). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 19-10-2015 αίτηση των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα ότι :

α) εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του, την οποία προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, περί απαραδέκτου της εν λόγω αίτησης, λόγω έλλειψης προδικασίας και λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η αίτηση αυτή δεν υποβλήθηκε αρμοδίως και εμπροθέσμως στην αρμόδια υπηρεσία που ήταν ο φορέας της απαλλοτρίωσης και ειδικότερα στο Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύου, αλλά υποβλήθηκε σε αναρμόδια υπηρεσία και δη στο Αυτοτελές Γραφείο Καστοριάς της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας, που δεν ανήκει στο φορέα της απαλλοτρίωσης και β) εσφαλμένα, γίνεται επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση από το δικάσαν δικαστήριο του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αφού η ενέργεια των αναιρεσίβλητων να καταθέσουν την αίτησή τους στο αναρμόδιο Αυτοτελές Γραφείο Καστοριάς, αν και γνώριζαν το φορέα της απαλλοτρίωσης στον οποίο μάλιστα απευθύνουν την αίτησή τους αυτή, παρίσταται καταχρηστική και ότι συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να είχε εφαρμοστεί από το δικάσαν δικαστήριο η παρ. 3 του ιδίου άρθρου του ανωτέρω Κώδικα (ΚΔΔ), στην οποία αναφέρονται οι εξαιρέσεις από την παρ. 1 του ιδίου άρθρου και μεταξύ αυτών η επανάληψη του αιτήματος κατά τρόπο καταχρηστικό και κατά λογική ακολουθία η υποβολή αιτήματος καταχρηστικά, ώστε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση των αναιρεσίβλητων, λόγω του ότι κατατέθηκε αναρμοδίως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, δέχθηκε κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτούντες με την από 19.10.2015 αίτησή τους, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της από το Δικαστήριο αυτό, που εισάγεται ενώπιον του με την 73/2016 πράξη αυτού, ζητούν να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει ωφέλεια για τμήματα των ιδιοκτησιών τους, που απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης από την εκτέλεση του έργου (κατασκευή κάθετα άξονα επί της Εγνατίας οδού), για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερόμενη στην αίτηση απαλλοτρίωση για την οποία καθορίστηκε ήδη προσωρινή τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης με την 98/2005 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και, συνεπώς, δεν πρέπει να επιβαρύνονται με αυτοαποζημίωση και υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, για το λόγο ότι στην πραγματικότητα από την κατασκευή του εν λόγω έργου δεν ωφελήθηκαν τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους (αγροτεμαχίων), αλλά αντιθέτως ζημιώθηκαν, διότι δεν απέκτησαν πρόσωπο στην οδό αφού ο κάθετος άξονας αυτής έχει κατασκευαστεί ως υπερυψωμένη οδός ταχείας κυκλοφορίας και καμία πρόσοψη ή πρόσβαση σε αυτή δεν έχουν τα απομείναντα ακίνητά τους, είναι κλειστή οδός, χωρίς δυνατότητα προσβάσεως σε αυτήν και χρησιμοποιήσεώς της, μάλιστα δε έχουν καταργηθεί με αυτή σε κάποιες περιπτώσεις οι αγροτικοί οδοί που οδηγούσαν σε αυτά, τα ακίνητα εμποδίζονται εξαιτίας της ως προς τον αερισμό και φωτισμό τους με συνέπεια τη μειωμένη απόδοσή τους στις καλλιέργειες που έχουν, ενώ και οι δυνατότητες εκμετάλλευσης που είχαν μειώθηκαν αφού έχασαν το πλεονέκτημα των μεγάλων εκτάσεων που είχαν και κατατμήθηκαν σε μικρότερα αγροτεμάχια, κάποια από αυτά καταστάθηκαν μη άρτια και οικοδομήσιμα, ενώ όσα έχουν την τυπική δυνατότητα οικιστικής ανάπτυξης, ουσιαστικά, αυτή εκμηδενίζεται από την έλλειψη ορατότητας και από την έκθεσή τους σε υπερβολικό θόρυβο και στη μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων που θα διέρχονται από την οδό.

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζητούν να υποχρεωθεί ο φορέας του έργου να προβεί σε διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων κήρυξης της απαλλοτρίωσης ώστε να αποζημιωθούν για το σύνολο των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για να τη δικάσει (άρθρο 33 παρ. 1 και 6 του Ν. 2971/2001)......Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προπαρατεθείσες στη νομική σκέψη διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί στην συνέχεια κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεώς της στο Δικαστήριο έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προδικασία με την υποβολή εμπροθέσμως αίτησης στο φορέα του έργου εντός δύο μηνών από την έκδοση της 98/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, περί προσωρινού προσδιορισμού της τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης.

Ειδικότερα, η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 24-8-2015 και η επίμαχη αίτηση κατατέθηκε στο αυτοτελές γραφείο Καστοριάς της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας στις 20-10-2015, ήτοι εντός διμήνου από την έκδοση της απόφασης, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην παραπάνω αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας κατά το χρονικό διάστημα των θερινών διακοπών (1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου) αναστέλλεται η εν λόγω δίμηνη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης.

Εξάλλου η αίτηση ναι μεν δεν κατατέθηκε στο φορέα του έργου (Υπουργεία Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύου), αλλά στην προαναφερόμενη Περιφερειακή Διεύθυνση, πλην όμως τούτο δεν καθιστά την αίτηση απαράδεκτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το καθ' ού, εφόσον όπως επίσης προαναφέρθηκε, επιτρεπτώς υποβάλλεται όχι μόνο στον φορέα του έργου, αλλά και σε κάθε όργανο της Κρατικής Διοίκησης Κεντρικής ή Περιφερειακής ακόμη και αν η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα δεν έχει αρμοδιότητα, καθώς αυτή, σε κάθε περίπτωση, οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω την σχετική αίτηση στο αρμόδιο όργανο, πέραν βέβαια του ότι εν προκειμένω στην παραπάνω Διεύθυνση συγκροτήθηκε και λειτουργεί αρμόδια η επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, στην οποία θα έπρεπε ο φορέας του έργου να διαβιβάσει την αίτηση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ενώπιον του άνω Εφετείου ένσταση, περί απαραδέκτου της από 19-10-2015 αίτησης των αναιρεσίβλητων λόγω του ότι ασκήθηκε αναρμοδίως και δεν τηρήθηκε η προδικασία και η προθεσμία που ορίζει η διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001.

Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η από 19-10-2015 αίτηση των αναιρεσίβλητων ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα και κατόπιν αυτού απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της αίτησης αυτής, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε τις παραπάνω δικονομικές διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 2 και 3 του Ν. 2971/2001, και τούτο διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων η ένδικη αίτηση είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά, με τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προδικασίας και προθεσμίας, δοθέντος ότι η ως άνω αίτηση κατατέθηκε στις 20-10-2015, δηλαδή εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο (2) μηνών από την έκδοση, στις 24-8-2015, της υπ' αριθμ. 98/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας περί προσωρινού προσδιορισμού της τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης και η κατάθεσή της έλαβε χώρα επιτρεπτώς στο Αυτοτελές Γραφείο Καστοριάς της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο όφειλε, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας να διαβιβάσει περαιτέρω την αίτηση αυτή στον αρμόδιο φορέα του έργου (Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων), χωρίς να δημιουργείται ακυρότητα ή απαράδεκτο της εν λόγω αίτησης, ή έκπτωση από το δικαίωμα των ενδιαφερόμενων - αιτούντων, εκ του λόγου τούτου, ήτοι επειδή η αίτησή τους κατατέθηκε σε αναρμόδια υπηρεσία, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, κατά τη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, με την υποβολή αιτήσεως σε αναρμόδια υπηρεσία δημιουργείται υποχρέωση της τελευταίας να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και δεν προβλέπεται ακυρότητα ή απαράδεκτο ή δυνατότητα απορρίψεως της εν λόγω αιτήσεως, από μόνο το λόγο αυτό, ήτοι σε περίπτωση που κατατεθεί αναρμοδίως.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο ως άνω μέρος του (υπό στοιχείο α) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο ως άνω μέρος του (υπό στοιχείο β), είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται καθόλου στο αναιρετήριο, όπως σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη απαιτείται, ότι το αναιρεσείον είχε προτείνει στο Εφετείο τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το λόγο του αυτό, ότι δηλαδή η ενέργεια των αναιρεσίβλητων να καταθέσουν την αίτησή τους στο Αυτοτελές Γραφείο Καστοριάς, αν και γνώριζαν το φορέα της απαλλοτρίωσης, παρίσταται καταχρηστική και ότι συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να είχε εφαρμοστεί η παρ. 3 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ώστε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση των αναιρεσίβλητων, λόγω του ότι κατατέθηκε αναρμοδίως, ούτε άλλωστε το αναιρεσείον επικαλείται με το αναιρετήριο κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ενώ σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα αναφερόμενα περιστατικά δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, ούτε κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, ούτε και κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι οι υπηρεσίες απαλλάσσονται από τις κατά την παράγραφο 1 υποχρεώσεις "αν το αίτημα ....

επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό", αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, καθόλου στοιχεία επαναληπτικής άσκησης, από πλευράς των αναιρεσίβλητων του επίμαχου αιτήματός τους. Περαιτέρω, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 963/2006). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης.

Για να θεμελιωθεί δηλαδή λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 669/2007).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ανωτέρω άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 396/2020, ΑΠ 706/2017, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).

Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 του Ν. 2971/2001, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 111, 118 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για το ορισμένο της αιτήσεως άρσεως του ανωτέρω τεκμηρίου ωφέλειας, αρκεί, αλλά και απαιτείται η αναφορά στο δικόγραφο της ιδιότητας του αιτούντος ως κυρίου του απαλλοτριωμένου ακινήτου και των περιστατικών, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου αυτού που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, δεν ωφελείται από αυτήν, αλλά αντιθέτως, ζημιώνεται ( ΑΠ 104/2015, ΑΠ 34/2015 ).

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του την οποία προέβαλε νομότυπα ενώπιόν του με τις προτάσεις του, καθώς και με δήλωσή του, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζήτησης της υπόθεσης, περί αοριστίας της από 19-10-2015 ένδικης αίτησης των αναιρεσιβλήτων και δεν απέρριψε την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της ένδικης από 19-10-2015 αίτησης προκύπτει ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν σ' αυτή τα ακόλουθα : "Με την ανωτέρω αριθμ. 1144753/ 6265/Δ0010/9-5-2011 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών Μεταφορών κ' Δικτύων (ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ.), που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο με αριθμ. 107/26-5-2011 ΦΕΚ (τ.

ΑΑΠΘ), κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Iεροπηγή-Κρυσταλλοπηγή" του κάθετου άξονα Σιάτιστα -Ιεροπηγή-Κρυσταλλοπηγή" της Εγνατίας οδού. Η απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 109.875,95 τ.μ. βρίσκεται στους Νομούς Καστοριάς και Φλώρινας (κτηματικές περιοχές Ιεροπηγής και Κρυσταλλοπηγής) και εικονίζεται με κλίμακα 1:1.000 στα από Αύγουστο 2009 ακριβή αντίγραφα με αριθμό φύλλων 1-4 των κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.", που συνέταξε η τοπογράφος μηχανικός Αρβανιτίδου Αργυρώ και θεώρησε ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών κ' Δικτύων I Σ.

στις 5-8-2010. Όλοι οι αιτούντες αξιώνουμε δικαιώματα επί των απαλλοτριούμενων με την ως άνω απόφαση ακινήτων και έχουμε παραστεί ή ασκήσαμε νόμιμες παρεμβάσεις κατά των εικαζομένων-φερομένων ιδιοκτητών στους κτηματολογικούς πίνακες κατά την εκδίκαση της αίτησης του Ελληνικού δημοσίου προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 98/2015 απόφαση αυτού, που δημοσιεύτηκε στις 24-8-2015.

Τα απαλλοτριούμενα αγροτεμάχια μας βρίσκονται σε διάφορες θέσεις των περιοχών Ιεροπηγής του Δήμου Καστοριάς της Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς, της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και Κρυσταλλοπηγής του Δήμου Πρεσπών της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας, της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, οι δε αριθμοί αυτών αναφέρονται αναλυτικά στον συνοδεύοντα την υπ' αριθμ. 1144753/6265/Δ0010/9-5-2011 απόφαση κήρυξης της απαλλοτρίωσης κτηματολογικό πίνακα και το σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα.

Μεταξύ των ακινήτων που θίγονται από την εν λόγω απαλλοτρίωση περιλαμβάνονται και τα κατωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα μας, από τα οποία απαλλοτριώνονται διάφορα τμήματα, όπως κατωτέρω αναλυτικά για το καθένα αναφέρουμε. 1. Απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία του 1ου Δ. Π. του Γ.. Είμαι κύριος αγροτεμαχίου με αριθμό τεμαχίου …, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή … του Δήμου …, το οποίο στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης φέρει τον αριθμό ….

Από το εν λόγω ακίνητο μου απαλλοτριώνονται 1.341,54 τ.μ.. Εκ της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, σύμφωνα με τον καταμερισμό αποζημιώσεως μεταξύ του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, το Δημόσιο υποχρεούται να με αποζημιώσει για 117,26 τ.μ., ενώ για το υπόλοιπο απαλλοτριούμενο τμήμα εκτάσεως 1.224,70 τ.μ. κρίθηκε ότι δεν δικαιούμαι αποζημίωσης ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και αυτοαποζημιώνομαι, σύμφωνα με την παραπάνω κοινή Υπουργική απόφαση και τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του Ν. 653/77 και επί πλέον υποχρεούμαι να αποζημιώσω την υπ' αριθμ.

κτηματολογικού πίνακα …. ιδιοκτησία για 592,23 τ.μ., την υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα …. ιδιοκτησία για 13,37 τ.μ. και την υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία για 97,64 τ.μ.. 2. Απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία του 2ου Μ. Ν. του Π.. Είμαι κύριος αγροτεμαχίου με αριθμό τεμαχίου …, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή … του Δήμου …, το οποίο στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης φέρει τον αριθμό ….

Από το εν λόγω ακίνητο μου απαλλοτριώνονται 4.575,21 τ.μ.. Εκ της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, σύμφωνα με τον καταμερισμό αποζημιώσεως μεταξύ του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, το Δημόσιο υποχρεούται να με αποζημιώσει για 3.389,21 τ.μ., ενώ για το υπόλοιπο απαλλοτριούμενο τμήμα εκτάσεως 1.185,56 τ.μ. κρίθηκε ότι δεν δικαιούμαι αποζημίωσης ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και αυτοαποζημιώνομαι, σύμφωνα με την παραπάνω κοινή Υπουργική απόφαση και τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του Ν. 653/77. 3.

Απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία του 3ου Δήμου Καστοριάς, ως καθολικού διαδόχου της πρώην Κοινότητας Ιεροπηγής, ήδη Τοπικής Κοινότητας Ιεροπηγής Δήμου Καστοριάς. Είμαι κύριος αγροτεμαχίου με αριθμό τεμαχίου …, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Ιεροπηγής του Δήμου Καστοριάς, το οποίο στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης φέρει τον αριθμό …..

Από το εν λόγω ακίνητο μου απαλλοτριώνονται 2.774,03 τ.μ.. Εκ της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, σύμφωνα με τον καταμερισμό αποζημιώσεως μεταξύ του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, το Δημόσιο υποχρεούται να με αποζημιώσει για 943,27 τ.μ., ενώ για το υπόλοιπο απαλλοτριούμενο τμήμα εκτάσεως 1.830,76 τ.μ. κρίθηκε ότι δεν δικαιούμαι αποζημίωσης ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και αυτοαποζημιώνομαι, σύμφωνα με την παραπάνω κοινή Υπουργική απόφαση και τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του Ν. 653/77. 4.

Απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία του 4ου Α. Μ. του Κ.. Είμαι κύριος αγροτεμαχίου με αριθμό τεμαχίου …., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή … του Δήμου …, περιφερειακής Ενότητας …, το οποίο στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης φέρει τον αριθμό …. Από το εν λόγω ακίνητο μου απαλλοτριώνονται 2.214,92 τ.μ..

Εκ της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, σύμφωνα με τον καταμερισμό αποζημιώσεως μεταξύ του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, το Δημόσιο υποχρεούται να με αποζημιώσει για 931,75 τ.μ. και η υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία για 9,71 τ.μ., ενώ για το υπόλοιπο απαλλοτριούμενο τμήμα εκτάσεως 1.273,46 τ.μ. κρίθηκε ότι δεν δικαιούμαι αποζημίωσης ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και αυτοαποζημιώνομαι, σύμφωνα με την παραπάνω κοινή Υπουργική απόφαση και τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του Ν. 653/77 και επί πλέον υποχρεούμαι να αποζημιώσω την υπ' αριθμ.

κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία για 108,45 τ.μ., την υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία για 4,51 τ.μ. και την υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία για 301,30 τ.μ.. Επειδή η Αρχή που κήρυξε την εν λόγω αναγκαστική απαλλοτρίωση, με την παραπάνω υπ' αριθμ. 1144753/6265/Δ0010/9-5-2011 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών Μεταφορών κ' Δικτύων (ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ.) και τον συνοδεύοντα αυτήν κτηματολογικό πίνακα, αποφάνθηκε ότι από την διάνοιξη και κατασκευή της εν λόγω οδού (καθέτου άξονα της Εγνατίας), χάριν της οποίας κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, προκύπτει δήθεν ωφέλεια για τις απομένουσες μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησίες μας και θεωρεί ότι αυτοαποζημιώνονται κατά το μεγαλύτερο μέρος, ώστε όχι μόνο να μην δικαιούμαστε αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση τους, αλλά να υποχρεούμαστε και σε αποζημιώσεις γειτονικών παρόδιων ακινήτων.

Δηλαδή, η Αρχή που κήρυξε την αναγκαστική αυτή απαλλοτρίωση, υιοθετώντας το τεκμήριο ωφέλειας που απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.653/1977, έκρινε, κατά παράβαση ρητής Συνταγματικής επιταγής, ότι ουσιαστικά δεν δικαιούμαστε αποζημίωσης για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες μας. Επειδή η κρίση της Αρχής, που κήρυξε την εν λόγω αναγκαστική απαλλοτρίωση, ότι δήθεν με την διάνοιξη και κατασκευή της κλειστής και ταχείας κυκλοφορίας οδού προκύπτει ωφέλεια για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες μας, είναι εντελώς αβάσιμη, αυθαίρετη και εσφαλμένη, διότι από την διάνοιξη του εν λόγω καθέτου άξονα όχι μόνο ουδ' επ' ελάχιστο ωφελούνται οι απομένουσες ιδιοκτησίες μας, αλλά αντίθετα βλάπτονται καίρια, υποβαθμίζονται και απαξιώνονται στο έπακρο από την κατασκευή του οδικού αυτού άξονα, με συνέπεια να υφιστάμεθα τεράστια οικονομική ζημία, αφού αποστερούμαστε σημαντικά τμήματα των ιδιοκτησιών μας χωρίς ουσιαστικά να αποζημιωνόμαστε.

Συγκεκριμένα: Α) Τα ανωτέρω απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται σε διάφορες, γειτονικές μεταξύ τους θέσεις, της κτηματικής περιοχής Ιεροπηγής του Δήμου Καστοριάς της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και της κτηματικής περιοχής Κρυσταλλοπηγής του Δήμου Πρεσπών της περιφερειακής ενότητας Φλώρινας της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας.

Οι ανωτέρω-περιοχές έχουν κατά βάση γεωργικό χαρακτήρα. Β) Εν όψει του γεωργικού χαρακτήρα των περιοχών, στις οποίες βρίσκονται οι απαλλοτριούρενες ιδιοκτησίες μας, είναι αδύνατη η οικιστική αξιοποίηση αυτών και η κατασκευή εις αυτά οποιουδήποτε κτίσματος. Οι ιδιαίτερα αυστηροί όροι και προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Π.Δ. 209/98 ως προς την ελάχιστη απόσταση των κατασκευαζόμενων κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όρια τους για τις εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, αλλά και όροι και περιορισμοί, δόμησης, που προβλέπονται από τις διατάξεις του Π.Δ. 24.5.1985, όπως σήμερα ισχύουν, για τα εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων γήπεδα, αποκλείουν παντελώς την περίπτωση αξιοποιήσεως των αναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ακινήτων μας με την επ' αυτών κατασκευή οιουδήποτε, κτίσματος, έστω και αν αυτά με την διάνοιξη της ως άνω Εθνικής Οδού αποκτούν πρόσωπο επ' αυτής.

Επομένως, είναι πασιφανές και αυτονόητο ότι ουδεμία ωφέλεια αποκομίζουμε από την διάνοιξη της εν λόγω οδού, δεδομένου ότι δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας των ακινήτων μας, τα οποία και μετά την απαλλοτρίωση παραμένουν γεωργικές εκτάσεις, κατάλληλες ως εκ του προορισμοί τους αποκλειστικά και μόνο για γεωργική εκμετάλλευση.

Γ) Περαιτέρω, εκ του γεγονότος ότι ο κάθετος άξονας της Εγνατίας, για την κατασκευή του οποίου απαλλοτριώνονται οι ιδιοκτησίες μας έχει σχεδιαστεί να κατασκευαστεί και τεθεί στην κυκλοφορία, ως μία κλειστή, υπερυψωμένη οδός ταχείας κυκλοφορίας (αυτοκινητόδρομος), που είναι περιφραγμένη με σιδηρά κιγκλιδώματα (μπάρες) καθ' όλο το μήκος των δύο πλευρών της, καθίσταται βέβαιο ότι οι παρόδιες εναπομένουσες αγροτικές ιδιοκτησίες μας όχι μόνο δεν ωφελούνται, αλλά αντιθέτως βλάπτονται σοβαρά, και για τους εξής, πέραν των άλλων, λόγους:

α) τα εκατέρωθεν της οδού κιγκλιδώματα καθιστούν αυτή απροσπέλαστη εκατέρωθεν και δεν επιτρέπουν διέξοδο απ' αυτήν από κανένα σημείο, παρά μόνο από τους κόμβους που προβλέπονται σε μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις πολλών χιλιομέτρων. Έτσι τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση ακίνητα μας είναι αδύνατο να επωφεληθούν από την κυκλοφορία της οδού αυτής.

β) η οδός αυτή κατασκευάζεται σε κάποια σημεία υπερυψωμένη περί τα 2 έως 3 μέτρα σε σχέση με το επίπεδο των ιδιοκτησιών μας, ενώ σε άλλα σημεία αυτής τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών μας είναι υπερυψωμένα, σε σχέση με το οδόστρωμα της οδού, περί τα 2 έως 3 μέτρα. Το γεγονός της κατασκευής της υπερυψωμένης αυτής οδού όχι μόνο εμποδίζει επίσης την επικοινωνία των ιδιοκτησιών μας από και προς την εν λόγω οδό, αλλά εμποδίζει και σε πολλές περιπτώσεις ακυρώνει εντελώς την πρόσβαση μας προς τα ακίνητα μας, τουλάχιστον από την πλευρά που αυτή εκτείνεται, διότι διακόπτει και καταργεί τους αγροτικούς δρόμους με τους οποίους επικοινωνούσαμε μέχρι τώρα με τα χωράφια μας.

γ) επιπλέον δε η υπερυψωμένη αυτή οδός αποτελεί εμπόδιο και στον άνετο αερισμό και φωτισμό των εκατέρωθεν κατά μήκος αυτής ιδιοκτησιών μας που απομένουν, με αποτέλεσμα (δεδομένου ότι πρόκειται κυρίως για γεωργικά εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις) οι καλλιέργειες μας να μην έχουν την ανάπτυξη και την απόδοση που είχαν πριν την κατασκευή της οδού και επιπλέον να αναπτύσσουν πιο εύκολα και περισσότερες ασθένειες, λόγω του κακού αερισμού και φωτισμού των που δημιουργείται από την υπερυψωμένη οδό.

δ) ακόμη, λόγω της υπερυψώσεως της οδού αυτής, ελαττώνεται στο έπακρο η ορατότητα και η θέα των ιδιοκτησιών μας που απέμειναν από την απαλλοτρίωση κατά μήκος των δύο πλευρών της. Έτσι, δεν υφίσταται η παραμικρή προοπτική, για όσες από αυτές ενδεχομένως (ουσιαστικά καμία) πληρούν τις πολεοδομικές προϋποθέσεις, οικιστικής αξιοποίησης των εν λόγω ιδιοκτησιών μας.

ε) Επιπλέον, προστίθεται και ο ενοχλητικός θόρυβος των αυτοκινήτων που θα κινούνται στην εν λόγω ταχείας κυκλοφορίας οδό.

Συνεπώς, τα εναπομένοντα από την απαλλοτρίωση ακίνητα μας εκατέρωθεν της οδού, και αν ακόμα μπορούσαν κάποια απ' αυτά να χτιστούν, κατέστησαν εξαιτίας της οδού αυτής στην ουσία οικιστικά άχρηστα, αφού κανείς πλέον δεν είναι διατεθειμένος να χτίσει ένα σπίτι δίπλα σ' έναν αυτοκινητόδρομο με τον οποίο όχι μόνο δεν μπορεί να επικοινωνήσει, αλλά απεναντίας του εμποδίζει την ελεύθερη επικοινωνία, του περιορίζει την θέα, το ευάερο και ευήλιο και του γεμίζει συνεχείς ενοχλητικούς θορύβους από την σ' αυτή ταχεία κυκλοφορία των αυτοκινήτων.

στ) Τέλος, η διάνοιξη της εν λόγω οδού όχι μόνο δεν ευνόησε το άρτιο και δομήσιμο των εναπομεινάντων ακινήτων μας, αλλά αντίθετα κατά τα προαναφερθέντα, το έβλαψε σημαντικά, διότι εν όψει των σοβαρών περιορισμών που τίθενται με τις διατάξεις του Π .Δ. 24.5.85 και του Π.Δ. 209/1998, με την απαλλοτρίωση και την διάνοιξη της οδού απέμειναν σε όλα τα ακίνητα μας "λείψανα", μικρότερα των 4.000 τ.μ., τα οποία πλέον είναι οικιστικά άχρηστα, αφού ούτε άρτια ούτε δομήσιμα είναι, αλλά ούτε και γεωργικά εκμεταλλεύσιμα.

Σε πολλές δε περιπτώσεις τα απομεινάρια των ακινήτων μας κατέστησαν από την διανοιγόμενη οδό περίκλειστα και παντελώς απροσπέλαστα. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, είναι πρόδηλο, κατά την κοινή λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ουδόλως ωφελούνται οι εναπομένουσες ιδιοκτησίες μας από την διάνοιξη της προανεφερθείσας οδού, αλλά αντιθέτως βλάπτονται ουσιωδώς και υποβαθμίζονται από κάθε άποψη, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά η αξία τους και να υφιστάμεθα τεράστια οικονομική ζημία και όχι να ωφελούμαστε κάτι.

Έχει κριθεί μάλιστα, από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 98/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας, ότι τα εναπομείναντα τμήματα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του 4ου αιτούντος με αριθμ. κτηματολογικού πίνακα …, εκτάσεως αντίστοιχα 1.001,34 τ.μ. και 1.544,34 τ.μ., έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους αντίστοιχα κατά ποσοστό 80% και 70%, δηλαδή έχουν σχεδόν απαξιωθεί πλήρως, ώστε θα ήταν αντιφατικό και παράλογο να υποστηριχθεί ότι μπορεί να ισχύσει εν προκειμένω το τεκμήριο ωφέλειας.

Επομένως, το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 επ. του Ν. 653/1977, από την διάνοιξη της οδού δεν ευσταθεί εν προκειμένω και είναι καταρριπτέο. Επειδή ο νομοθέτης προέβλεψε την έννοια της ωφέλειας των παρόδιων (αυτοαποζημίωση) για τις περιπτώσεις που πραγματικά ωφελούνται οι παρόδιοι ιδιοκτήτες.

Εν προκειμένω και σύμφωνα με τα παραπάνω όχι μόνο δεν ωφελούμαστε ως παρόδιοι ιδιοκτήτες, αλλά βλαπτόμαστε σημαντικά με αποτέλεσμα να προσβάλλεται άμεσα η Συνταγματικά κατοχυρωμένη έννοια της ιδιοκτησίας. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αναιρείται καθολικά και προκλητικά η προστασία της ιδιοκτησίας με την αυθαίρετη και δικαστικά ανεξέλεγκτη έννοια της αυτοαποζημίωσης λόγω ωφέλειας του παρόδιου.

Έτσι και όταν κατά την κοινή πείρα το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα λόγω ασήμαντου εμβαδού ή ακανόνιστου σχήματος ή αδιεξόδου κ.λ.π. καταλήγει να έχει σαφώς μειωμένη ή ακόμα εκμηδενισμένη αξία, εξ αιτίας της πλήρους αδυναμίας αξιοποίησης του, παρόλα αυτά, κατά περίεργο νομικό τεκμήριο, ως παρόδια ιδιοκτησία θεωρείται "ωφελούμενη" από τη διάνοιξη και ο ιδιοκτήτης στερείται την αποζημίωση του με τη διαδικασία του συμψηφισμού (αυτοαποζημίωση).

Η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την προστασία της ιδιοκτησίας, δεν αφορά μόνο το αναγκαστικούς απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, που καταλαμβάνεται από το διανοιγόμενο δρόμο, αλλά και το εκτός της απαλλοτρίωσης δήθεν "ωφελούμενο" τμήμα του ίδιου απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Το τεκμήριο που αφορά στην υποχρέωση της παρόδιας ιδιοκτησίας, χωρίς λογικές εξαιρέσεις, αντίκειται και προσβάλλει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως αυτό έχει κριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ... Καμία αμφιβολία όμως δεν πρέπει να διατηρείται ότι οι διατάξεις, κυρίως αυτές, που αφορούν κατασκευαζόμενες κλειστές εθνικές οδούς, είναι αντισυνταγματικές, πρώτο γιατί καμία ωφέλεια δεν προσδοκά η παρόδια ιδιοκτησία, όταν δεν δημιουργείται δρόμος στον οποίο αποκτά πρόσοψη και πρόσβαση συνεπεία της οποίας επαυξάνεται η αξία τους και δεύτερο γιατί η επιβάρυνση είναι πολλές σημαντική, ώστε μόνο μετά από δικαστική κρίση θα ήταν ανεκτή.

Συνεπώς δεν πρέπει να κριθεί, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977, ως κατ' αρχήν ωφελούμενος και χωρίς καμία διάκριση ο ιδιοκτήτης που αποκτά πρόσοψη σε κλειστή οδική αρτηρία. Η περίπτωση αυτή θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με διαφορετικά κριτήρια και σύμφωνα με την αρχή της ισότητας. Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του Ν. 2971/2001 το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, μετά από αίτηση προς τον φορέα του έργου του εικαζόμενου ιδιοκτήτη ή του αξιούντος δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, που υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, με αίτημα την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Επειδή ήδη έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 98/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών μας. Επειδή η αίτηση μας αυτή είναι νόμιμη, βάσιμη, εμπρόθεσμη και αληθινή.

Για τους λόγους αυτούς και για όσους θα προσθέσουμε κατά την συζήτηση της παρούσας και με την ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μας. Ζητάμε Να γίνει δεκτή η αίτηση μας αυτή. Να κριθεί και αναγνωριστεί ότι ουδεμία ωφέλεια προέκυψε για τις ιδιοκτησίες μας, από την διάνοιξη της αναφερόμενης στο ιστορικό της παρούσης Οδού (τμήμα "Ιεροπηγή-Κρυσταλλοπηγή" του κάθετου άξονα Σιάτιστα -Ιεροπηγή - Κρυσταλλοπηγή" της Εγνατίας οδού) και την απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 1144753/6265/Δ0010/9-5-2011 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων (ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ.), για την διάνοιξη της οδού αυτής τουλάχιστον στο τμήμα της που αναφέρουμε στο ιστορικό και αφορά τις παραπάνω ιδιοκτησίες μας και ότι δεν ευσταθεί και δεν υφίσταται εν προκειμένω το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1 και επ.

του Ν.653/1977 τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτησιών μας. Να υποχρεωθεί ο φορέας του έργου να προβεί στην διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, ώστε, απαλλασσόμενοι της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών μας και της υποχρέωσης αποζημίωσης των παρόδιων ιδιοκτησιών, να αποζημιωθούμε από το υπόχρεο Δημόσιο για το σύνολο της έκτασης των απαλλοτριουμένων με την ανωτέρω απόφαση ιδιοκτησιών μας".

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει με σαφήνεια όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία και περιστατικά, που είναι αναγκαία κατά το νόμο για το ορισμένο αυτής και για τη θεμελίωση του αιτήματός της περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και δη όπως αυτά καθορίζονται διευρυμένα κατ' άρθρο 33 παρ. 1 και 4 του ν. 2971/2001 (που ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ειδικότερα οι αιτούντες αναφέρουν στο δικόγραφο της ένδικης αίτησής τους την ιδιότητά τους ως κυρίων των μνημονευόμενων για τον καθένα χωριστά απαλλοτριωμένων ακινήτων - αγροτεμαχίων, τη συνολικά απαλλοτριούμενη έκταση καθενός από αυτά, την έκταση ως προς την οποία κρίθηκε ότι δικαιούνται αποζημίωσης, καθώς και αυτή ως προς την οποία κρίθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωσης ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, τους αριθμούς τεμαχίου των ακινήτων τους και τους αριθμούς τους στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, ώστε να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και περαιτέρω εκθέτουν τα στοιχεία και τα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων τα τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν από την απαλλοτρίωση, δεν ωφελούνται από αυτήν, αλλά αντιθέτως, ζημιώνονται και πιο συγκεκριμένα εκθέτουν α) ότι τα ακίνητά τους βρίσκονται σε περιοχές γεωργικού χαρακτήρα και μετά την απαλλοτρίωση παραμένουν γεωργικές εκτάσεις και είναι αδύνατη η οικιστική τους αξιοποίηση και η κατασκευή σε αυτά οποιουδήποτε κτίσματος και επομένως ουδεμία ωφέλεια αποκομίζουν, γιατί δεν μεταβάλλεται ο προορισμός τους που είναι αποκλειστικά και μόνο για γεωργική εκμετάλλευση, β) ότι ο κάθετος άξονας της Εγνατίας οδού για την κατασκευή του οποίου απαλλοτριώνονται τα ακίνητά τους έχει κατασκευαστεί και τεθεί στην κυκλοφορία, ως μία κλειστή, υπερυψωμένη οδός ταχείας κυκλοφορίας (αυτοκινητόδρομος), που είναι περιφραγμένη με σιδηρά κιγκλιδώματα (μπάρες) καθ' όλο το μήκος των δύο πλευρών της και οι εναπομένουσες αγροτικές ιδιοκτησίες τους όχι μόνο δεν ωφελούνται, αλλά αντιθέτως βλάπτονται σοβαρά, γιατί τα εκατέρωθεν της οδού κιγκλιδώματα καθιστούν αυτή απροσπέλαστη και είναι αδύνατο να επωφεληθούν από την κυκλοφορία της, ότι η οδός αυτή κατασκευάζεται υπερυψωμένη περί τα 2 έως 3 μέτρα σε σχέση με το επίπεδο των ιδιοκτησιών τους, ενώ σε άλλα σημεία αυτής τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους είναι υπερυψωμένα, σε σχέση με το οδόστρωμα της οδού, περί τα 2 έως 3 μέτρα, γεγονός που όχι μόνο εμποδίζει την επικοινωνία των ιδιοκτησιών τους από και προς την εν λόγω οδό, αλλά εμποδίζει και ακυρώνει την πρόσβασή τους προς τα ακίνητά τους, επειδή διακόπτει και καταργεί τους αγροτικούς δρόμους με τους οποίους επικοινωνούσαν μέχρι τώρα με τα χωράφια τους, ότι η υπερυψωμένη αυτή οδός αποτελεί εμπόδιο και στον άνετο αερισμό και φωτισμό των εκατέρωθεν κατά μήκος αυτής ιδιοκτησιών τους που απομένουν, με αποτέλεσμα οι καλλιέργειες τους να μην έχουν την ανάπτυξη και την απόδοση που είχαν πριν την κατασκευή της οδού, ότι λόγω της υπερυψώσεως της οδού αυτής ελαττώνεται στο έπακρο η ορατότητα και η θέα των ιδιοκτησιών τους που απέμειναν από την απαλλοτρίωση κατά μήκος και των δύο πλευρών της και δεν υφίσταται η παραμικρή προοπτική οικιστικής αξιοποίησης των εν λόγω ιδιοκτησιών τους, ότι υφίσταται συνεχής ενοχλητικός θόρυβος των αυτοκινήτων που θα κινούνται στην εν λόγω ταχείας κυκλοφορίας οδό, και ότι συνεπώς, τα εναπομένοντα από την απαλλοτρίωση ακίνητα τους εκατέρωθεν της οδού, κατέστησαν και εκ του λόγου τούτου οικιστικά άχρηστα και τέλος, ότι η διάνοιξη της εν λόγω οδού έβλαψε σημαντικά τα εναπομείναντα ακίνητά τους, διότι εν όψει των περιορισμών που τίθενται με τις διατάξεις του Π.Δ. 24.5.85 και του Π.Δ. 209/1998, με την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της οδού απέμειναν σε όλα τα ακίνητα τους "λείψανα", μικρότερα των 4.000 τ.μ., τα οποία πλέον είναι οικιστικά άχρηστα, αφού, κατά τις διατάξεις για τα εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων γήπεδα, που ισχύουν για τα επίμαχα ακίνητα τους, αυτά, ούτε άρτια ούτε δομήσιμα είναι, αλλά ούτε και γεωργικά εκμεταλλεύσιμα.

Συνεπώς, στην ένδικη αίτηση των αναιρεσίβλητων, όσον αφορά τα διευρυμένα κριτήρια του άρθρου αυτού 33 του ν. 2971/2001, αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια, η μη δυνατότητα πρόσβασης των εναπομεινάντων ακινήτων των αιτούντων στο έργο, αναλυτικά οι δυσμενείς επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης στις χρήσεις των ακινήτων αυτών, καθώς και η μη αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των εναπομεινάντων ακινήτων τους με βάση τις διατάξεις που ισχύουν γι' αυτά και συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις για τα εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων γήπεδα.

Εξάλλου, η εξειδικευμένη αναφορά ανά ακίνητο, καθώς και η διακριτή αναφορά της βλαπτικής επίδρασης της απαλλοτρίωσης για κάθε ακίνητο χωριστά δεν απαιτείται, αφού σαφώς αναφέρεται στην αίτηση ότι όλα τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται σε περιοχές γεωργικού χαρακτήρα και μετά την απαλλοτρίωση παραμένουν γεωργικές εκτάσεις και δεν μεταβάλλεται ο προορισμός τους για γεωργική εκμετάλλευση, ενώ και οι αναφερόμενες στην αίτηση μη επωφελείς αλλά αντίθετα βλαπτικές συνέπειες από την απαλλοτρίωση, όπως διατυπώνονται σε αυτή (αίτηση) αφορούν όλα τα ακίνητα ανεξαιρέτως, οπότε δεν απαιτείται χωριστή αναφορά σε ποιο ή σε ποια ακίνητα αφορούν οι βλαπτικές επιπτώσεις.

Τα επιπλέον επικαλούμενα από το αναιρεσείον, στοιχεία, όπως τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων, οι διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων προ της απαλλοτρίωσης και τα όρια των ζωνών για τα οποία οι αιτούντες θεωρήθηκαν ότι αυταποζημιώνονται, δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν στη συγκεκριμένη ένδικη περίπτωση τη βάση της κρινόμενης αίτησης περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, ώστε η έλλειψη αυτών να καθιστά την αίτηση αυτή αόριστη, ενόψει του ότι στην αίτηση αναφέρεται ότι ο άνω κάθετος οδικός άξονας έχει κατασκευαστεί ως κλειστή, περιφραγμένη και υπερυψωμένη οδός ταχείας κυκλοφορίας, στην οποία δεν έχουν καμία πρόσβαση και ότι τα ακίνητα τους ήταν και παρέμειναν μετά την απαλλοτρίωση γεωργικές εκτάσεις προορισμένες για αγροτική μόνο εκμετάλλευση.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω η ένδικη από 19-10-2015 αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει τα απαιτούμενα ανωτέρω κατά νόμο συγκεκριμένα στοιχεία και περιστατικά τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν το τεκμήριο ωφελείας και στηρίζουν το αίτημά της. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της από 19-10-2015 αιτήσεως λόγω αοριστίας της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η αναφερόμενη στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αιτίαση ότι η ανωτέρω από 19-10-2015 αίτηση των αναιρεσίβλητων είναι αόριστη και για το λόγο ότι δεν παραθέτονται σε αυτή συγκριτικά πραγματικά δεδομένα αναφορικά με τα τρία ενδεικτικά κριτήρια του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον δεν είχε προταθεί ο λόγος αυτός αοριστίας που αναφέρεται την εν λόγω αιτίαση, στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αίτησης περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας η παράθεση τέτοιων συγκριτικών δεδομένων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του τρίτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, ενώ όσον αφορά τους απολειπόμενους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στην παρούσα αναιρετική δίκη, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-06-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ` αριθμ. 21/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του τρίτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 02 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου