Legislator Case Law & Legislation
835/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for inadmissible procedural error and lack of legal interest.

Case Number 835/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court improperly left certain costs undisputed, but the court found this argument baseless as the second instance had already rejected the underlying claim for damages. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of legal interest and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 822 of the Code of Civil Procedure; Article 176 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the challenged judgment has already substantively rejected the claim, rendering the alleged procedural error irrelevant and the appeal lacking legal interest.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest procedural error second instance judgment legal costs cassation appeal damages claim

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 822 of the Code of Civil Procedure
Article 823 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 835 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 835/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στoν ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστρια ... - .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Γ. του Η., κατοίκου ... και 3) Σ. Κ. του Α., κατοίκου .... Ο 2ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι 1η και 3ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Πλάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-07-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4205/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, οι 1η και ο 3ος αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με αρ. 7111Β/13-3-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών , την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12-12-2019 αιτήσεως για αναίρεση της με αρ. 136/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Πλην όμως ο τελευταίος, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της εκ του πινακίου. Ως εκ τούτου η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Kατά το άρθρο 822 του Α.Κ.: "Με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνο όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του αυτού Κώδικος: "Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλει στις δικές του υποθέσεις.

Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με τη σύμβαση παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη κινητό πράγμα με την υποχρέωση φυλάξεως και αποδόσεως αυτού αυτουσίου όταν του ζητηθεί. Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την παράδοση του πράγματος (re) και είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτισθεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθρ. 361 Α.Κ.), ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις (Α.Π. 886/1990).

Επιπροσθέτως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 822 και 823 Α.Κ. προς εκείνες των άρθρων 361, 330 - 336 Α.Κ. συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ' αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξαρτήτως από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητος για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από αυτές είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κυρία σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές αυτής, οι για την κυρία σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση.

Όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κυρίας συμβάσεως, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητος.

Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαρεία αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέραν του οποίου και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις.

Ο παρακαταθέτης μπορεί να απαιτήσει την απόδοση του πράγματος και σε περίπτωση αδυναμίας αυτουσίας αποδόσεως τούτου αποζημίωση είτε με ευθεία αγωγή από τη σύμβαση παρακαταθήκης, είτε με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, διότι επέρχεται αλλοίωση του αντικειμένου της ενοχής και η αρχική του υποχρέωση προς εκπλήρωση της παροχής μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημιώσεως, η οποία, εκτός άλλων, περιλαμβάνει την αξία του πράγματος καθώς και κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη (ΑΠ 647/2017, ΑΠ 504/2016, ΑΠ 1964/2013, ΑΠ 1024/2010, ΑΠ 1211/2000).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά, ως βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη, η οποία όταν είναι παράνομη δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.

Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείψει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της συμβάσεως, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο (ΑΠ 504/2016, ΑΠ 1801/2014). Περαιτέρω, αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει, ενώ βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1668/2013).

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147 - 149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.", συνάγονται τα ακόλουθα:

Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011) Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).

Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ (ΑΠ 1885/2014). Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος (ΑΠ 263/2021 ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1723/2014).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης. (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 232/2020,AΠ 1662/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 512/2022).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 55/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... H ενάγουσα είναι ομόρρυθμη εταιρεία με έδρα στον ..., με σκοπό μεταξύ άλλων την εισαγωγή, και εμπορία χονδρικώς και λιανικώς και την εξαγωγή πάσης φύσεως προϊόντων καθώς και το εμπόριο τροφίμων και ποτών χονδρικώς ή λιανικώς.

Στα πλαίσια δε της εμπορικής αυτής δραστηριότητας και προς εξυπηρέτηση των σκοπών της προβαίνει στην εισαγωγή ρυζιού jasmine από χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, το οποίο ακολούθως διαθέτει στην ελληνική αγορά. Το φθινόπωρο του έτους 2014 η νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας ... ..., ήρθε σε επαφή με τους νόμιμους εκπροσώπους του ομίλου εταιρειών με την επωνυμία "..." προκειμένου να διευκρινίσει την πιθανότητα ανάθεσης στις εταιρείες του εν λόγω ομίλου την μεταφορά στο ελληνικό έδαφος, την αποθήκευση και τον εκτελωνισμό των προϊόντων που εισήγαγε, μεταξύ των οποίων και το ρύζι τύπου jasmine.

Ειδικότερα τον Οκτώβριο του 2014 επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της αποθήκης της πρώτης εναγομένης στον ... προκείμενου να ελέγξει τις συνθήκες αποθήκευσης που τηρούνταν σε αυτήν και να κρίνει κατά πόσο ήταν αυτές κατάλληλες για την φύλαξη των προϊόντων που εισήγαγε και εμπορευόταν. Παρόντες στην εν λόγω επίσκεψη ήταν και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, υπό την ιδιότητά τους κατά τον ανωτέρω χρόνο, ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, υπέδειξαν στην ως άνω νόμιμη εκπρόσωπο της ενάγουσας, τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης, γνωστοποιώντας της ότι πρόκειται για αποθήκη φύλαξης προϊόντος "ξηρού" φορτίου, δηλαδή προϊόντων τυποποιημένων, μη ευπαθών ως προς τις συνθήκες θερμοκρασίας, τα οποία φυλάσσονται σε συνθήκες περιβάλλοντος, καθώς η αποθήκη δεν διαθέτει ψυκτικούς θαλάμους ή σύστημα κλιματισμού για την διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας στο εσωτερικό της.

Στα πλαίσια της εν λόγω επαφής των δύο διάδικων εταιρειών και προς διερεύνηση της μελλοντικής τους εμπορικής συνεργασίας, την 01.10 2014 η πρώτη εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγόμενου, να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο με γενικές πληροφορίες για το φορτίο, την φύλαξη του οποίου είχε σκοπό να της αναθέσει.

Με το από 02.10.2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο Ν. ..., υπάλληλος της ενάγουσας και υιός της νόμιμης εκπροσώπου της, απάντησε ότι πέραν του ότι το εν λόγω προϊόν μεταφέρεται σε παλέτες των πενήντα σάκων βάρους 18 - 20 χιλιόγραμμων ο καθένας, δεν γνώριζε και ο ίδιος πολλές πληροφορίες, καθώς η ενάγουσα μόλις προσφάτως είχε ξεκινήσει την εισαγωγή του ρυζιού τύπου jasmine, χωρίς να προβεί σε καμία άλλη επισήμανση ως προς την φύση, την ευπάθεια ως προς τις υψηλές θερμοκρασίες και τις ιδιαίτερες συνθήκες αποθήκευσης του παραπάνω προϊόντος.

Ακολούθως η ως άνω νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας αποφάσισε την ανάθεση στην πρώτη εναγόμενη, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, της φύλαξης ποσότητας καθαρού βάρους 64.500 χιλιόγραμμων ρυζιού τύπου jasmine, το οποίο είχε εισάγει από την Καμπότζη. Ειδικότερα, η παραπάνω ποσότητα ρυζιού jasmine νέας σοδειάς 2014 - 2015, μάρκας "..." κατανεμημένη σε 3.225 σάκους προπυλενίου με καθαρό εσωτερικό δίχτυ, βάρους ο καθένας 20 χιλιόγραμμων, και τοποθετημένη στα υπ' αριθμ. ...

εμπορευματοκιβώτια (containers), παραλήφθηκε την 25.01.15 από την μεταφορική εταιρεία με την επωνυμία "..." ("..."), η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιριών με την πρώτη εναγομένη, από το λιμάνι ... και μεταφέρθηκε στο λιμάνι του Πειραιά με το εμπορικό πλοίο M.... Το ανωτέρω φορτίο του ρυζιού jasmine αφίχθη την 19.02.2015 στο λιμάνι του Πειραιά από όπου μεταφέρθηκε από την παραπάνω μεταφορική εταιρεία "...", στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης στον ....

Η αποθήκη της πρώτης εναγομένης στον Ασπρόπυργο αποτελείται από δύο τμήματα και ειδικότερα από το "τελωνειακό" τμήμα, στο οποίο αποθηκεύονται τα προϊόντα που προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την είσοδο των οποίων στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας απαιτείται να προηγηθεί ο εκτελωνισμός, και το τμήμα εναπόθεσης προϊόντων ελεύθερης αγοράς, στο οποίο αποθηκεύονται τα προϊόντα που προέρχονται από χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες μετά τον εκτελωνισμό τους.

Όπως προεκτίθεται, τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες αποθηκεύονται στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης της πρώτης εναγομένης, όπου και παραμένουν μέχρι τον εκτελωνισμό τους, ενώ κατόπιν μεταφέρονται και εναποτίθενται στο τμήμα των προϊόντων ελεύθερης αγοράς για όσο χρόνο αποφασίσει ο εισαγωγέας τους.

Κατά κανόνα η παραμονή των προϊόντων στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης γίνεται για σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι να καταστεί εφικτός ο εκτελωνισμός τους, για τον λόγο δε αυτό το κόστος φύλαξης στο συγκεκριμένο τμήμα της αποθήκης είναι πολύ χαμηλότερο από εκείνο της φύλαξης στο τμήμα προϊόντων ελεύθερης αγοράς, στο οποίο τα προϊόντα παραμένουν συνήθως για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Επειδή δε το τελωνειακό τμήμα της αποθήκης χρησιμοποιείται, όπως προαναφέρθηκε, ως ενδιάμεσος χώρος αποθήκευσης μέχρι τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων, οι εισροές και εκροές των προϊόντων από αυτό είναι συνεχείς και ο χώρος του είναι περιορισμένος, καθώς προορίζεται να εξυπηρετήσει την ταμειακή αποταμίευση των προϊόντων προσωρινά μέχρι την νόμιμη είσοδό τους στο ελληνικό έδαφος μέσω του εκτελωνισμού.

Τα ως άνω εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν το ένδικο Φορτίο ρυζιού τύπου jasmine μεταφέρθηκαν μαζί με άλλα εμπορευματοκιβώτια ως γενικό φορτίο (groupage) στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης και ακολούθως η προαναφερθείσα ποσότητα ρυζιού, ως προϊόν προερχόμενο από χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εναποτέθηκε σε αποταμίευση στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης.

Ειδικότερα, οι 3.225 σάκοι πολυπροπυλενίου, στους οποίους ήταν κατανεμημένο το παραπάνω προϊόν, εξήχθησαν από τα εμπορευματοκιβώτια και τοποθετήθηκαν εντός του τελωνειακού τμήματος της αποθήκης της πρώτης εναγομένης σε ειδικά προς τούτο ράφια που βρίσκονται ψηλά από το έδαφος. Όπως προεκτίθεται, τα προερχόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα παραμένουν στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης μέχρι τον εκτελωνισμό τους, ήτοι για σύντομο χρονικό διάστημα, για τον λόγο δε αυτό οι χρεώσεις φύλαξης είναι πολύ χαμηλότερες από εκείνες που ισχύουν για το τμήμα των προϊόντων ελεύθερης αγοράς.

Η ενάγουσα, ωστόσο δεν είχε προχωρήσει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015 στον εκτελωνισμό της ένδικης ποσότητας ρυζιού jasmine. Σημειώνεται ότι δεν είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη την υποχρέωση εκτελωνισμού της ένδικης ποσότητας ρυζιού jasmine αφενός διότι δεν προσκομίζεται μετ' επικλήσεως ουδεμία σχετική έγγραφη συμφωνία και αφετέρου, κατά τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας αλλά και τους κανόνες της λογικής σε περίπτωση που η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει τον εκτελωνισμό του άνω εμπορεύματος και είχε καθυστερήσει έξι (6) μήνες, όπως στην προκειμένη περίπτωση, θα υπήρχε έγγραφη τουλάχιστον διαμαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Αποτέλεσμα δε της καθυστέρησης εκ μέρους της ενάγουσας να προβεί στον σχετικό εκτελωνισμό επί 6 τουλάχιστον μήνες, ήταν να παραμείνει η άνω ποσότητα ρυζιού jasmine στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης της πρώτης εναγομένης για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της συνήθους παραμονής των προϊόντων στον συγκεκριμένο χώρο, με αποτέλεσμα ουσιαστικά να έχει μετατραπεί αυτός, ως προς το προϊόν της ενάγουσας από χώρος ταμειακής αποταμίευσης σε χώρο αποθήκευσης.

Για τον λόγο αυτό, η πρώτη εναγομένη απέστειλε την 30.09.2015 στην ενάγουσα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με την οποία την πληροφορούσε ότι στο εξής έπαυε η χαμηλότερη χρέωση φύλαξης που ίσχυε για το τμήμα της τελωνειακής αποταμίευσης και από 01.10.2015 η χρέωση θα ανερχόταν στο ποσό των 0,56 ευρώ ανά κυβικό μέτρο ανά ημέρα.

Ωστόσο, και μετά την αύξηση του κόστους φύλαξης και παρά τις επαφές των δύο πλευρών στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, μέχρι το Νοέμβριο του 2015, η ενάγουσα δεν είχε ακόμα προβεί στον εκτελωνισμό της ένδικης ποσότητας του ρυζιού jasmine, αναθέτοντας τούτο είτε στην εταιρεία "...", η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την πρώτη εναγομένη, είτε σε τρίτο εκτελωνιστή, με αποτέλεσμα να παραμένει αυτή στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης της εναγόμενης εταιρείας, ενώ παράλληλα δεν κατέβαλε το κόστος φύλαξης που αντιστοιχούσε στο παραπάνω χρονικό διάστημα.

Για το λόγο αυτό και ενόψει του ότι η ένδικη ποσότητα ρυζιού καταλάμβανε πολύτιμο χώρο στο τμήμα τελωνειακής αποταμίευση της αποθήκης της, με συνέπεια να μην μπορεί να δεχθεί νέα προϊόντα σε αυτό, η πρώτη εναγόμενη, με νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απέστειλε ο νόμιμος εκπρόσωπός της - δεύτερος εναγόμενος, στην ενάγουσα, την καλούσε να προβεί άμεσα στον εκτελωνισμό ολόκληρης της ένδικης ποσότητας και να ολοκληρώσει την απομάκρυνσή της από την αποθήκη της μέχρι την 08.12.2015, ώστε να απελευθερωθούν οι χώροι της για νέα εμπορεύματα.

Κατόπιν τούτων και υπό την πίεση της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα ανέθεσε τον εκτελωνισμό της ένδικης ποσότητας ρυζιού jasmine στην εταιρεία εκτελωνισμών με την επωνυμία "...", η οποία υπέβαλε αίτηση στην Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Π.Ε. Δυτικής Αττικής, προκείμενου να προβεί σε ποιοτικό έλεγχο, καθώς και στο Ε' Τελωνείο Πειραιά, προκειμένου να εγκρίνει την λήψη δειγμάτων του ένδικού φορτίου από την φυτοπαθολογική υπηρεσία.

Την 04.12.2015 διενεργήθηκε δειγματοληψία και έλεγχος της ένδικης ποσότητας ρυζιού τύπου jasmine που βρισκόταν στο τελωνειακό τμήμα της αποθήκης της πρώτης εναγομένης από ελεγκτές του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού ελέγχου Πειραιώς, ο οποίος κατέδειξε την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ακμαίων ζώντων εντόμων και προνυμφών αυτών και απαγόρευσε την εισαγωγή του ένδικου φορτίου στο ελληνικό έδαφος, ενώ την 11.01.2016 πραγματοποιήθηκε έλεγχος από την Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Π.Ε.

Δυτικής Αττικής, ο οποίος διαπίστωσε εκ νέου την ύπαρξη εντόμων, προνυμφών και αυγών, ενώ δεν παρατηρήθηκαν άλλες αλλοιώσεις. Κατόπιν τούτου και από τον φόβο της επιμόλυνσης και των λοιπών προϊόντων που βρίσκονται εντός του τελωνειακού τμήματος της αποθήκης της, η πρώτη εναγομένη απομάκρυνε την ένδικη ποσότητα ρυζιού από το στεγασμένο μέρος του τελωνειακού τμήματος της αποθήκης της, τοποθέτησε το προϊόν σε τρία εμπορευματοκιβώτια, τα οποία μίσθωσε για αυτό τον σκοπό, τα οποία εναπόθεσε στον ασκεπή χώρο της αποθήκης, προχώρησε δε σε απολύμανση του κλειστού χώρου της αποθήκης όπου βρισκόταν το προϊόν μέχρι τότε, ενώ προέβαινε σε καθημερινή απολύμανση του χώρου πέριξ των εμπορευματοκιβωτίων, στα οποία το τοποθέτησε.

Στην συνέχεια η ενάγουσα υπέβαλε στην Γενική Διεύθυνση Βιώσιμης Ζωτικής Παραγωγής και Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης την από 07.01 .2016 αίτησή της σχετικά με την αλλαγή χρήσης της ένδικης ποσότητας ρυζιού σε ζωοτροφή και μετά την έκδοση χρήσης της υπ' αριθμ. 47/4053/13.01.2016 απάντηση της παραπάνω υπηρεσίας, με την οποία αυτή αποδέχθηκε την αιτούμενη αλλαγή χρήσης, ανέθεσε την απεντόμωση του ένδικου φορτίου στην Α.

Ρ., ώστε να καταστεί τούτο κατάλληλο προς ζωοτροφή. Η τελευταία προχώρησε την 14.01.2016 σε κατασταλτική απεντόμωση του προϊόντος με χρήση του σκευάσματος ... σε ενθυλακισμένη μορφή, ενώ την 22.01.16 έγινε αερισμός και πραγματοποιήθηκαν οι αναγκαίες συγκεντρώσεις ιχνών φωσφίνης και παρεδόθη αυτό ελεύθερο ζώντων εντόμων.

Ακολούθως η ενάγουσα συμφώνησε την πώληση της ένδικης ποσότητας ρυζιού ως ζωοτροφή στην εταιρεία με την επωνυμία "..." έναντι του τιμήματος 6.450 ευρώ, πλην όμως, όταν οι εκπρόσωποι της εν λόγω εταιρείας επικοινώνησαν με την πρώτη εναγόμενη προκειμένου να παραλάβουν το ρύζι και ενημερώθηκαν ότι υπήρχε υπόλοιπο οφειλής της ενάγουσας προς αυτήν από την δαπάνη φύλαξης, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί προκειμένου να παραλάβουν το ρύζι απέσυραν το ενδιαφέρον τους προς αγορά τούτου, με αποτέλεσμα να παραμείνει αυτό στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η προσβολή του ένδικου φορτίου ρυζιού τύπου jasmine από έντομα και η συνακόλουθη καταστροφή αυτού δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία σε κανένα πταίσμα δεν υπέπεσε κατά την φύλαξη και συντήρηση αυτού στις εγκαταστάσεις της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ένδικη ποσότητα ρυζιού ήταν συσκευασμένη σε 3.225 σάκους, χωρητικότητας 20 χιλιογράμμων o καθένας, κατασκευασμένους από προπυλένιο με καθαρό εσωτερικό δίχτυ, οι οποίοι απέκλειαν την είσοδο εντόμων στο εσωτερικό τους, εάν δεν είχε δημιουργηθεί οπή ή ρωγμή στην επιφάνειά τους.

Κατά τον έλεγχο δε που διενεργήθηκε τόσο από τους ελεγκτές του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Πειραιώς όσο και από τους ελεγκτές της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Π.Ε. Δυικής Αττικής δεν διαπιστώθηκε διάρρηξη των παραπάνω σάκων, αλλά αντίθετα διαπιστώθηκε ότι αυτοί ήταν άθικτοι, χωρίς σκισίματα, οπές ή ρωγμές που θα επέτρεπαν την είσοδο εντόμων στο εσωτερικό τους.

Επομένως, αποκλείεται το ενδεχόμενο τα έντομα που βρέθηκαν εντός τους να προέκυψαν από αβγά τα οποία εναποτέθηκαν όσο το προϊόν βρισκόταν στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης, αντιθέτως δε, είναι βέβαιο ότι τα αβγά είχαν εναποτεθεί στο προϊόν πριν την τοποθέτησή του στους σάκους και ακολούθως εκκολάφθηκαν όσο εκείνο βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης.

Σημειώνεται ότι πριν την συσκευασία του ρυζιού, είχε διενεργηθεί στην Καμπότζη απολύμανση του φορτίου από την αρμόδια κρατική υπηρεσία με την μέθοδο του υποκαπνισμού. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τον υπ' αριθμ. 0031 125/2015 φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό του Υπουργείου Δασών και Αλιείας του Βασιλείου της Καμπότζης, το οποίο προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα σε επικυρωμένη μετάφραση, μετά την εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου απολύμανσης το προϊόν "θεωρείται" απαλλαγμένο από επιβλαβείς οργανισμούς.

Η χρήση δε της λέξεως "θεωρείται απαλλαγμένο" κι όχι "είναι απαλλαγμένο", κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι δεν αποτελεί μεταφραστικό ατόπημα - λάθος αλλά ότι αποδίδει την έννοια και το ενδεχόμενο ότι ακόμα και μετά την απολύμανση με την προαναφερόμενη μέθοδο, να παρέμειναν στο προϊόν αυγά εντόμων, τα οποία εκκολάφθηκαν μετά την εναπόθεσή του στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης.

Η τελευταία κρίνεται ότι δεν υπέπεσε σε κανένα πταίσμα κατά την φύλαξη του ένδικου προϊόντος, αλλά κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που έπρεπε και μπορούσε να υποδείξει ο μέσος συνετός επαγγελματίας του κλάδου της, καθώς τοποθέτησε το ένδικο προϊόν στον στεγασμένο χώρο του τελωνειακού τμήματος της αποθήκης της, χωρίς να προκαλέσει διάρρηξη των σάκων, στους οποίους ήταν συσκευασμένο αυτό, ενώ αποδεικνύεται ότι στους χώρους της αποθήκης της διενεργείται απεντόμωση και μυοκτονία σε μηνιαία βάση, ενώ για την έγκαιρη ανίχνευση της παρουσίας λεπιδόπτερων τοποθετούνται πλαστικές παγίδες και δολωματικοί σταθμοί ερπόντων εντόμων που ελέγχονται κάθε μήνα.

Ως πρόσθετο δε μέτρο ασφαλείας προς αποφυγή προσβολής του ένδικου φορτίου από έντομα προερχόμενα από το εξωτερικό περιβάλλον, η πρώτη εναγόμενη είχε τοποθετήσει τους σάκους που περιείχαν την ένδικη ποσότητα ρυζιού σε ράφια που βρίσκονταν ψηλά από το έδαφος.

Συνεπώς η επιμόλυνση και καταστροφή του ένδικου φορτίου, την φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει με την επίδικη σύμβαση παρακαταθήκης η πρώτη εναγόμενη, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, καθόσον έπραξε ό,τι όφειλε ως μέση συνετή συναλλασσόμενη εταιρεία δια των νομίμων εκπροσώπων της που ενέπιπτε στην σφαίρα επιρροής της, γενομένου δεκτόν ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της τελευταίας.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων παρέστησαν ψευδώς στην ενάγουσα ότι η αποθήκη της πρώτης εναγομένης παρείχε τις προδιαγραφές αποθήκευσης και συντήρησης ευπαθών προϊόντων και ότι η πρώτη εναγομένη κατείχε την τεχνογνωσία ως προς την αποθήκευση ρυζιού τύπου jasmine.

Ειδικότερα ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων υπέδειξαν στην νόμιμη εκπρόσωπο της ενάγουσας τις εγκαταστάσεις της αποθήκης της πρώτης εναγομένης στον ... πριν η ενάγουσα αποφασίσει να της αναθέσει την φύλαξη των προϊόντων της, γνωστοποιώντας της ότι πρόκειται για αποθήκη φύλαξης προϊόντος "ξηρού" φορτίου δηλαδή τυποποιημένων προϊόντων μη ευπαθών ως προς τις συνθήκες θερμοκρασίας, τα οποία φυλάσσονται σε συνθήκες περιβάλλοντος, καθώς η αποθήκη δεν διαθέτει ψυκτικούς θαλάμους ή σύστημα κλιματισμού για την διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας στο εσωτερικό της, πράγμα άλλωστε το οποίο είναι εμφανές και διαπιστώθηκε "ιδίοις όμμασι" από την νόμιμη εκπρόσωπο της ενάγουσας κατά την επίσκεψή της στις αποθήκες της εναγομένης.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα τόνισε την ευαισθησία και ευπάθεια από την θερμοκρασία του περιβάλλοντος στους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης, σε ερώτηση δε του δεύτερου εναγόμενου ως προς τα χαρακτηριστικά του ρυζιού jasmine, δεν έγινε καμία αναφορά από την ενάγουσα προφορική ή γραπτή σχετικά με την ευπάθεια του τελευταίου, καθώς και ότι τούτο απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης.

Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε η ευπάθεια του προϊόντος σε υψηλές θερμοκρασίες, που όμως δεν αποδείχτηκε ότι επικρατούσαν στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η παρουσία εντόμων στην ένδικη ποσότητα ρυζιού είχε γίνει ήδη πριν συσκευαστεί τούτο στην χώρα προέλευσής του και δεν σχετίζεται με τις συνθήκες φύλαξής του, αλλά με τον χρόνο παραμονής του στην συσκευασία κατά τον οποίο εκκολάφτηκαν τα αυγά των εντόμων αυτών και πολλαπλασιάστηκαν τούτα.

Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων διαβεβαίωσε ψευδώς την ενάγουσα τον Νοέμβριο του 2015 ότι το προϊόν βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, διότι δεν θα μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν αυτό, καθόσον η προσβολή από έντομα αυτού διαπιστώθηκε το πρώτον μετά την διάνοιξη των σάκων στο οποίο ήταν τοποθετημένο στις 04.12.2015, οι οποίοι εξωτερικά δεν έφεραν ουδένα ίχνος αλλοίωσης ή διάρρηξης.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η πρώτη εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων αυτής ουδόλως διαβεβαίωσε ποτέ την ενάγουσα για ειδικές συνθήκες φύλαξης της ένδικης ποσότητας ρυζιού, ούτε και ότι αυτή (ποσότητα) βρισκόταν σε άριστη κατάσταση. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ουδεμία υπαιτιότητα της εναγομένης στην αλλοίωση της επίδικης ποσότητας ρυζιού.

Ως εκ τούτου η υπό κρίση αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ουδόλως έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ούτε εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ, απορριπτομένων ως κατ' ουσίαν αβασίμων των σχετικών πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου εφέσεως...".

Mε βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως έκρινε ότι είναι νόμιμα επί μέρους αγωγικά κονδύλια που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως νόμω αβάσιμα, στη συνέχεια, κρίνοντας την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι για τη ζημία της αναιρεσείουσας δεν ευθύνονται οι αναιρεσίβλητοι, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνον καθό μέρος τα προαναφερόμενα κονδύλια είχαν απορριφθεί ως μη νόμιμα, λόγω της προκύπτουσας διαφοράς ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης ή ουσιαστικά αβάσιμης, απέρριψε δε κατά τα λοιπά αυτήν (έφεση) κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 823, 914, 71, 330, 298, 147 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 386 ΠΚ, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επελθούσα στην αναιρεσείουσα ζημία δεν οφείλεται σε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και ότι ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των τελευταίων.

Ειδικότερα δε, δικαιολογούν την κρίση του αυτή οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ότι η προσβολή του ένδικου φορτίου ρυζιού από έντομα και η συνακόλουθη καταστροφή του δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης, η οποία σε κανένα πταίσμα δεν υπέπεσε κατά τη φύλαξη και τη συντήρηση αυτού στις εγκαταστάσεις της, ούτε και είχε αναλάβει αλλά και δεν διενήργησε τον εκτελωνισμό του, β) ότι ο δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητος δεν παρέστησαν ψευδώς στην αναιρεσείουσα ότι η αποθήκη της εταιρείας τους παρείχε τις προδιαγραφές αποθήκευσης και συντήρησης ευπαθών προϊόντων και ότι κατείχαν την τεχνογνωσία ως προς την αποθήκευση του ρυζιού, γ) ότι πριν τους ανατεθεί η φύλαξη του προϊόντος υπέδειξαν στη νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας που τους επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις τους, γνωστοποιώντας της ότι πρόκειται για αποθήκη φύλαξης προϊόντος "ξηρού" φορτίου (τυποποιημένων μη ευπαθών προϊόντων ως προς τις συνθήκες θερμοκρασίας φυλασσόμενων σε συνθήκες περιβάλλοντος), καθώς και ότι η αποθήκη τους δεν διαθέτει ψυκτικούς θαλάμους ούτε σύστημα κλιματισμού για τη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας στο εσωτερικό της, πράγμα που ήταν εμφανές και διαπιστώθηκε από την νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας "ιδίοις όμμασι", δ) ότι δεν υπήρξε από την αναιρεσείουσα αναφορά (γνωστοποίηση) στους αναιρεσίβλητους για ευαισθησία και ευπάθεια του προϊόντος και η απαίτηση για ειδικές συνθήκες φύλαξης, ότι δεν αποδείχθηκε ευπάθειά του σε υψηλές θερμοκρασίες ούτε ότι επικρατούσαν τέτοιες στην αποθήκη της πρώτης αναιρεσίβλητης, ε) ότι η τελευταία έπραξε ότι όφειλε ως μέση συνετή συναλλασσόμενη εταιρεία δια των νομίμων εκπροσώπων της που ενέπιπτε στη σφαίρα επιρροής της, και δη ότι τοποθέτησε τα επίμαχα προϊόντα στο στεγασμένο χώρο του τελωνειακού τμήματος της αποθήκης της σε ειδικά ράφια που βρίσκονται ψηλά από το έδαφος, χωρίς να προκαλέσει διάρρηξη των σάκων προπυλενίου στους οποίους ήταν συσκευασμένα και οι οποίοι απέκλειαν την είσοδο εντόμων στο εσωτερικό τους αν δεν είχε δημιουργηθεί οπή ή ρωγμή στην επιφάνειά τους, ότι στους χώρους της αποθήκης της διενεργείται απεντόμωση και μυοκτονία σε μηνιαία βάση, για δε την έγκαιρη ανίχνευση παρουσίας λεπιδόπτερων τοποθετούνται πλαστικές παγίδες και δολωματικοί σταθμοί ερπόντων εντόμων που ελέγχονται κάθε μήνα, στ) ότι δεν διαβεβαίωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη δια των λοιπών (νομίμων εκπροσώπων της) την αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια παραμονής του προϊόντος στις εγκαταστάσεις της για ειδικές συνθήκες φύλαξής του ούτε ότι τούτο βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, ζ) ότι κατά τον έλεγχο από τους αρμόδιους φορείς δεν διαπιστώθηκε διάρρηξη των σάκων όπου φυλασσόταν το προϊόν αλλά ότι αυτοί ήσαν άθικτοι, η) ότι τα έντομα που βρέθηκαν εντός των σάκων δεν προέκυψαν από αυγά που εναποτέθηκαν όσο το προϊόν βρισκόταν στην αποθήκη της εταιρείας, θ) ότι είναι βέβαιο ότι τα αυγά είχαν εναποτεθεί στο προϊόν πριν την τοποθέτησή του (πριν τη συσκευασία του) στους σάκους στη χώρα προέλευσης (Καμπότζη) και δεν σχετίζεται με τις συνθήκες φύλαξής του στις εγκαταστάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης αλλά με τον χρόνο παραμονής του στη συσκευασία κατά τον οποίο εκκολάφθηκαν τα αυγά και πολλαπλασιάστηκαν τα έντομα.

Συνεπώς, ο έκτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της συνδρομής ή μη πταίσματος των αναιρεσιβλήτων, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ούτε ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, αφού με αυτές, υπό την επίφαση της πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, απαράδεκτος είναι και ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την παραδοχή αυτής ότι "η ενάγουσα μέχρι το Σεπτέμβριο του 2015 δεν είχε προχωρήσει στον εκτελωνισμό της ένδικης ποσότητας ρυζιού, η πρώτη εναγόμενη δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση εκτελωνισμού διότι δεν προσκομίζεται ουδεμία έγγραφη συμφωνία και ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής θα υπήρχε τουλάχιστον έγγραφη διαμαρτυρία της ενάγουσας για την καθυστέρηση εκτελωνισμού...", καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι η αναιρετική πλημμέλεια που προβάλλεται αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 232/2020).

Kατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012).

Eν προκειμένω ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την αγωγή της ισχυρισμό ότι "οι αναιρεσίβλητοι (που τους είχαν αποκρύψει την αλλοίωση του φορτίου ρυζιού και τους ζημίωσαν) προσπάθησαν να τους εξαπατήσουν με την από 23-12-2015 επιστολή τους, υπερκοστολογώντας την πρότασή τους για απεντόμωσή του, απόπειρα που δεν κατέστη εφικτή γιατί η ίδια επέλεξε να γίνει στις 14-1-2016 με δικές της ενέργειες", είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται ποια επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ2/2005).

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός, δεν είναι αυτοτελής και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά αποτελεί επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της περί της βασιμότητας της αγωγής της. Ο ίδιος ως άνω λόγος ως προς την αιτίαση της μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί απόκρυψης από τους αναιρεσιβλήτους της αλλοίωσης του φορτίου, είναι αβάσιμος, αφού από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και τους αντέκρουσε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από εκείνα που προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 περ.

γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο ΑΠ 225/2017, ΑΠ 516/2016). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005 ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005), ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισε και ειδικότερα: 1) το αντίγραφο της από 3/12/2015 τραπεζικής καταβολής της μέσω e-banking προς την πρώτη αναιρεσείουσα ποσού 2.224,70 ευρώ για την εξόφληση της χρέωσης αποθήκευσης, 2) το αντίγραφο του από 27-7-2017 πιστοποιητικού νεώτερης απεντόμωσης της γεωπόνου -εντομολόγου Α.

Ρ., 3) το (χωρίς προσδιορισμό ημερομηνίας) αντίγραφο της αίτησής της για καταστροφή του φορτίου προς τη Δ/νση οικονομίας και κτηνιατρικής ΠΕ Δυτικής Αττικής, 4) την από 12-4-2017 εξώδικη διαμαρτυρία των αναιρεσιβλήτων με πρόσκληση προς την αναιρεσείουσα για παραλαβή του φορτίου με δήλωση στην αντίθετη περίπτωση περί υποβολής αίτησης για καταστροφή του από το τελωνείο, 5) την από 28-4-2017 δική της εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-καταγγελία σε απάντηση της προαναφερθείσας διαμαρτυρίας, 6) την από 12-6-2017επιστολής της συνεργάτιδάς τους εταιρείας ...

με συνημμένη λίστα διακίνησης φορτίων που εκτελούσε για λογαριασμό της από 10-12-2012 τους ναύλους και τον εκτελωνισμό και την μνεία των εταιρειών ... που είχαν αναλάβει τη φύλαξη των φορτίων της, 7) αντίγραφο της από 28-6-2017 επιστολής της συνεργάτιδάς της εταιρείας ... που αναλάμβανε τους εκτελωνισμούς της και μερίμνησε για την καταστροφή του φορτίου που βεβαιώνει τη διενέργεια φυτοϋγειονομικού ελέγχου πριν την ανάλωση του προϊόντος, 8) αντίγραφο της νέας από 30-6-2017 εξώδικης δήλωσης των αναιρεσιβλήτων μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης για την παραλαβή του φορτίου, 9) αντίγραφο της από 7-6-2017 τεχνικής και οικονομικής προσφοράς της εταιρείας ...

αξίας 3.000 ευρώ προς την αναιρεσείουσα για καταστροφή του φορτίου, 10) αντίγραφο της από 7-7-2017 ηλεκτρονικής επιστολής της προς τους αναιρεσίβλητους για την άδεια καταστροφής από το τελωνείο Ελευσίνας, προγραμματισθείσας για την 12-7-2017, 11) αντίγραφα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της με τους αναιρεσίβλητους από 7-7-2017 ως 10-7-2017, 12) την από 5-12-2016 βεβαίωση της γεωπόνου Α.

Ρ. για την επιτυχή απεντόμωση, 13) την με αρ.2 αρ. πρωτ. Υ1/Γ.Π/οικ. 4476 Εγκύκλιο Περιβαλλοντική Υγιεινής & Δημόσιας Υγείας για τις προϋποθέσεις που χρειάζεται να πληρούν επιχειρήσεις όπως των αναιρεσιβλήτων όταν τα τρόφιμα απαιτούν ειδικές συνθήκες αποθήκευσης, 14) τον κανονισμό (ΕΚ) 852/2004, 15) το έντυπο διασάφησης του ένδικου φορτίου όπου αναφέρεται ως "γενικό" φορτίο και όχι το είδος του (ρύζι).

Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και από τις συναφείς σκέψεις του αιτιολογικού αυτής και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που διαλαμβάνει στις παραδοχές της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα με νόμιμη επίκληση αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου εξ αυτών.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθ' όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προμνημονευόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση συνεπώς υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1244/2021,ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 295/2018, ΑΠ 100/2018).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρερμήνευσε :α) το από 2-10-2014 μήνυμα - απάντηση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υπαλλήλου της Ν. ... σε σχέση με τη συμπλήρωση του εντύπου της πρώτης αναιρεσίβλητης αναφορικά με το προς φύλαξη προϊόν β) το από 2-12-2015 έγγραφο της ιδίας, γ) το από 4-12-2015 έγγραφο της φυτοϋγειονομικής υπηρεσίας όταν διενεργήθηκε ο ποιοτικός έλεγχος, όπου αναφέρεται ότι απαγορεύεται η εισαγωγή του φορτίου λόγω μεγάλου αριθμού ζώντων εντόμων και προνυμφών αυτών εντός του φορτίου, δ) την από 27-11-2015 επιστολή των αναιρεσιβλήτων με αίτημα την ενημέρωση για τη νέα διεύθυνση της αναιρεσείουσας, ε) το από 23-1-2015 αντίγραφο φυτοϋγειονομικού πιστοποιητικού του βασιλείου της Καμπότζης σε μετάφραση "που πιστοποιεί ότι το φορτίο εξετάσθηκε και βρέθηκε απαλλαγμένο από επιβλαβείς οργανισμούς" κρίνοντας αναπόδεικτα ότι η φράση "θεωρείται απαλλαγμένο" από επιβλαβείς οργανισμούς αποδίδει την έννοια ότι ακόμη και μετά την απολύμανση μπορεί να παρέμειναν στο προϊόν αυγά που εκκολάφθηκαν μετά την εναπόθεση στην αποθήκη της εναγόμενης, δηλαδή ότι δεν φέρει την έννοια "είναι απαλλαγμένο".

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον δεν πρόκειται για διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων (το οποίο σημειωτέον δεν παρατίθεται από την αναιρεσείουσα ως όφειλε) αλλά για εκτίμηση του δικαστηρίου, από την οποία το Εφετείο συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο δεν στήριξε το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες βεβαιώσεις και σε όλα τα λοιπά έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν, ενώ ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι και το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1959/2017 ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 704/2011).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1925/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 143/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "παρότι έκρινε νόμιμα τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν τον καταβληθέντα ναύλο ύψους 4.712 ευρώ, τα έξοδα εσωτερικής μεταφοράς-αποθήκευσης στον ΟΛΠ ύψους 750 ευρώ και τη δαπάνη τελών ΟΠΕΚΕΠΕ ύψους 1981,44 ευρώ, τα άφησε αδίκαστα διότι δεν τα επιδίκασε".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, μετά την μερική παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης μόνον καθό μέρος τα ανωτέρω κονδύλια είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμα, αφού έκρινε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, απέρριψε κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά την έφεση, με την οποία η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγω έλλειψης πταίσματος των αναιρεσιβλήτων.

δεχόμενο ότι δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς καταλύεται η σε βάρος των τελευταίων αξίωση της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας της, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα εν λόγω ως νόμιμα κριθέντα από το εφετείο κονδύλια, αφού προϋπόθεση για την κατ' ουσίαν έρευνα και την επιδίκασή τους αποτελεί η συνδρομή της εξ αδικοπραξίας ευθύνης των αναιρεσιβλήτων που εν προκειμένω δεν υφίσταται.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, εφόσον με την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε ότι δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο και αν δίκαζε αυτά, στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2019 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ' ΣIA O.E" για αναίρεση της με αριθμό 136/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ