Supreme Court dismisses appeal arguments but allows partial annulment due to forced execution of the lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the additional appeal arguments as inadmissible due to failure to serve the opposing party within the required timeframe. While the main appeal was admitted, the court found that the lower court judgment had been executed against the appellant's will. Consequently, the judgment was partially annulled to restore the parties to their pre-execution status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 579 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a judgment and order restitution if the judgment was executed against the appellant's will, even if the appeal arguments themselves are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 835/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Λάλα, Γεώργιο Ορφανίδη και Γεώργιο Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΪΝΤ ΖΕΡΟ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Χρίστο Φίλιο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1402/2011 μη οριστική και 1124/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3951/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2014 αίτησή της και τους από 29/10/2014 και 28/1/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 20/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως ως και των Α και Β δικογράφων προσθέτων λόγων, κατά της 3951/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 599/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το από 29-10-2014 δικόγραφο πρόσθετου λόγους αναιρέσεως, κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30-10-2014, ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 2-3-2015, πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στην αναιρεσίβλητο, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως. Επομένως, το πρώτο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Ι)Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.
Περαιτέρω η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ.1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η Τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή τους.
Επομένως, αν ο τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε να του αποδοθεί το ποσό της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της Τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχικής αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθέσεως παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της, κατά το άρθρο 3 του ΝΔ. 17-7-/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ’ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλήν αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμέλεια", οριοθετεί την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνον στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 823 ΑΚ, από την οποία προβλέπεται η ευθύνη του θεματοφύλακα, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης που δημιουργείται με την κατάθεση των χρημάτων στην Τράπεζα, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330 - 336 ΑΚ προβλέπεται ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.
Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται, σε γεγονός που δεν υπέχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα. Εξάλλου κατά το άρθρο 8 Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών" ορίζεται μεταξύ άλλων ότι "ως παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών", ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας", ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας", ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας", ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α)η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β)η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ)ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ)η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε)το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ)το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" και ότι "μόνη η ύπαρξη η δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου (ΑΠ 589/2001) μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφισταμένη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α)η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β)η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψης της.
Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφάλειας και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ)το παράνομο της συμπεριφοράς. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν’ ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ)ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητας συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση της θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας).
Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 535/2012).
Με τον σχετικό λόγο αναίρεσης προσβάλλεται, όπως είχε προταθεί και στο πρωτοδικείο και στο Εφετείο, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής και ότι ειδικότερα, παρά το νόμο, δεν κήρυξε το Δικαστήριο απαράδεκτη την αγωγή. Όπως, όμως προκύπτει, από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίθενται σ’ αυτό με πληρότητα οι αναλήψεις που έγιναν από τον μη δικαιούμενο προς τούτο υπάλληλο της ενάγουσας, το συνολικό ποσό που ανέρχεται σε 2.025.000 ευρώ, τις παραλείψεις των οργάνων της τραπέζης που κατά το δικόγραφο ανάγονται σε δόλο τους άλλως σε βαρεία αμέλεια και ως εκ τούτου η αγωγή περιέχει όλα τα κατ’ άρθρα 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από την ενάγουσα κατά της εναγόμενης, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και με ορισμένο αίτημα, μη όντος αναγκαίου, να αναφέρεται στην αγωγή ότι και ζητήθηκε το ποσό των χρημάτων, αφού αυτό δεν είναι στοιχείο του αρθρ.824 ΑΚ.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι το σκέλος της αγωγής που αφορά το επιδικασθέν ποσό των 2.025.000 ευρώ το οποίο αναλήφθηκε παρανόμως από το λογαριασμό της ενάγουσας, που τηρούσε αυτή στην εναγόμενη, αποτελεί πρωτογενή αξίωση προς παροχή, η οποία στηρίζεται στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, που αποτελεί και τη κύρια βάση της αγωγικής της αξίωσης ως προς το άνω ποσό, τις διατάξεις της οποίας σαφώς επικαλείται η εφεσίβλητη - ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής της.
Δεν στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικοπραξίας όπως ορθώς έκρινε το Δικαστήριο και ήτο πλήρως και σαφώς ορισμένη και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε το λόγο εφέσεως περί αοριστίας της αγωγής. Επομένως το Εφετείο δεν έσφαλε κρίνοντας την ένδικη αγωγή, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορισμένη και περαιτέρω νόμιμη.
Είναι επομένως ο λόγος αυτός απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις πρέπει να προσκομίστηκαν στο δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο, ως αποδείξεις δε που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.ΑΠ 23/08).
Εξάλλου κατά το άρθρον 270 παρ.2 ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ.
Τέλος κατά το αρθρ.352 ΚΠολΔ. Η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δηλαδή σε κάθε περίπτωση ομολογία προκύπτει από τη συμπεριφορά διαδίκου και όχι από τη μαρτυρία τρίτου που περιέχεται σε έγγραφο αυτού (ΑΠ 1711/2008).
Στη προκείμενη περίπτωση, όπως συνάγεται από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και τις από 18-4-2005 και 10-6-2006 επιστολές του Ι. Π. προς το Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο την από 18-4-2005 επιστολή προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσίβλητη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δεν προέβη σε επίκληση και προσκόμιση της από 10-6-2006 επιστολής του Ι.Π.
και ως εκ τούτου η τελευταία δεν μπορούσε σε κάθε περίπτωση να ληφθεί υπόψη υπό του Δικαστηρίου και απαραδέκτως λήφθηκε υπόψη, πολλώ μάλλον δεν μπορούσε να ληφθεί εξ αυτής ομολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πλαστογράφησης της υπογραφής της Ε. Γ. και της ύπαρξης βαρειάς αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της Τραπέζης, αφού ο ανωτέρω δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή.
Επίσης ως προς την από 18-4-2005 επιστολή του στην οποία αυτός αναφέρεται στην αφαίρεση τμηματικά χρημάτων, ως αφορούσα μαρτυρία τρίτου αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και απαραδέκτως λήφθηκε υπόψη, γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός που ερείδεται στο αρθρ. 559 αριθ.11 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα δικαίου, δηλ. κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παραγ.2 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εν προκειμένω με το σχετικό λόγο αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση κατά της αποφάσεως για την μη αποδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως που παραδεκτά είχε προτείνει, άλλως έγκριση εκ μέρους της αντιδίκου όλων των σχετικών ενεργειών του υπαλλήλου της Ι.Π.. Επί των ανωτέρω θεμάτων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση της, τα κάτωθι:
Η ενάγουσα ιδρύθηκε το έτος 1987 με την επωνυμία "ZERO ADNERTISING" και μετά την συγχώνευση της το έτος 1989 με την εταιρία "ΗΛΙΟΣ ΡΟΙΝΤ" δημιουργήθηκε η "ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΪΝΤ ΖΕΡΟ ΑΕ". Από την ίδρυση της δραστηριοποιείται στο χώρο των διαφημίσεων, της διαφημιστικής παραγωγής, στρατηγικής επικοινωνίας, δημοσιότητας και προβολής στα ΜΜΕ και από το έτος 1992 είναι μέλος του Ομίλου Διαφήμισης και Επικοινωνίας στην Ελλάδα του Group.
Στο πλαίσιο της άσκησης της δραστηριότητας της και των επιχειρηματικών της αναγκών συνεργαζόταν με την εναγομένη τράπεζα και ειδικότερα με τρία υποκαταστήματα αυτής στην …, ήτοι με το υποκατάστημα "014" στην ... επί της οδού ..., με το υποκατάστημα "0326" στη … επί της οδού ..., καθώς και με το υποκατάστημα "037" επί της οδού ... .
Κυρίως όμως συνεργαζόταν με το υποκατάστημα "014" της εναγομένης και από αυτό πραγματοποιείτο ο κύριος όγκος των συναλλαγών της, δεδομένου ότι τούτο βρισκόταν στο ισόγειο του παρακείμενου κτιρίου προς αυτό στο οποίο είχε την έδρα της η ενάγουσα μέχρι τον Αύγουστο του 2006, οπότε και η τελευταία μετέφερε την έδρα της.
Σ’ αυτό, διατηρούσε, τον υπ’ αρ. ... λογαριασμό όψεως, στο πλαίσιο του οποίου και της σχετικής με αυτόν σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης είχε συνάψει με την εναγομένη σύμβαση έκδοσης επιταγών, οι οποίες σύρονταν από το λογαριασμό αυτό, έτσι ώστε οι επιταγές που εξέδιδε η ενάγουσα εξοφλούνταν απευθείας από τον λογαριασμό αυτό.
Με τα ως άνω υποκαταστήματα της εναγομένης, η ενάγουσα συνεργαζόταν σχεδόν καθημερινά, αφού και στο υποκατάστημα "0326" η ενάγουσα διατηρούσε σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό [...], δυνάμει της οποίας είχε ανοίξει τον υπ’ αρ. ... δανειακό λογαριασμό και τον υπ’ αρ. ... συνδεδεμένο μ’ αυτόν αλληλόχρεο λογαριασμό.
Λόγω της πολύχρονης συνεργασίας και της συχνότητας των συναλλαγών οι υπάλληλοι των άνω καταστημάτων γνώριζαν τους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της ενάγουσας και τις εν γένει δραστηριότητες και συνήθεις πρακτικές της ενάγουσας στις εν γένει τραπεζικές συναλλαγές τους. Κυρίως είχε γνώση τούτων το υποκατάστημα "014" της εναγομένης, λόγω του όγκου των συναλλαγών που πραγματοποιείτο από αυτό και της άμεσης γειτνίασης με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μία φιλική και εμπιστευτική σχέση των υπαλλήλων της εναγομένης με τον ταμία και διαχειριστή διαθεσίμων της ενάγουσας Ι.
Π.. Ο τελευταίος εργαζόταν από το έτος 1991 με την άνω ιδιότητα και ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη και πραγματοποίηση των οικονομικών τραπεζικών της συναλλαγών καθώς και με τη καταχώρηση τους στα λογιστικά της βιβλία. Με βάση το υπ’ αρ. 181/30-11-2000 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ. 26/03-01-2001 ΦΕΚ, το σύνολο των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων εκπροσώπησης, διαχείρισης και δέσμευσης της ενάγουσας [εκτός από εκείνα για τα οποία σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό απαιτείτο συλλογική ενέργεια] είχε ανατεθεί στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Χ.
Δ. ή στην Διευθύνουσα Σύμβουλο Ε. Γ., ορίζοντας συγχρόνως ότι τα άνω πρόσωπα ξεχωριστά και μεμονωμένα ο καθένας με την υπογραφή τους που τίθεται πάνω από την εταιρική επωνυμία εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρία.
Με σκοπό όμως διευκόλυνσης των συναλλαγών μικρού αντικείμενου της ενάγουσας το ΔΣ αυτής αποφάσισε, έχοντας καταστατική εξουσία προς τούτο, ότι για την έκδοση και υπογραφή επιταγής της εταιρίας μέχρι και το ποσό των [200.000 δραχμών ή 586,94 €] την ενάγουσα να εκπροσωπεί και να δεσμεύει ο Ι. Π., με την υπογραφή του, ενώ από το ποσό των [200.000 δραχμών] και άνω την ενάγουσα, παράλληλα με τα άνω πρόσωπα [Χ.
Δ. και Ε. Γ.] εκπροσωπεί και δεσμεύει από κοινού η τιθέμενη μαζί με την εταιρική επωνυμία συνυπογραφή προσώπων από τους Χ. Δ., Ε. Γ., Ι. Π. και Ε. Ζ.. Στη συνέχεια με το υπ’ αρ. 200/01-4-2002 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ. 3156/30-4-2002 ΦΕΚ το σύνολο των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων εκπροσώπησης, διαχείρισης και δέσμευσης της ενάγουσας [εκτός από εκείνα για τα οποία σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό απαιτείτο συλλογική ενέργεια] είχε ανατεθεί στην Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλο Ε.
Γ. ή στον Σύμβουλο του Διοικητικού Συμβουλίου Α. Π., ορίζοντας συγχρόνως ότι τα άνω πρόσωπα ξεχωριστά και μεμονωμένα ο καθένας με την υπογραφή τους, που τίθεται μαζί με την εταιρική επωνυμία εκπροσωπούν, διαχειρίζονται και δεσμεύουν την εταιρία. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας ανέθεσε, έχοντας προς τούτο καταστατική εξουσία, στη Σύμβουλο Ε.
Ζ. την αρμοδιότητα να υπογράφει μόνη της μαζί με την εταιρική επωνυμία για οποιαδήποτε οικονομική δέσμευση της ενάγουσας μέχρι του ποσού των [900 €]. Ακολούθως με το με το υπ’ αρ. 240/27-9-2004 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ. 1.400/23-11-2004 ΦΕΚ το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας ομοφώνως αποφάσισε να αναθέσει το σύνολο των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων εκπροσώπησης, διαχείρισης και δέσμευσης της ενάγουσας [εκτός από εκείνα για τα οποία σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό απαιτείτο συλλογική ενέργεια] στην Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλο Ε.
Γ. και στον Σύμβουλο του Διοικητικού Συμβουλίου Ι. Π., ορίζοντας συγχρόνως ότι τα άνω πρόσωπα από κοινού και με την από κοινού υπογραφή τους, που τίθεται μαζί με την εταιρική επωνυμία εκπροσωπούν, διαχειρίζονται και δεσμεύουν την εταιρία, σύμφωνα με το νόμο και τις διατάξεις του καταστατικού [ενδεικτικά μπορούσαν να εκδίδουν και να οπισθογραφούν επιταγές να συμβάλλονται με τις τράπεζες, να δίνουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της ενάγουσας και γενικά να διαχειρίζονται και να συμβάλλονται για λογαριασμό αυτής].
Σε περίπτωση κωλύματος των άνω δύο προσώπων ορίστηκε ότι θα αναπληρώνονται διαζευκτικά από τους συμβούλους του Διοικητικού Συμβουλίου Α. Π. ή Ι. Φ.. Τέλος με το υπ’ αρ. 249/01-4-2005 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ. 24449/19-4-2005 ΦΕΚ ο Ι. Π. έπαψε να είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας και τη θέση του ανέλαβε ο τότε οικονομικός διευθυντής της ενάγουσας Κ.
Τ.. Τα άνω πρακτικά αμέσως μετά τη δημοσίευση τους ή ενάγουσα τα κοινοποιούσε στην εναγομένη, όπως το ζητούσε και η ίδια. Με βάση τα άνω πρακτικά του Δ.Σ της ενάγουσας ο Ι. Π. ποτέ δεν είχε μόνος του δικαίωμα εκπροσώπησης και δέσμευσης αυτής. Παράλληλα η ενάγουσα με την από 27/9/2002 εξουσιοδότηση της, την οποία απεύθυνε προς την εναγομένη και συγκεκριμένα προς το "014" κατάστημα αυτής, παρείχε στον Ι.
Π. την εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει από αυτήν βιβλιάρια επιταγών, ειδοποιητήρια ή παραστατικά που αφορούσαν το λογιστήριο της, αντίγραφα εκδόσεως τραπεζικών επιταγών ή εντολών, αντίγραφα κινήσεως των λογαριασμών της, βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος και αντιγράφων που αφορούσαν αγοραπωλησίες συναλλάγματος, επιστρεφόμενες επιταγές και κάθε αξιόγραφο.
Έτσι ο Ι. Π. προέβαινε σε όλες τις πράξεις που αναφερόταν στην άνω εξουσιοδότηση κατά τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε με το άνω υποκατάστημα της εναγομένης, στο οποίο έγινε γνωστός, όπως προαναφέρθηκε, λόγω των συχνών και του όγκου των συναλλαγών. Από το μέσον του μηνός Μαρτίου του 2005 ήταν σε εξέλιξη ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της ενάγουσας, η διαδικασία εκπαίδευσης του νέου οικονομικού διευθυντή της, καθώς και η μετάβαση όλων των τραπεζικών συναλλαγών της ενάγουσας από όλες τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν στην τράπεζα Κύπρου.
Στο στάδιο αυτό, ο, Ι. Π. στις 04/4/2005, ήτοι αμέσως μετά την αποχώρηση του από το Δ.Σ της ενάγουσας, εμφανίστηκε στην τότε πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο της ενάγουσας Ε. Γ. και δήλωσε προφορικώς ότι είχε αφαιρέσει, τμηματικώς, χρήματα από την εταιρία, πλαστογραφώντας την υπογραφή της, ενώ και για τα ίδια γεγονότα ενημέρωσε προφορικά και το νέο οικονομικό διευθυντή της ενάγουσας Κ.
Τ.. Στη συνέχεια ο ίδιος στις 18/4/2005 απέστειλε γραπτή επιστολή στο Δ.Σ της ενάγουσας στην οποία ανέφερε ότι είχε αφαιρέσει τμηματικώς χρήματα από την εταιρία χωρίς μέχρι τότε κάποιος από την ενάγουσα και δη η Ε. Γ. να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό για τις ενέργειες του αυτές. Συγχρόνως, ζητούσε συγγνώμη ιδίως από την κα Γ.
και δήλωνε ότι θα προσπαθούσε να "ξεπληρώσει το χρέος του". Ο Ι. Π. προκειμένου να συγκαλύψει την παράνομη εκ μέρους του είσπραξη των χρηματικών ποσών είχε δημιουργήσει ως διαχειριστής και λειτουργούσε ένα πλήρη μηχανισμό εκτεταμένης "παραδιαχείρισης", η πραγματική κατάσταση και το μέγεθος της οποίας δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή, όχι μόνο κατά τους ετήσιους οικονομικούς ελέγχους, αλλά ακόμα και με τη χρήση εξωτερικών ελεγκτών, καθώς τα βιβλία που τηρούσε έδειχναν μία άλλη πλασματική (στρεβλή) εικόνα, όχι αυτοτελώς, αλλά συγκρινόμενα με τα αντίστοιχα στοιχεία των τρίτων που συναλλάσσονταν με την ενάγουσα.
Οι εγγραφές δε και, οι καταχωρήσεις στα βιβλία της ενάγουσας γίνονταν από τον μοναδικό κωδικό, χρήση "GAPADO", ο οποίος ανήκε στον Ι. Π. και ο οποίος ανιχνευόταν από ειδικό μηχανογραφικό σύστημα καταγραφής, που υπήρχε σε όλες τις εταιρίες του ομίλου Διαφήμισης και επικοινωνίας στην Ελλάδα BBDO Group, μέλος του οποίου αποτελεί η ενάγουσα.
Μετά την άνω ομολογία του Ι. Π., η ενάγουσα προκειμένου να εντοπίσει και να προσδιορίσει την έκταση και το μέγεθος του ελλείμματος της εταιρίας από τις άνω ενέργειες του διαχειριστή της ανέθεσε στον διεθνή ελεγκτικό οίκο "E. & Y.Ορκωτοί Ελεγκτές - Λογιστές Α.Ε" να διενεργήσει ειδικό ενδελεχή διαχειριστικό έλεγχο, κάνοντας χρήση της συγκριτικής μεθόδου συγκεκριμένης χρονικής στιγμής μεταξύ των οικονομικών καταστάσεων και βιβλίων της εταιρίας και των αντιστοίχων που τηρούνται από τρίτους συναλλασσόμενους με την ενάγουσα, καθώς και να αξιολογήσει όλες τις συναλλαγές -κινήσεις - εγγραφών της για το χρονικό διάστημα από 01/01/1999 έως και 30/4/2005.
Παράλληλα, η ενάγουσα ανέθεσε στην δικηγόρο - γραφολόγο Μ. Κ. να διερευνήσει το εύρος των πλαστογραφιών του Ι. Π.. Ο άνω ελεγκτικός οίκος στην από 03/3/2006 έκθεση του διαπίστωσε ότι είχε στηθεί και λειτουργούσε από τον ταμία - διαχειριστή της ενάγουσας Ι. Π. ένα σύστημα παραδιαχείρισης των διαθεσίμων, των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων της εταιρίας και ότι είχαν γίνει από την εναγομένη ένας μεγάλος αριθμός καταβολών σημαντικών χρηματικών ποσών προς τον εν λόγω ταμία -διαχειριστή σε βάρος των τραπεζικών λογαριασμών και του ενεργητικού της ενάγουσας, ο οποίος κατά δήλωση του τα υπεξαίρεσε [γι’ αυτό και ανέλαβε σύμφωνα με την προαναφερθείσα επιστολή του να επιστρέψει το χρέος του].
Οι παράνομες δε πράξεις του Ι. Π. στηρίχτηκαν και βασίσθηκαν και σε αντισυμβατικές πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης δια των προστηθέντων αρμοδίων υπαλλήλων της στο υποκατάστημα της "014", όπου η ενάγουσα τηρούσε λογαριασμούς και από το οποίο πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές του Ι. Π. με την εναγομένη.
Δηλαδή, οι υπάλληλοι του άνω υποκαταστήματος της εναγομένης κατέβαλαν παράνομα και αντισυμβατικά στον Ι. Π. διάφορα χρηματικά ποσά, τις οποίες καταβολές ο τελευταίος παράνομα και αντισυμβατικά ελόγιζε ως καταβολές προς την ενάγουσα, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε αυτή στην εναγομένη.
Με το σύστημα της παραδιαχείρισης ο άνω ταμίας - διαχειριστής της ενάγουσας προέβαινε κατ’ επανάληψη και σε συνεχή βάση, αφαίρεση και επιστροφή χτημάτων από και προς την ενάγουσα με τελικό σκοπό και αποτέλεσμα την υπεξαίρεση μεγάλου μέρους αυτών. Ο τρόπος με τον οποίο ο εν λόγω ταμίας - διαχειριστής προέβαινε στην παράνομη είσπραξη χρηματικών ποσών μεταξύ άλλων περιελάμβανε:
α) αναλήψεις μεγάλων χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η ενάγουσα στο υπ’ αρ. "014" κατάστημα της εναγομένης και β) εκδόσεις πλαστογραφημένων επιταγών ημέρας σε "διαταγή ημών των ιδίων". Για να καλύπτει λογιστικά τις παράνομες εισπράξεις ο Ι. Π. ακολουθούσε την ακόλουθη τακτική:
α) καταχωρούσε ψευδείς συναλλαγές στα βιβλία της ενάγουσας χρησιμοποιώντας ψευδές υποστηρικτικό υλικό, β) δεν εμφάνιζε στα βιβλία υπαρκτές συναλλαγές επί χρηματικών διαθεσίμων, γ)διενεργούσε άσχετες μη προσήκουσες εγγραφές στα βιβλία της ενάγουσας, δηλαδή χρεοπίστωνε λογαριασμούς που κανονικά δεν θα έπρεπε να επηρεαστούν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή και δ) ενημέρωνε ετεροχρονισμένα τα βιβλία της ενάγουσας για πραγματικές συναλλαγές επί χρηματικών διαθεσίμων, ήτοι καταχωρούσε πολύ μεταγενέστερα της ημερομηνίας που ελάμβανε χώρα η συναλλαγή με σκοπό την παραπλάνηση των υπευθύνων της ενάγουσας και των τακτικών ελεγκτών.
Η άνω γραφολόγος στην από 28/02/2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προσδιόρισε επακριβώς ότι οι υπό έλεγχο υπογραφές της Ε. Γ. στις αναφερόμενες σ’ αυτές τραπεζικές επιταγές και δελτία αναλήψεων της εναγομένης [που ταυτίζονται με τις αναφερόμενες στην αγωγή] δεν είχαν τεθεί με το χέρι της ίδιας αλλά με το χέρι τρίτου γραφικού φορέα, διάφορου αυτής, γνώστη ωστόσο της συνήθους υπογραφής της, με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης των γραφικών κινήσεων, των γνησίων υπογραφών της Ε.
Γ., αποτυπώνοντας έτσι, υπογραφές ομοιάζουσες φυσιογνωμικώς με τις γνήσιες, διαφέρουσες όμως κυρίως σε ποιότητα χάραξης. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου από τον προαναφερθέντα ελεγκτικό οίκο και τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης η ενάγουσα κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 15/5/2006 μήνυση της κατά του Ι.
Π. και κατά παντός άλλου υπευθύνου υπαλλήλου της εναγομένης που εργαζόταν στον υποκατάστημα της "014" και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών άσκησε ποινική δίωξη μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πλαστού και κατά συνήθεια κατά του Ι. Π. και για άμεση συνεργεία στην τέλεση της άνω πράξης κατά παντός υπευθύνου υπαλλήλου της εναγομένης που εργαζόταν κατά κρίσιμη περίοδο στο υποκατάστημα "014" της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη.
Στο μεταξύ διάφοροι προμηθευτές και πιστωτές της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να απαιτούν την εξόφληση των απαιτήσεων τους, οι οποίες είτε φαίνονταν ότι είχαν καταβληθεί, είτε αγνοούσε η ενάγουσα την ύπαρξη τους. Μετά τη σύνταξη των εκθέσεων από τον άνω ελεγκτικό οίκο και την προαναφερθείσα γραφολόγο και σε συνέχεια σχετικών συζητήσεων και προφορικών εξηγήσεων του Ι.
Π. με το Δ.Σ της ενάγουσας, ο πρώτος στις 10/6/2006 επιστολή του προς τη δεύτερη ομολογεί εκ νέου την εκ μέρους του πλαστογράφηση της υπογραφής της Ε. Γ. σε δελτία αναλήψεων χρηματικών ποσών και επιταγών της εταιρίας αναφέροντας χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων τα εξής "... Είναι αλήθεια, όπως με ρωτήσατε, ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στα αναφερόμενα στην έκθεση της E. Y.
αναληπτήρια και τις επιταγές της εταιρίας, κυρίως προς την τράπεζα Eurobank, δεν είναι της κυρίας Γ., έχουν μπει από εμένα εν αγνοία της και χωρίς εξουσιοδότησή της. ... Ο τρόπος με τον οποίο διενεργούσα τις παραπάνω συναλλαγές ήταν ο ακόλουθος: Εμφάνιζα στον ταμία της τράπεζας το αναληπτήριο ή την επιταγή, το οποίο είχα μόνος εγώ υπογράψει και εισέπραττα τα χρήματα σε βάρος του λογαριασμού όψεως της εταιρίας, τα οποία στη συνέχεια δεν χρησιμοποιούσα για εταιρικούς σκοπούς και είτε τα έπαιρνα σε μετρητά είτε τα κατέθετα σε κοινό λογαριασμό στην ίδια τράπεζα, όπου ήμουν συνδικαιούχος εν αγνοία του άλλου συνδικαιούχου.
Επεδίωκα τις συναλλαγές αυτές να τις κάνω από το συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας Eurobank, καθώς ο έλεγχος εκεί ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος και δεν μου δημιουργούσαν οι υπάλληλοι κανένα πρόβλημα με την νομιμοποίηση ή τις υπογραφές στα πιο πάνω έγγραφα. Όπως διαπιστώσατε και μόνοι σας, το υποκατάστημα της Eurobank, που είναι κάτω από τα γραφεία μας, είναι πολύ μικρό και το προσωπικό απολύτως ολιγάριθμο και όλες οι συναλλαγές γίνονταν με τους ίδιους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν δείγματα υπογραφών των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας αλλά και της ίδιας εκπροσώπησης της εταιρίας αλλά δεν ασκούσαν ποτέ ουσιαστικό έλεγχο".
Κατά το χρονικό διάστημα από 03/02/2004 έως 01/4/2005 ο Ι. Π. θέτοντας κατ’ απομίμηση και δίχως τη συναίνεση ή την έγκριση της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ενάγουσας Ε. Γ. την υπογραφή της σε (17) δελτία ανάληψης που εκδόθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης στο υπ’ αρ. "014" κατάστημα της εναγομένης για την ανάληψη από τον υπ’ αρ. ...
τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγόμενη τράπεζα, εισέπραξε το ποσό που αναφέρεται σε κάθε ένα από τα δελτία αυτά και συνολικά εισέπραξε το ποσό των 2.025.000 ευρώ, το οποίο παρακράτησε ο ίδιος και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Συγκεκριμένα, οι υπάλληλοι - ταμίες της εναγομένης κατέβαλαν, αντισυμβατικά, παράνομα και υπαίτια στον Ι.
Π. τα κάτωθι ποσά, καίτοι αυτός δεν νομιμοποιείτο να εισπράξει - αποδεχθεί αυτά τα ποσά, μειώνοντας έτσι η εναγομένη δια των υπαλλήλων της τα διαθέσιμα του προαναφερθέντος τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας: 1)Στις 03/02.2004 το ποσό των [10.000 €]. Στο από 03/02/2004 δελτίο ανάληψης ποσού [10.000 €] της εναγομένης στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας και υπογραφή χωρίς άλλα στοιχεία, η οποία δεν ανήκει στον Ι.
Π. και η οποία ενώπιον του υπαλλήλου - ταμία είχε πλαστογραφηθεί από τον ίδιο, ο οποίος και εισέπραξε, το ποσό. Επίσης το δελτίο ανάληψης φέρει χειρόγραφη σημείωση με την ένδειξη "SV" δηλαδή "SIGNATURE VERIFICATION" και δυσανάγνωστη υπογραφή, καθώς και χειρόγραφη σημείωση με ανάλυση των καταβληθέντων μετρητών. Εξάλλου ο Ι.
Π., όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε δικαίωμα ούτε εξουσιοδότηση από μόνος του αυτός να προβεί στην ανάληψη και είσπραξη από το λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας του άνω ποσού. 2) Στις 23/11/2004 το ποσό των [20.000 €]. Στο από 23/11/2004 δελτίο ανάληψης ποσού [20.000 €] της εναγομένης στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, το ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε.
Γ. και την υπογραφή της που είχε πλαστoγραφηθεi από τον Ι. Π. και σφραγίδα με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Σημειωτέον επί πλέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 3) Στις 09/12/2004 το ποσό των [200.000 €].
Στο από 09/12/2004 δελτίο ανάληψης ποσού [200.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, το ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε. Γ. και την υπογραφή της που είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Σημειωτέον επί πλέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε.
Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 4) Στις 28/01/2005 το ποσό των [80.000 €]. Στο από 28/01/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [200.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή χωρίς άλλα στοιχεία, η οποία ανήκει στην Ε. Γ. και έχει τεθεί κατ’ απομίμηση της υπογραφής της τελευταίας, ενώπιον του υπαλλήλου - ταμία, από τον Ι.
Π., ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης και σφραγίδα με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". Εξάλλου με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 5) Στις 08/2/2005 το ποσό των [25.000 €. Στο από 08/02/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [25.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε.
Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Εξάλλου με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου" Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. Στο πρωτότυπο δελτίο ανάληψης, και όχι στο αντίγραφο πελάτη, υπάρχει επίσης και σφραγίδα με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". 6) Στις 28/02/2005 το ποσό των [235.000 €].
Στο από 28/02/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [235.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε. Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής".
Εξάλλου με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 7)Στις 03/3/2005 το ποσό των [35.000 €]. Στο από 03/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [35.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή χωρίς άλλα στοιχεία, η οποία ανήκει στην Ε.
Γ. και έχει τεθεί κατ’ απομίμηση της υπογραφής της τελευταίας, ενώπιον του υπαλλήλου - ταμία, από τον Ι. Π., ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Εξάλλου με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης και δυσανάγνωστη δεύτερη σφραγίδα με υπογραφή. 8) Στις 07/3/2005 το ποσό των [295.000 €].
Στο από 07/03/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [295.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας και υπογραφή επ’ αυτής, η οποία ανήκει στην Ε. Γ. και έχει πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής".
Εξάλλου με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη, 9) Στις 11/3/2005 το ποσό των [275.000 €]. Στο από 11/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [275.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε.
Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". Σημειωτέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 10) Στις 15/3/2005 το ποσό των [60.000 €].
Στο από 15/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [60.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε. Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής".
Σημειωτέον ότι με βάση τo 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 11) Στις 16/3/2005 το ποσό των [20.000 €]. Στο από 16/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [20.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε.
Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το πόσο. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". Σημειωτέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 12) Στις 17/3/2005 το ποσό των [40.000 €].
Στο από 17/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [40.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε. Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής".
Σημειωτέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 13) Στις 18/3/2005 το ποσό των [25.000 €]. Στο από 18/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [25.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε.
Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". Σημειωτέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 14) Στις 21/3/2005 το ποσό των [15.000 €].
Στο από 21/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [15.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με υπογραφή επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό της Ε. Γ., η οποία είχε πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π.", ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής".
Σημειωτέον ότι με βάση το 240/27-9-2004 πρακτικό του ΔΣ μόνη η υπογραφή της τότε Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. δεν αρκούσε για να διενεργηθεί η ανάληψη. 15) Στις 30/3/2005 το ποσό των [35.000 €]. Στο από 30/3/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [35.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με δύο υπογραφές επ’ αυτής και ονοματεπώνυμο εισπράξαντος αυτό Ε.
Γ. και Ι. Π.. Η υπογραφή της Ε. Γ. είναι πλαστογραφημένη από τον Ι. Π., ο οποίος και εισέπραξε το ποσό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". 16) Στις 01/4/2005 το ποσό των [355.000 €]. Στο από 01/4/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [355.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με δύο υπογραφές επ’ αυτής.
Η υπογραφή της τότε διευθύνουσας συμβούλου Ε.Γ. έχει πλαστογραφηθεί από τον Ι.Π., ο οποίος και εισέπραξε το ποσό αυτό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". 17) Στις 01/4/2005 το ποσό των [300.000 €]. Στο από 01/4/2005 δελτίο ανάληψης ποσού [300.000 €] στην ένδειξη "Υπογραφή Πελάτη" υπάρχει η σφραγίδα με τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρίας, με δύο υπογραφές επ’ αυτής.
Η υπογραφή της τότε διευθύνουσας συμβούλου Ε. Γ. έχει πλαστογραφηθεί από τον Ι. Π., ο οποίος και εισέπραξε το ποσό αυτό. Στο δελτίο ανάληψης υπάρχει επίσης σφραγίδα με υπογραφή επ’ αυτής με την ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής". Οι άνω υπ’ αρ. (2), (5), (7) και (10) αναλήψεις από τον Ι. Π. ουδέποτε καταχωρήθηκαν στα βιβλία της ενάγουσας εταιρίας, ενώ και οι (17) άνω συνολικά καταβολές προς τον μη νομιμοποιούμενο προς ανάληψη Ι.
Π. λογίσθηκαν από την εναγομένη ως καταβολές προς την ενάγουσα, μειώνοντας ισόποσα τα διαθέσιμο των τραπεζικών λογαριασμών της τελευταίας που τηρούσε στην εναγομένη. Και στα (17) δελτία ανάληψης οι υπογραφές της Ε. Γ. δεν έχουν τεθεί από εκείνη, αλλά από τον Ι. Π. με ελεύθερη απομίμηση του γνησίου τρόπου της υπογραφής της.
Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να είναι γνήσιες υπογραφές της, αφού όλες τις αναλήψεις τις έκανε ο Ι. Π., ο οποίος εμφανιζόμενος ο ίδιος στον εκάστοτε υπάλληλο της εναγομένης, προέβαινε στην ανάληψη από τον λογαριασμό της ενάγουσας και την είσπραξη του ποσού που αναφέρεται στο κάθε δελτίο ανάληψης, υπογράφοντας το αναληπτήριο στην ένδειξη που αναφερόταν "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΠΕΛΑΤΗ", ενώπιον του εκάστοτε προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, όχι με τη δική του υπογραφή, αλλά θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή της Διευθύνουσας Συμβούλου Ε.
Γ. και στη συνέχεια ο υπάλληλος του καταστήματος της εναγομένης ανέγραφε κάτω από την υπογραφή αυτή και την εταιρική σφραγίδα τo όνομα στο οποίο ανήκει η υπογραφή αυτή, δηλαδή αυτό της Ε. Γ.. Εξάλλου πλην τριών δελτίων ανάληψης, ήτοι των άνω υπ’ αρ. (15), (16) και (17), όπου υπάρχουν δύο υπογραφές, μία του Ι. Π. και μία της Ε.
Γ. πλαστογραφημένη από τον πρώτο, στα άλλα δελτία αναλήψεων, με βάση τα προαναφερθέντα πρακτικά του ΔΣ που κοινοποιούνταν στην εναγομένη, δεν αρκούσε μόνο η υπογραφή της Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. για τη διενέργεια της ανάληψης αλλά απαιτούνταν κατά τα άνω προαναφερθέντα και δεύτερη υπογραφή, γεγονός που από βαρεία αμέλεια παρέλειψαν να ελέγξουν οι προστηθέντες - βοηθοί εκπλήρωσης υπάλληλοι του συγκεκριμένου υποκαταστήματος της τράπεζας, για το πταίσμα των οποίων και ευθύνεται η ίδια με βάση τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης που υπήρχε μεταξύ αυτής και της ενάγουσας.
Οι εν λόγω υπάλληλοι της εναγομένης όχι μόνο επέτρεψαν στον Ι. Π. να θέτει κατ’ απομίμηση την υπογραφή της Ε. Γ. στα δελτία ανάληψης, αλλά ποτέ δεν του ζήτησαν αν έχει σχετική εντολή ή εξουσιοδότηση της τελευταίας για την ανάληψη και την είσπραξη των χρηματικών ποσών που αναφέρονται σ’ αυτά, ούτε τουλάχιστον την έγκριση της εκ των υστέρων για την ενέργεια του αυτή, μολονότι ο Ι.
Π., όπως προαναφέρθηκε, ήταν μόνο ταμίας και διαχειριστής διαθεσίμων της ενάγουσας και στη συνέχεια για ένα διάστημα και μέλος του ΔΣ αυτής, και ποτέ δεν είχε νομιμοποιηθεί από την ενάγουσα να προβαίνει μόνος αυτός στις άνω ενέργειες ανάληψης και είσπραξης των άνω χρηματικών ποσών στα δελτία ανάληψης, γεγονός που γνώριζαν οι υπάλληλοι της εναγομένης από τα κοινοποιούμενα σ’ αυτήν πρακτικά των Γ.
Σ περί εκλογής ΔΣ, περί αναπληρώσεως μέλους, περί συγκροτήσεως σε σώμα, περί παροχής εξουσιοδοτήσεως και των αντίστοιχων ΦΕΚ όπου δημοσιεύονταν οι άνω αλλαγές και νομιμοποιήσεις της ενάγουσας. Το υπ’ αρ. 240/29-9-2004 πρακτικό του ΔΣ της ενάγουσας, με το οποίο η εκπροσώπηση και η δέσμευση της ανατέθηκε από κοινού στην Ε.
Γ. και Ι. Π., γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη στις 17/3/2005. Από την ημερομηνία αυτή και μετά έγιναν αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον Ι. Π., στις 17/3/2005, 18/3/2005, 21/3/2005, 30/3/2005 και δύο 01/4/2005. Στα σχετικά δελτία ανάληψης υπάρχει η ένδειξη "γνωστός εκ συναλλαγής", η οποία υποδηλώνει ότι δεν απαιτείτο από τον υπάλληλο της εναγομένης που διεκπεραίωνε τη σχετική διαδικασία ανάληψης να ζητήσει ταυτότητα του Ι.
Π.. Στα δελτία ανάληψης όμως στις 17/3/2005, 18/3/2005, 21/3/2005 υπάρχει μόνο μία υπογραφή, αυτή της Ε. Γ., η οποία από μόνη της δεν αρκούσε για τη διενέργεια της ανάληψης. Ετέθη δε αυτή ενώπιον του τραπεζικού υπαλλήλου της εναγομένης, κατ’ ελεύθερη απομίμηση του γνησίου τρόπου της υπογραφής της Ε. Γ., από τον Ι. Π.. Στα δελτία ανάληψης των 30/3/2005 και 01/4/2005 υπάρχουν πράγματι δύο υπογραφές, μία του Ι.
Π. και μία της Ε. Γ., την οποία έθεσε κατ’ απομίμηση ο Ι. Π. ενώπιον του τραπεζικού υπαλλήλου χωρίς προς τούτο να έχει την εντολή και την εξουσιοδότηση της Ε. Γ., ενώ ουδέποτε τα δελτία ανάληψης χρημάτων προσκομίζονταν προϋπογεγραμμένα. Όφειλαν όμως οι προστηθέντες υπάλληλοι ταμείου της εναγομένης [Δ. Λ. που χειρίστηκε 14 αναληπτήρια και Η.
Π. που χειρίστηκε 3] να έχουν επιδείξει τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς τραπεζικού υπαλλήλου, την οποία όμως από βαριά αμέλεια δεν επέδειξαν και παρέκλιναν από αυτήν. Συγκεκριμένα κατά τη σύνταξη του εντάλματος πληρωμής των εκάστοτε αναληφθέντων ποσών από τον Ι. Π., όφειλαν να προβούν στη διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των προσωπικών στοιχείων και της υπογραφής του κατόχου του λογαριασμού κατάθεσης, όπως αυτά εμφαίνονται στο ένταλμα ανάληψης, στην αστυνομική ταυτότητα του κατόχου που πραγματοποιεί τη συναλλαγή ή στο δείγμα της υπογραφής του νομίμου κατόχου που έχει λάβει και τηρεί η τράπεζα στο αρχείο της.
Ο όγκος των συναλλαγών, το κόστος του ελέγχου και η συχνότητα της συνήθους συναλλακτικής σχέσης με ορισμένο συναλλασσόμενο δεν απαλλάσσει τους προστηθέντες υπαλλήλους της τράπεζας από τη σχετική υποχρέωση τους να επιδεικνύουν ιδιαίτερη επιμέλεια κατά τη διεκπεραίωση των εν λόγω τραπεζικών συναλλαγών.
Αντίθετα, η ανάληψη ιδιαίτερα μεγάλων ποσών για τις συναλλαγές του δικαιούχου και οι διαδοχικές αναλήψεις σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αποτελούν περιπτώσεις που οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης τράπεζας όφειλαν να επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή και επιβαλλόταν η λήψη πρόσθετων μέτρων, με την ενημέρωση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας έστω και τηλεφωνικώς και δεν δικαιολογούσαν την άμβλυνση της προσοχής τους στον έλεγχο και στη διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας του εμφανιζομένου προς πληρωμή από το λογαριασμό και του δικαιούχου του λογαριασμού.
Οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης όφειλαν κατά την πάγια τραπεζική δεοντολογία και πρακτική είτε να μην επιτρέψουν στον Ι. Π. να προβεί στις εν λόγω αναλήψεις, αφού δεν είχε τη σχετική νομιμοποίηση προς τούτο, είτε να ειδοποιήσουν την διευθύνουσα σύμβουλο και νόμιμη εκπρόσωπο της ενάγουσας Ε. Γ., προκειμένου είτε να παραστεί η ίδια στις σχετικές αναλήψεις είτε να χορηγήσει την έγγραφη εντολή και εξουσιοδότηση της στον Ι.
Π. για τις συγκεκριμένες πράξεις ανάληψης χρηματικών ποσών. Έτσι η εναγομένη στις άνω (17) περιπτώσεις αναλήψεων χρημάτων, απέδωσε το συνολικό ποσό των [2.025.000] στον Ι. Π., που ήταν πρόσωπο μη εξουσιοδοτημένο να εισπράττει χρήματα για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρία, χωρίς να εξακριβώσει α) την ταυτοπροσωπία ανάμεσα στο πρόσωπο που υπογράφει όχι διενεργεί την ανάληψη, ήτοι την Ε.
Γ., και το πρόσωπο που πραγματικά εμφανίζεται στον ταμία της εναγομένης και εισπράττει τα χρήματα και β) αν το πρόσωπο που υπογράφει ότι διενεργεί την ανάληψη είχε πράγματι την εξουσία να εκπροσωπεί την ενάγουσα εταιρία βάσει των νομιμοποιητικών εγγράφων που της είχαν προσκομισθεί, ενώ βεβαίωσε ψευδώς ότι τα χρήματα τα ανέλαβε η Ε.
Γ. μολονότι στην πραγματικότητα τις αναλήψεις τις έκανε ο Ι. Π.. Εξάλλου, ο τελευταίος με βάση την από 27/9/2004 εξουσιοδότηση της ενάγουσας, η οποία είχε κοινοποιηθεί στην εναγομένη, δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων για λογαριασμό της ενάγουσας, αλλά μόνο να προβαίνει στην παραλαβή μπλοκ επιταγών από την τράπεζα, ειδοποιητηρίων και παραστατικών που αφορούσαν το λογιστήριο, αντιγράφων κινήσεως λογαριασμών κ.λ.
Αν οι υπάλληλοι της εναγομένης πίστευαν ότι με βάση την άνω εξουσιοδότηση μπορούσε ο Ι. Π. να αναλαμβάνει χρηματικά ποσά από τον λογαριασμό της ενάγουσας που τηρούσε στην εναγομένη, τότε θα έπρεπε να υπάρχει η δική του υπογραφή επί της εταιρικής σφραγίδας και όχι, όπως ομολογεί και ο ίδιος, η υπ’ αυτού τεθείσα κατ’ απομίμηση υπογραφή της Ε.
Γ.. Κατ’ ακολουθία αυτών η εναγομένη είναι υπεύθυνη απέναντι στην ενάγουσα, ως δικαιούχου του λογαριασμού βάσει της μεταξύ τους σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, δεδομένου ότι συντρέχει βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της κατά την ανάληψη των χρημάτων με βάση τα προαναφερθέντα (17) δελτία ανάληψης.
Πέραν της ομολογίας του Ι. Π. περί πλαστογραφίας της υπογραφής της Ε. Π. στα σχετικά αναληπτήρια και της κατηγορηματικής κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης σαφής περί τούτου είναι και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ε. Ζ. Φ. που διόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το συγκριτικό υλικό που της τέθηκε υπόψη από τους διαδίκους ήταν πλήρες από ποιοτικής και ποσοτικής άποψης [δεν περιείχε μόνο αντίγραφα, ελήφθη δείγμα από την Ε.
Γ., υπογραφή της τελευταίας σε πρωτότυπα έγγραφα, αφαιρέθηκαν και δε λήφθηκαν υπόψη μη επαρκές ποιοτικώς υλικό, περιλαμβάνονται εικόνες μικροσκοπίου, δεν υπήρξαν αποσπασματικές συγκρίσεις κ.λ], ενώ κατά τη διενέργεια όλων των διαδικαστικών πράξεων παρέστησαν και οι διορισμένοι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων.
Δεν εμφανίζει έλλειψη ή ανεπάρκεια, δεν είναι ασαφής, δεν αντιφάσκει με αλλά αποδεικτικά μέσα, ενώ ουδέποτε η εναγόμενη ή η τεχνικός της σύμβουλος εξέφρασε αμφιβολίες ή αντιρρήσεις ως προς τον τρόπο διεξαγωγής του έργου της πραγματογνώμονα που διόρισε το δικαστήριο. Η δε από 01/10/2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα M.
H., που συντάχθηκε κατ’ εντολή της εναγομένης, η μέθοδος που χρησιμοποίησε αυτός καταλήγει στη διαπίστωση ενός συμπεράσματος πιθανοτήτων "διαπιστώνεται υψηλή πιθανότητα γνησιότητας των υπογραφών". Τα ανωτέρω που περιλαμβάνονται στην έκθεση της δικαστικής γραφολόγου Ε. Ζ. Φ. δεν δύνανται να αναιρεθούν α) από την από 31/01/20012 έκθεση αξιολόγησης και γραφολογικών παρατηρήσεων της δικαστικής γραφολόγου Β.
Σ., η οποία βάλλει κυρίως κατά της ακολουθούμενης από την πραγματογνώμονα μεθοδολογίας της για την εξαγωγή του ανωτέρω συμπεράσματος της, χαρακτηρίζοντας την εσφαλμένη, χωρίς η ίδια να απαντά με σαφήνεια στο ταχθέν ζήτημα προς γνωμοδότηση από την άνω απόφασης και β) από το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Γ.
Γ. το οποίο κάνει λόγο ότι "οι υπό έλεγχο υπογραφές διαθέτουν τα αυτά γραφολογικά γνωρίσματα με τις γνήσιες Απογραφές της Ε. Γ. και εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο των γραφικών παραλλαγών της υπογραφής της, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έχουν τεθεί στο σύνολο τους από την ίδια", το οποίο όμως πόρισμα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις άνω δύο επιστολές του Ι.Π.
με τις οποίες ομολογούσε ότι πλαστογραφούσε την υπογραφή της Ε. Γ..
Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη, αφού από το όλο αποδεικτικό υλικό το δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση και το σχετικό αίτημα της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθώς το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα α) με το 2° λόγο έφεσης ότι οι υπογραφές στα προαναφερθέντα δελτία ανάληψης είναι γνήσιες υπογραφές της Ε.
Γ., τεθείσες από την ίδια, β) με τον 1° λόγο κατά το έβδομο σκέλος του και με τον 4° πρόσθετο λόγο έφεσης ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει του υπαλλήλους της εκκαλούσας για την καταβολή του άνω συνολικού ποσού των [2.025.000 €] είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Όπως προαναφέρθηκε τα χρήματα που εισέπραττε ο Ι.
Π. με βάση τα δελτία ανάληψης δεν τα χρησιμοποιούσε για εταιρικούς σκοπούς, ήτοι προς εξόφληση αντιστοίχων υποχρεώσεων της ενάγουσας και είτε τα κατέθετε σε μετρητά είτε τα κατέθετε σε κοινό λογαριασμό στην ίδια, τράπεζα, όπου ήταν συνδικαιούχος, εν αγνοία του άλλου συνδικαιούχου (βλ. την από 10/6/2006 επιστολή του Ι.
Π.). Ειδικότερα, ο Ι. Π. εμφανιζόταν στο εν λόγω κατάστημα της εναγομένης και προέβαινε παρανόμως και αντισυμβατικώς σε αναλήψεις μετρητών χρημάτων από τον λογαριασμό της ενάγουσας, τα οποία του απέδιδαν οι εκάστοτε υπάλληλοι της εναγομένης, χωρίς τη διενέργεια του παραμικρού ελέγχου και βεβαιώνοντας ψευδώς ότι τα χρήματα αναλαμβάνονταν από την νομιμοποιούμενη προς τούτο Ε.
Γ., ενώ η ανάληψη των μετρητών πραγματοποιείτο από τον ίδιο. Κατά τα ποσά αυτά απομειώνονταν τα διαθέσιμα κεφάλαια της ενάγουσας στον λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην εναγομένη. Ο δε Ι. Π. αμέσως μετά την ανάληψη των μετρητών ζητούσε από τους υπαλλήλους της εναγομένης την έκδοση τραπεζικής επιταγής ισόποσης με το ποσό της ανάληψης των μετρητών χρημάτων που μόλις είχε κάνει.
Στη συνέχεια κατέθετε την τραπεζική επιταγή που είχε εκδοθεί από την εναγομένη στον λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και αυθημερόν αναλάμβανε ολόκληρο το ποσό από την Εθνική Τράπεζα δι εκδόσεως τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας εις διαταγήν "ημών των ιδίων". Το αντίτιμο δε της εν λόγω τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας ισόποσο με την ανάληψη που είχε ήδη αρχικώς διενεργήσει από τον λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγομένη - στη συνέχεια εισέπραττε στο κατάστημα "014" της εναγομένης, δεδομένου ότι οπουδήποτε αλλού θα αδυνατούσε να κάνει την αντίστοιχη συναλλαγή χωρίς κανένα έλεγχο.
Επομένως, το αντίτιμο εκάστης από τις τραπεζικές επιταγές που εξέδωσε και παρέδωσε η εναγομένη στον Ι. Π., και το οποίο στη συνέχεια το εισέπραττε ο ίδιος, το είχε ήδη αντλήσει από την περιουσία της ενάγουσας, απομειώνοντας κατά το ισόποσο αυτού κάθε φορά τα διαθέσιμα κεφάλαια στον τηρούμενο στην εναγομένη λογαριασμό της.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης που περιλαμβάνεται στο 1ο λόγο έφεσης καθώς και στον 2° και 3° πρόσθετο λόγο της έφεσης της περί κατάθεσης σε λογαριασμό της μητρικής εταιρίας της ενάγουσας BBDO ΑΕ ποσού 200.000 € από το δελτίο ανάληψης και κατάθεσης που προσκομίζει η εναγομένη προκύπτει ότι το δελτίο κατάθεσης σε λογαριασμό της άνω μητρικής με ημερομηνία 09/12/2004 έχει εκτυπωθεί στις 08:29 ώρα με α/α 0009 ενώ το δελτίο ανάληψης, που κατά λογική ακολουθία έπρεπε να προηγείται της κατάθεσης, φέρει ημερομηνία 09/12/2004, ώρα εκτύπωσης 08:30 και α/α 0010.
Από αυτό συνάγεται ότι το κατατεθέν ποσό των 200.000 € που κατατέθηκε στην άνω μητρική εταιρία δεν προέρχεται από το λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγομένη, το οποίο ανέλαβε ο κατηγορούμενος εκ των υστέρων μετά την ως άνω κατάθεση. Οι υποτιθέμενες καταβολές δεν έγιναν από την εναγομένη προς την ενάγουσα, αλλά συνιστούσαν παράνομες και αντισυμβατικές αποδόσεις ποσών - δια απευθείας αναλήψεων από λογαριασμό της ενάγουσας και δια της πληρωμής επιταγών οι οποίες εκδίδονταν κατόπιν των ισόποσων αναλήψεων από το λογαριασμό της ενάγουσας - προς τον Ι.
Π., ο οποίος δεν είχε την απαραίτητη νομιμοποίηση από την ενάγουσα για να προβαίνει στις συναλλαγές αυτές, ούτε την εκ των υστέρων έγκριση και ο οποίος δεν επέστρεφε τα ποσά στην ενάγουσα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 416, 417 και 419 ΑΚ προκύπτει ότι η καταβολή προς απόσβεση ενοχής απαιτείται ναι γίνει στον δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να γίνει η καταβολή.
Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν. Αναφορικά με την από 12/11/2009 γνωμοδότηση της εταιρίας Grant Thornton, που συντάχθηκε κατ’ εντολή της εναγομένης για να θεμελιώσει η τελευταία τον ισχυρισμό της ότι δεν υπάρχει υλικό αντικείμενο και συνακόλουθα οποιαδήποτε μείωση της περιουσίας της ενάγουσας, καθόσον αυτή, εισέπραξε από την ίδια (εναγομένη) το ποσό των [2.025.000 €] και το ενσωμάτωσε στην περιουσία της, δεν μπορεί αυτή να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα γιατί πέραν του ότι απεφάνθη η άνω εταιρία εντός μιας ημέρας [11/11/2009) έλαβε υπόψη τα σχετικά έγγραφα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο και στις 12/11/2009 εξέδωσε την έκθεση της, έρχεται σε αντίθεση με την έκθεση ελέγχου της εταιρίας E. Y., ο οποίος διήρκεσε ένα έτος περίπου.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχωρήσεων (λογιστικών εγγραφών) [13] εκ των επιδίκων αναλήψεων συνολικού ποσού [1.885.000 €] στα επίσημα βιβλία της πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Υπεύθυνος για τις λογιστικές εγγραφές στα βιβλία της ενάγουσας ήταν ο ίδιος ο Ι. Π. που πλαστογράφησε την υπογραφή της Ε.
Γ. στα σχετικά δελτία ανάληψης μετρητών και που τηρούσε ένα πλήρη μηχανισμό της παραδιαχείρισης, που στηριζόταν στην ακόλουθη τακτική: α)καταχωρούσε ψευδείς συναλλαγές στα βιβλία της ενάγουσας χρησιμοποιώντας ψευδές υποστηρικτικό υλικό, β) δεν εμφάνιζε στα βιβλία της ενάγουσας υπαρκτές συναλλαγές επί χρηματικών διαθεσίμων, γ)διενεργούσε άσχετες και μη προσήκουσες εγγραφές στα βιβλία της ενάγουσας, δηλαδή χρεοπίστωνε λογαριασμούς που δεν θα έπρεπε να επηρεαστούν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή και δ) ετεροχρονισμένα ενημέρωνε τα βιβλία της ενάγουσας σχετικά με πραγματικές συναλλαγές επί χρηματικών διαθεσίμων και όλα αυτά με σκοπό την παραπλάνηση των υπευθύνων της ενάγουσας, των τακτικών ελεγκτών και τρίτων (βλ.
πόρισμα της E. Y.). Επομένως, οι όποιες καταχωρίσεις έγιναν στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν αποτελούν αναγνώριση των συναλλαγών αυτών ως πραγματικών και συντελεσμένων, ή ομολογία περί ανυπαρξίας ή απόσβεσης μέρους της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας {βλ. σχετ. και την ΑΠ 1231/2006 κατά την οποία δεν αποτελεί αναγνώριση της αξιώσεως η απλή άνευ άλλου τινός εγγραφή του χρέους στα οικεία βιβλία, ως μη απευθυνόμενη προς τον δανειστή, ούτε περιερχόμενη σ’ αυτόν}.
Συνακόλουθα των ανωτέρω αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα, με την από 15/5/2006 μήνυση της, μήνυσε τον Ι. Π. για υπεξαίρεση του ποσού των [140.000 €], ήτοι όσες και οι μη καταχωρηθείσες στα βιβλία της εταιρίας (4) αναλήψεις συνολικού ποσού 140.000 €., καθόσον αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί αποκλειστικά η αξίωση της ενάγουσας έναντι της εναγομένης που απορρέει από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, πέραν του ότι στη μήνυση αναφέρονται και οι (17) παράνομες πράξεις πλαστογραφίας των ενδίκων δελτίων ανάληψης μετρητών.
Αναφορικά με το υπ’ αριθμ. 626/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης που επικαλείται η εναγομένη με τους 1°, 2ο λόγους έφεσης καθώς και με τους 2°, 4°, και 5°, προσθέτους λόγους έφεσης που έχει εκδοθεί επί της προαναφερόμενης μήνυσης, αυτό έκρινε αποκλειστικά επί της κατηγορίας της άμεσης συνέργειας των υπαλλήλων της εναγομένης σε κακουργηματική υπεξαίρεση και όχι επί;
του αδικήματος της πλαστογραφίας. Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το 1° σκέλος του περί ανυπαρξίας της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας προς απόδοση των χρημάτων της γιατί εισέπραξε όλο το ποσό, κατά το 2° σκέλος του περί παντελούς έλλειψης ζημίας της ενάγουσας γιατί της αποδόθηκε το ποσό των 2.025.000 € [1.520.000 € με επιταγές στην ίδια, 304.321,66 € δια καταθέσεως μετρητών σε τρίτους που αυτή υπέδειξε και 200.678,34 σε μετρητά στην ίδια], κατά το 3° σκέλος του περί απόσβεσης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας λόγω των άνω καταβολών, κατά το 4° σκέλος του περί απόσβεσης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας λόγω εξόφλησης δεδομένου ότι η ενάγουσα ενέκρινε τις άνω αναλήψεις που έκανε ο Ι.
Π. από την εναγομένη είτε η υπογραφή της Ε. Γ. ήταν γνήσια είτε όχι, κατά το 5° σκέλος του περί ανυπαρξίας άλλως απόσβεσης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας γιατί η εναγομένη κατέβαλε στην ίδια το χρηματικό ποσό των 2.025.000 € η οποία και το ενσωμάτωσε στην περιουσία της με αποτέλεσμα είτε να μην έχει οποιαδήποτε αξίωση σε βάρος της (για την καταβολή για 2η φορά σ’ αυτήν του ως άνω ποσού) είτε να μην έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημία, κατά το 6° σκέλος του περί ανυπαρξίας άλλως απόσβεσης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας γιατί α) (13) αναλήψεις έχουν καταχωρηθεί στα επίσημα λογιστικά βιβλία της και με βάση αυτά συντάχθηκαν οι επίσημοι ισολογισμοί της που εγκρίθηκαν από τη γενική συνέλευση των μετόχων της και δημοσιεύθηκαν νόμιμα και β) η ενάγουσα μήνυσε τον Ι.
Π. για το ποσό των 140.000 ευρώ και οι 2ος, 3ος και 6ος κατά το πρώτο σκέλος του συναφείς προσθετοί λόγοι έφεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Για το γεγονός ότι ο Ι. Π. αναλάμβανε χρήματα της ενάγουσας πλαστογραφώντας την υπογραφή της Ε. Γ. στα σχετικά δελτία ανάληψης μετρητών προκειμένου να ιδιοποιηθεί παράνομα τα ποσά που αναφέρονταν σ’ αυτά, απομειώνοντας αντίστοιχα τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας, η τελευταία (ενάγουσα) δεν υπέχει ευθύνη, δεδομένου ότι αυτή επέδειξε επιμέλεια τόσο κατά τον εσωτερικό αυτής έλεγχο, όσο και κατά τον εξωτερικό έλεγχο, ο οποίος αν και διενεργείτο ανελλιπώς από αξιόπιστες ελεγκτικές εταιρίες δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τις παράνομες ενέργειες του υπαλλήλου της Ι.
Π. λόγω των μεθοδεύσεων του και του συστήματος παραδιαχείρισης που είχε αναπτύξει για την λογιστική κάλυψη των ατασθαλιών του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να μην αντιληφθεί κανείς από την ενάγουσα εταιρία ή τους ελεγκτές την πραγματική κατάσταση. Σημειωτέον ότι η έκθεση της E. Y. δεν απέδωσε ευθύνες στους ορκωτούς ελεγκτές της ενάγουσας, καίτοι της είχε ανατεθεί και ο έλεγχος των ελεγκτών.
Επί πλέον ως μέτρο επιμέλειας και ασφάλειας στις συναλλαγές της η ενάγουσα από 27/9/2004 είχε καθιερώσει τη θέση δύο υπογραφών μελών του ΔΣ από κοινού επί της εταιρικής σφραγίδας, ενώ η εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί στον Ι. Π. δεν του επέτρεπε την ανάληψη μετρητών. Ούτε άλλο γεγονός που να βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής της ενάγουσας μπορεί να στοιχειοθετήσει την οποιαδήποτε ευθύνη της ενάγουσας στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας της σε σχέση με τις άνω ενέργειες του Ι.
Π., ο οποίος ενήργησε υπαίτια και καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και ο 3ος λόγος έφεσης της εναγομένης με τον οποίο επαναφέρει την άνω ένσταση είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος." Εν προκειμένω εκ των ανωτέρω αναφερομένων 17 αναληπτηρίων που συνολικά αποτελούν το αναληφθέν ποσό των 2.025.000 ευρώ τα κάτωθι ποσά και δη:
Ι)το αναληφθέν ποσό των 20.000 ευρώ στις 23-11-2004 φέρεται ότι κατατέθηκε σε λογαριασμό της εταιρίας Sinegram, προς εξόφληση απαίτησης της αναιρεσιβλήτου προς αυτήν, 2)το αναληφθέν ποσό των 20.000 ευρώ, που αναλήφθηκε στις 9-12-2004 φέρεται ότι κατατέθηκε προς την μητρική εταιρία της αναιρεσιβλήτου BBDO A.Ε., 3)το ποσό των 80.000 ευρώ για το οποίο έγινε ανάληψη στις 28-1-2005 φέρεται κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι κατατέθηκε στη θυγατρική εταιρία ARROW A.E. και 4)το ποσό των 4.321,66 ευρώ εκ του συνολικού ποσού που αναλήφθηκε στις 16-3-2005 των 20.000 ευρώ κατατέθηκε σε λογαριασμό της Τ. - Α.
Ο., προς καταβολή του μισθώματος του καταστήματος της αναιρεσιβλήτου μηνός Μαρτίου, ήτοι συνολικό ποσό 304.321,66 ευρώ φέρεται ότι δεν αποτελεί ζημία της αναιρεσιβλήτου, αφού τα ως άνω ποσά κατατέθηκαν σε λογαριασμούς συνεργαζομένων με αυτήν εταιριών και προς εξόφληση οφειλών της. Επί των ως άνω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας δεν υπάρχει καμία αιτιολογία στην απόφαση για την απόρριψή της, πλήν της περίπτωσης της αφορώσης το ποσό των 200.000 ευρώ.
Επί της υποθέσεως αυτής δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 1)ότι το δελτίο κατάθεσης σε λογαριασμό της άνω μητρικής εταιρίας με ημερομηνία 9-12-2004 έχει εκτυπωθεί στις 08:29 ώρα με α/α 0009, ενώ το δελτίο ανάληψης που κατά λογική ακολουθία έπρεπε να προηγείται της καταθέσεως, φέρει ημερομηνία 9-12-2004, ώρα εκτύπωσης 08.30’ και α/α 0010.
Από αυτό συνάγεται ότι το κατατεθέν ποσό των 200.000 ευρώ που κατατέθηκε στην ως άνω μητρική εταιρία δεν προέρχεται από το λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγομένη, το οποίο ανέλαβε ο κατηγορούμενος εκ των υστέρων μετά την ως άνω κατάθεση". Όμως η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι "τα καταστήματα των Τραπεζών, όπως είναι προφανές δεν διαθέτουν μεγάλα ποσά σε μετρητά.
Έτσι προκειμένου να μεταφέρουν μεγάλα χρηματικά ποσά από λογαριασμό, όπως στην ένδικη περίπτωση το ποσό των 200.000 ευρώ (ή και να εκδώσουν σχετική τραπεζική επιταγή), το οποίο υπερβαίνει το χρηματικό ποσό που έχε διαθέσιμο στο ταμείο του το κατάστημα και με δεδομένο ότι οι λογιστικοί κανόνες απαγορεύουν να εμφανισθεί, έστω προς στιγμή, ότι το ταμείο είναι αρνητικό, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σχετική μεταφορά, είτε θα πρέπει να ζητηθεί η μεταφορά από το Κεντρικό θησαυροφυλάκιο στο κατάστημα το αντίστοιχο ποσό της μεταφοράς με χρηματαποστολή και αφού διενεργηθεί η μεταφορά μεταξύ λογαριασμού να αποσταλεί και πάλι στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο, είτε, σε περίπτωση λογιστικής μεταφοράς, όπως στην ένδικη περίπτωση, και προκειμένου να αποφευχθεί η ανωτέρω διαδικασία (πραγματικής μεταφοράς μετρητών) προηγείται η κατάθεση στο λογαριασμό του τρίτου, οπότε το ταμείο εμφανίζεται πλεονασματικό κατά το ποσό της και στη συνέχεια (συνήθως με διαφορά ενός λεπτού), αντιλογίζεται η αξία με την αντίστοιχη ανάληψη".
Τον ως άνω ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε ζημία, πλημμελώς ερεύνησε το Δικαστήριο της ουσίας, όπως και ειδικότερα για ένα έκαστο των υπολοίπων ποσών από το συνολικό ποσό των 304.321,66 ευρώ και τούτο διότι το Δικαστήριο δεν περιέλαβε σαφείς αιτιολογίες ως προς την ένσταση εξόφλησης αντίστοιχης απαίτησης της αναιρεσιβλήτου, άλλως ότι αυτή ενέκρινε τις ως άνω αναλήψεις και αντίστοιχες καταβολές σε λογαριασμό τρίτων.
Επίσης, ως προς τα υπόλοιπα αναληπτήρια δια των οποίων έγινε ανάληψη ποσού 1.520.000 ευρώ η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό απόδωσε αμέσως μετά την ανάληψη στην αντίδικο εταιρία με επιταγές έκδοσης της Τράπεζας αυτής πληρωτέες ονομαστικά στην εταιρία που αναφέρει ειδικά καθεμία κατά ημέρα εκδόσεως και ποσό αυτής, ότι η αναιρεσίβλητος εταιρία οπισθογράφησε τις επιταγές αυτές και τις κατέθεσε σε λογαριασμούς της στην ΕΤΕ, η οποία και πίστωσε αντιστοίχως τον λογαριασμό της αντιδίκου, η ΕΤΕ με τη σειρά της εμφάνισε προς είσπραξη τις επιταγές αυτές στην Τράπεζά μας η οποία και τις εξόφλησε καταβάλλοντας το ισόποσο τους στην Τράπεζα αυτή (ΕΤΕ) και ως εκ τούτου δεν υπάρχει αξίωση της αντιδίκου προς καταβολή των ποσών αυτών για δεύτερη φορά.
Επί του ισχυρισμού αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα χρήματα που εισέπραττε ο Ι.Π. με βάση τα δελτία ανάληψης δεν τα χρησιμοποιούσε για εταιρικούς σκοπούς, ήτοι προς εξόφληση αντίστοιχων υποχρεώσεων της ενάγουσας και είτε τα κατέθεσε σε μετρητά είτε τα κατέθετε σε κοινό λογαριασμό στην ίδια τράπεζα, όπου ήταν συνδικαιούχος, εν αγνοία του άλλου συνδικαιούχου (βλ.
την από 10-6-2006 επιστολή του Ι.Π.). Ειδικότερα, ο Ι. Π. εμφανιζόταν στο εν λόγω κατάστημα της εναγομένης και προέβαινε παρανόμως και αντισυμβατικώς σε αναλήψεις μετρητών χρημάτων από τον λογαριασμό της ενάγουσας, τα οποία του απέδιδαν οι εκάστοτε υπάλληλοι της εναγομένης, χωρίς τη διενέργεια του παραμικρού ελέγχου και βεβαιώνοντας ψευδώς ότι τα χρήματα αναλαμβάνονταν από την νομιμοποιούμενη προς τούτο Ε.Γ., ενώ η ανάληψη των μετρητών πραγματοποιείτο από τον ίδιο.
Κατά τα ποσά αυτά απομειώνονται τα διαθέσιμα κεφάλαια της ενάγουσας στον λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην εναγομένη. Ο δε Ι. Π. αμέσως μετά την ανάληψη των μετρητών ζητούσε από τους υπαλλήλους της εναγομένης την έκδοση τραπεζικής επιταγής ισόποσης με το ποσό της ανάληψης των μετρητών χρημάτων που μόλις είχε κάνει.
Στη συνέχεια κατέθετε την τραπεζική επιταγή που είχε εκδοθεί από την εναγόμενη στο λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην ΕΤΕ και αυθημερόν αναλάμβανε ολόκληρο το ποσό ... την ΕΤΕ δι’ εκδόσεως τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ εις διαταγήν "ημών των ιδίων" το αντίτιμο δε της εν λόγω τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ ισόποσο με την ανάληψη που είχε ήδη αρχικώς διενεργήσει από τον λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγομένη - στη συνέχεια εισέπραττε στο υποκατάστημα "014" της εναγομένης, δεδομένου ότι οπουδήποτε αλλού θα αδυνατούσε να κάνει την αντίστοιχη συναλλαγή χωρίς κανένα έλεγχο.
Δεχόμενο τ’ ανωτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί με το δικόγραφο της αγωγής και περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το χρόνο επέλευσης της ζημίας και της αντίστοιχης υποχρέωσης των προστηθέντων υπαλλήλων της Τραπέζης αφού δια της εκδόσεως μετά το αναληπτήριο τραπεζικής επιταγής επ’ ονόματι της αναιρεσίβλητου και δη εν συνεχεία πιστώσεως του λογαριασμού αυτής, δεν επήρχετο ζημία αυτής αφού κατά το ποσό της μείωσης του λογαριασμού εγίνετο αντίστοιχη πίστωση (αύξηση) του λογαριασμού αυτής στην ΕΤΕ, η δε τελική ζημία επήρχετο δια της εξοφλήσεως της τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ και όχι δια του αρχικού αναληπτηρίου, δηλ.
σε χρόνο μεταγενέστερο. Ενόψει των ανωτέρω τόσο ως προς το ποσό των 1520.000 ευρώ όσο και ως προς το ποσό των 304.321,66 ευρώ που αφορά καταθέσεις σε λογαριασμούς τρίτων, το Δικαστήριο δεν περιέλαβε σαφείς αιτιολογίες αφού δεν έλαβε υπόψιν του ούτε και με σαφείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως, άλλως έγκριση εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου το μεν δια της εγκρίσεως της καταβολής προς τρίτους προς άρση αντίστοιχου ποσότητας απαιτήσεως αυτής το δε δια της καταγραφής του ποσού των 1.885.000 ευρώ, που περιέλαβε στα λογιστικά βιβλία της και μάλιστα αυτά εγκρίθηκαν από το Δ.Σ.
και τη Γενική Συνέλευση οι αντίστοιχοι ισολογισμοί και δημοσιεύθηκαν αρμοδίως, γι’ αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης (αρθ. 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ). Αντιθέτως για το ποσό των 200.678,39 ευρώ που ανάγεται σε ποσά που αναλήφθηκαν με μετρητά εις χείρας του Ι.Π., το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογιών, χωρίς αντιφάσεις και με πλήρη αναφορά στην βαρεία αμέλεια των υπαλλήλων της Τράπεζας, απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως ως και τον ισχυρισμό περί εγκρίσεως των σχετικών καταβολών ως και της ενστάσεως συμψηφισμού και ως εκ τούτου δεν υφίσταται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 416, 417, 419 και 440 ΑΚ αυτοτελώς ή και σε συνδυασμό με τη διάταξη του αρθ. 238 ΑΚ.
Ούτε υπάρχει παραβίαση των διατάξεων του αρθρ. 827 και 830 ΑΚ για το ανωτέρω ποσό, ούτε ευθεία ούτε εκ πλαγίου και ως εκ τούτου οι λόγοι αναίρεσης ως προς το ποσό αυτό (200.678,39 €) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω με τον 11ο λόγο του Β’ πρόσθετου δικογράφου η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι έγινε υπό της αποφάσεως παραβίαση των άρθρων 300 και 288 ΑΚ, ισχυρισμό που είχε προτείνει νομίμως στο Δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα είχε προτείνει ότι η αναιρεσίβλητος συνετέλεσε με δικό της πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της με το να έχει παραχωρήσει στο διευθυντικό στέλεχός της Ι.
Π. το δικαίωμα: α)να διαθέσει σφραγίδα της εταιρείας β)να εκπροσωπεί την αντίδικο στη συναλλαγές της με τις τράπεζες (πλην είσπραξης χρηματικών ποσών, όπου απαιτείτο η καταστατική δέσμευση της εταιρείας), αλλά και γ)να ενημερώνει εκείνος τα λογιστικά της βιβλία και να έχει επί σειρά ετών αναπτύξει "σύστημα παραδιαχείρισης" προς δε ότι διέθετε, όπως η ίδια ισχυρίζεται, οργανωμένες οικονομικές υπηρεσίες και λογιστήριο με οικονομικό Διευθυντή (τρίτο πρόσωπο και όχι τον άνω Ι.
Π.), διοίκηση, καθώς και εξωτερικό ορκωτό ελεγκτή, ώστε θα έπρεπε ασκώντας στοιχειωδώς τον οικονομικό έλεγχο και την εποπτεία που προβλέπει τόσο ο Νόμος 2010/1920 όσο και τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα να είχε εντοπίσει έγκαιρα την παράνομη δραστηριότητα του ως άνω υπαλλήλου της και να αποτρέψει το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας της, έλεγχος που κατά την αναιρεσείουσα τράπεζα ήτο ιδιαίτερα ευχερής λόγω και των οικονομικών μεγεθών της με καθαρά εταιρικά κέρδη κατά τους ισολογισμούς της ιδιαιτέρως μικρά.
Ζητούσε δε κατ’ εφαρμογή των άρθρων 300 και 288 ΑΚ να μειωθεί το χρηματικό ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει στην αντίδικο κατά το ποσό των 99%. Τον ως άνω ισχυρισμό απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το Δικαστήριο με το αιτιολογικό ότι επέδειξε επιμέλεια τόσο κατά τον εσωτερικό αυτής έλεγχο όσο και κατά τον εξωτερικό έλεγχο και ήτο αδύνατη η αποκάλυψη της παραδιαχείρισης λόγω των μεθοδεύσεων του συστήματος που ο υπάλληλος της είχε αναπτύξει.
Πλην όμως δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα εάν τα ως άνω παραστατικά των αναληπτηρίων ελέγχοντο και καταχωρούντο στα σχετικά βιβλία της εταιρείας όταν και όπως έπρεπε εάν ελέγχετο καθημερινώς από τον οικονομικό τους Διευθυντή το υπόλοιπο του λογαριασμού της και πως δεν έγινε άμεσα αντιληπτό πως τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά των αναλήψεων δεν αναγράφοντο στα βιβλία της, την ίδια ημέρα ώστε να καλυφθούν τα ποσά που αφορούσαν τις τραπεζικές επιταγές και τις εις χρήμα αναλήψεις, αλλά και πως τις δικαιολογούσαν έστω και μεταγενεστέρως όταν κατά το σύστημα παραδιαχείρισης αναγράφοντο τελικά στα εμπορικά της βιβλία.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 ΕμπΝ τα τακτικώς συντεταγμένα εμπορικά βιβλία δύναται να παραδεχθεί ο δικαστής ως απόδειξιν εις τας μεταξύ εμπόρων περί εμπορικών υποθέσεων διαφοράς. Εξάλλου κατά τα άρθρα 444, 447 ΚΠολΔ ως ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις.
Στη προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ως αβάσιμο επειδή δεν υπήρχε τακτική εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν αποτελεί αναγνώριση της αξιώσεως αφού η απλή άνευ άλλου τινός εγγραφή στα οικεία βιβλία, ως μη απευθυνόμενη προς τον δανειστή ούτε περιεχόμενη σ’ αυτόν, δεν αποτελεί αναγνώριση της αξιώσεως (ΑΠ 1231/2006).
Ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Με τ’ ανωτέρω δεκτά γενόμενα υφίσταται ανεπαρκείς αιτιολογίες στην απόφαση στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης θέμα αυτό. Ώστε πρέπει να γίνει και για το λόγο αυτό (αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) δεκτός ο λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω ως προς το σκέλος, του εκ του ως άνω άρθρου λόγου, περί μη αναφοράς υπάρξεως βαρείας αμελείας των υπαλλήλων της Τράπεζας, σε συνδυασμό με το αρθρ.3 του ΝΔ 17/7/13-8-1923, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον εξειδικεύεται αναλυτικά στην απόφαση ότι τα αναληπτήρια υπογράφοντο έμπροσθεν των υπαλλήλων εκ μέρους τους Ι.
Π. στη θέση της Ε. Γ. ως και ότι είχε γίνει γνωστοποίηση εκ μέρους της εταιρείας στην Τράπεζα του ποίος είχε δικαίωμα αναλήψεως, που έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη οι υπάλληλοι σε κάθε συναλλαγή του αλλά αντιθέτως και καταχωρήθηκαν και ενεκρίθησαν οι ισολογισμοί χρήσεως 2004 και 2005 από το ΔΣ και τη Γενική Συνέλευση και δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ.
Με τον 6ο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προσβάλλεται η απόφαση κατ’ αρθρ. 559 αριθ.11 ΚΠολΔ για τη μη λήψη αποδείξεων που οι διάδικοι προσκόμισαν και συγκεκριμένα για την μη λήψη υπόψη των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και δη: α)την από 20-3-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Dr. M.H., β)την από 11-12-2010 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της γραφολόγου Β. Σ., γ)την από 31-1-2012 έκθεση αξιολόγησης και γραφολογικών παρατηρήσεων της γραφολόγου Β. Σ. επί της από 29-9-2011 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Ε. Φ. και δ)του από έτους 2006 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Γ. Γ.. Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή αναφορά ότι λαμβάνονται υπόψη όλες οι νομίμως προσκομιζόμενες πραγματογνωμοσύνες και ως εκ τούτου και οι ανωτέρω αναφερόμενες και μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και στο περιεχόμενο εκάστης, ώστε αδιστάκτως ελήφθησαν υπόψη. Ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός καθ’ όλα τα σκέλη του. Επίσης το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα υπ’ αριθμ. 515/2012 και 628/2012 βουλεύματα του Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης ως και την υποβληθείσα έγκληση για το αρχικώς γνωστό ποσό των 140.000 ευρώ, που δεν είχε καθόλου καταχωρηθεί στα εμπορικά βιβλία της επιχείρησης εκ μέρους του Ι.Π. και ως εκ τούτου οι εκ του αρθρ. 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, εκτός του ποσού των 200.678,34 ευρώ ως και ο 11ος λόγος του Β’ προσθέτου δικογράφου και απορριφθούν συνολικά οι λοιποί λόγοι του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσιβλήτου και υπέρ της αναιρεσείουσας που παραστάθηκε και για τις προτάσεις που κατέθεσε (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
Τέλος κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν. Αν αποδεικνύεται προαποδεκτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (ΑΠ 1530/2006, ΑΠ 981/2002, ΟλΑΠ 11/2007, ΟλΑΠ 13/2004).
Εν προκειμένω με τις κατατεθείσες από 9-2-2015 προτάσεις τις η αναιρεσείουσα ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση καθόσον εγένετο αναγκαστική εκτέλεση δι’ ολόκληρο το δια της προσβαλλόμενης με αριθμ. 3951/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ποσό. Το αίτημα είναι νόμω βάσιμο και πρέπει να γίνει ουσιαστικά δεκτό για ολόκληρο το ποσό ήτοι το συνολικό ποσό των 3.859.518,99 ευρώ, όπως προκύπτει από τις: 1) .../5-7-2013 εξόφληση πίνακος κατατάξεως της Συμ/φου Αθηνών Άννα Ρήγα και β) .../23-12-2004 πράξη εξόφλησης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα την επαναφορά των πραγμάτων αναιρεσείουσα καθόσον η αναιρετική εμβέλεια της ενστάσεως συνυπαιτιότητας επηρεάζει κατά 99% το τυχόν επιδικαζόμενο τελικά ποσό. Κατά συνέπεια δε εκλείπει ο νόμιμος τίτλος, μετά των νομίμων τόκων από το χρόνο επίδοσης στην αναιρεσίβλητη της αναιρετικής απόφασης, ότι πλέον αυτή περιέρχεται σε υπερημερία (ΑΚ 390, Ολ.ΑΠ 37/2005, ΑΠ 1370/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το Α’ δικόγραφο των προσθέτων λόγων από 29-10-2014 ως απαράδεκτο.
Συνεκδικάζει το κύριο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και το Β’ δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Αναιρεί εν μέρει την 3951/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάζει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση για ολόκληρο το επιδικασθέν και καταβληθέν ποσό των τριών εκατομμυρίων οκτακοσίων πενήντα εννέα πεντακοσίων δέκα οκτώ και ογδόντα εννέα (3.859.518,89 €), νομιμοτόκως από της επιδόσεως στην αναιρεσίβλητο της αναιρετικής απόφασης. Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης που παραστάθηκε και για τις προτάσεις που κατέθεσε που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ